Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

JAMES BALDWIN (1924 - 1987), a tribute


 
Πορτραίτο του James Baldwin από τον Allan Warren (1969)

ΤΖΕΙΜΣ ΜΠΟΛΝΤΟΥΙΝ (1924 – 1987), ΑΦΙΕΡΩΜΑ
Προλεγόμενα
«Νομίζω ότι οι Αμερικανοί είναι τρομοκρατημένοι από το αίσθημα που γεννά η ομοφοβία και αυτό δεν είναι ένα ακραίο παράδειγμα, αλλά ένας φόβος που μαζί του οι Αμερικανοί μεγαλώνουν. Ποτέ δεν συνάντησα έναν λαό που να φροντίζει να εξαλείψει από τη βρεφική ακόμα ηλικία, αυτόν τον τρόμο. Είναι ένας τρόπος ελέγχου των ανθρώπων και κατ' επέκταση της χώρας. Κανείς δεν νοιάζεται πραγματικά με ποιον πηγαίνεις στο κρεβάτι, με ποιον είσαι, εννοώ ότι το έθνος δεν ενδιαφέρεται πραγματικά γι' αυτό. Νοιάζονται και φοβούνται τις συνέπειες τού αν εμείς οργανωθούμε και κάνουμε κάτι. Όσο αισθανόμαστε ένοχοι γι' αυτό που είμαστε, το κράτος μπορεί και μας αποκλείει».
James Baldwin
Ήταν το 1979, όταν Αφρο-Αμερικανός μυθιστοριογράφος / δοκιμιογράφος Τζέιμς Μπόλντουιν (James Baldwin) απευθυνόμενος σε φόρουμ στη Νέα Υόρκη με τίτλο Black and White Men Together (BWMT-NY), μίλησε για πρώτη φορά ανοιχτά για το δικό του σεξουαλικό προσανατολισμό. Μιλώντας με ειλικρίνεια, ο Baldwin ισχυρίστηκε ότι ο δια βίου σεξουαλικός προσανατολισμός του δεν ήταν ποτέ ένα μυστικό, αλλά ως τότε δεν είχε αισθάνθηκε ότι ήταν απαραίτητο να το επιβεβαιώσει ανοιχτά. «Όταν ήμουν επτά χρονών», είπε, «υπήρχαν ήδη πολλαπλές ετικέτες στην πλάτη μου, αρχίζοντας με εκείνη του "αράπη"». Μέχρι τη μέρα που ήμουν 14, πέρασα από ένα είδος νευρικού κλονισμού, όταν ήμουν ιεροκήρυκας της νεολαίας στο Χάρλεμ, και όταν έγινα 17, είχα αποκτήσει όλες αυτές τις ετικέτες, συμπεριλαμβανομένης και αυτή της «αδερφής». Δεν αισθανόταν την ανάγκη,  ανέφερε ο Baldwin, αλλά και δεν του ήταν εύκολο, παρότι ο ίδιος ομοφυλόφιλος, να ταυτιστεί με τη θεσμοθετημένη και «γκετοποιημένη» ομοφυλοφιλική κοινότητα. Οι ομοφυλόφιλοι, όπως και οι μαύροι, δήλωσε, χρησιμοποιούνται ως εξιλαστήρια θύματα για τους φόβους της λευκής κοινωνίας.
Χρέος μας λοιπόν ένα αφιέρωμα σε τούτον τον συγγραφέα, έναν συγγραφέα που από την πρώτη γραμμή έδωσε πάντα το παρόν και αγωνίστηκε για τη συνειδητοποίηση της θέσης, της δύναμης, του ρόλου, και των δυνατοτήτων της ομοφυλοφιλικής κοινότητας. Έχοντας ζήσει στο πετσί του την περιθωριοποίηση, το ρατσισμό, τις αντιδράσεις που προκαλεί η ομοφοβία στους ανθρώπους, όντας μαύρος και ομοφυλόφιλος σε εποχή «άγρια», ο Μπόλντουιν δεν θα διστάσει να υψώσει τη φωνή του, να πει τα πράγματα με τ' όνομά τους, να βοηθήσει όσο λίγοι και να στηρίξει από τη θέση του τη σεξουαλική αυτή προτίμηση, αλλά, και να προσθέσει με το έργο του ένα σπουδαίο κομμάτι σε αυτό που καλούμε ομοφυλόφιλη κουλτούρα.
 
     
Τζέιμς Μπόλντουιν και Μάρλον Μπράντο, (28/8/1963)

Γνωρίζοντας τον Τζέιμς Μπόλντουιν
Ο Αμερικανός συγγραφέας Τζέιμς Μπόλντουιν (James Baldwin) γεννήθηκε στις 2 Αυγούστου του 1924 στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας του, στο Χάρλεμ και το Greenwich Village, ο Μπόλντουιν άρχισε να συνειδητοποιεί την ομοφυλοφιλία του. Το 1948, στην τρυφερή ηλικία των εικοσιτεσσάρων, απογοητευμένος από την αμερικανική προκατάληψη εναντίον των μαύρων και των ομοφυλοφίλων, θα αφήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες και θα αναχωρήσει για το Παρίσι με, 40 δολάρια στην τσέπη του. Η αναχώρησή του δεν ήταν απλά μια επιθυμία να αποστασιοποιηθεί από την αμερικανική προκατάληψη. Έφυγε για να δει τον εαυτό του και τη γραφή του, πέρα από το αφροαμερικάνικο πλαίσιο και να διαβαστεί ως «όχι απλώς ένας Νέγρος ή ακόμα και ένας Νέγρος συγγραφέας». Έφυγε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, γιατί ήθελε να συμβιβαστεί με τη σεξουαλική του προτίμηση και να αποφύγει την απελπισία που έβλεπε σε πολλούς αφροαμερικανούς άντρες στη Νέα Υόρκη. Στο Παρίσι, ο Μπόλντουιν σύντομα θα ενταχθεί στο πολιτιστικό ριζοσπαστικό κομμάτι της αριστεράς. Το έργο του άρχισε να δημοσιεύεται σε λογοτεχνιές ανθολογίες, όπως η Zero, η οποία είχε ήδη δημοσιεύσει δοκίμια του Richard Wright, τον οποίο ο Μπόλντουιν ονόμαζε «το μεγαλύτερο μαύρο συγγραφέα στον κόσμο». Wright και Μπόλντουιν θα γίνουν γρήγορα φίλοι, και ο Wright θα βοηθήσει τον Μπόλντουιν στην κυκλοφορία του έργου του, ένα έργο που τελικά θα του εξασφαλίσει πολλά λογοτεχνικά βραβεία.
Ο Μπόλντουιν θα ζήσει στη Γαλλία ως απόδημος το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Ο ίδιος επιθυμούσε να θεωρηθεί όχι μόνο ως ένα μεγάλος αφροαμερικανός συγγραφέας, αλλά και ως ένας εξόριστος συγγραφέας. Θα γίνει στενός φίλος της τραγουδίστριας και πιανίστρια Nina Simone. Μαζί με τον Langston Hughes και την Lorraine Hansberry, ο Μπόλντουιν βοήθησε τη Simone να ενταχθεί στο κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα, και να το βοηθήσει σαν ακτιβίστρια. Στον κύκλο φίλων του Μπόλντουιν εντάσσονται ονόματα όπως ο Jean-Paul Sartre, ο Jean Genet, ο Lee Strasberg, ο Elia Kazan, ο Rip Torn, ο Alex Haley, ο Miles Davis, ο Martin Luther King, Jr, η Margaret Mead, η Josephine Baker, ο Allen Ginsberg και η Maya Angelou.
Το πρώτο του μυθιστόρημά του, το Φώναξέ το στα βουνά (Go Tell It on the Mountain), εκδόθηκε το 1953. Στο βιβλίο ο Μπόλντουιν ζωντανεύει τις εμπειρίες του ως νεαρού ιεροκήρυκα στους δρόμους του Χάρλεμ. Το βιβλίο γνώρισε αμέσως επιτυχία και ακολούθησε το 1956, η συγγραφή του βιβλίου του Το δωμάτιο του Τζιοβάνι (Giovanni's Room), ένα βιβλίο που ερευνά το ζήτημα του ομοφυλοφιλικού έρωτα με ευαίσθητο και επιβλητικό τρόπο. Δεν ήταν μυστικό ότι το έργο αυτό ήταν εν μέρει αυτοβιογραφικό. Ακολούθησε το Μια άλλη χώρα (Another Country) το 1964 που προκάλεσε λογοτεχνική έκρηξη, για να ακολουθήσουν δύο βιβλία, το Nobody Knows my Name και το Notes of a Native Son, τα οποία περιέχουν αρκετές από τις ιστορίες και τα δοκίμια που του χάρισαν φήμη τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη.
Να σημειώσουμε ότι το Nobody Knows my Name, επιλέχτηκε από την Αμερικανική Ένωση Βιβλιοθηκών ως ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της χρονιάς εκείνης. Το Going to Meet the Man ήταν η πρώτη συλλογή διηγημάτων του Τζέιμς Μπόλντουιν. Εξέδωσε συλλογές δοκιμίων, μεταξύ των οποίων: The Fire Next Time (1963), Nothing Personal (1964), No Name in the Street (1971), The Devil Finds Work (1976), Evidence of Things not Seen (1983) και έγραψε δύο θεατρικά έργα: The Amen Corner (1955) και Blues for Mr Charlie (1965). Στα μυθιστορήματα του συγκαταλέγονται τα If Beale Street Could Talk (1974), Little Man, Little Man (1975) και Just Above my Head (1979). Παρότι «μαύρος και ομοφυλόφιλος», ο Τζέιμς Μπόλντουιν κέρδισε βραβεία, υποτροφίες και επιχορηγήσεις, ενώ το 1986 παρασημοφορήθηκε από τη Λεγεώνα της Τιμής. Πέθανε το 1987 στο σπίτι του στη Γαλλία. Η νεκρολογία των «Times» έγραφε: «Τα καλύτερα έργα του αντέχουν σε σύγκριση με οτιδήποτε εκδόθηκε την ίδια εποχή στις Ηνωμένες Πολιτείες», ενώ το «Newsweek» τον χαρακτήρισε ως «έναν οργισμένο συγγραφέα η ευφυΐα του οποίου ήταν τόσο προκλητική και η γραφή του τόσο καλαίσθητη, ώστε δεν άργησε να κερδίσει μια σειρά από λογοτεχνικά βραβεία και λίγο πριν τον θάνατό του θα τιμηθεί και από την Λεγεώνα της Τιμής».
Εργογραφία:
  • (1953) Go Tell It on the Mountain
  • (1954) The Amen Corner
  • (1955) Notes of a Native Son
  • (1956) Giovanni's Room
  • (1961) Nobody Knows My Name: More Notes of a Native Son
  • (1962) Another Country
  • (1963) The Fire Next Time
  • (1964) Blues for Mister Charlie
  • (1965) Going to Meet the Man
  • (1968) Tell Me How Long the Train's Been Gone
  • (1972) No Name in the Street
  • (1974) If Beale Street Could Talk
  • (1976) The Devil Finds Work
  • (1979) Just Above My Head
  • (1983) Jimmy's Blues
  • (1985) The Evidence of Things Not Seen
  • (1985) The Price of the Ticket
  • (1987) Harlem Quartet
Πηγές και σύνδεσμοι
Για τη σύνατξη του βιογραφικού του ζέιμς Μπόλντουιν αντλήθηκαν στοιχεία από τις παρακάτω πηγές:
- Το δωμάτιο του Τζοβάνι, μτφρ. Τερέζας Βεκιαρέλλη, εκδόσεις Μεταίχμιο 2005.
- Το site της υπηρεσίας του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ), Βιβιονέτ (www.biblionet.gr)
O James Baldwin μιλά για τα παιδικά του χρόνια στο Χάρλεμ: Εδώ
 
