Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

ΛΟΥΚΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, (1925-2013), ΑΦΙΕΡΩΜΑ


Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, μια γνωριμία
Ο ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής Λουκάς Θεοδωρακόπουλος γεννήθηκε στην Άμφισσα της Παρνασσίδας το 1925. Μικρός κατατάχτηκε στον ΕΠΟΝ και βίωσε τους διωγμούς των αριστερών. Μετά τον πόλεμο, το 1946, εγκατέλειψε τη γενέτειρά του και ήρθε στην Αθήνα. Εκεί συνειδητοποίησε την ομοφυλοφιλία του. Ο ίδιος μας λέει χαρακτηριστικά για την περίοδο εκείνη: «Δεν χρειαζόταν να πας πουθενά αν ήθελες να βρεις ερωτική συντροφιά, αρκεί να ήξερες να βλέπεις: η σεξουαλική επιθυμία κυκλοφορούσε στους δρόμους!».1 Με την ποίηση και τη λογοτεχνία άρχισε να ασχολείται από το 1954.
Το 1968, κατά τη διάρκεια δηλαδή της χούντας, συνελήφθη ένα βράδυ μαζί με άλλους εικοσιεννιά με την κατηγορία ότι σχεδίαζαν να κάνουν όργιο. Είδαν δε τα ονόματά τους να δημοσιεύονται στον τύπο. Την υπόθεση αυτή περιγράφει με ανάγλυφο τρόπο στο μυθιστόρημά του Ο Καιάδας, 1976.
Το 1978 μαζί με τον σκηνοθέτη Αντρέα Βελισσαρόπουλο και τον ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη δημιούργησαν το «Απελευθερωτικό Κίνημα Ομοφυλόφιλων Ελλάδας» (ΑΚΟΕ). Αφορμή είχε σταθεί το νομοσχέδιο για τα αφροδίσια, που προέβλεπε φυλακή και εξορία σε όποιον ομοφυλόφιλο αναζητούσε δημόσια ερωτικό σύντροφο. Το ΑΚΟΕ, η πρώτη οργάνωση ΛΟΑΤ στην Ελλάδα, είχε πολεμήσει με όσα μέσα μπορούσε το παρανοϊκό νομοσχέδιο. Ο Θεοδωρακόπουλος υπήρξε ο εκδότης του πρώτου gay περιοδικού στην Ελλάδα, του «Αμφί». Το πρώτο τεύχος του ιστορικού πλέων περιοδικού κυκλοφόρησε το 1978. Ο Θεοδωρακόπουλος υπήρξε ο εκδότης του και διευθυντής του από το τεύχος 4 έως το 16/17 (1979-1984), δηλαδή της λαμπρής και δύσκολης πρώτης του περιόδου. Παρά τα οικονομικά προβλήματα, τις διώξεις και τις μηνύσεις για κατηγορία περί ασέμνων, το περιοδικό θα συνεχίσει να εκδίδεται επί δώδεκα ολόκληρα χρόνια (1978-1990). Τη συμμετοχή του στο ΑΚΟΕ αλλά και στην έκδοση του «Αμφί» περιγράφει στο βιβλίο του Αμφί και Απελευθέρωση (Πολύχρωμος Πλανήτης 2004).
Πέρα από το συγγραφικό του έργο ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος έχει να επιδείξει ένα ογκώδες μεταφραστικό έργο, αφού μετέφρασε στη γλώσσα μας έργα μεγάλων συγγραφέων και στοχαστών όπως: Όσκαρ Ουάιλντ, Ίβαν Γκολ, Πολ Μπόουλς, Χένρι Τζέιμς, Τσαρλς Μπουκόβσκι κ.ά
Ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος ήταν ένας δυναμικός μπροστάρης μαχητής που με του αγώνες του έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην συνειδητοποίηση ότι τα προβλήματα των ομοφυλοφίλων δεν προέρχονται από τον ερωτικό τους προσανατολισμό αλλά από ένα αρρωστημένο πλέγμα αντιλήψεων της κοινωνίας. Πρόβαλε και διεκδίκησε τα δικαιωμάτα των ομοφυλόφιλων αλλά και το gay λόγο, ανέδειξε τον πολιτικό χαρακτήρα του gay ζητήματος και έβαλε τα θεμέλια για τη διαμόρφωση αυτού που σήμερα αποκαλούμε gay κουλτούρα. Εμμένοντας και στηρίζοντας επιθετικά το δικαίωμα στην ελεύθερη επιλογή της σεξουαλικής ταυτότητας και απαιτώντας την κατάργηση των διακρίσεων, συνέβαλε αποτελεσματικά στην απενοχοποίηση της «ομοφυλόφιλης επιθυμίας» φράση που ήταν και υπότιτλος του περιοδικού.
Ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος «έφυγε» για το αιώνιο ταξίδι στις 25 Απριλίου 2013.
 
