Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

«ΣΤΑΓΟΝΕΣ», ένα ποήμα της Μάτσης Χατζηλαζάρου («DROPS», a poem by Matsi Chatzilazarou)


ΣΤΑΓΟΝΕΣ
διάκοπα ὣς τόν οὐρανό
ἀπ' τὰ βάθη τῆς γῆς καί τῶν ὠκεανῶν
ὣς τό αἷμα
εἱσδύει μὲς στὸ κόκαλο
τὸ πεταμένο πίσω ἀπὸ μιὰ μάντρα μὲ τσουκνίδες
πολύ καιρὸ ἀφοῦ λιώσουν οἱ σάρκες
ἡ σταγόνα
κάθε νεροῦ κάθε ὑγροῦ καί χυμοῦ
ποὺ μᾶς περικλείει προτοῦ γεννηθοῦμε

φτέρες πλαγκτόν ἥ ἀτόλλ
εἶναι σημάδια στὶς γλῶσσες ὅπως
ἡ σταγόνα
κάθε νεροῦ κάθε ὑγροῦ καὶ χυμοῦ
ποὺ μᾶς περικλείνει προτοῦ γεννηθοῦμε
ἀδιάκοπα ὣς τὸν οὐρανὸ
ἀπ' τὰ βάθη τῆς γῆς καὶ τῶν ὠκεανῶν
ὣς τὸ στόμα μου
δίχως τέλος φανερό
κάθε σταγόνα ποὺ κυλάει ξεχειλίζει
καὶ πλημμυρίζει καὶ ἐξατμίσεται
ἕνας διάλογος παλάμη με παλάμη
καὶ τὰ φύλλα ἀραιώνουνε
τὸ φῶς εἰσδύει ἕως τοὺς κρυφοὺς λοβοὺς
μὲς στὴ νωπὴ θαλπωρὴ
παλάμη μὲ παλάμη
τὰ βλέμματα εἶναι χνούδι φυλλωσιᾶς
τὰ λόγια εἶναι οἱ φλέβες της
ὅταν δὲ σέρνεις πιὰ τ' ἀστέρια
σὰν τοῦ κατάδικου τοὺς χαλκάδες
τ' ἀστέρια ποὺ σὲ κρατάνε καθυλωμένο
μὲ τὸ θάνατο
ποὺ μᾶς περικλείει προτοῦ γεννηθούμε
σφουγγάρι τῆς κάθε σταγόνας ποὺ κυλάει καὶ ξεχειλίζει
καί πλημμυρίζει καὶ ἐξατμίζεται
σταγόνα δάκρυα γάλα καὶ σπέρμα
σταγόνες χυμό σταγόνες φαρμάκι
τόσες σταγόνες ποὺ πλανιοῦνται
μετρημένες γιὰ κάθε μοίρα
ἀδιάκοπα ὣς τὸν οὐρανό
ἀπ' τά βάθη τῆς γῆς καὶ τῶν ὠκεανῶν
ὣς τὸ αἷμα

Μάτση Χατζηλαζάρου, ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1944-1985, εκδόσεις Ἴκαρος, Αθήνα 1989

Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

ANDREAS AGELAKIS (1940-1991), a tribute






ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ (1940-1991), ΑΦΙΕΡΩΜΑ
Γιὰ πόσα ὀνόματα ἔχω νὰ γράψω,
νὰ δεηθῶ γιὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ χαραμισμένο σῶμα τους,
γιὰ πόσους ἅγιους καὶ μαρτύρους τῆς ἐκκλησίας μας,
γιὰ πόσες ἀδελφὲς κρυφὲς μὲ ἀδυναμία στὴν ποίηση
καὶ, γενικῶς στὶς τέχνες,
γιὰ πόσους ἄντρακλες ποὺ τό 'λεγε ἡ καρδιὰ τους.
Ποιὸς, ἐπιτέλους, θὰ βρεθεῖ
νὰ γράψει τὸ μαρτυρολόγιο τοῦτο,
ποιὰ πένα ποὺ θὰ στάζει αἷμα
θὰ δικαιώσει ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀνώνυμους,
τὶς ἁγιασμένες ἀπ' τὴ στέρηση ζωές τους;1

 
 


Προλεγόμενα
Ο μύθος του Ανδρέα Αγγελάκη παραμένει ακόμα και σήμερα διάχυτος και νωπός. Ο φυσικός του χώρος -ο Πειραιάς- θα είναι πάντα το μνημείο του. Στην ποίησή του θα καθρεφτίζονται τα ερωτικά πάθη των ανθρώπων, εξάλλου η ποίησή του είναι και θα παραμείνει το αγκάθι πάνω στον κορμό του λουλουδιού, η χαρακιά στην καλογιαλισμένη επιφάνεια, το δηλωτικό σύννεφο στον ξάστερο ουρανό μας, η αναμμένη φρυκτωρία στο έρεβος της αναμονής. Αλλά ποιος γνωρίζει ή πολύ περισσότερο έχει διαβάσει -για να μην πούμε μελετήσει- το έργο του στην σημερινή ηλεκτρονική και βουβή εποχή μας; Ελάχιστοι. Κάποια σκόρπια ποιήματά του σε διάφορους διαδικτυακούς τόπους πληκτρολογημένα στο μονοτονικό, -μην βάλουμε τώρα το μυαλουδάκι και κουραστεί με περισπωμένες και δασείες-, άντε και δυο-τρις σειρές για το που γεννήθηκε, και φυσικά από τι πέθανε, -ειδικά αυτό. Οι ποιητικές του συλλογές από καιρό εξαντλημένες, οι εκδοτικοί οίκοι αδιάφοροι για μια συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού του έργου. Οι gay ιστότοποι στους οποίους θα περίμενε να διαβάσει κανείς κάτι -με ελάχιστες εξαιρέσεις- δεν θα βρει τίποτα, τα ενδιαφέροντα εκεί είναι άλλα. Μόνη χαραμάδα το βιβλίο Για τον Ανδρέα Αγγελάκη2 του Βρασίδα Καραλή και ένα αφιέρωμα του Οδός Πανός στο τεύχος 93-94, το Σεπτέμβριο του 1997. Από εκεί και πέρα σιωπή.
Με το παρόν αφιέρωμα σε καμιά περίπτωση δεν βαυκαλιζόμαστε ότι ερχόμαστε να καλύψουμε το υπάρχον κενό. Πρόκειται για μια μικρή κατάθεση, μια υπόκλιση στον ποιητή. Στον ποιητή που αγωνίστηκε να γίνει συνείδηση, να εδραιωθεί και στη χώρα μας αυτό που αποκαλούμε ομοφυλόφιλη ιδεολογία και κουλτούρα. Με λίγα λόγια θέλουμε να τιμήσουμε τον πρόωρα χαμένο ποιητή, να αναμοχλεύσουμε το ενδιαφέρον για το έργο του, να παρακινήσουμε τους νεότερους για το διάβασμα και τους παλαιότερους για το ξαναδιάβασμα -πιστεύουμε- τούτου του έργου. 