   
Πορτρέτο του Μπόλντουιν από τον Carl Van Vechten (13/09/1955)

ΜΙΑ ΞΕΝΑΓΗΣΗ ΣΤΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΟ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
Μεταφρασμένα στα ελληνικά κυκλοφορούν τα παρακάτω έργα του Τζέιμς Μπόλντουιν:
  • Το δωμάτιο του Τζοβάνι, μτφρ. Καίτης Οικονόμου, εκδόσεις Οδυσσέας, 1984
  • Μια άλλη χώρα, εκδόσεις Έφη Φρυδά, εκδόσεις Οδυσσέας, 1995
  • Μια άλλη χώρα, μτφρ. Κωστή Αρβανίτη, εκδόσεις Πατάκης, 2003
  • Το δωμάτιο του Τζοβάνι, μτφρ. Τερέζας Βεκιαρέλλη, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2005.
  • Φώναξέ το στα βουνά, μτφρ. Μαρία Κονδύλη, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2006

   
Το Δωμάτιο Του Τζιοβάνι. Εξώφυλλο των εκδόσεων Οδυσσέας (αρ.) και Μεταίχμιο (δε.)
 
ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ (Giovanni's Room), 1956
Σημαδεμένος από μια ομοφυλοφιλική εμπειρία στην εφηβεία του, ο Ντέιβιντ, ένας νεαρός Αμερικανός, αναζητώντας την εσωτερική του ισορροπία, θα καταλήξει στο Παρίσι της δεκαετίας του 1950. Στη διάρκεια της νύχτας που θα φέρει τον τραγικό επίλογο της ιστορίας του, ο Ντέιβιντ μας αφηγείται την παράλληλη σχέση του με τον Τζοβάνι και την αρραβωνιαστικιά του, την Έλα, την πάλη του ανάμεσα στην ερωτική επιθυμία και τη συμβατική ηθική, τη σύγκρουση ανάμεσα στην αλήθεια του κορμιού και τα ψέματα του μυαλού.
Το κλασικό αυτό αφήγημα πάθους και θανάτου, το οποίο εκδόθηκε το 1956 και αντικατοπτρίζει την προσωπική πάλη του ίδιου του συγγραφέα με τη σεξουαλική αμφισημία, παραμένει ένα συγκλονιστικό βιβλίο χάρη στην απλότητα του δραματικού του ιστού και στην ένταση με την οποία εκτυλίσσεται η πλοκή του, αποκαλύπτοντάς μας άγνωστες πτυχές της ανθρώπινης καρδιάς.
Πηγή
Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Πάθος ή κοινωνικές συμβάσεις; Tο δίλημμα που θέτει ο Tζέιμς Mπόλντουιν
Tο δόκανο του πόθου
ΟΛΟI MAΣ, APΓA Ή ΓPHΓΟPA, ΠEPNAME AΠΟ THN IΔIA ΔΟKIMAΣIA. KAΛΟYMAΣTE NA AΠΟΦAΣIΣΟYME AN ΘA AKΟΛΟYΘHΣΟYME TH ΦΩNH TΟY ΠΟΘΟY MAΣ Ή TH ΦΩNH TΩN KΟINΩNIKΩN ΣYMBAΣEΩN. AΛI KAI TPIΣAΛI MAΣ, AN H ΠPΩTH ΦΩNH ΔEN ΣYΓXPΟNIZETAI ME TH ΔEYTEPH
Αναποφάσιστος
Ο ήρωας του μυθιστορήματος του Μπόλντουιν έρχεται αντιμέτωπος με δύο επιλογές στη συντηρητική δεκαετία του '50 στις ΗΠΑ: ομοφυλόφιλος και στο περιθώριο ή ετεροφυλόφιλος και στο προσκήνιο. Ένα δίλημμα όμοιο με εκείνο που αντιμετώπισε ο Ντένις Κουέιντ στην ταινία Πέρα από τον Παράδεισο.
Ο Μπόλντουιν μάς μεταφέρει στο μεταπολεμικό Παρίσι, ένα Παρίσι ήδη κουρασμένο, ανεκτικό από νομοθετική άποψη - οι ομοφυλόφιλοι δεν διώκονται ποινικά, ενόσω διώκονται στις Ηνωμένες Πολιτείες - αλλά και στενόμυαλο από κοινωνική. H κοινή γνώμη αντιμετωπίζει με καχυποψία τις «αδερφές» και κατά βάθος εύχεται να ξεκουμπιστούν - οικεία βουλήσει, αν γίνεται - για να «ξεβρωμίσει» ο τόπος. Ο κεντρικός ήρωας-αφηγητής του Μπόλντουιν, ο Ντέιβιντ, ένας ξανθός εικοσιεπτάχρονος Αμερικανός, όμορφος και προσωρινά απένταρος - ο πατέρας του δεν του στέλνει λεφτά, ώστε να τον εξαναγκάσει να επιστρέψει στην Αμερική -, συγκαταλέγεται στους σεξουαλικά «αναποφάσιστους».
Διόλου θηλυπρεπής, φαινομενικά ετεροφυλόφιλος, αρραβωνιασμένος με την Έλα, μια σχετικά απελευθερωμένη - όσο πατάει η γάτα - Αμερικανιδούλα από τη Μινεάπολη, έχει δοκιμάσει και τον απαγορευμένο καρπό μια φορά στο παρελθόν, αλλά δεν πολυσκοτίζεται να τον ξαναδοκιμάσει, παρότι οι «αδερφές» τον λιμπίζονται, ώσπου συναπαντάει τον Τζοβάνι. Στα παριζιάνικα στέκια, όπου ανθεί το ψωνιστήρι μεταξύ ανδρών, ο ευειδής Τζοβάνι, φτωχός μετανάστης από την Ιταλία, εργάζεται εποχικά ως μπάρμαν. Ο Τζοβάνι θα ερωτευθεί τον Ντέιβιντ, αλλά ο Ντέιβιντ - μολονότι σαρκικά θα ανταποκριθεί - δεν θα ξεκαθαρίσει μέχρι τέλους αν είναι ερωτευμένος με τον Τζοβάνι και, κυρίως, αν στον βωμό αυτής της εύθραυστης σχέσης επιθυμεί να θυσιάσει ένα βατό ετεροφυλοφιλικό πεπρωμένο.
Είπαμε: μέσα της δεκαετίας του 1950. Δεν είχες πολλές επιλογές - τις εξής δύο. Είτε ομοφυλόφιλος και στο περιθώριο, είτε ετεροφυλόφιλος και στο προσκήνιο. H παρουσία της Έλα - η πίεση που ασκεί ακόμη κι εν τη απουσία της - θα οδηγήσει τον Ντέιβιντ σε αποφάσεις που θα σταθούν καθοριστικές - θανάσιμα καθοριστικές - και για το μέλλον του Τζοβάνι.
Έως εδώ, θα μου πείτε, τίποτε δεν ηχεί εξαιρετικά πρωτότυπο. Ένα κλασικό μελόδραμα, με τους ήρωες που φορούν παντελόνια - κυριολεκτικά και μεταφορικά - να πλειοψηφούν εκείνων που φορούν φουστάνια. Τι το καθιστά τόσο ιδιαίτερο; Πρώτα απ' όλα, η παντελής έλλειψη ηθικολογίας στην αφήγηση - και μάλιστα από Αμερικανό συγγραφέα, γεγονός που αυξάνει δραστικά τη σημασία από το ανδραγάθημα του Μπόλντουιν.
Ταξίδι μύησης
«Οι Αμερικανοί δεν θα 'πρεπε να έρχονται ποτέ στην Ευρώπη», δηλώνει κάπου η Έλα, «δεν μπορούν ποτέ πια να ξαναείναι ευτυχισμένοι» - και ο Μπόλντουιν, ως αφηγητής, δείχνει να έχει πλήρη συναίσθηση των συνεπειών αυτού του «υβριστικού» υπερατλαντικού ταξιδιού μύησης... Έπειτα, η ίδια η πρόζα του Μπόλντουιν. Τόσο ρευστή και τόσο σφριγηλή ταυτόχρονα. Κρίμα που αυτός ο συγγραφέας δεν έχει γίνει γνωστός στην Ελλάδα. Απ' όσο γνωρίζω κυκλοφορεί μόνο ένα ακόμα βιβλίο του. Γνωρίστε τον λοιπόν και χαρείτε τον.
«Μάστορας» σε θέματα ταμπού
Ο Τζέιμς Μπόλντουιν τάραξε τα νερά των πουριτανικών ΗΠΑ δημοσιεύοντας στα μέσα της δεκαετίας του 1950 το Δωμάτιο του Τζοβάνι.
Φίλος του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του Μάλκολμ X, ο Τζέιμς Μπόλντουιν ξεχώρισε ως συγγραφέας γιατί στα έργα του προσέγγισε με μοναδική μαστοριά θέματα ταμπού όπως η ομοφυλοφιλία και οι διαφυλετικές σχέσεις. Γεννημένος στο Χάρλεμ το 1924, πέρασε την εφηβεία του ως παπαδοπαίδι στη σκιά ενός αυστηρού πατέρα και έκανε στροφή στα 18 του εγκαταλείποντας το σπίτι του για να δουλέψει ως εργάτης σιδηροδρόμων στο Νιου Τζέρσι. Φορτωμένος τα βιώματα ενός «μαύρου στη λευκή Αμερική», πρωτοδημοσίευσε διηγήματά του σε περιοδικά, αλλά κατάφερε να «γίνει» συγγραφέας μόνο όταν μπόρεσε να δει την πατρίδα του απ' έξω. Όταν έφυγε το 1948 και πήγε να δουλέψει (ως δημοσιογράφος κατ' αρχήν) στο Παρίσι, όταν πήγε έπειτα στην Ελβετία κι όταν εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη.
Ήταν μόλις 31 χρόνων όταν καθιερώθηκε με το πρώτο κιόλας (αυτοβιογραφικό) μυθιστόρημά του Go, tell it on the mountain και όταν πέθανε το 1987 ήταν ήδη ένας από τους κλασικούς του «αμερικανικού κανόνα». Από τους πρωτοπόρους του αγώνα για την ισότητα των δικαιωμάτων, έγραψε μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια και έδωσε περίφημες διαλέξεις. Ανάμεσα στα γνωστότερα έργα του είναι τα Notes on a native son, Nobody knows my name, The fire next time, If Bede street could talk, The evidence of things not seen. Πέρσι κυκλοφόρησε στα ελληνικά το Μια άλλη χώρα.
Πηγή
Πέτρος Τατσόπουλος, Τα Νέα, (Βιβλιοδρόμιο), 24-25/9/2005

 
Πορτρέτο του Μπόλντουιν από τον Beauford Delaney (1963)
Παστέλ σε χαρτί. National Portrait Gallery, Washington (Πηγή)