Από αρ. Ανδρέας Αγγελάκης, Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, Γρηγόρης Βαλλιανάτος
Ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος αυτοβιογραφούμενος2
Γεννήθηκα στην Άμφισσα της Παρνασσίδας, τα γνωστά Σάλωνα, το 1925. Τέταρτο παιδί μιας οικογένειας αγροτών, είχα την ατυχία να γεννηθώ τελευταίος, όταν ο πατέρας μου είχε πατήσει ήδη τα εξήντα και είχε καταντήσει αλκοολικός, πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα να περάσω άσχημα παιδικά χρόνια στα χέρια του και ταυτόχρονα να ταλαιπωρηθεί ολόκληρη η οικογένεια. Ο μεγαλύτερος κατά δέκα χρόνια αδερφός μου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι και να κατέβει στην Αθήνα από τα δεκαεφτά του χρόνια, την ίδια στιγμή που η μητέρα μας, μαζί με μένα και την αδερφή μου (το τρίτο παιδί είχε πεθάνει), καταφύγαμε σε κάποιο συγγενικό μας σπίτι κατατρομαγμένοι από τις απειλές του ότι θα μας σκότωνε όλους με το κυνηγετικό του δίκαννο! Αναφέρω αυτές τις λεπτομέρειες, έχοντας καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ήταν ακριβώς αυτές, και γενικά οι συνθήκες μέσα στις οποίες πέρασα τα παιδικά μου χρόνια, οι οποίες διαμόρφωσαν το χαρακτήρα μου: ένα αγόρι υποταγμένο, παθητικό, χωρίς καμιά πρωτοβουλία. Δεν ισχυρίζομαι φυσικά ότι τα στοιχεία αυτά εξηγούν την τάση μου προς την ομοφυλοφιλία, αλλά ούτε μπορώ να αποκλείσω εντελώς κάποια σχέση μαζί τους. Σίγουρο πάντως είναι ότι μεγαλώνοντας ποτέ δεν απαλλάχτηκα απόλυτα από τον απειλητικό του ίσκιο, ούτε και μπόρεσα να του συγχωρήσω το γεγονός ότι δε με άφησε να συνεχίσω το σχολείο με μια αποστροφή που άκουγα για πρώτη φορά και που ποτέ δεν ξέχασα: «Δε χρειαζόμαστε Γραμματείς και Φαρισαίους». Αυτά συνέβαιναν τη δεκαετία του '30. Ο πατέρας μου πέθανε το 1939 από την αρρώστια των αλκοολικών: κίρρωση του ήπατος. Το 1940 μας κήρυξε τον πόλεμο η Ιταλία. Η Ρούμελη, όπως είναι γνωστό, ήταν απ' τις πρώτες περιοχές της Ελλάδας όπου άρχισε ν' αναπτύσσεται το αντάρτικο. Ο μεγάλος μου αδερφός, μέλος του ΚΚΕ από το 1936, ήταν απ' τους πρώτους που κατατάχτηκαν στον Ε.Λ.Α.Σ. Μέχρι το 1943, που στο νομό Φωκίδας ήταν οι Ιταλοί, εγώ και η αδερφή μου μέναμε μαζί με τη μάνα μας στην Άμφισσα, αλλά καθώς η Αντίσταση και οι μάχες με τους αντάρτες διαρκώς μεγάλωναν, τους Ιταλούς αντικατέστησαν οι Γερμανοί, οπότε ένα μεγάλο μέρος του νεαρού πληθυσμού της περιοχής κατέφυγε για να γλιτώσει στα βουνά. Έτσι, το Φλεβάρη του 1944 και ύστερα από μια νυχτερινή περιπέτεια μέσα στα χιόνια, στο ορεινό χωρίο Καρούτες απ' όπου καταγόταν η μητέρα μας και το οποίο είχε ήδη καεί από τους Ιταλούς, βρέθηκα μ' ελαφρά κρυοπαγήματα στο Λιδωρίκι της Δωρίδας, όπου και κατατάχθηκα στην Υποδειγματική ΕΠΟΝ της 2ας Μεραρχίας. Το Δεκέμβρη του '44, βρεθήκαμε στην περιοχή της Αττικής (συγκεκριμένα στη Χασιά) περιμένοντας να παρελάσουμε στην Αθήνα, πράγμα που δεν έγινε ποτέ. Αντί γι' αυτό, πέσαμε στην παγίδα των Άγγλων που είχαν ήδη εξασφαλίσει στη Γιάλτα με το Στάλιν την επιρροή τους στη χώρα μας, συρθήκαμε στα φοβερά Δεκεμβριανά, για να καταλήξουμε με τη συμφωνία της Βάρκιζας στην παράδοση των όπλων από τον Ε.Λ.Α.Σ. και στην ανηλεή καταδίωξη των αριστερών από τις δοσίλογικές κυβερνήσεις της Δεξιάς. Αποτέλεσμα αυτών των καταδιώξεων υπήρξε και η οριστική εγκατάλειψη της γενέτειράς μου το 1946: κατά το δημοψήφισμα που έκανε η κυβέρνηση Τσαλδάρη για την επάνοδο του βασιλιά Γεωργίου Β΄ - ένα δημοψήφισμα πέρα για πέρα νόθο από κάθε άποψη – εγώ που είχα επιστρέψει απ' το Αντάρτικο και που έβλεπα κάθε μέρα με τα μάτια μου τις διώξεις των αριστερών, τις δολοφονίες τους από τις διάφορες παρακρατικές ομάδες, πήγα και ψήφισα (ήταν η πρώτη μου ψήφος) «Όχι» σχεδόν φανερά, δηλαδή ενώ από όλους όσους ψήφιζαν δεν πηγαίνε κανείς στο παραβάν, εγώ πήγα, με αποτέλεσμα όταν πήγα να ρίξω την ψήφο μου στην ψηφοδόχο, αυτός που στεκόταν δίπλα της και που τον γνώριζα καλά, να μου πει ειρωνικότατα: «Λουκά, τους πλάκωσες τους βασιλιάδες» κι εγώ να του απαντήσω «Δεν πειράζει, θα ξεπλακωθούνε». Περιττό να προσθέσω ότι στη συνέχεια, μαζί με τη μάνα μου και την αδερφή μου – ο αδερφός μου βρισκόταν υπόδικος στις φυλακές της Θήβας – το ίδιο βράδυ, όταν οι νικητές περιφέρονταν στους δρόμους και τα στενά της Άμφισσας χτυπώντας κουδούνια και φωνάζοντας απειλητικά συνθήματα, περάσαμε δύσκολες στιγμές κλεισμένοι στο σπίτι και περιμένοντας να 'ρθουν να με πάρουν! Σε λίγες μέρες, μαζί με την αδερφή μου εγκαταλείπαμε για πάντα την Άμφισσα, όπως είχαν κάνει χιλιάδες αριστεροί απ' όλα τα μέρη τις Ελλάδας και από τότε άρχισε η διόγκωση του πληθυσμού της πρωτεύουσας. Ωστόσο, όπως λέει το αρχαίο ρητό «ουδέν κακόν αμιγές καλού», από το στενό, σχεδόν ασφυκτικό περιβάλλον μιας κωμόπολης με οχτώ χιλιάδες κατοίκους, είχα βρεθεί ξαφνικά σε μια μεγάλη πολιτεία, όπου είχα κάθε λόγο να θέλω και να μπορώ να ζήσω. Κυρίως για σεξουαλικούς λόγους – ένα θέμα που ούτε να το σκεφτώ δεν μπορούσα εκεί.
Ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος για το ΑΚΟΕ3
Είναι γνωστό ότι το ΑΚΟΕ (σημ. Απελευθερωτικό Κίνημα Ομοφυλοφίλων Ελλάδας) – γιατί αυτό ήταν το κίνημα – κυκλοφόρησε την ιδρυτική του διακήρυξη το φθινόπωρο του 1976. Ήταν την ίδια χρονιά που είχα εκδώσει από τον εκδοτικό οίκο Εξάντα την περιπέτειά μου στην Καλογρέζα, τον Καιάδα. Παρόλο που εμείς το '68 που έγινε η ιστορία του Καιάδα είχαμε δικτατορία, ο Μάης του '68 είχε γίνει γνωστός, όπως είχαν γίνει γνωστά σ' αυτούς του είχαν τη δυνατότητα να διαβάζουν ξένα έντυπα και τα κινήματα αμφισβήτησης που φύτρωναν το ένα μετά το άλλο στην Αμερική και την Ευρώπη. Από πλευράς μου, έχοντας ξεκαθαρίσει μέσα μου το θέμα, με τις αρχές της Μεταπολίτευσης το 1974, περίμενα πως και πως να γίνει κάτι παρόμοιο και στην Ελλάδα. Μ' αυτήν την προοπτική, είχα ήδη έτοιμο τον τίτλο ενός σχετικού περιοδικού, το ΑΜΦΙ, και είχα ήδη μεταφράσει ένα άρθρο από την γαλλική εφημερίδα Nouvel observateur, με τίτλο «Η επανάσταση των ομοφυλόφιλων», όπου ο ομοφυλόφιλος Γάλλος συγγραφέας Γκυ Οκενγκέμ, καθηγητής της Σορβόννης, περιέγραφε τη συμμετοχή μιας ομάδας ομοφυλόφιλων στην εξέγερση του Μάη του '68 και τις αντιδράσεις που προκάλεσε αυτή η συμμετοχή στους άλλους. Έτσι, όταν ο αείμνηστος Αντρέας Βελισσαρόπουλος, μετά την αποπομπή του από τον Ταχτσή, και έχοντας ήδη διαβάσει τον Καιάδα - που σημειωτέον προκάλεσε μεγάλη εντύπωση και είχε πολύ καλές κριτικές – με πήρε τηλέφωνο, για να με ρωτήσει αν ήμουν πρόθυμος να πάρω μέρος στο Κίνημα, του απάντησα πως αυτό ακριβώς περίμενα τόσα χρόνια και τον πληροφόρησα πως είχα ήδη στα χέρια μου τον τίτλο ενός περιοδικού και ύλη για το πρώτο τεύχος.
Απ' αυτά που έχω πει ήδη, νομίζω πως η εξήγηση είναι φανερή. Μίλησα για ΑΜΦΙσβήτηση, για κινήματα ΑΜΦΙσβήτησης κτλ. Παράλληλα, η πρόθεση ΑΜΦΙ εκφράζει θαυμάσια τις στοιχειώδεις σεξουαλικές δυνατότητες του ανθρώπινου όντος, δηλαδή την αμφισεξουαλικότητα. Μιλάω βέβαια για στοιχειώδης σεξουαλικές δυνατότητες γιατί ασφαλώς υπάρχουν και άλλες παραλλαγές στην ανθρώπινη σεξουαλικότητα.
Γενικά βέβαια η καταπίεση που υφίσταται νομοτελειακά ο ομοφυλόφιλος σε μια αποκλειστικά ετεροφυλόφιλη κοινωνία, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχε κι ένας πρόσθετος λόγος. Φεύγοντας η δικτατορία, άφησε πίσω της, μαζί με όλα τ' άλλα – και κυρίως την απώλεια της μισής Κύπρου – κι ένα νομοσχέδιο με τίτλο «Περί της εξ αφροδισίων νοσημάτων προστασίας και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων», όπου απειλούσε τους ομοφυλόφιλους με ενός χρόνου φυλάκιση και εξορία, αν τους συνελάμβανε η αστυνομία ν' αναζητούν σύντροφο δημόσια. Το Νομοσχέδιο αυτό είχε κληρονομήσει η δεξιά κυβέρνηση Καραμανλή, η οποία επρόκειτο να το συζητήσει και να το ψηφίσει στην Βουλή. Ήταν φυσικό λοιπόν ορισμένοι ομοφυλόφιλοι που είχαν συνειδητοποιήσει το πρόβλημά τους να συνταχθούν με το ΑΚΟΕ και το ΑΚΟΕ να συγκεντρώσει την προσοχή του και τον αγώνα του ενάντια σ' αυτό το Νομοσχέδιο που αποκαλούσε συλλήβδην τους ομοφυλόφιλους «κίναιδους»!
Το ΑΚΟΕ έθεσε το πρόβλημα στη σωστή του βάση, την πολιτική, και πάλεψε το φασιστικό νομοσχέδιο. Παράλληλα, με το ΑΜΦΙ ακούστηκε για πρώτη φορά σοβαρός ομοφυλόφιλος λόγος, που ενημέρωνε το ετεροφυλόφιλο κοινωνικό σώμα για την ύπαρξη, τη φύση και τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το ΑΜΦΙ διαβαζόταν από ένα μεγάλο τμήμα του ετεροφυλόφιλου πληθυσμού. Βασική μου αντίρρηση απέναντι στα σημερινά ομοφυλοφιλικά έντυπα, μαζί και το SCREW, είναι ότι απευθύνονται βασικά στους ομοφυλόφιλους και τηρούν μια μάλλον επιθετική στάση προς την ετεροφυλόφιλη κοινωνία, αντί να προσπαθούν να την ενημερώσουν πάνω στο πρόβλημα. Τι φταίει ο άλφα ή ο βήτα απληροφόρητος άνθρωπος, που εξ απαλών ονύχων του λένε ότι οι ομοφυλόφιλοι είναι σκουπίδια και ότι είναι προτιμότερο ο γιος του να γίνει φονιάς, κλέφτης, αρχαιοκάπηλος, νταβατζής, παρά πούστης; Πώς μπορεί αυτός ο άνθρωπος να ξεπεράσει το πρόβλημα και να δεχτεί ότι ο γιος του δεν είναι τέρας, όταν κανένας δεν του εξηγεί τους λόγους αυτής της εγκληματικής παραπληροφόρησης;
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ4
Ποίηση
  • Σχήμα Κραυγής, 1954
  • Ποιήματα, 1954-1956
  • Η γύμνια του Νώε, 1958
  • Πηγάδια και πηγές, 1960
  • Ορφέας, Σημεία Μηδέν, 1962
  • Μυθολογία της Ξάνθης, 1967
  • Αναδρομή, 1978