 
 


Μικρό βιογραφικό του Ανδρέα Αγγελάκη3
Ο Ανδρέας Αγγελάκης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1940. Σπούδασε Ελληνική και Αγγλική Φιλολογία στα Πανεπιστήμια της Αθήνας και του Λονδίνου. Δίδαξε στην μέση εκπαίδευση στην Ελλάδα, στην Αμερική και στην Αγγλία. Πρωτοεμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα το 1962 με την ποιητική του συλλογή Ομιλίες του Θεού και της θάλασσας. Ακολούθησαν οι ποιητικές συλλογές: Ο πρίγκιπας των κρίνων, (1964), Οι προτάσεις της αθωότητας, (1967), Ποιήματα χαρισμένα στον Κόντε Διονύσιο Σολωμό, (1971). Σε αυτές τις συλλογές, σε πρωτολειακή βέβαια μορφή, γίνεται εμφανής η έντονα λυρική φύση του Αγγελάκη και ό,τι ο βασικός πόλος του ενδιαφέροντός του είναι ο έρωτας.
Πέρα από το ποιητικό του έργο ο Αγγελάκης ασχολήθηκε συστηματικά με την μετάφραση ξένων συγγραφέων και ποιητών. Μετάφρασε: Φ. Γ. Λόρκα (Federico García Lorca, 1898–1936), Λέων Τολστόι (Leo Tolstoy, 1828–1910), Χ. Φέρστιν (Harvey Fierstein, 1952–), Γ. Τρακλ (Georg Trakl, 1887–1914), Ε. Έσσε (Hermann Hesse, 1877–1962) κ.α.
Το 1978 μαζί με τον σκηνοθέτη Αντρέα Βελισσαρόπουλο και τον συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Λουκά Θεοδωρακόπουλο δημιούργησαν το «Απελευθερωτικό Κίνημα Ομοφυλόφιλων Ελλάδας» (ΑΚΟΕ). Αφορμή είχε σταθεί το νομοσχέδιο για τα αφροδίσια, που προέβλεπε φυλακή και εξορία σε όποιον ομοφυλόφιλο αναζητούσε δημόσια ερωτικό σύντροφο. Το ΑΚΟΕ, η πρώτη οργάνωση ΛΟΑΤ στην Ελλάδα, είχε πολεμήσει με όσα μέσα μπορούσε το παρανοϊκό νομοσχέδιο. Ο Αγγελάκης συμμετείχε και στην Συντακτική Επιτροπή του «Αμφί», του πρώτου gay περιοδικού στην Ελλάδα. Στο περιοδικό δημοσίευσε ποιήματά του, λογοτεχνικές και θεατρικέ κριτικές, αλλά και μεταφράσεις σχετικών κειμένων. Πρωτοπαρουσίασε στο ελληνικό κοινό έργα ομοφυλόφιλων συγγραφέων, όπως αποσπάσματα από το Sexual Outlaw του Τζων Ρέτσι (John Francis Rechy, Texas, 1931-) αλλά και έργα όπως Το Φιλί της Γυναίκας-Αράχνης του Εμμάνουελ Πουίγκ (Manuel Puig, 1932-1990) χάρη στον Αγγελάκη βρήκαν τη θέση τους στις στήλες του περιοδικού.
Την δεκαετία του '80 ασχολήθηκε και με τη συγγραφή θεατρικών έργων, πεζών, αλλά και θεατρικών έργων για παιδιά. Χαρακτηριστικά είναι τα παιδικά έργα του: Ο ερωτευμένος Τρίτωνας και το εξαιρετικό σύνθετο Love Story στο Αγκίστρι. Στα κείμενα αυτά είναι ευδιάκριτο το παιδί που έκρυβε μέσα του σαν ένα απωθημένο όνειρο και το ξαναζούσε τόσο μέσα από τα μάτια των μαθητών του αλλά και μέσα από τούτα τα κείμενα.
Ο Ανδρέας Αγγελάκης πέθανε στην Αθήνα χτυπημένος από τη μάστιγα του αιώνα το 1991. Όπως λέει και ο Βρασίδας Καραλής στο βιβλίο του Για τον Ανδρέα Αγγελάκη, «ο Πειραιάς θα είναι για πάντα το μνημείο του, εκεί θα βρίσκεται ο μύθος του, διάχυτος στα πάθη των ανθρώπων που ψάχνουν να συντάξουν ένα καινούργιο αλφάβητο των αισθήσεων».4

 
 