Στην πρώτη μας νιότη μάθαμε να ταυτίζουμε τον συγγραφέα με την τόλμη, με τη διακινδύνευση. Αξίζει, σκεφτόμασταν, να βάζεις το κεφάλι σου στον τορβά, για να διανοίξεις στους αναγνώστες σου έναν ορίζοντα ελευθερίας, να τους κοινωνήσεις ένα όραμα αντισυμβατικό, που να αγκυλώνει ηθικά και πνευματικά. Αργότερα, πολλοί από μας, εγκατέλειψαν ένα τέτοιο αίτημα· ωστόσο, οι συγγραφείς που αγαπήσαμε τότε, εξακολουθούν να μας στοιχειώνουν. Ένας απ' αυτούς ήταν και ο Τζέιμς Μπόλντουιν [...] Μαύρος, ομοφυλόφιλος, ιεροκήρυκας από τα 14 του και πολιτικά στρατευμένος, φίλος του Μάλκολμ Χ και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ο Μπόλντουιν έγραψε με την ενδόμυχη επιθυμία να επανασυνδέσει το άτομο με την κοινωνία, να του προσδώσει μιαν αξία πέρα από αυτήν του καθαρού ντετερμινισμού ή της θυματοποίησης. Τα μυθιστορήματά του, έχοντας βαθύτατη συνείδηση της αποξένωσης του ατόμου, επενδύουν στην αξία της αυτονομίας και της ελεύθερης βούλησης - όταν μάλιστα το θέμα τους είναι ο έρωτας ανάμεσα σε δύο άνδρες, όπως στο Δωμάτιο του Τζοβάνι, το αποτέλεσμα είναι άκρως ενδιαφέρον, ιδίως αν συνειδητοποιήσουμε ότι το βιβλίο γράφτηκε σε μιαν εποχή άκρατου πουριτανισμού, το 1956. Αξίζει να ξαναδιαβάσουμε τον Μπόλντουιν και τα πικρά του μυθιστορήματα γεμάτα βία, πόνο και απόγνωση.
Πηγή
Κατερίνα Σχινά ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (Βιβλιοθήκη), 30/9/2005
 ***
Ο Μπόλντουιν γράφοντας μια ερωτική ομοφυλοφιλική ερωτική ιστορία δήλωνε και τη δυνατότητα ύπαρξης μιας δυνατής συναισθηματικής σχέσης ανάμεσα σε δύο άντρες – κάτι που για την εποχή του θεωρήθηκε ιδιαίτερα τολμηρό. Ταυτόχρονα προσέφερε και μια άποψη του Παρισιού διαφοροποιημένη από τους τουριστικούς οδηγούς, δίνοντας πληροφορίες για έναν υπόγειο κόσμο στον οποίο δεν υπήρχε πρόσβαση αν δεν ήσουν μέλος του.
Πηγή
Η «πτώση» ενός Αμερικανού στο Παρίσι, Αργυρώ Μαντόγλου ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (Βιβλιοθήκη), 21/10/2005
 ***
«...Το πρόσωπό μου μοιάζει μ’ ένα πρόσωπο που έχετε δει πολλές φορές. Οι πρόγονοί μου κατέκτησαν μια ήπειρο προχωρώντας με κόπο πάνω στις πεδιάδες σπαρμένες θάνατο, μέχρι που έφτασαν σ’ έναν ωκεανό που είχε στραμμένη την πλάτη του στην Ευρώπη και ατένιζε ένα ακόμα σκοτεινότερο παρελθόν...»
Να είσαι μαύρος, και γκέι, και νόθος γιος, και φτωχός, και αμερικανός που προτιμάς την Ευρώπη αλλά ζεις τη νεότητά σου στις Ηνωμένες Πολιτείες κάτω από τη σκληρότητα του ιεροκήρυκα πατριού σου, καθώς έχεις γεννηθεί στο Χάρλεμ τα χρόνια του Μεσοπολέμου σε μια κοινωνία βυθισμένη στην υποκρισία και τον πουριτανισμό της, προφανώς δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου. Η λογοτεχνία γίνεται αναπόφευκτα ένα σίγουρο καταφύγιο και δεν σε υποθάλπει απλώς, κατορθώνει να σε αναδείξει, αλλά και σε να σε ταξιδέψει στο μέλλον, μέσω του έργου σου.
Αυτή είναι η περίπτωση του James Baldwin. Ένας συγγραφέας που διαβάζοντας το έργο του Το δωμάτιο του Τζοβάνι -κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο μεταφρασμένο από την Τερέζα Βεκιαρέλλη)- και το οποίο γράφτηκε το 1956, αισθάνεσαι ότι δεν έχουν αλλάξει και πολύ τα προβλήματα των ανθρώπων από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα κι ύστερα. Όπως γράφει και ο ίδιος, «...Το ερώτημα είναι μπανάλ, αλλά ένα πραγματικό πρόβλημα της ζωής είναι ακριβώς ότι η ζωή είναι τόσο μπανάλ...». Ωστόσο, ο Baldwin παίρνει το κοινότοπο -για μας πια, καθώς η ομοφυλοφιλία στα χρόνια του ήταν σίγουρα ένα πολύ μεγαλύτερο ταμπού- και καταφέρνει να το αναγάγει σε μείζον υπαρξιακό ζήτημα, χωρίς σπουδαιοφανείς αναλύσεις και βαρύγδουπες ρητορείες. Λέει μια ιστορία, με καθημερινό τρόπο -τουλάχιστον έτσι σε αφήνει να νομίζεις- και σε συνεπαίρνει με τη δραματικότητα που προσδίδει στο απλό. Ο ήρωάς του είναι ένας νέος που ενώ βρίσκεται για διακοπές με τη φίλη και αγαπημένη του στο Παρίσι, στη διάρκεια σύντομης απουσίας της, έρχεται αντιμέτωπος με το δικό του ομοφυλοφιλικό πάθος. «...οι άνθρωποι, όμως, δυστυχώς, δεν μπορούν να επινοήσουν τα αραξοβόλια τους, τους εραστές και τους φίλους τους, όπως δεν μπορούν να επινοήσουν και τους γονείς τους...».
Και εξομολογείται τα εσωτερικά του δεινά, τις συγκρούσεις και την αμφιρρέπεια που τον κατατρέχει. Ο αναγνώστης του βιβλίου δεν χρειάζεται να έχει ομοφυλοφιλικές αναζητήσεις για να πάσχει μαζί με τον πρωταγωνιστή του βιβλίου. Φτάνει μόνο να αισθάνεται ότι δεν χωράει πουθενά στη ζωή του, ότι τον τρώει το σαράκι των δικών του επιθυμιών, όχι απαραίτητα σεξουαλικών. Αρκεί η προσωπική υπαρξιακή αγωνία του αναγνώστη για να γίνει μέτοχος του λογοτεχνικού μυστηρίου που ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια του ο δημιουργός. «...ο χρόνος είναι ένα κοινό πράγμα, είναι σαν το νερό για τα ψάρια. Όλοι είμαστε μέσα σ’ αυτό το νερό, κανένας δεν βγαίνει έξω απ’ αυτό, ή αν βγει, του συμβαίνει το ίδιο που συμβαίνει και στα ψάρια, πεθαίνει...».
Αρκεί η ανοιχτή καρδιά, το ανοιχτό μυαλό, για να καταλάβεις και να νιώσεις το συγγραφέα. Αρκεί να αισθάνεσαι τι είναι εσωτερική πάλη -καταβάλλει τη μέγιστη προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση άλλωστε ο λογοτέχνης. Αρκεί να μην επικεντρώνεις το ενδιαφέρον σου στη σεξουαλική αμφισημία του συγγραφέα, αλλά να είσαι σε θέση να διακρίνεις μια άλλη αμφισημία, εκείνη του κλασικού του έργου, η οποία συνίσταται στις κλασικές λογοτεχνικές του αρετές από τη μία πλευρά -καθώς δημιουργεί μια ατμόσφαιρα αριστοτεχνικά αποπνικτική- και στη μοντέρνα ομορφιά του, 50 χρόνια περίπου μετά την πρώτη του κυκλοφορία.
Η αγάπη, η ανθρωπιά και το αντίθετό τους αντιπαλεύουν με τη μνήμη, τη λήθη και το αποτύπωμά τους στη ζωή, όσο επώδυνο κι αν είναι αυτό. «...Οι άνθρωποι που θυμούνται τρελαίνονται από τον πόνο, τον πόνο να αναβιώνουν αιωνίως το θάνατο της αιωνιότητάς τους. Οι άνθρωποι που ξεχνούν παθαίνουν μια άλλου είδους τρέλα, την τρέλα της άρνησης του πόνου και του μίσους της αθωότητας. Κι ο κόσμος είναι κατά κανόνα χωρισμένος ανάμεσα σε τρελούς που θυμούνται και τρελούς που ξεχνούν. Οι ήρωες είναι σπάνιοι...»
Η αναζήτηση της αλήθειας είναι και στην ιστορία του μια επίπονη διαδικασία που λαμβάνει χώρα μέσα στον ιστό των ανθρωπίνων σχέσεων. «...οι άντρες -όχι μόνο τα μωρά σαν κι εσάς, αλλά και οι γέροι ακόμα- χρειάζονται πάντα μια γυναίκα να τους λέει την αλήθεια...» Η ομορφιά των επιλογών, αλλά και η σκοτεινή πλευρά του μυαλού και των αισθημάτων βρίσκει χώρο να καταστεί σχηματικά σ’ ένα δωμάτιο, αυτό του Τζοβάνι. Η δράση και η αντίδραση των ηρώων σ’ αυτό το χειμαρρώδες αφήγημα -που πότε κινείται σε ρυθμούς νωχελικής τζαζ και πότε σε τόνους ενός μελαγχολικού ρέκβιεμ- καθορίζεται από τις παρορμήσεις τους, τα τραυματικά βιώματα του παρελθόντος ή του παρόντος, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, τα συναισθήματα, τις επιθυμίες και τη λογική που αναμοχλεύει την προσωπική οπτική των πραγμάτων με την εξωτερική κοινωνική σύμβαση σε ένα παιχνίδι διαρκών συγκρούσεων. «...ίσως πατρίδα να μην είναι ένας τόπος, αλλά απλώς και μόνο μια αμετάκλητη κατάσταση...».
Πηγή
Η αμφισημία του κλασικού, Σταυρούλα Σκαλίδη ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΒΡΑΔΥΝΗ, 22/10/2005