  • Τέσσερις ποιητικές συλλογές (1960-1978), Νεφέλη, 1996 (περιλαμβάνει ποιήματα από τις συλλογές: Πηγάδια και πηγές, Ορφέας, Σημεία Μηδέν, Μυθολογία της Ξάνθης και Αναδρομή).
Μυθιστορήματα
  • Ραντεβού με τον πύργο του Άιφελ, Κέδρος 1971, Καστανιώτης, 1998.
  • Ο καιάδας, Χρονικό μιας πολιορκίας, Εξάντας, 1976, Πολύχρωμος Πλανητής, 2004
Άλλα έργα
  • Αμφί και απελευθέρωση, Πολύχρωμος Πλανήτης, 2005.
Μεταφράσεις
  • V. Gordon Childe, (1892-1957), Ο άνθρωπος πλάθει τον εαυτό του, Κέδρος – Ράππας, 1973.
  • Jean - Paul Sartre, (1905-1980), Το πρόβλημα της μεθόδου, Εξάντας, 1975.
  • Πρακτικά της Κ.Ε. Του Μπολσεβίκικου Κόμματος, Αύγουστος 1917 – Φλεβάρης 1918: Οι Μπολσεβίκοι στην Οκτωβριανή Επανάσταση, Εξάντας, 1975.
  • John Cleland, (1709-1789), Φάνυ Χιλ, Εξάντας, 1975.
  • E. C. W.Myers, (1906-1997), Ελληνική περίπολος, Εξάντας, 1975.
  • Saul Bellow (1915–2005), Ο μετέωρος άνθρωπος, Καστανιώτης, 1976.
  • Paul Goodman, (1911-1972), Κριτική της κατεστημένης παιδείας – Υποχρεωτική Δισεκπαίδευση, Καστανιώτης, 1977.
  • Yukio Mishima, (1925-1970), Εξομολογήσεις μιας μάσκας, Οδυσσέας, 1994.
  • Stanley Weinbaum, (1902-1935), Ο νέος Αδάμ, Εξάντας, 1993.
  • Carlos Castaneda, (1931-1998), Μια ξεχωριστή πραγματικότητα, Καστανιώτης, 1975.
  • Carlos Castaneda, (1931-1998), Ταξίδι στο Ιξτλάν, Καστανιώτης, 1978.
  • Αρκάντι Στρουγκάτσκι (1925-1991) & Μορίς Στρουγκάτσκι (1931-), Συνωμοσία του σύμπαντος, Καστανιώτης, 1979.
  • Ανδρέας Κέδρος, (1917-1999), Το Ωδείο, Καστανιώτης, 1979.
  • Paul Marzerie, (1943-), Ο θάνατος της ιατρικής, Καστανιώτης, 1980.
  • Τζέι Λέιντα, ΚΙΝΟ, Ιστορία του Ρώσικου Κινηματογράφου, Εξάντας 1980.
  • Oscar Wilde, (1854-1900), De profundis (Εκ βαθέων), Ζαχαρόπουλος Σ. Ι., 1980.
  • Dennis Patkin Altman (1943-), Ομοφυλοφιλία: Καταπίεση κι απελευθέρωση, Ουτοπία, 1980.
  • Lev Davidovich Trotsky, (1879-1940), Προβλήματα της καθημερινής ζωής, Ουτοπία, 1980, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2003.
  • Olga Semionova - Victor Xeines, Συνδικαλισμός και ελευθερίες στη Σοβιετική Ένωση, Ουτοπία, 1980.
  • Ανδρέας Κέδρος, (1917-1999), Μεταδεκεμβριανά διηγήματα, Καστανιώτη, 1981.
  • Marquis de Sade, (1740-1814), Ιουλιέτα ΙΙ τόμος, Εξάντας, 1982.
  • Oscar Wilde, (1854-1900), Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι., 1982.
  • Andrea Rita Dworkin, (1946-2005), Πορνογραφία, Ουτοπία, 1983.
  • Dominique Fernandez, (1929- ), Εγώ ο Πιέρ Πάολο στα χέρια του αγγέλου, Αστάρτη, 1985.
  • Jean Genet, (1910-1986), Επιτάφιες σπονδές, Εξάντας, 1985.
  • Henry Miller, (1891-1980), Μαύρη άνοιξη, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι., 1985.
  • David Cooper, (1931-1986), Η γλώσσα της τρέλας, Ελ. Τύπος.
  • Ανδρέας Κέδρος, (1917-1999), Η φωτιά κάτω απ' τη θάλασσα, Καστανιώτη, 1986.
  • William Somerset Maugham, (1874-1965), Το φεγγάρι και μια πεντάρα, Αρσενίδης, 1986.
  • Mark Twain, (1835-1910), Γράμματα απ' τη γη, Νεφέλη, 1986.
  • Howard Phillips Lovecraft (1890-1937), Ο κυνηγός του σκοταδιού, Νεφέλη 1987.
  • Henry James, (1843-1916), Τέσσερις συναντήσεις, Νεφέλη, 1987.
  • Graham Greene, (1904-1991), Ο επίτιμος πρόξενος, Νεφέλη, 1988.
  • Mark Twain, (1835-1910), Οι περιπέτειες του Χώκλμπερι Φιν, Νεφέλη, 1988.
  • Norman Mailer, (1923-2007), Οι σκληροί δεν χορεύουν, Νεφέλη, 1988.
  • Robert Louis Stevenson, (1850-1894), Το νησί του θησαυρού, Νεφέλη, 1988.
  • Michel Tournier, (1924-), Ερωτικό απόδειπνο, Εξάντας, 1990.
  • Charles Bukowski, (1920-1994), Χόλλυγουντ, Απόπειρα, 1989.
  • Jean - Paul Sartre, (1905-1980), Άγιος Ζενέ, Κωμωδός και Μάρτυρας, Εξάντας, 1990.
  • Dominique Fernandez, (1929-), Πορπορίνο ή τα μυστήρια της Νάπολης, Εξάντας, 1991.
  • Paul Bowles, (1910-1999), Τσάι στη Σαχάρα, Απόπειρα, 1991.
  • René Girard, (1923-), Η αρχαία οδός των ασεβών, Εξάντας, 1992.
  • Charles Bukowski, (1920-1994), Πόλη των αγγέλων, Απόπειρα, 1992.
  • Ivan Goll, (1891-1950), Σόδομα και Βερολίνο, Απόπειρα, 1992.
  • Paul Bowles, (1910-1999), Καλώς να πέσει, Απόπειρα, 1992.
  • Cristopher Isherwood, (1904-1986), Ένας άνδρας μόνος, Αλεξάνδρεια, 1993.
  • Dominique Fernandez, (1929-), Η αρπαγή του Γανυμήδη, Εξάντας, 1995.
  • Rudyard – Joseph Kipling, (1865-1936), Το βιβλίο της ζούγκλας, Νεφέλη, 1991.
  • Yves Nilly, (1958-), Το ημερολόγιο του ψύχους, Απόπειρα, 2000.
  • Bruno Bontempelli, (1948-), Η ηδονή της αφής, Εξάντας, 2003.
  • Felice Picano, (1944-), Ένα σπίτι στον ωκεανό, ένα σπίτι στην παραλία, Πολύχρωμος Πλανήτης, 2007.
  • Charles Bukowski, (1920-1994), Βρόμικος κόσμος, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, 2007.
Πηγές