\Το έργο του Ανδρέα Αγγελάκη5
Στα εικοσιδύο του μόλις χρόνια ο Ανδρέας Αγγελάκης τυπώνει την πρώτη του ποιητική συλλογή Ομιλίες του θεού και της θάλασσας, για την οποία δεν επιθυμούσε να μιλάει καθόλου αργότερα. Εκεί, όμως, το περίεργο θέμα ενός δραματοποιού οράματος εμφανίζεται κυριαρχικό αλλά μαζί με αυτό η αλλόκοτη αίσθηση του μυστηριακού χώρου και χρόνου που βρίσκεται μέσα και γύρω από τα μικρά και τα ασήμαντα. Όπως φαίνεται και στις τρις επόμενες συλλογές του Ο πρίγκιπας των κρίνων, (1964), Οι προτάσεις της αθωότητας, (1967), Ποιήματα χαρισμένα στον Κόντε Διονύσιο Σολωμό, (1971) υπάρχει το πείσμα ενός ασυμβίβαστου, σχεδόν μεσιανικού ιδεαλισμού, μια λατρεία του υπαρκτού, η επιθυμία για την ανακαίνισή του. Υπάρχουν εικόνες ιδανικών φυσικών τοπίων, συμπυκνώνονται κραδασμοί μιας ευαισθησίας που συγκινείται από το ορατό και εγκαταλείπεται στο θαύμα των ανείπωτων. Όλα αυτά αργότερα, μετά το '70 θα αντικατασταθούν από μια ρεαλιστική ματιά ένα πραγματοκρατικό πάθος, έναν σχεδόν επιθετικό κυνισμό, όταν υποτίθεται ότι “ανακαλύπτει” πως είναι ομοφυλόφιλος σαν να μην το ήξερε πριν. Τη δεκαετία αυτή η ποίηση του Αγγελάκη γίνεται οργισμένη εξαγριώνεται γίνεται επιθετική εξαιτίας της εσωτερικής σύγκρουσης του ποιητή και του ανθρώπου.
Τα πεζά του κάτω από τον ενδεικτικό τίτλο Αλησμόνητα σινεμά (1989) δείχνουν αναμφίβολα το λανθασμένο υπόβαθρο της ποιητικής του γραφής όπου η λατρεία του λούμπεν συνδυάζεται με την μνήμη του κατηχητικού, η επίγεια κόλαση των σαδομαζοχιστικών οργίων με μεταρσιωτικές ιεροτελεστίες θρησκευτικής τάξεως και το μολυσμένο από το AIDS αίμα με τα ποιήματα του Αγίου Ιωάννη του Σταυρού. Αναμφίβολα πρόκειται για ένα από τα ωραιότερα και για τούτο αποκαλυπτικότερα προσωπικά απομνημονεύματα που διαθέτουμε στην πενιχρότατη παράδοση των αυτοβιογραφιών στη γλώσσα μας. Ο Αγγελάκης βέβαια είχε, μετά το 1970, εγκατέλειψε το ναό της θρησκευτικότητας για να τριγυρνάει ανενόχλητος στο προαύλιο της θρησκείας εκεί που οι εκκλησιαζόμενοι θα ανανέωναν τις αμαρτίες τους και επομένως θα προετοιμάζονταν για τη μοναδική απόλαυση του μετανοείν.
Να πως περιγράφει ο Αγγελάκης τα δικά του Αλησμόνητα σινεμά: «Τα σινεμά αυτά είναι απόλυτα ανδροκρατικοί χώροι, όπως τα παλιά καφενεία πριν τις χαζοχαρούμενες καφετέριες. Έχουν τους δικούς τους κώδικες, τους δικούς τους ανθρώπους, τη δική τους νομοτέλεια. Στοιχειώνονται από μοναξιές, ερημιές, απογοητεύσεις, προσδοκίες. Κυρίως είναι μια λύση πρόσκαιρης ξεχασιάς, μια αναβολή μαύρων σκέψεων, ένα ξόρκι αποτελεσματικό μέχρι ν’ απειλήσει πάλι το κοράκι. Ο κόσμος τους είναι ένα πολύχρωμο φθαρμένο και θαμπό μωσαϊκό, όπως εκείνα των χαμένων πολιτισμών και των κατεστραμμένων πόλεων. Κάτι μυστηριώδες κι ανικανοποίητο πλανιέται στους διαδρόμους και στα καθίσματά τους. Κάποιες ψηφίδες του μωσαϊκού ακόμη λάμπουν, άλλες έσπασαν, αλλού υπάρχουν χάσματα που πρέπει να συμπληρώσεις με τη φαντασία και το ένστικτο. Το αίσθημα που σου γεννάνε τα πορνεία της Πομπηίας με τις τοιχογραφίες τους. Το κοινωνικό στίγμα που επισύρει η προσέλευση στους χώρους αυτούς δεν είναι ικανό να μειώσει την ποιητική τους διάσταση. Έστω».
Η Μεταφυσική της μιας νύχτας (1982), δίνει με την πιο αδιαφανή ρεαλιστικότητα τι ένιωθε αυτός ο άνθρωπος, πως βίωνε τις ίδιες του τις κινήσεις. Δημόσια Πάρκα, ουρητήρια, σκοτεινά δωμάτια, μαύροι, λευκοί, νέοι, γέροι, -έχεις την εντύπωση ότι μια καινούργια τάξη και ιεραρχία έχει οργανωθεί δίπλα στον ανύποπτο περαστικό, που την οσμίζεται και μερικές φορές γλιστράει για μια βιαστική συνεύρεση μέσα της, αλλά γρήγορα φεύγει και ξαναγυρνάει στην απολαυστική ρουτίνα της καθημερινότητας. Αναμφίβολα εδώ διαβάζουμε κάτι που δεν υπάρχει στον Καβάφη, στον Λαπαθιώτη, στον Παπανικολάου, στον Ρίτσο. Μια σχεδόν απόκρυφη εκείνης φιλυποψίας, που υποσκάπτει την ικανότητα να αγαπάμε και δίνει την εντύπωση ότι ο σκοπός κάθε σχέσης βρίσκεται στην απελπισία της αποτυχίας της, μιας αποτυχίας που προδικάζεται ακόμα και μέσα από την τρυφερή γλώσσα των εξομολογήσεων. Το ερωτικό σώμα απομυθεύεται και ουσιαστικά αφανίζεται κάτω από το άγχος της κατοχής του· έτσι, η ποίηση, κρυφοκοιτάει την εμπειρία μέσα από ένα κάτοπτρο μεταθέσεων και υπαινιγμών που διαλύει την συνοχή του βλέμματος, αποσυσχετίζοντας τον έρωτα από την μαγεία και το μυστήριο που του απέδωσαν οι ρομαντικοί, οι ψυχαναλυτές, και διαιωνίζουν οι ερωτευμένοι.
Η τελευταία ποιητική συλλογή του Αγγελάκη έχει τίτλο Ο μακρύς μονόλογος της Μαρίας Πολυδούρη (1989). Ο Αγγελάκης επιλέγει να μιλήσει για το δικό του πρόσωπο με το προσωπείο άλλων ποιητών, ουσιαστικά είναι ένας ρομαντικός που απολαμβάνει το φορτίο ενός εαυτού χωρίς πρόσωπο. Η συνάντηση Πολυδούρη και Αγγελάκη αποτελεί μια από τις πιο ευφρόσυνες λογοτεχνικές συμπτώσεις της παιδείας μας. Αποτελεί ταυτόχρονα μια από τις πλέον εύγλωττες εκλεκτικές συγγένειες της σύγχρονης ποίησης, όταν ένα ρεύμα λογοτεχνικής γραφής αποκτάει ξάφνου την συνέχεια και την διαφάνειά του εμφανιζόμενο σε ένα διαφορετικό χώρο συμφραζομένων. Μετά την Πολυδούρη και τους συνοδοιπόρους της ακολούθησε η περιβόητη γενιά του '30, όταν τα πάντα πήραν μια περίεργη στροφή και αντιστροφή· έγιναν ιδεολογικά και μυθολογικά, άχρονα και μεθιστορικά. Η Mezzo voce ποίηση του 1910 και του 1920, διατηρούσε μια ισορροπία συγκεκριμένου και αφηρημένου, θέσπιζε μια αναλογία μεταξύ ορατού και υπεραισθητού.
Η ποίηση του Αγγελάκη δεν ενδιαφέρεται για τον αναγνώστη της, δεν θέλει να είναι προσιτή, να διατυπώνει ένα όραμα μεταδόσιμο και μεταδοτικό. Ποιο και τι είδους όραμα άλλωστε υπάρχει σε μια κραυγή και σε έναν στεναγμό; Η κραυγή είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης πίεσης, μιας σχεδόν συλλογικής δυσφορίας. Μέσα της λανθάνει ανεξάντλητο και πολύμορφο ένα σύμπαν μετατοπίσεων που δεν δηλώνεται άμεσα και δεν βλέπεται απαραμόρφωτο.. Ο Αγγελάκης ταξιδεύει τον αναγνώστη του στα απόμερα κρησφύγετα αυτού του ανεστραμμένου άκοσμου σύμπαντος, όπου το δράμα, τελικώς ομολογείται.
Τι βρίσκουμε λοιπόν διατυπωμένο ως ποιητικό υλικό στο έργο του Αγγελάκη; Μιαν έλλειψη, μιαν αφάνιση, κατά την λακανική έννοια, την ανυπαρξία πολιτικής κουλτούρας στην Ελλάδα, την απουσία μεθόδων διοχετεύσεως της ατομικής εμπειρίας στην κοινωνική σφαίρα, όπου η ειδική μαρτυρία θα λάβει διαπροσωπική σημασία και θα καταταγεί δείκτης συλλογικού πολιτισμού. Για τούτο και η ποίησή του είναι τόσο άμυθη και ασύμβολη, τόσο βραχυλογική και άμορφη, μια άσκηση πολλαπλασιασμού των ειδώλων, τη στιγμή που η ψυχή σπαράζεται από τη νοσταλγία μιας πυκνής αφήγησης, που να δίνει ενότητα και όρια στις μεταφυσικές εξάρσεις και τις ηδονοθηρικές υπερβολές ενός ερημίτη που χάθηκε στην μεγάλη πόλη των πειρασμών.