Το κλασικό αυτό αφήγημα πάθους του μεγάλου αντιρατσιστή συγγραφέα [...] Τζέιμς Μπόλντουιν αντικατοπτρίζει τον προσωπικό αγώνα του ίδιου με τη σεξουαλική αμφισημία, παραμένοντας ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο για την πάλη ανάμεσα στην αδυσώπητη ερωτική επιθυμία και τη «στεγνή» συμβατική ηθική, τη σύγκρουση ανάμεσα στην πραγματικότητα του κορμιού και το ψευδεπίγραφο της σκέψης. Στο Παρίσι της δεκαετίας του ’50, ο ήρωας βιώνει παράλληλα την ομοφυλοφιλική εμπειρία με την ετερώνυμη σεξουαλική σχέση, αναζητώντας την προσωπική του ισορροπία. Ο Μπόλντουιν επιχειρεί, με απλά δραματουργικά εργαλεία, μια διερεύνηση των ορίων του μυαλού, όταν η ένταση μας χτυπά την πόρτα επίμονα και η επιθυμία του σώματος είναι καταδικασμένη σε θάνατο.
Πηγή
Σταύρος Σταυρόπουλος, METRO, 30/1/2006
 ***
Το κλασικό αυτό αφήγημα πάθους και θανάτου, το οποίο εκδόθηκε το 1956 και αντικατοπτρίζει την προσωπική πάλη του ίδιου του συγγραφέα με τη σεξουαλική αμφισημία, παραμένει ένα συγκλονιστικό βιβλίο χάρη στην απλότητα του δραματικού του ιστού και στην ένταση με την οποία εκτυλίσσεται η πλοκή του, ανακαλύπτοντάς μας άγνωστες πτυχές της ανθρώπινης καρδιάς.
Πηγή
Μαρία Σαμολαδά, ΔΥΤΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ Θεσσαλονίκης, Μάρτιος 2006

 

ΦΩΝΑΞΕ ΤΟ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ (Go Tell it on the Mountain), 1953
Και ο πατέρας του τον κοιτούσε. Τα μάτια του πατέρα του τον κοιτούσαν, και ο Τζον άρχισε να ουρλιάζει. Τα μάτια του πατέρα του τον έγδυσαν εντελώς και σιχάθηκαν αυτό που είδαν. Και καθώς στριφογύριζε, ουρλιάζοντας μέσα στη σκόνη ξανά, προαπαθώντας να ξεφύγει από τα μάτια του πατέρα του, εκείνα τα μάτια, εκείνο το πρόσωπο, και όλα τους τα πρόσωπα, και το μακρινό κίτρινο φως, χάθηκαν όλα από τα μάτια του λες και τυφλώθηκε. Κατέβαινε ξανά. Δεν υπάρχει, αναφώνησε η ψυχή του και πάλι, πυθμένας σ' αυτήν τη σκοτεινιά!
Το Φώναξέ το στα βουνά είναι το πρώτο και για πολλούς ένα από τα πλέον σημαντικά έργα του Τζέιμς Μπόλντουιν. Βασισμένο σε αυτοβιογραφικά στοιχεία, το βιβλίο αφηγείται την ιστορία ενηλικίωσης ενός δεκατετράχρονου αγοριού στο Χάρλεμ τπς δεκαετίας του 1930. Ο Τζον βρίσκει καταφύγιο απέναντι στις αντιξοότητες της καθημερινότητας σε μια φτωχική εκκλησία της Πεντηκοστής όπου αρχίζει να κηρύττει ύστερα από μια αποκαλυπτική θρησκευτική εμπειρία.
Η μεγάλη δύναμη και η διαχρονική απήχηση του βιβλίου οφείλονται στον αυθορμητισμό, την ειλικρίνεια και τη συναισθηματική φόρτιση με την οποία παρουσιάζει ο συγγραφέας τη ζωή των μαύρων: την απόγνωσή τους στον απόηχο ακόμη της δουλείας, την καταφυγή στη θρησκεία με έναν τρόπο σωματικό και ταυτόχρονα μεταφυσικό, καθώς και την πεποίθησή τους ότι θα αποδοθεί δικαιοσύνη, έστω και στην άλλη ζωή.
Πηγή
Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου
 
ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Ζοφερό όσο και ο πραγματικός κόσμος τον οποίο μας παρουσιάζει στις σελίδες του, εστιασμένο λιγότερο στην πλοκή και περισσότερο στην εκδίπλωσητων αντιφατικών ταυτοτήτων των ασφυκτιούντων ανθρώπινων χαρακτήρων και των θρησκευτικών και κοινωνικών ορίων εντός των οποίων αυτοί γεννιούνται και εξελίσσονται, το πρώτο αυτό μυθιστόρημα του Μπόλντουιν τοποθετείται δικαίως ανάμεσα στα καλύτερά του.
Πηγή
Νίκος Κουνενής, Η ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΥΓΗ, 11/2/2007
 ***
Η μεγάλη δύναμη και η διαχρονική απήχηση του βιβλίου οφείλονται στον αυθορμητισμό, την ειλικρίνεια και τη συναισθηματική φόρτιση με την οποία παρουσιάζει ο συγγραφέας την απόγνωση που συνυφαινόταν με τη ζωή των μαύρων στον απόηχο ακόμη της δουλείας, την καταφυγή στη θρησκεία με έναν τρόπο σωματικό και ταυτόχρονα μεταφυσικό, καθώς και την πεποίθηση ότι θα αποδοθεί δικαιοσύνη, έστω και στην άλλη ζωή.
Πηγή
Χρήστος Η. Χαλαζιάς, ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΒΡΑΔΥΝΗ, 20/1/2007
 ***
Το αφήγημα εξελίσσεται μέσα στα όρια των περιθωριακών κανόνων κοινωνίας των μαύρων, των κανόνων που ανατρέφουν τα παιδιά τους, που αντιλαμβάνονται το γάμο, τις ανθρώπινες σχέσεις και τον κόσμο στο σύνολό του, αλλά υπό το βάρος ιδιαίτερων θρησκευτικών πεποιθήσεων και τρόπων που αντιλαμβάνονται το Χριστό και το Χριστιανισμό. Πρόκειται, όμως, για ένα αφήγημα που γεννά συγκλονιστικά συναισθήματα στον αναγνώστη, καθώς εξελίσσεται σαν ενδοφλέβια ένεση, σαν απολογία και, ταυτόχρονα, σαν έκκληση συγχώρεσης και για τον τρόπο ζωής και για τον τρόπο σκέψης και, ακόμη, για τον τρόπο που αναζητεί την έξοδο από αυτό το κλίμα. Μια δεύτερη έξοδο, έπειτα από εκείνη της υποδούλωσης στους λευκούς.
Πηγή
Υπό τη σκέπη του «μαύρου» Χριστού, Χάρης Μαυρομάτης ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ της Κυριακής, 21/1/2007
  ***
Σε όλα τα μυθιστορήματα του Τζέιμς Μπόλντουιν εντοπίζονται τα προσωπικά του βιώματα αλλά το Φώναξέ το στα βουνα, που είναι και το πρώτο του δημοσιευμένο έργο, θεωρείται ένα κατεξοχήν αυτοβιογραφικό έργο ενηλικίωσης. Ο ίδιος είχε δηλώσει πως το συγκεκριμένο μυθιστόρημα τον βοήθησε να συμφιλιωθεί με τις δυσκολίες που αντιμετώπισε μεγαλώνοντας στο Χάρλεμ και πως όφειλε να το γράψει, πριν γράψει οτιδήποτε άλλο. Μέσα από τον κεντρικό ήρωά του περιγράφονται η παιδική ηλικία, η φτώχεια και η στέρηση, ο ρατσισμός αλλά και ο ανταγωνισμός με τον τυραννικό του πατέρα, που ήταν ιεροκήρυκας, η εσωτερική του μάχη, η αμφισβήτηση των θρησκευτικών δογμάτων που του επέβαλαν αλλά και η ομοφυλοφιλία του, που θα είναι το κεντρικό θέμα του επόμενου μυθιστορήματός του, Το Δωμάτιο του Τζοβάνι.
Και τα δύο έργα ολοκληρώθηκαν στο Παρίσι, όπου ο Μπόλντουιν κατέφυγε το 1948 σε ηλικία 24 χρόνων, αφήνοντας πίσω τη Νέα Υόρκη με λιγότερο από είκοσι δολάρια στην τσέπη και με ελάχιστη γνώση των γαλλικών. Τα πρώτα του χρόνια στο εξωτερικό πέρασαν σε άθλιες συνθήκες, με φτώχεια, αρρώστια και απομόνωση, όμως η παραμονή του εκεί του πρόσφερε την ελευθερία και την αίσθηση της απαλλαγής από τον ρατσισμό και την απομόνωση που τον καταδυνάστευε στην πατρίδα του, καθώς οι μαύροι Αμερικανοί γίνονταν εύκολα δεκτοί στους καλλιτεχνικούς παρισινούς κύκλους των εκπατρισμένων Αμερικανών.
Το Φώναξέ το στα βουνά χρειάστηκε πολλά χρόνια για να ολοκληρωθεί. Η μεγαλύτερη δυσκολία οφειλόταν στην αυτοβιογραφική ποιότητα του έργου και στο θέμα το οποίο έξυνε παλιά ψυχικά τραύματα, ιδιαίτερα εκείνα που αφορούσαν τη σχέση με τον πατριό του, τον οποίο, μέχρι την εφηβεία, θεωρούσε και φυσικό του πατέρα. Η συγγραφή τού επέφερε και μια κάποιου είδους κάθαρση, απαλλάσσοντάς τον από το μίσος, τον θυμό, τον φόβο και τη συμφιλίωση με τις ρίζες και το παρελθόν του, καθώς αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει τα βίαια αυτά συναισθήματα και να τα μετουσιώσει σε τέχνη. Το επόμενο μυθιστόρημά του είχε ακόμα περισσότερες δυσκολίες δημοσιοποίησης λόγω του θέματός του και του ομοφυλοφιλικού περιεχομένου, αλλά παρά τις αναστολές του δεν εγκατέλειψε τη γραφή του.
Ο Μπόλντουιν, νιώθοντας μια σχετική ασφάλεια στη Γαλλία, χρησιμοποίησε, όπως ο Χένρι Τζέιμς, (ένας ακόμα εκπατρισμένος Αμερικανός που έζησε και έγραψε στο Παρίσι) την απόσταση, για να αποσπάσει μια προοπτική του εαυτού του και των δεινών που υφίστανται οι μαύροι της Αμερικής. Μη έχοντας απαλλαγεί από τις εμπειρίες της αμερικανικής κουλτούρας, αλλά όντας ελεύθερος από τη συμμετοχή του σε αυτήν, άρχισε να ανακαλύπτει τους τρόπους που το προσωπικό βίωμα συνδέεται με το δημόσιο. Οπως ο Τζέιμς, άρχισε κι αυτός να διακρίνει στις μικρές πράξεις των ανθρώπων που ζουν μέσα στο πλαίσιο μιας κουλτούρας κάποιους μεταφορικούς υπαινιγμούς που αντανακλούν την ιδιαιτερότητα και τις συνήθειες ενός κοινωνικού συνόλου. Η ανάγνωση των έργων του μεγάλου Αμερικανού εκπατρισμένου συγγραφέα του έδωσε την ιδέα να περιγράψει την περιπέτεια και την εξέλιξη μιας κεντρικής συνείδησης, με αποτέλεσμα η δράση του μυθιστορήματος να περιστρέφεται γύρω από μια κρίσιμη στιγμή του ήρωά του: τα δέκατα τέταρτα γενέθλιά του.