1. Από συνέντευξη στον Ανδρέα Ιωαννίδη για το περιοδικό Screw (διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη εδώ)
2. Απόσπασμα συνέντευξης στον Ανδρέα Ιωαννίδη για το περιοδικό Screw.
3. Όπως σημείωση 2.
4. Για τη σύνταξη της εργογραφίας του Λουκά θεοδωρακόπουλου αντλήθηκαν στοιχεία από τα βιβλία: Τέσσερις ποιητικές συλλογές (1960-1978), Νεφέλη, 1996, Αμφί και απελευθέρωση, Πολύχρωμος Πλανήτης, 2005.

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

Sandro Penna (June 12, 1906 – January 21, 1977), a tribute


 

ΣΑΝΤΡΟ ΠΕΝΝΑ (1906-1977), ΑΦΙΕΡΩΜΑ
Προλεγόμενα
Τα φώτα στη Περούτζια έχουν ανάψει, η νύχτα έχει κατακλείσει τους δρόμους και τα μικρά σοκάκια, έχει τυλίξει προστατευτικά στο πέπλο της τα σπίτια αλλά και τους διαβάτες. Ένας από αυτούς, ο έφηβος Σάντρο Πέννα, περιφέρεται για μια ακόμη βραδιά στην νυχτερινή πόλη, στην πόλη που γεννήθηκε, στην πόλη που γνώρισε τον πρώτο του έρωτα, τον Ερνέστο και που τον αποχωρίστηκε για να εγκατασταθεί στη Ρώμη, πόλη που αποτέλεσε το πεδίο των πρώτων νεανικών περιπλανήσεων.
Ο Πέννα θα γοητευτεί από τα νιάτα, από τα νεαρά αγόρια της χώρας του. Θα τα ερωτευτεί, θα γράψει γι’ αυτά, αλλά θα γράψει και για τη μοναξιά του, για την ηδονή, για καθημερινές συνηθισμένες καταστάσεις με μια διεισδυτικότητα αλλά και έναν έντονο λυρισμό. Ένας ερωτικός ποιητής που αγάπησε την Ιταλία με τις φτωχογειτονιές της, όσο και ο φίλος του Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Το έργο του, διαποτισμένο από έρωτα, τρυφερότητα, ελπίδα, φυσικότητα, αλλά και ευφυΐα έχει παραλληλιστεί με τους αρχαίους Έλληνες λυρικούς και πολύ σωστά έχει χαρακτηριστεί σαν επίμετρο της Παλατινής Ανθολογίας.
Ο έρωτάς του για τα αγόρια και τους άντρες προβάλει μέσα από το έργο του αγνός, ειλικρινής, ακριβής, αφοσιωμένος, χωρίς αναίδεια, ψέμα, υπεροψία και τέχνασμα. Το ερωτευμένο σώμα γίνεται στο έργο του Πέννα ένα έπος παράξενο που το συνθέτουν ψηφίδες από φευγαλέες εικόνες αγοριών, τραγούδια, αλλά και πολύ φως.
Χρέος μας λοιπόν τούτο το αφιέρωμα στον ποιητή που με την απλοϊκή του καθαρότητα, τη σιγουριά ενός ρωμαλέου και ανάλαφρου βηματισμού προς ένα ενδότερο σημείο, έθεσε την δικιά του σφραγίδα στην Ιταλική, αλλά και Ευρωπαϊκή ποίηση του 20ου αιώνα.


Γνωρίζοντας τον Σάντρο Πέννα
Γεννημένος στην Περούζια στις 12 Ιουνίου του 1906 από αστική οικογένεια, ο Σάντρο Πέννα έμεινε στην πόλη αυτή μέχρι τα 23 του χρόνια όπου και εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, πόλη των συχνών νεανικών του περιπλανήσεων. Ο πατέρας του ήταν έμπορος έτσι ο ίδιος τελείωσε λογιστικά. Τα εφηβικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από τον χωρισμό των γονιών του (όταν ήταν 14) αφού ο Πέννα αναγκάστηκε να αποχωριστεί την μητέρα του και να συνεχίσει να ζει με τον πατέρα του. Ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του λέει σχετικά: «Συνειδητά αγαπούσα πάρα πάρα πολύ και μονάχα την μητέρα μου αδιαφορώντας τελείως. Όταν αυτή έφυγε και πήγε να ζήσει στη Ρώμη, έμεινα μόνος στη Περούτζια μαζί του. Τα βράδια του καλοκαιριού έβλεπα τ' άστρα, ξάπλωνα κοιτώντας προς το Νότο -που είναι η Ρώμη σε σχέση με την Περούτζια- και σκεφτόμουν με απέραντη λύπη και λαχτάρα της μάνα μου». Ερχόμενος στη Ρώμη αναγκάστηκε να εξασκεί διάφορα επαγγέλματα όπως λογιστής, διορθωτής τυπογραφικών δοκιμίων, υπάλληλος βιβλιοπωλείου, πλανόδιος πωλητής, έμπορος σπάνιων βιβλίων και έργων ζωγραφικής. Όπως λέει και ο ίδιος «Όλη μου η ζωή είναι προσωρινή». Ο Πέννα ζούσε απαρατήρητος, μακριά από την αστική ζωή και τις κοινωνικές συναναστροφές.
Η Μούσα, θα τον επισκεφτεί ένα βράδυ σε ηλικία 22 ετών, χωρίς να έχει την παραμικρή υποψία ακόμα και για την ύπαρξή της. Εκεί λοιπόν, δίπλα στη θάλασσα, ένα βράδυ του Αυγούστου, ο Πέννα θα γράψει το πρώτο του ποίημα με τίτλο «Η ζωή … είναι να θυμάμαι…», που θα βρεθεί μετά το θάνατό του ανάμεσα στα χαρτιά του με ημερομηνία 24 Αυγούστου 1922, αν και γνωρίζουμε πως μαθητής ακόμα έγραφε ποιήματα και μάλιστα μακροσκελή επηρεασμένος από τον Ντ’ Ανούτσιο.
Ο ίδιος αποφασίζει να στείλει τα ποιήματά του στον Σάμπα. Συγκεκριμένα στο αυτοβιογραφικό σημείωμα αναφέρει σχετικά: «μου έτυχε να διαβάσω σε μια εφημερίδα πως οι πιο μεγάλοι ποιητές ήταν τρεις: ο Σάμπα, ο Ουνγκαρέτι, και ο Μοντάλε. Από την στιγμή που ήξερα πως ο Σάμπα έχει ένα βιβλιοπωλείο στην Τεργέστη στην οδό Σαν Νικολό, είπα στον εαυτό μου: Να σε ποιον θα στείλω τα ποιήματα μου να μου πει αν αξίζουν. Η απάντηση μου ήρθε αμέσως…».
Στην Περούτζια τον Οκτώβρη του 1928 θα γνωρίσει τον Ερνέστο, τον πρώτο του έρωτα. Ο Ερνέστο είναι ένα Εβραιόπουλο από το Τραστέβερε. Τρεις μήνες αργότερα τον εγκαταλείπει φεύγοντας για την Ρώμη, για να μην υποφέρει, για να αποφύγει την «απελπισμένη προσκόλληση», όπως χαρακτηριστικά θα πει, γράφοντας ένα γράμμα στον έρωτά του που δεν θα παραδώσει ποτέ: «Φεύγω. Δεν θα με ξαναδείς ποτέ. Δεν έχω αγαπήσει άλλον στον κόσμο – μονάχα εσένα, για πρώτη μου φορά και με τον πιο υπέροχο τρόπο... Ερνέστο, δικέ μου, σάρκινε και θεϊκέ, σκοτεινέ έρωτα που μου φωτίζεις την ψυχή όπως τα μάτια σου φωτίζουν τη νύχτα».
Στην Ρώμη πλέον, θα χρειαστεί να κάνει πολλά επαγγέλματα σε όλη του τη ζωή αφού ποτέ δεν απέκτησε σταθερή εργασία. Μερικά από αυτά; λογιστής, διορθωτής τυπογραφικών δοκιμίων, υπάλληλος βιβλιοπωλείου, πλανόδιος πωλητής, έμπορος σπάνιων βιβλίων και έργων ζωγραφικής είναι μερικά από αυτά.
Αποφασίζει να στείλει ποιήματά του στον καταξιωμένο Ιταλό ποιητή του Il Canzoniete, Ουμπέρτο Σάμπα (1883-1957), που ανταποκρίνεται αμέσως από την Τεργέστη όπου ζει «εσείς έχετε βεβαιότατα το δικαίωμα να γράφεται. Και να γράφεται στίχους», θα του πει. Ο Πέννα γράφει σχετικά: «μου έτυχε να διαβάσω σε μια εφημερίδα πως οι πιο μεγάλοι ποιητές ήταν τρεις: ο Σάμπα, ο Ουνγκαρέτι, και ο Μοντάλε. Από την στιγμή που ήξερα πως ο Σάμπα έχει ένα βιβλιοπωλείο στην Τεργέστη στην οδό Σαν Νικολό, είπα στον εαυτό μου: Να σε ποιον θα στείλω τα ποιήματα μου να μου πει αν αξίζουν. Η απάντηση μου ήρθε αμέσως...». Οι δυο άντρες θα γνωριστούν στη Ρώμη τυχαία το 1930 και ανάμεσά τους θα αναπτυχθεί μια βαθιά, αδιασάλευτη φιλία. Το 1932 θα γνωριστεί με τον επιφανή Εουτζένιο Μοντάλε (1896-1981) που ο Πέννα εκτιμά πολύ σαν ποιητή. Ο Πέννα θα ζητήσει πολλές φορές τη γνώμη του και θα του εξομολογηθεί μυστικά του στην μακριά αλληλογραφία που θα ακολουθήσει τα επόμενα χρόνια. Τα γράμματα αυτά αλλά και τα γράμματα που αντάλλαξε με τον Σάμπα θα κυκλοφορήσουν σε τόμο χρόνια αργότερα.
Η πρώτη συλλογή του Σάντρο Πέννα θα κυκλοφορήσει μόλις το 1939 στη Φλωρεντία και θα έχει τον τίτλο Ποιήματα (Poesie). Η συλλογή ήταν βέβαια έτοιμη από καιρό αλλά η τόλμη των στίχων οι αναστολές του Πέννα, ο φόβος για την επίσημη λογοκρισία και γενικά το όλο φασιστικό καθεστώς της χώρας του καθυστέρησαν την έκδοση. Στα χρόνια του πολέμου προσπαθεί να επιβιώσει και να εξασφαλίσει τα απαραίτητα σε αυτόν και τη μητέρα του. Το 1948 του απονέμεται το βραβείο «Le Grazie» το 1950 κυκλοφορεί η δεύτερη συλλογή του Σημειώσεις (Appunti). Τότε θα γνωρίσει και τον Παζολίνι, ο οποίος γράφοντας για τη συγκεκριμένη συλλογή θα κάνει λόγο για «ποιητική ωριμότητα, απόλυτη και πικρή». Οι δυο άνδρες θα συνδεθούν με φιλία βαθιά, εγκάρδια, πολύχρονη και σταθερή, ο Πέννα θαύμαζε την ευφυΐα και την ευγένειά του και ο Παζολίνι έτρεφε ένα είδος λατρείας για την ποίηση του Πέννα. Μαζί θα χαρούν τους ατέλειωτους νυχτερινούς περιπάτους τους πλάι στον Τίβερη και στις παραλίες της Όστιας, όπου θα αναζητούν και θα χαίρονται τις χαρές της ηδονής παρατηρώντας τον κόσμο. Ο Παζολίνι θα γράψει αδιάλειπτα, άρθρα κριτικές και εγκωμιαστικά δοκίμια για την εργασία του Πέννα και θα υποστηρίξει θερμά την υποψηφιότητά του για το Νόμπελ Λογοτεχνίας.