 


Ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος για τον Ανδρέα Αγγελάκη

[...] Κατά τη διάρκεια της θητείας μου σαν υπεύθυνου του περιοδικού
«Αμφί», δηλαδή από το 1979 μέχρι το 1984, ήταν που συνδέθηκα πιο στενά με τον Αντρέα. Παρά την επίσημη ιδιότητά του ως εκπαιδευτικού, ο Αντρέας, διακινδυνεύοντας συχνά την ίδια του τη θέση, έπαιρνε ενεργά μέρος στις δραστηριότητες του Κινήματος ενάντια στο χουντικό νομοσχέδιο που απειλούσε τους ομοφυλόφιλους και συμμετείχε στην Συντακτική Επιτροπή το «Αμφί». Το «Αμφί» είναι κυριολεκτικά γεμάτο από ποιήματά του, από λογοτεχνικές και θεατρικές κριτικές, από μεταφράσεις συναφών κειμένων (είναι ο πρώτος, για παράδειγμα, που έκανε γνωστούς στο ελληνικό κοινό τους ομοφυλόφιλους συγγραφείς Τζων Ρέτσι και Εμμάνουελ Πουίγκ, με αποσπάσματα από τα βιβλία τους: το Sexual Outlaw του πρώτου και Το Φιλί της Γυναίκας-Αράχνης του δεύτερου). Έφτανε στο σημείο να αναθέτει σε μαθητές του, στο Γυμνάσιο, έρευνες γύρω από τα «περιθωριακά έντυπα» μέσα στα οποία βρισκόταν και το «Αμφί», θέλοντας έτσι να διευρύνει την προβληματική τους με την ένταξη των κοινωνικών κινημάτων στο χώρο της. Έπαιζε -εννοείται- κυριολεκτικά κορώνα-γράμματα το κεφάλι του σαν εκπαιδευτικού, αλλά αυτό δεν ήταν δυνατό να τον σταματήσει. Κρατώντας απλώς τα προσχήματα, έβαζε πάντα ψευδώνυμο στα γραφτά του (κυρίως το Ανδρέας Μουσουράκης), όπως έκαναν άλλωστε και οι περισσότεροι συνεργάτες του «Αμφί», που δεν διακινδύνευαν όπως εκείνος τη δουλειά τους, και όπως έκανε κι ένας άλλος αγαπημένος φίλος που χάθηκε άδικα, σχεδόν τζάμπα, ο Γιώργος Ιωάννου, εκπαιδευτικός κι αυτός, που ένα επαινετικό του άρθρο στο περιοδικό «ΑΝΤΙ», για το «Αμφί», του κόστισε, εκτός από τις λυσσαλέες επιθέσεις του αντιδραστικού τύπου, και μια δυσμενή μετάθεση σε κάποια επαρχία, προς γνώσιν και συμμόρφωσιν...6