Είσοδος στην εφηβεία
Το Φώναξέ το στα βουνά διηγείται την ιστορία του νεαρού Τζον Γκράιμς που μεγαλώνει σε μια φτωχή οικογένεια του Χάρλεμ, με πατέρα τον Γκάμπριελ Γκράιμς, ιεροκήρυκα στη μικρή τοπική πεντηκοστιανή εκκλησία. Ολοι θεωρούν πως κάποια μέρα ο Τζον θα γίνει σπουδαίος πάστορας, όμως ο ίδιος, εισερχόμενος στην εφηβεία, αρχίζει να σκέφτεται το πώς θα δραπετεύσει. Η επιθυμία διαφυγής οφείλεται εν μέρει στην έλξη που ασκεί πάνω του ο άγνωστος κόσμος, αλλά και στον τρόμο που του εμπνέει ο τυραννικός του πατέρας, παρά την προστασία της μητέρας του Ελίζαμπεθ και της θείας του Φλόρενς, που λειτουργούν ως κυματοθραύστες της πατρικής οργής.
Στο πρώτο κεφάλαιο περιγράφονται η οικογενειακή ζωή του Τζον, ο θυμός, η φτώχεια και οι ενοχές του κάθε μέλους ξεχωριστά. Η ένταση κλιμακώνεται μέχρι να οδηγηθούμε στο πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο, όπου, ύστερα από μια ολονύχτια παραμονή στην εκκλησία, ο Τζον γίνεται αποδεκτός στην εκκλησιαστική κοινότητα έχοντας προηγουμένως βιώσει μια κατανυκτική εμπειρία ως νεοφώτιστος, η οποία περιγράφεται ως κάποιου είδους πνευματική κατάληψη. Στα ενδιάμεσα κεφάλαια περιγράφονται οι περιπέτειες της θείας του, της μητέρας του αλλά και του πατέρα του, που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν από τον Νότο στη Νέα Υόρκη, η σκληρή ζωή τους και οι αδικίες που υπέστησαν, οι οποίες αντανακλώνται στη ζωή του Τζον.
Παρότι φαινομενικά στο μυθιστόρημα καταγράφεται η ιστορία μιας οικογένειας μαύρων στο Χάρλεμ, ο Μπόλντουιν κατορθώνει να συνθέσει μια ιδιαίτερα σύνθετη τοιχογραφία της συγκεκριμένης κοινότητας, χρησιμοποιώντας το κάθε μέλος χωριστά ως όχημα προκειμένου να αποτυπώσει τις επιμέρους ιδιαιτερότητές της. Ταυτόχρονα, αποδίδοντας στα θέματα που πραγματεύεται μια οικουμενική βαρύτητα και σημασία, τα καθιστά ικανά να ξεφύγουν από τα όρια του μικρόκοσμου που περιγράφει και από τα προβλήματα μιας οικογένειας μαύρων κατά τη δεκαετία του 30, παρουσιάζοντας τους Γκράιμς ως χαρακτήρες μιας βιβλικής ιστορίας, οι οποίοι σηκώνουν το βάρος της ανθρώπινης οδύνης, ενώ το μίσος, ο έρωτας, η αφοσίωση, η εκδίκηση, η ενοχή και τα άλλα βαθιά συναισθήματα που βιώνουν υπερβαίνουν το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο ο συγγραφέας τούς τοποθετεί και αποκτούν μια διαχρονική, πανανθρώπινη ποιότητα.
«Η οδός της Απώλειας»
Το κεντρικό δράμα του βιβλίου αφορά τον αγώνα του Τζον να συνθηκολογήσει με τον εαυτό του σε σχέση με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Ο αγώνας αυτός αφορά επίσης τη σύναψη ειρήνης και με τα μεγαλύτερα μέλη της οικογένειάς του, τα οποία ύστερα από μια σειρά ψυχικών και φυσικών αναταραχών, μοιάζουν παγιδευμένα σε ισχυρότερες από αυτά δυνάμεις μέσα σε ένα παρόν που δεν επέλεξαν. Το εντονότερο συναίσθημα στρέφεται ενάντια στον πατριό του, μια εχθρότητα που ο Τζον παλεύει να ξεπεράσει. Ταυτόχρονα παλεύει με τους πειρασμούς που ελλοχεύουν σε κάθε βήμα του, πειρασμοί που αφθονούν στον εξωτερικό κόσμο, στην «Οδό της Απώλειας»: τη σεξουαλικότητα, την οκνηρία, την αμαρτία, ακόμα και την ελευθερία. Αλλά το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι η ενοχή για τις αμαρτωλές του παρορμήσεις, οι οποίες ενσαρκώνονται στην έλξη που αισθάνεται για έναν μεγαλύτερο νεαρό, τον Ελάιζα.
Η προσωρινή αναστολή των διλημμάτων του επέρχεται με τη μεταστροφή του μετά τη δυνατή υπερβατική του εμπειρία, καθώς ο Τζον βγαίνει από το εκστατικό παραλήρημα με την αίσθηση πως έχει τουλάχιστον προσωρινά σωθεί, αν και βαθιά μέσα του γνωρίζει πως η νίκη του είναι προσωρινή και πως οι δυνάμεις του σκότους δεν έχουν οριστικά οπισθοχωρήσει: ο αγώνας του θα συνεχιστεί γιατί δεν έχει ακόμα απαλλαγεί από τον θυμό ενάντια στον πατέρα του και επιπλέον η συγκίνηση που ένιωσε από το φιλί που του έδωσε στο μέτωπο ο Ελάιζα δεν τον έχει εγκαταλείψει.
Το Φώναξέ το στα βουνά φέρνει σε επαφή δύο βασικά θέματα της ιστορίας της αμερικανικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα: τον ρόλο της Εκκλησίας και τις σχέσεις ανάμεσα σε μαύρους και λευκούς. Η σχέση αυτή, παρότι δεν δηλώνεται, υπονοείται σιωπηρά και αποτελεί κεντρικό μέρος της αφήγησης, καθώς πίσω από τις γραμμές εξηγείται και ο λόγος που ο Χριστιανισμός υπήρξε πόλος έλξης για τους υποτελείς: η υπόσχεση ενός καλύτερου μελλοντικού κόσμου τούς έδινε τη δύναμη να σηκώσουν τα βάρη της παρούσας μίζερης καθημερινότητάς τους και κατέστειλε την ανάγκη απόδοσης δικαιοσύνης, εκδίκησης και χειραφέτησης.
Πηγή
Αργυρώ Μαντόγλου, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (Βιβλιοθήκη) - 26/01/2007

 
Μια άλλη χώρα. Εξώφυλλο των εκδόσεων Πατάκη (αρ.) και Οδυσσέας (δε.)