Η Τρίτη συλλογή του Πέννα θα κυκλοφορήσει το 1956 και θα έχει τον τίτλο Παράξενη χαρά για ζωή (Una strana gioia di vivere), ακολουθεί το 1958 το Σταυρός και ηδονή (Croce e delizia), και ενδιάμεσα, το 1957, μετά από επίμονη προτροπή του Παζολίνι , θα κυκλοφορήσει το σύνολο του ως τότε δημοσιευμένου έργου του με τίτλο Poesie, εκδόσεις Garzanti. Η συλλογή θα τιμηθεί με το βραβείο «Viareggio» και θα τύχει εγκωμιαστικών σχολίων.
Το καλοκαίρι του 1956, θα έρθει στη ζωή του ένα άλλο αγόρι, ο Raffaele Cedrino. Ο Πέννα θα καλέσει τον Ραφαέλο να μοιραστούν την ίδια στέγη παρέα με τη μητέρα του. Ο Σάντρο τώρα πια ζει τον μεγάλο του έρωτα, μοχθεί για να μην τους λείψει τίποτα, δουλεύει ασταμάτητα, αγοράζει ένα αυτοκίνητο που το οδηγεί ο Ραφαέλε, πηγαίνουν μαζί εκδρομές, τριγυρνούν ελεύθεροι, κάνουν παρέα βόλτες τα βράδια, αποκτούν ένα σκύλο, τον Black, ένα γερμανικό ποιμενικό. Τα καλοκαίρια πηγαίνουν για μπάνιο στις μεγάλες αγαπημένες τους αμμουδιές της Όστιας και του Φιουμιτσίνο. Μια μέρα όμως όλο αυτό το όνειρο θα γίνει εφιάλτης αφού ο Ραφαέλο θα φύγει και ο Πέννα θα κλειστεί στον εαυτό του ζώντας απομονωμένος, σχεδόν απαρατήρητος, αποφεύγοντας της κοινωνικές συναναστροφές.
Όσο περνούν τα χρόνια γράφει όλο πιο σπάνια, εξάλλου τα ποιήματά του και γενικά τα γραπτά του είναι λίγα. Συνολικά αριθμεί 450 ποιήματα και δυο συλλογές διηγημάτων. Το πρώτο ποίημα του Πέννα δημοσιεύτηκε στο περιθώριο μιας εφημερίδας και ο τίτλος του είναι «Η ζωή … είναι να θυμάμαι…». Είναι το πρώτο ποίημα -όπως προαναφέραμε- που έγραψε και βρέθηκε μετά το θάνατό του με ημερομηνία την 24-8-1928. Το 1970 ο εκδοτικός οίκος Garzanti επανεκδίδει όλα τα δημοσιευμένα αλλά και πολλά ανέκδοτα ποιήματα σε έναν τόμο που θα τιμηθεί με το βραβείο «Fiuggi». Στο βιβλίο υπάρχει και το κλασικό κείμενο του Παζολίνι που λέει μεταξύ άλλων: « Τρέφω λατρεία για σένα. Και όπως με όλες τις λατρείες, μου γεννιούνται τύψεις πως δεν είμαι τόσο δυνατός και πιστός για να τις υπηρετήσω επάξια […] Σε τι συνίσταται η αγιοσύνη σου; Στη σιωπηλή σου παραίτηση από τη ζωή και την απόλαυση, σε πράγματα που θεωρούνται απ’ όλους ευτελή, απόμακρα, ακατανόητα, παιδιάστικα και ανάρμοστα». Η δεκαετία του ’70 θα διαβεί με έντονα οικονομικά προβλήματα, αλλά και με πρωτοβουλίες φίλων για εράνους και συγκέντρωση χρημάτων. Το 1973 τυπώνεται η συλλογή διηγημάτων του Λίγος πυρετός (Un podi febbre). Το 1975 κυκλοφορούν επτά ποιήματα του με τίτλο Η σκιά και το φως (Lombra e la luce) από τις εκδόσεις Scheiwiller, κοσμημένες με χαρακτικά της Christina Isoleri. Την ίδια χρονιά στις 2 Νοεμβρίου ο Παζολίνι θα βρεθεί δολοφονημένος στην Όστια. Το πλήγμα για τον Πέννα είναι μεγάλο. Το 1976 κυκλοφορούν οι Ιδιοτροπίες (Stranezze), μια συλλογή 119 ποιημάτων γραμμένα από το 1957 έως το 1976. Δεν θα αρνηθεί στον εκδότη του που πιεστικά του ζητά μια Αυτοβιογραφία. Έτσι ο Πέννα μιλάει στο μαγνητόφωνο για τον Πέννα και αναπολεί της παλιές μέρες, τον καιρό της αγάπης, της νιότης ,του έρωτα και της φιλίας. Κλεισμένος στο διαμέρισμα τού τετάρτου ορόφου και καταναλώνοντας κάθε λογής υπνωτικό και παυσίπονο, αρνούμενος να δει γιατρό ο Σάντρο Πένα φεύγει για την οδό ονείρων στις 21 Γενάρη 1977. Είναι θαμμένος στο Cimitro di Proima Potra, έξω από τη Ρώμη. Πάνω στον τάφο του σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να διαβάσει: Νοσταλγία για ζωή αρχίζει μέσα μου ξανά / και δείχνει θλιβερό το μνήμα αυτό που με τιμά.
Πηγές