 


ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ7

Ποίηση
  • Ομιλίες του θεού και της θάλασσας, 1962
  • Ο πρίγκιπας των κρίνων, 1964, 1980
  • Οι προτάσεις της αθωότητας, 1967
  • Ποιήματα χαρισμένα στον Κόντε Διονύσιο Σολωμό, 1971
  • Το πύον, 1973
  • Οι εφιάλτες, 1974
  • Το δωμάτιο, 1977
  • Η οδός Θρασυβούλου, 1979, 1984
  • Ερωτικό σώμα, 1981
  • Η μεταφυσική της μιας νύχτας, 1982
  • Καβάφης καθ' οδών, δέκα φαντασιώσεις πάνω στον Καβάφη, 1984
  • Τα ποιήματα του δολοφόνου μου, 1986
  • Ο μακρύς μονόλογος της Μαρίας Πολυδούρη, 1989
Θέατρο
  • Κυοφορία (Απόπειρα ποιητικού θεάτρου), 1977
  • Τρία gay μονόπρακτα, 1981
  • Ταχυδράματα, 1986
Πεζογραφία
  • Αλησμόνητα σινεμά, 1989
Για παιδιά και εφήβους
  • Ανεβάζουμε ένα έργο;, 1985
  • Ο ερωτευμένος τρίτωνας, 1985
  • Σχολικό θέατρο για γυμνάσια και λύκεια, 1986
  • Μια αλεπού στη πλατεία Βάθης, 1986
  • Ποιήματα από την ελληνική μυθολογία, 1987
  • Το τελευταίο φάντασμα, 1988
Δοκίμιο
  • Κώστας Ταχτσής: Η κοινωνική και ποιητική του περίπτωση, 1989
Μεταφράσεις
  • Ποιήματα, του Ουίλιαμ Μπλέικ (Blake, William, 1757-1827), 1969, 1983
  • Μικρό ανθολόγιο σύγχρονης ποίησης, 1971
  • Ποιήματα του Φ. Γ. Λόρκα (Federico García Lorca, 1898-1936), 1971, 1980, 1983, 1984
  • Κινέζικη και Ιαπωνική ποίηση, 1974, 1983
  • Δυο παραμύθια του Λέων Τολστόι (Leo Tolstoy), 1977
  • Αμερικάνικη gay ποίηση, 1982
  • Ερωτική τριλογία του Χ. Φέρστιν (Harvey Fierstein), (θέατρο), 1983
  • Ερωτική ποίηση (Αγγλία-Αμερική), 1984
  • Ποιήματα του Γ. Τρακλ (Georg Trak) και του Ε. Έσσε (Hermann Hesse), 1984
  • Ποιητική ανθολογία αποκλίνοντος ερωτισμού, 1988
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
  • Ποιητικές συνομιλίες, Οδός Πανός, 2012
  • Σύγχρονη ερωτική ποίηση, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007
  • Τον όρθρον τον ερχόμενον, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (Ε.Λ.Ι.Α.), 1985




ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ
Παρουσιάζουμε εδώ ενδεικτικά μια μικρή ανθολογία ποιημάτων του Ανδρέα Αγγελάκη από διάφορες ποιητικές του συλλογές. Στην παρουσίαση τηρήθηκε η ορθογραφία και η στίξη του ποιητή. 
 
ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ
Θά μποροῦσα ὧρες ὁλόκληρες νά ρουφῶ
τήν ἀναπνοή σου ἀμίλητος ἀκούγοντάς σε
νά μιλᾶς σάν ἦχος βροχῆς σέ λουλούδι
γιά θέματα ἀδιάφορα. Τόσο λίγο καταλαβαίνει
ὁ ἕνας τόν ἄλλον, άλλά, ξέρεις φθάνει
νά βλέπω τό χέρι σου νά γυρνά
μιά σελίδα βιβλίου μισοφωτισμένο ἀπ' τήν λάμπα
ἤ τήν πλάτη σου νά σκεπάζει τήν κάμαρα
καί νά σωπαίνει. Ὁ χρόνος ἔφερε
αὐτό τό ἀπροσδόκητο μέσα μου:
σ' ἔκλαψε τίμια καί τώρα σέ νιώθω
σάν πράσινη φωτιά νά μεγαλώνεις.
Ἀθόρυβα πού πατᾶ ἠ νύχτα, προνοητική
γιά ὅ,τι ἀφέθηκε ἀνεκπλήρωτο ἤ ἀνείπωτο.
Ὁ Πρίγκιπας τῶν κρίνων, Αθήνα, 1980, α' ἔκδοση Αθήνα, 1964

ΤΟΝΕ ΧΟΡΤΑΣΕ
Τόνε χόρτασε. Ἀπ' τὰ φιλιὰ μούδιασαν
τὰ χείλια τους λὲς κι ἤθελαν νὰ ξεριζώσουν
ὁ ἕνας κομμάτια τοῦ ἄλλου νὰ τὰ κρατήσουν
σὰν δικιά τους σάρκα καὶ αἷμα.
Ὕστερα ἠρέμησαν. Κι ἀπόμειναν νὰ κοιτάζονται
μὲ τρόμο, σὰν ἀγρίμια
ποὺ βρῆκαν θροφή, νερό καὶ σύντροφο
καὶ κάθονται νὰ χαροῦνε λίγο ἥλιο,
νὰ βάλουν σάλιο στὶς πληγές τους,
νὰ ξεψειρίσουν τὴ γούνα τους,
ὡστόσο ὅμως κάτι παραμονεύει πίσω ἀπό τὰ φύλλα
κάποιο πάτημα άκούστηκε, φεύγουν λοξὰ.
Οἱ ἐφιάλτες, ἐκδόσεις Θ. Καστανιώτη, 1974