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΧΩΡΑ (Another Country), 1962
Πέντε από τους ήρωες του Μια άλλη χώρα είναι καλλιτέχνες: ο Ρούφους, ένας μαύρος ντράμερ της τζαζ, η αδερφή του, η Άιντα, τραγουδίστρια των μπλουζ, ο Βιβάλντο, συγγραφέας με ταλέντο αλλά χωρίς έμπνευση, ο Ρίτσαρντ, συγγραφέας χωρίς ταλέντο που όμως κερδίζει την επιτυχία, και ο Έρικ, ηθοποιός κι ομοφυλόφιλος. Ωστόσο, δεν πρόκειται για ένα βιβλίο που καταπιάνεται με τη ζωή των καλλιτεχνών, αλλά με τις διαφυλετικές σχέσεις μεταξύ μαύρων και λευκών, που οδηγούν τον Ρούφους στην αυτοκτονία, καθώς και με τις ανθρώπινες σχέσεις γενικότερα: τη φιλία, τον έρωτα, το μίσος, τη ζήλια, τη μοναξιά... Η δράση εκτυλίσσεται στη Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας του '50, αλλά και στη Γαλλία, όπου ο Έρικ ζει για αρκετά χρόνια αυτοεξόριστος, όπως είχε ζήσει και ο ίδιος ο Τζέιμς Μπόντουιν. Είναι φανερό ότι το Μια άλλη χώρα πηγάζει κυρίως και από τις εμπειρίες του ίδιου του συγγραφέα, παρά από τη φαντασία του: ήταν ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα που εξέφραζαν την οργή των μαύρων Αμερικανών της εποχής εκείνης, αλλά και τις ιδιαιτερότητες της αφροαμερικανικής κουλτούρας.
Πηγή
Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
«Δεν υπάρχει νομίζω νέγρος στην Αμερική που δεν ένιωσε λιγότερο ή περισσότερο, σε κάποια περίοδο της ζωής του, έντονο ή λιγότερο έντονο, αλλά πάντως καθαρό και απροκάλυπτο μίσος. Δεν υπήρξε νέγρος που δεν θέλησε να σπάσει τα μούτρα οποιουδήποτε λευκού συναντούσε, που δεν επιθύμησε, από άγριο αίσθημα εκδικητικότητας, να βιάσει τις γυναίκες των λευκών και να τις εξευτελίσει, όπως είχαν εξευτελίσει τον ίδιο. Δεν υπήρχε νέγρος που δεν αναγκάστηκε να προσαρμοστεί, έστω και πρόσκαιρα, στους «αράπηδες» που τον περιέβαλλαν και στον «αράπη» που έκρυβε μέσα του». Αυτά έγραφε ο Τζέιμς Μπόλντουιν, κορυφαίος Αμερικανός συγγραφέας του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, σε δοκίμιό του πριν από μερικές δεκαετίας. Στο αριστούργημά του, το μυθιστόρημα με τίτλο Μια άλλη χώρα, του 1962, (που μεταφράστηκε στα ελληνικά στις αρχές της δεκαετίας του 1980, από τις εκδόσεις Οδυσσέας), ο Μπόλντουιν καταγράφει με μοναδικό τρόπο τις μεταπτώσεις των μαύρων ηρώων του που προσπαθούν να ξεπεράσουν τα όρια της λευκής Αμερικής. Το μίσος τους ήταν μόνο ως ένα βαθμό το κίνητρό τους. Στην ουσία προσπαθούσαν απεγνωσμένα, όπως και οι λευκοί ήρωες του βιβλίου, να εξερευνήσουν μια «άλλη χώρα», πέρα από αυτή που τους είχαν υποδείξει ότι ανήκουν.
Πηγή
Μαρίλια Παπαθανασίου, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15/03/2006

 
Πορτρέτο του James Baldwin, από τον Richard Olney, 1954 (Πηγή)

Υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι, τραγουδούσε τώρα η Μπέσσι, δεν έχω πού να πάω, και για πρώτη φορά ο Ρούφους άρχισε να ακούει στη λιτή αφηγηματική μονοτονία αυτού του μπλουζ κάτι που μιλούσε στο ταραγμένο του μυαλό. Το πιάνο συνόδευε τη μαρτυρία της τραγουδίστριας στωικά και ειρωνικά. Τώρα που ο ίδιος ο Ρούφους δεν είχε πού να πάει γιατί το σπίτι μου έπεσε και δεν μπορώ να μένω πια εκεί-, άκουγε το στίχο και το ύφος της τραγουδίστριας κι αναρωτιόταν πόσοι άλλοι είχαν προχωρήσει πέρα από το κενό και τον τρόμο που βρίσκονταν τώρα μπροστά του. (από την σελ. 68 του βιβλίου)
Μια άλλη χώρα ευαγγελίζεται ο Τζέϊμς Μπάλντουιν στο μυθιστόρημά του. Μια χώρα χωρίς διακρίσεις φυλετικές, σεξουαλικές. Γι αυτό και πυρπολεί τους ήρωές του με έντονα πάθη και τους αναγκάζει να βγάλουν τις μάσκες του φύλου και της φυλής τους και να ξαναδούν τον κόσμο με τα μάτια της αγάπης και της τρυφερότητας. Οι πέντε ήρωές του είναι καλλιτέχνες, μαύροι και λευκοί. Ένας μαύρος ντράμερ ο Ρούφους, η αδελφή του η Άιντα, τραγουδίστρια των μπλούζ την οποία λατρεύει ο Βιβάλντο, ο συγγραφέας Ρίτσαρντ, ο Έρικ, ένας ηθοποιός που ευτοεξορίζεται στη Γαλλία.
Ο Ρούφους θα βιώσει τη μοναξιά και τη βία της πόλης στους άδειους μελαγχολικούς δρόμους σέρνοντας πίσω του μια παθιασμένη γι αυτόν λευκή, την Λεόνα. Η Άιντα θα βρει κοντά στον Βιβάλντο μια τρυφερότητα που δεν θα μπορέσει να την αντέξει. Ο Έρικ θα εγκαταλείψει τον Ύβ που κοιτάζει συνεχώς τον κόσμο με δυσπιστία. Ο Ρίτσαρντ θα εκδώσει τα βιβλία του με επιτυχία στις πωλήσεις αλλά θα τον τρώει το σαράκι της «λογοτεχνικής καταξίωσης».
Όλοι τους κινούνται ανάμεσα στο φτωχό επιθετικό Χάρλεμ και το μποέμικο ερωτικό Γκρίνουιτς Βίλατζ. Μεθάνε σε καπνισμένα μπαρ, κοιμούνται σε ταράτσες, αναζητάνε ο ένας την αλήθεια του άλλου. Τους ακολουθεί τους ο ήχος της πόλης, μιας μόνιμη τζαζ υπόκρουση, με τις σπαρακτικές φωνές της Μπέσι Σμιθ και της Μπίλι Χόλιντει και της Μαχάλια Τζάκσον. Το δραματικό φινάλε, με τις αποκαλύψεις της Άιντα, απογειώνει το μυθιστόρημα στην πιο δυνατή στιγμή του.
Γραμμένο στην Κωνσταντινούπολη, το 1961, το μυθιστόρημα Μια άλλη χώρα αναστάτωσε το λογοτεχνικό κατεστημένο της Αμερικής. Ο Μπάλντουιν κέρδισε βραβεία, επιχορηγήσεις, υποτροφίες, παρασημοφορήθηκε από την Λεγεώνα της Τιμής. Μα πάνω απ’ όλα κέρδισε την αγάπη των αναγνωστών γιατί ο μαυροαφρικανός οργισμένος συγγραφέας δεν έπαψε ποτέ να αγωνίζεται για τις ψυχές των ανθρώπων και το διαχρονικό του σε σημασία έργο κερδίζει ακόμη αναγνώστες σε μια εποχή νέων φυλετικών και θρησκευτικών συγκρούσεων.
Πηγή
Θεόδωρος Γρηγοριάδης, από το site της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Σερρών (http://www.serrelib.gr)
 ***
«Σε κρατάνε εδώ επειδή είσαι μαύρος, ενώ διατυμπανίζουν ανοησίες για τη χώρα της ελευθερίας και την πατρίδα των γενναίων... Μερικές φορές θα 'θελα να μπορούσα να γίνω μια μεγάλη γροθιά και να κάνω αυτή την ελεεινή χώρα σκόνη. Μερικές φορές πιστεύω ότι δε δικαιούται να υπάρχει».