Για την σύνταξη του βιογραφικού του Σάντρο Πέννα αντλήθηκαν στοιχεία από τις εξής πηγές:
 - Ο σκονισμένος ποδηλάτης, ποιήματα 1928-1976, μτφρ. Ερρίκος Σόφας, εκδόσεις Το Ροδακιό, Αθήνα 2012.
 - Λίγος Πυρετός, μτφρ. Άλκηστις Παλάσκα, εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 1986.


ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΣΑΝΤΡΟ ΠΕΝΝΑ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
Στην Ελλάδα, το έργο του Σάντρο Πέννα έχει κυκλοφορήσει πολύ λίγο αν και η τελευταία μετάφραση ποιημάτων του από τον Ερρίκο Σόφα θα λέγαμε ότι αντισταθμίζει λιγάκι την πενιχρή ως τώρα έκδοση των έργων του στα ελληνικά. Συνολικά στη χώρα μας ποιήματα του Πέννα μπορεί κανείς να διαβάσει στις παρακάτω εκδόσεις: Ο Σκονισμένος Ποδηλάτης, Το Ροδακιό, 2012, Ανθολογία ιταλικής ποίησης, Οδός Πανός 2011. Επίσης η συλλογή διηγημάτων Λίγος πυρετός κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οδός Πανός το 1986 σε μετάφραση της Άλκηστις Παλάσκα με ένα μικρό πρόλογο-προειδοποίηση του συγγραφέα, ένα κείμενο του Γιώργου Χρονά και ένα του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, κείμενα που παραθέτουμε παρακάτω. 


Ο πυρετός του Σάντρο Πέννα
Με αυτό το κείμενο ο Σάντρο Πέννα προειδοποιούσε τους μελλοντικούς αναγνώστες του, το 1973, χρονιά που κυκλοφορούν αυτά τα διηγήματά του στην Ιταλία.
ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ
Αυτή η συλλογή από διηγήματα και σκόρπια φύλλα, που από καιρό ήταν πεταμένη σε μια γωνιά του σπιτιού μου, και οι λίγοι φίλοι ξαναζητούσαν με αξιαγάπητη πίεση στην τεμπελιά μου, νικώντας επί τέλους τις υπαναχωρήσεις να δημοσιεύσω και ακόμη απλώς να ανατρέξω πάλι σε πρόσωπα και στιγμές μιας ζωής που μου ανήκε. Μετά είπα στον εαυτό μου ότι, αν όχι άλλο, αυτές οι σελίδες επιβεβαιώνουν μια σχέση πυρετώδη με την πραγματικότητα και τη δουλειά μου σαν ποιητή και τις τακτοποίησα, όχι με χρονολογική τάξη, λίγο σημαντική, αλλά με μια προοδευτική διασαφήνιση για τον αναγνώστη προφανώς και όχι για μένα. Γραμμένα τα πιο πολλά από το 1939 έως το 1941, μόνο το ένα τρίτο από αυτά τα πεζά εμφανίστηκαν ήδη στις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής («Ambrosiano», «Il Gionale dItalia», «Oggi», «Corrente» κ.τ.λ., μέχρι το πρώτο έτος του «Il Mondo» 1974) τόσο λίγο διαβασμένες τότε, όσο είναι εντελώς ανέκδοτα.
Σάντρο Πέννα
Η βιογραφική περιπέτεια –γράφει ο ιταλός μελετητής- δεν παρουσιάζει κάτι το πολύ εξαιρετικό ούτε και κατά την περίοδο της ακμής της ποιητικής, δηλαδή όταν η εκτίμηση των κριτικών γύρω απ’ τα’ όνομά του είχε πια εδραιωθεί. Έζησε πάντοτε αρνούμενος την συνήθεια και τις τελετές της φιλολογικής κοινωνίας απέναντι στην οποία αισθανόταν σαν ξένος.
Αυτά τα διηγήματα του Πέννα μοιάζουν με ακουαρέλες. Δύο-τρία χρώματα, ταπεινά τοπία, παιδιά που παίζουν ή κάνουν ποδηλατάδα. Φίλοι που αποχωρίζονται καθώς το άγρυπνο μάτι του Πέννα τους παρατηρεί και τους σχεδιάζει.
Ο Πέννα δεν είναι κανένας νεοπλατωνικός, ούτε κανένας γέρος ηδονοθήρας. Τίποτα θεωρεί το άγγιγμα –δεν ομιλεί περί έρωτος- υψηλή τέχνη και λατρεία. Λίγες φράσεις από κάποιον γαλατά που φεύγει, κάποιον ξένο του αρκούν για να περάσει το υπόλοιπο της μέρας του. Δεν μεριμνά για το αύριο –το αύριο σε κάποιο σταθμό, σε κάποιο περιφρονημένο σημείο αυτής της πόλης- είναι η Ρώμη, η Περούτζια;- θα δει κάτι και σαν αρχαίο βρέφος θα σταθεί πάλι να το σχεδιάσει.
Ο Πέννα δεν είναι κανένας ξιπασμένος να περιμένει δόξα και χρήμα από αυτόν τον κόσμο. Στις φιλολογικές αυλές δεν ακουμπά την τύχη του. Ούτε στην Ακαδημία. Όταν αυτοί αλληλολιβανίζονται αυτός, σαν αιώνιο παιδί, συνομιλεί με τους αγνώστους, τα λαμπρά μοντέλα του κόσμου.
Ο Πέννα δεν είναι κανένα θύμα της αισθητικής, ούτε της φροϋδικής κλίνης. Ένας νεοκλασικός της ζωής είναι και του αισθήματος. Για να περάσει αυτά επάνω στο χαρτί δεν χρησιμοποιεί παρά όσα οι ζωγράφοι.
Αν εξαιρέσει κανείς ένα διήγημα, το Λίγος πυρετός, που δημοσιεύτηκε μια Κυριακή, πριν από πέντε χρόνια, στο Βήμα της Κυριακής, άλλα διηγήματά του δεν έχουν δημοσιευτεί στην Ελλάδα.
Αυτόν τον τόμο διηγημάτων του συμπληρώνει σαν επίμετρο, η καταχώριση ποιημάτων του –με διορθώσεις και αλλαγές από την πρώτη τους δημοσίευση στα τεύχη 3, 4, 5 του περιοδικού Οδός Πανός. Ο αναγνώστης θα διακρίνει στα ποιήματα όσα στα πεζά του καταγράφει.
Γιώργος Χρονάς


Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι για τον Πένα
Τι θαυμάσια χώρα που ήταν η Ιταλία κατά την περίοδο του φασισμού, και αμέσως κατόπιν! Η ζωή ήταν η ίδια όπως την είχαμε γνωρίσει όταν ήμασταν παιδιά, και επί 20-30 χρόνια δεν άλλαξε καθόλου –δεν αναφέρομαι στις αξίες της- που είναι ένας λόγος πολύ υψηλός και ιδεολογικός, σχετικός με αυτό που θέλω να πω- μα οι όψεις φαίνονταν προικισμένες του δώρου της αιωνιότητας. Με πάθος κανείς μπορούσε να πιστέψει στην επανάσταση ή στη στάση έστω κι αν αυτό το θαυμάσιο πράγμα, που ήταν η μορφή της ζωής, δεν θα άλλαζε. Μπορούσε κανείς να αισθανθεί ήρωας της αλλαγής και του καινούργιου διότι αυτό που μας έδινε θάρρος και δύναμη ήταν η βεβαιότητα ότι οι πόλεις και οι άνθρωποι δεν θα άλλαζαν ποτέ: Απλώς θα καλυτέρευαν οι συνθήκες οι οικονομικές και οι της μορφώσεως, που δεν αντιπροσωπεύουν τίποτε εν συγκρίσει με την προϋπάρχουσα αλήθεια, που ρυθμίζει θαυμάσια, άνευ αλλαγής, τις χειρονομίες, τις ματιές, την στάση του σώματος ενός άνδρα ή ενός αγοριού.
Τότε τα αγόρια, ήταν παραγκωνισμένα από τους ηλικιωμένους, τα οποία αισθάνονταν ενώπιόν τους ένα είδος ντροπής, δια την αδιάντροπη αρρενωπότητά τους που καλά διαγραφόταν, παρ’ όλη την ντροπαλότητα και την αξιοπρέπειά τους.
Τα μάτια περιείχαν ένα τόσο φως, μια τόση χάρη στον αισθησιασμό τους, που αποτελούσαν ένα κόσμο μέσα στον κόσμο.
Τώρα στην εποχή μας, το κάθε τι είναι βρώμικο, και διαποτισμένο από ένα αίσθημα τύψης, και τα αγόρια άσχημα, ωχρά, νευρωτικά έσπασαν τον κλοιό την απομονώσεως που τα είχε καταδικάσει η ζήλεια των πατεράδων τους, και ξεχύθηκαν ηλίθια, αλαζονικά και με απαίσια γέλια να κατακυριεύσουν τον κόσμο, εξαναγκάζοντας τους ηλικιωμένους στην σιωπή ή στην κολακεία, έτσι γεννήθηκε μια σκανδαλώδης νοσταλγία, για τη φασιστική Ιταλία. Στο βιβλίο του Πέννα γίνεται η αναπόληση της Ιταλίας. Το τραύμα μεγάλο. Η σύγκριση προκαλεί ρίγος.
Η πραγματικότητα μας ρίχνει ματιά νίκης φρικτής και η απόφαση είναι ό,τι αγαπήσαμε μας αφαιρέθηκε για πάντα.
Τον Πέννα τίποτε δεν τον αποσπά από την θαυμάσια καθημερινή περιπέτεια. Το ξύπνημα, η έξοδος, το ένα οποιοδήποτε τραμ, ο περίπατος εκεί που ζει ο λαός, πολυπληθής και θορυβώδης στις πλατείες, και τέλος να συναντήσει - αυτό πάντοτε συμβαίνει - ένα αγόρι, αγαπημένο, αμέσως, λόγω της αθώας καρδιάς του, λόγω της συνήθειας σε μια υπακοή, και σ' ένα σεβασμό, όχι δουλικό μα για μία ελευθερία του που οφείλεται στη χάρη του, στην τιμιότητα.
Φαίνεται ότι ποτέ ο Πέννα δεν προδόθηκε στην ελπίδα του για τις συναντήσεις που έδιδαν στην καθημερινή του ύπαρξη, την θαυματουργή χαρά της αποκαλύψεως, δηλαδή της επαναλήψεως.
Πηγή

Λίγος Πυρετός, μτφρ. Άλκηστις Παλάσκα, εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 1986. Η μετάφραση του κειμένου του Παζολίνι είναι του Δημήτρη Νταρκέτα.



Ο σκονισμένος ποδηλάτης
Το βιβλίο περιλαμβάνει μια συλλογή 81 ποιημάτων του Σάντρο Πέννα σε μετάφραση του Ερρίκου Σοφρά. Μετά από μια μεγάλη μελέτη γύρω από τη ζωή και το έργο του Σάντρο Πέννα, ο Ερρίκος Σοφράς, βυθίστηκε απόλυτα στο κόσμο του Πέννα μεταφράζει, σχολιάζει παρουσιάζει με τρυφερότητα και αφοσίωση την προσωπικότητα του Σάντρο Πέννα που ο Πιερ Πάολο Παζολίνι θεωρούσε τον σημαντικότερο λυρικό ποιητή της εποχής του. Έτσι, μας χαρίζει ένα έργο προς τιμήν του, συγκεντρωτικό και γεμάτο από ποιητικές αξίες. Η μετάφρασή του πιστή στο πνεύμα του Πέννα αλλά και στο ύφος της γραφής του. Την έκδοση την έχει αναλάβει το Ροδακιό , το βιβλίο έχει χειροποίητη βιβλιοδεσία και είναι «αξάκριστο» από πάνω, όπως τον παλιό καιρό. 
 

Εργογραφία:
  • Una strana gioia di vivere (1956)
  • Croce e delizia (1958)
  • Tutte le poesie (1970)
  • Stranezze (1976)
  • Confuso sogno (1980, posthumous)
  • Confused Dream (1988, New York & Madras: Hanuman Books, a translation by George Scrivani.