ΜΕ ΠΕΙΡΕΣ
Μὲ πῆρες κουρέλι χωρὶς ὄνομα,
χωρὶς πρόσωπο συγκεκρημένο, κάτι σὰν
τοὺς παλιάτσους στὸ τσίρκο ποὺ βάφονται
ὅσο πιὸ δυνατὰ μποροῦν γιὰ νὰ πείσουν
τοὺς ἄλλους ποιοὶ εἶναι καὶ μέσω αύτῶν τὸν ἐαυτό τους,
άλλὰ πάντα ὅλο καὶ κάτι βρίσκεται νὰ τοὺς προδώσει:
ἡ ρυτίδα στὸ στόμα ποὺ κατεβαίνει άνελέητη,
τὸ κοκκινάδι τὸ ὕποπτο καὶ ἰδίως τὸ βλέμμα,
τὸ βλέμμα ἐκείνου ποὺ πολλοί τὸν ἔφτυσαν,
πολλοί τοῦ πέταξαν λεμονόκουπες, τὸν λοιδώρησαν.
Κρύβονται τότε κάτω άπό τὴ σκάλα τοῦ τσίρκου
καὶ βγάζουν τὸ καθρεφτάκι άπ' τὸ φαρδύ πανταλόνι
καὶ σιγά σιγά διορθώνονται. Ἄν ρίξουν λίγη
πούντρα παραπάνω, ἡ λάσπη άπὸ τὸ δάκρυ θὰ κρυφτεῖ.
Ὅλα έν τάξει κι ὁ Διευθυντὴς τούς παίρνει
ἀπὸ τὸ χέρι καὶ, νὰ, τὰ φῶτα τὰ χειροκροτήματα.
Κάπως ἔτσι. Ὅπως ἐσὺ μὲ πῆρες στὴ βρύση
καὶ μοῦ ἔριξες χοῦφτες νερὸ νὰ φύγουν,
νὰ φύγουν τὰ ψιμμύθια καὶ νὰ φανοῦν οἱ χαρακιὲς,
τὸ παρελθὸν μου, ποὺ λένε. Μὲ ἑνοποίησες
Οἱ ἐφιάλτες, ἐκδόσεις Θ. Καστανιώτη, 1974

Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΟΥ
Ἡ ποίησή μου εἶναι, λέει, άμετουσίωτη,
φαλλική, χυδαία· ὅλο γιὰ γέρους γράφω
ποὺ τοὺς καταπίνει τὸ σκοτάδι στὰ μπάρ,
γιὰ ὄσους σαπίζουνε στὸ πεζοδρόμιο, γι' αὐτοὺς
ποὺ κλέβουνε στὴν τράπουλα τὸ χρόνο κλείνοντας
τὰ μάτια σὰν κάνουνε ἔρωτα μὲ ὄποιον λάχει,
γιὰ τὰ σκουλήκια τῆς γῆς, τοὺς βρυκολάκους.
Τὶ νὰ γίνει, ὑπομονή, θὰ τελειώσει σὲ λίγο ἡ κωμωδία,
θὰ βρῶ τὸ κουράγιο νὰ τὴν τελειώσω,
μιὰ κατσαρίδα λιγώτερη δὲ βλάφτει
Οἱ ἐφιάλτες, ἐκδόσεις Θ. Καστανιώτη, 1974

ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ
Άναμέτρησα τή μέρα πού πέρασε – τίποτα.
Άναμέτρησα τή νύχτα πού θά 'ρθει ἀμείλιχτη,
ψυχρή μέ τά φαρδειά της νεκροσέντονα.
Οὔτε μιά μνήμη, ἕνα χαμόγελο – τίποτα.
Τίποτα.
Μηχανικά, προβάρω τὰ λόγια πού θά πῶ σέ λίγο.

«Ναί, χάλασε ὁ καιρός. Καπνίζεται;
Ὄχι, δέ μένω ἐδῶ κοντά,
ἤ, μάλλον, μένω. Ἡ καταγωγή μου;
Ἀπό τή Σύρο. Ναί, ὡραῖο νησί.
Γιά μιά ὥρα; Ἤ δύο;
Ναί, σίγουρα τόσα.
Στήν ἡλικία μου πιά δέν τρέφω αὐταπάτες.
Φαίνομαι νέος; Τι σημασία ἔχει.
Ναί, άρκετά εἴπαμε, ἄς πηγαίνουμε.»

Ξαναδιαβάζω κλασικούς μετά τήν ἔξαψη,
ὀμπρέλες, λόγια βαθυστόχαστα, ἔρωτες
(ἄκαιρα πού ἠχεῖ ἡ λέξη...)
κι ὁ θάνατος στίς ἱστορίες αὐτές τί εὔκολος,
(δεδικαίωται, γάρ...)
τί δύσκολος ὅμως σάν τόν πίνεις
τήν κάθε μέρα
γουλιά-γουλιά.
Τά ποιήματα τοῦ δολοφόνου μου, ἐκδόσεις Νεφέλη, 1986

Η ΠΟΙΗΣΗ
Ἡ ποίηση δέν ἔρχεται ἀπό πουθενά.
Εἴτε τό θέλεις, εἴτε ὄχι ὑπάρχει
χωρίς ὅμως καί νά 'σαι σίγουρος γιά τήν παρουσία της.
Ἵσως μοιάζει μέ κομμένο χέρι. Σύριζα.
Ἤ ἴσως ἀκόμα καλλίτερα, μέ τήν ἀφή,
μέ τήν ἁφή τῶν πολλῶν κορμιῶν
έκεῖ στίς άποθῆκες στό λιμάνι τοῦ Μανχάταν:
τίποτα δέ μένει μετά τήν ἐκσπερμάτωση
κι ὅμως δέν εἶσαι πιά ὁ ἴδιος,
ἔχεις ἀλλάξει, παραμορφωθεί.
Ἡ ποίηση μοιάζει μέ τό ἔρεβος τοῦ Μάινσαφτ,
σβησμένος χρόνος, πρόσωπα κι ἀνάσες.
Ἡ ποίηση ἔρχεται καταπάνω μας
τά πλοκάμια της μέ τραβάνε πρός τά κάτω
βυθίζομαι,
βυθίζομαι.
Τά ποιήματα τοῦ δολοφόνου μου, ἐκδόσεις Νεφέλη, 1986

ΚΑΡΤΕΣΙΑΝΗ ΛΟΓΙΚΗ
Κάθε κορμὶ ἔχει τὴ δική του κόλαση
τὸ δικό του καμίνι,
ἀγκαλιάζει μὲ μιὰ δική του ἀπελπισία,
σπρώχνει τὸν ἔρωτα ὣς τὸν θάνατο,
σπρώχνει τὸν ἔρωτα σ' ἕνα δωμάτιο μὲ καθρέφτες,
ποιός εἶσαι; ποιός εἶναι ὁ ἄλλος;
μένεις ἀκίνητος, νὰ σὲ χαϊδεύουν, σὰν νεκρός,
τὸ χρώμα τῶν ματιῶν ἀλλάζει, γίνεται σκοῦρο,
μαῦρο, μαβὶ τῆς μοναξιᾶς, τοῦ ξένου φιλιοῦ.
Κάθε κορμί ἔχει τὸν ἱδρώτα του,
τὴ δική του μεταφυσική,
ἄχ, μόνο ποὺ πρέπει συνεχῶς νὰ κάνεις ἀναγωγές,
ἀφαιρέσεις, θεωρίες καὶ τὰ σχετικά,
εἰδεμὴ βλαστημᾶς τὴν ὥρα καὶ τὴ στιγμὴ
γι' αὐτὸ τὸ ἀξύριστο μοῦτρο τὸ ἄγνωστο ποὺ ροχαλίζει δίπλα σου
ἔχοντας ληστέψει τὴν ἀγκαλιά σου καὶ τὸ σπέρμα σου.
Ἡ μεταφυσική τῆς μιὰς νύχτας, ἐκδόσεις Γνώση, 1982

ΕΤΣΙ Σ' ΕΨΑΞΑ
Ἔτσι σ' ἔψαξα, ἀφήνοντας στὴν τύχη τους
τ' ἄλλα ἐνενήντα ἐννιά,
κόβοντας δρόμο μέσ' ἄπό λαγκάδια,
ὕποπτα μοῦτρα, λόγχμες, ἀστυνομικοὺς
ποὺ μὲ ἀρπάζαν ἀπ' τὸ σακάκι βίαια,
ποὺ μὲ χτυπούσαν γιὰ νὰ τοὺς πῶ ποῦ πήγαινα,
τὶ κοίταζα πέρ' ἀπ' αὐτούς,
πίσω ἀπ' τὸ πάθος ἢ τὴν ταπείνωση,
στὸ σιγανὸ κλάμα τῆς ἀναζήτησης.
Καὶ σὲ βρῆκα. Τουρτούριζες μὲς στὴ βροχή,
εἶχες σφαλήσει τὰ γαλάζια μάτια σου
κι ἄπλωνες τὸ χέρι στὴ σκοτεινιὰ
ν' ἀναγνωρίσεις τὸ δικὸ μου,
τὶ ὡραία νὰ λὲς «κοιμήσου τώρα,
δὲν θὰ μὲ ξαναχάσεις,
δὲν θὰ σὲ ξαναχάσω».
Βαθαίνει ἡ άγκαλιὰ σὰν ἀγαπιέσαι,
χωράει πολλοὺς ζητιάνους, πολλοὺς ποὺ στερηθήκανε
τὸν ἔρωτα ἢ δὲν τοὺς φίλησαν ποτέ τους,
χαμογελᾶνε αὐτοὶ ποὺ δὲν τοὺς χάιδεψε κανένας,
ζοῦνε ἀνάμεσά μας ὅλοι ἐτοῦτοι,
ἕνα μπουμπούκι σκάει δειλά. Κοιμήσου.
Ξέσφιξε τὰ δάχτυλά σου καὶ κοιμήσου.
Ἐγὼ εἶμ' ἐδῶ.
Ἡ μεταφυσική τῆς μιὰς νύχτας, ἐκδόσεις Γνώση, 1982

Η ΚΑΛΗ ΜΝΗΜΗ
Τί σημασία ἔχει ποὺ βρῆκες ἄλλη ἀγκαλιά,
τὸν κόρφο τὸ ζεστὸ κάποιας γυναίκας
καὶ βυθισμένος μὲς στὴ μήτρα της
δὲν ἔχει μείνει τίποτα γιὰ μένα,
οὔτε φιλί, οὔτε χάδι,
νὰ, ὅμως, τώρα ποὺ μέ φώναξες ὅπως παλιὰ
μὲ τὴ φωνή σου σὰν γυαλὶ σπασμένο,
ἀνατρίχιασα,
ἔλιωσε χρυσάφι στὰ νεφρά σου,
ἔκλεισα τὰ μάτια
κι ἡ μνήμη ἦρθε νὰ συμπληρώσει τὰ ὑπόλοιπα.
Ἡ μεταφυσική τῆς μιὰς νύχτας, ἐκδόσεις Γνώση, 1982

ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙΣ
Πώς μπορείς νά ξαναμπείς στό δωμάτιο
πού πρίν λίγο κράταγες ἕνα κορμί ἀγαπημένο;
Βγαίνουν ἀπ’ τίς γωνίες χέρια καί σέ καλούνε
φωνές ψιθυρίζουν στό σκοτάδι μισόλογα «ναί», «ὄχι»,
«σβήσε τό φῶς», «μή», «ξανακοίτα με στά μάτια»
τό φῶς ἀπ’ τίς βλεφαρίδες σου πηχτό,
πίσω ἀπ’ τό κουρτινάκι ἕνα γυμνό στήθος
μόλις κρύφτηκε κι εἶναι χιλιάδες τά φιλιά,
χίλια τά ὀνόματα, ὦμοι καί ἱδρῶτας,
ὅλα τά ἔκαψα σάν ἀσημόχαρτο, κανένα πρόσωπο
δέ μοῦ ἔμεινε στή μνήμη, βγήκα, λέει,
κάποιο βραδάκι ἔξω -μ’ ἔσπρωχναν
κι ἄρχισε νά ψιλοβρέχει, ὕστερα μπόρα
μ’ ἔφερε σέ δρόμο έρημικό χωρίς κανένα
κι αὐτοί πού στό κορμί μου γνώρισα
λιώσαν καί στάξαν αἷμα κι ἔσβησαν
καί φώναξα τότε τ’ ὄνομά σου νά μέ λυπηθείς.
Ἡ Ὁδός Θρασυβούλου, έκδόσεις Ὁδυσσέας, Ἀθήνα, 1979

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ
Κάποτε, βέβαια, θὰ βρεθῶ κι ἐγὼ -ἄς μὴ γελιόμαστε-
μὲ κάποιο σουγιὰ μπηγμένο στὰ πλευρά,
κάποιο σκοινὶ γύρω άπ’ τὸ λαιμό μου,
παραμορφωμένος ἀπ’ τὰ χτυπήματα τοῦ ἀγνώστου,
(ἄνεργος; ναυτικός; ψυχοπαθής; τί σημασία ἔχει…).
Τὰ συρτάρια μου ἄνω κάτω, ροῦχα πεταμένα,
ὁλόγυμνος σὲ στάση ἄμυνας ἢ παράκλησης
νὰ κλείσει, νὰ τελειώσει, ἐπιτέλους, τὸ μαρτύριο
(πού, ἄλλωστε, τὸ περίμενα στὸ βάθος)
καὶ πιὰ νὰ μείνουν πίσω μου δυὸ τρία ποιήματα,
μᾶλλον οἱ, τελευταῖοι στίχοι μου,
πεντέξι σοφὲς ὑποθήκες πίσω ἀπὸ τὴ μάσκα μου.
Λοιπόν, ἂς ἔχετε τὸ νοῦ σας. Ἂν χαθῶ,
ἂν δὲν τηλεφωνήσω κι ἐξαφανισθῶ περίεργα,
μὴν τὸ ἀποδώσετε στὶς γνωστὲς παραξενιές μου.
Ψάξτε με στὸ λιμάνι, σ’ ἔρημες μαοῦνες,
σὲ τίποτα θάμνα ἐξοχικά,
σὲ ὕποπτα, παγωμένα ξενοδοχεία,
ἀναζητεῖστε με μ’ ἐπιμονή στὶς ἐρημιές,
ρωτεῖστε πρόσωπα στὰ πάρκα,
κυρίως, διαβάστε γιὰ τὶς ἔρευνές σας
προσεκτικά τὰ ποιήματά μου.
Περιγράφω λεπτομερῶς τοὺς ὑποψήφιους δολοφόνους μου,
τί μάρκα τσιγάρου καπνίζουν,
τὸ βλέμμα, τὶς συνήθειες,
τὴ βραχνάδα τους.
Ἡ μεταφυσική τῆς μιὰς νύχτας, ἐκδόσεις Γνώση, 1982

Τα δε βράδια, μετά τα μεσάνυχτα συνήθως,
όταν διαπερνά η σκιά μου τους θαλάμους,
κυρίως αν έχει φεγγαράδα
(εκείνο το βιβλικό φεγγάρι της Αττικής
που σ' εξοντώνει σχεδόν,
περίεργο εσείς οι νεώτεροι σαν να ντρέπεστε για το φεγγάρι,
το αντιμετωπίζεται αρνητικά, σαρκαστικά, θα 'λεγα).
Έστω. Τότε, λοιπόν, όταν κοιμούνται οι περισσότεροι,
γιατί άλλοι ασθμαίνουν με ορό στο χέρι
ή βήχουν, βήχουν στην ιερή σιγή,
βήχουν και τραντάζεται για μια στιγμή το κτίριο,
ύστερα ξαναπέφτει στο λήθαργό του,
μένω για μια στιγμή ακίνητη να δω, να επιλέξω τους θαλάμους.
Κάποιοι αυνανίζονται κάτω από το σεντόνι
(επικίνδυνο, περ' απ' την αισθητική του πλευρά),
άλλοι ροχαλίζουν ή στριφογυρίζουν στα κρεβάτια τους
κοιτάζοντας τα πεύκα,
κάνουν αέρα με τα χέρια τους,
οι τρίχες στα στήθη των ανδρών γεμάτες ιδρώτα,
το καλοκαίρι σχεδόν γυμνοί, ελκυστικοί τολμώ να πω,
με μόνο κάλυμμα τα εσώρουχά τους
και, Θεέ μου, τόσο νέοι, τόσο ερωτικοί,
γεμάτοι χυμούς που τους πιέζουν.
[...]
Ο μακρύς μονόλογος της Μαρίας Πολυδούρη, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1989 (απόσπασμα).

 


Πηγές και σημειώσεις

1. «ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ» από τη συλλογή: Ἡ μεταφυσική τῆς μιὰς νύχτας, ἐκδόσεις Γνώση, Αθήνα, 1982.
2. Για τον Ανδρέα Αγγελάκη, Βρασίδας Καραλής, εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2003
3. Για τη συγγραφή του βιογραφικού του Ανδρέα Αγγελάκη αντλήθηκαν στοιχεία από τα βιβλία: Ο μακρύς μονόλογος της Μαρίας Πολυδούρη, εκδόσεις Καστανιώτη Αθήνα 1989, Για τον Ανδρέα Αγγελάκη, Βρασίδας Καραλής, εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2003, και το περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 93-94, Σεπτ. 1997.
4. Όπως σημείωση 1.
5. Για τη μικρή μας αναφορά στο έργο του Αγγελάκη πολύτιμο βοήθημα στάθηκε το βιβλίο του Βρασίδα Καραλή Για τον Ανδρέα Αγγελάκη, εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2003, αποσπάσματα από το οποίο χρησιμοποιήθηκαν αυτούσια.
6. Οδός Πανός, τχ. 93-94, Σεπτ. 1997.
7. Η εργογραφία του Ανδρέα Αγγελάκη ακολουθεί την αναγεγραμμένη στην τελευταία του ποιητική συλλογή Ο μακρύς μονόλογος της Μαρίας Πολυδούρη, εκδόσεις Καστανιώτη Αθήνα 1989. 

Αφιέρωμα του blog στο Λουκά Θεοδωρακόπουλο: Εδώ