«Ένας από τους λίγους πραγματικά απαραίτητους Αμερικανούς συγγραφείς».
(«Saturday Review»)

«Μια σχεδόν αβάσταχτη, ταραχώδης εμπειρία που κάνει το αίμα σου να βράζει».
(«Washington Post»)


 
Ο James Baldwin, σε νεαρή ηλικία (Πηγή)

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Dimitris Laletas (1964 - 2011), a tribute



 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΑΛΕΤΑΣ (1964-2011), ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΖΩΓΡΑΦΟ
Προλεγόμενα
Ο Δημήτρης Λαλέτας, ο ζωγράφος, ο μεταφραστής, ο καλλιτέχνης έφυγε για να περπατήσει την Οδό Ονείρων ένα βράδυ του Μαρτίου του 2011. Έτσι, ξαφνικά, με τον ερχομό της άνοιξης, έφυγε από κοντά μας και πήγε να συναντήσει άλλους ομότεχνούς του εκεί ψηλά στο Σείριο.
Για το ευγενικό παιδί που στα 25 του ήρθε από την Αλεξανδρούπολη στην Αθήνα κουβαλώντας όλα του τα όνειρα και τις επιθυμίες, έγραψαν φίλοι και γνωστοί. Ο πρόωρος θάνατός του δεν στέρησε απλά την τέχνη από ένα δημιουργό αλλά από όσους τον αγάπησαν και από όσους θα τον αγαπούσαν ένα φίλο. Το πάθος του για τη ζωγραφική, ο αλτρουισμός του, η εργατικότητά του, η προθυμία του, η πνευματικότητά του, με μια λέξη η Παιδεία του, περιγράφονται και υμνούνται στα κείμενα της οικογένειας των φίλων του· γιατί ο Λαλέτας είχε δημιουργήσει μια οικογένεια φίλων. Με σεβασμό στη μνήμη τούτου του καλλιτέχνη, θα προσπαθήσουμε να δώσουμε ένα πορτρέτο του. Εξάλλου ο ίδιος σε ερώτηση γιατί είχε επιλέξει να ζωγραφίζει κυρίως πορτρέτα, δήλωνε: «Μα τα πρόσωπα είναι το παν».


Γνωρίζοντας το ζωγράφο Δημήτρη Λαλέτα (1964-2011)
Μια αυτοβιογραφία του Δημήτρη Λαλέτα σίγουρα θα έλυνε πολλά προβλήματα και θα μας οδηγούσε σε ένα καλύτερο ξετύλιγμα της ζωής και του έργου του. Δεν γνωρίζουμε ας πούμε πότε άρχισε να ζωγραφίζει. Αλλά ο ίδιος έτσι λιγομίλητος και σεμνός καθώς ήταν δεν θα μπορούσε να μας πει περισσότερα. Θα αρκεστούμε λοιπόν σε μια ιχνογράφηση του πορτρέτου του με οδηγούς τα χρωματισμένα χαρτόνια του, τις τέμπερές του, τα λάδια του, τις ακουαρέλες του και τα σχέδιά του.
Ο Δημήτρης Λαλέτας, γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη στις 14 Οκτωβρίου του 1964. Στην ηλικία των 25 ετών, το 1990, ήρθε στην Αθήνα. Αυτοδίδακτος, με περισσή αγάπη για τη ζωγραφική, έγινε ο ζωγράφος του περιοδικού και των εκδόσεων Οδός Πανός σχεδιάζοντας το σήμα τους με τον Πάνα. Εργάστηκε 20 χρόνια στις ομώνυμες εκδόσεις και ήταν η καλλιτεχνική ψυχή, το ήθος, η τέχνη, η ευγένεια των εκδόσεων.
Παρουσίασε τη δουλειά του στην πρώτη του ατομική έκθεση το 1992 που έγινε στην Ελληνοαμερικανική Ένωση. Συνέχισε να παρουσιάζει τη δουλειά του σε ατομικές εκθέσεις στο Μπιλιέτο Παιανίας, στην Ελληνοαμερικάνικη Ένωση, στην Βαβέλ, αλλά και σε ομαδικές στις γκαλερί Κ-Art και Βαβέλ. Την τελευταία του σειρά έργων που παρουσίασε, την ονόμασε Νυχτερινά, όπου στο σκότος απεικονίζονται άλογα με τους αναβάτες να τα κρατούν από το χαλινάρι. Ζωγραφική του και σχέδια χρησιμοποιήθηκαν για εξώφυλλα βιβλίων και δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά LIFO, Symbol κ.α. Ήταν μόνιμος συνεργάτης στη Βιβλιοθήκη-Καταφύγιο θηραμάτων, στην Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία, από τον Μάρτιο του 2009. Πέρα από τη ζωγραφική ο Δημήτρης Λαλέτας ασχολήθηκε και με τη μετάφραση. Μετέφρασε για λογαριασμό των εκδόσεων Οδός Πανός Εγγλέζικα κυρίως συγκροτήματα χωρίς να εισπράξει ποτέ κάποια αρνητική κριτική.
Ο Δημήτρης Λαλέτας διέπρεψε στην προσωπογραφία, αλλά με το πηγαίο ταλέντο του δοκίμασε και δοκιμάστηκε και σε άλλα είδη. Με επιρροές από τον Γιάννη Τσαρούχη αλλά και τον Λούσιαν Φρόυντ, έναν ζωγράφο που αγάπησε πολύ θα προχωρήσει ο Δημήτρης. Στα έργα του απεικονίζει πρόσωπα αντρών, γυναικών, παιδιών. Πορτρέτα φίλων, λαϊκών αντρών, παιδιών, αλόγων. Με προσανατολισμό και πάθος για την παραστατική ζωγραφική σε μια εποχή που όλοι αρέσκονται να χρησιμοποιούν σύγχρονα μέσα, να αγνοούν το σχέδιο, αυτό τόσο αρχαίο, σπουδαίο και βασικό εργαλείο της ζωγραφικής και να περιορίζονται σε πασαλείμματα πιστεύοντας ότι έτσι γίνονται μοντέρνοι και αναγνωρίσιμοι. Ο Αλέξανδρος Ασωνίτης σε σημείωμά του για τη δουλειά του Λαλέτα επισημαίνει: «Μια σύσπαση στο πρόσωπο, η ίδια η κατατομή του, το βάθος κάθε βλέμματος, τα μαλλιά, οι ρυτίδες, δίνουν περισσότερες πληροφορίες από οποιαδήποτε βιογραφία, από οποιαδήποτε περιγραφή και κρίση». Αλλά και φύση δεν λείπει από τα έργα του γιατί μεγάλωσε στην Αλεξανδρούπολη όπου ο Φάρος της και τα γύρω χωράφια, τα δέντρα, τα ποτάμια, με το Δέλτα του Έβρου, το λιμάνι της δεν απείχαν πολύ.
Ο Δημήτρης Λαλέτας έφυγε πρόωρα από τη ζωή στις 31 Μαρτίου 2011. Νοσηλευόταν στο νοσοκομείο της Αλεξανδρούπολης, κοντά στη μητέρα του, χτυπημένος από καρκίνο. Η βιβλιοθήκη του με τα σπάνια βιβλία από ελληνικές και ξένες εκδόσεις και όλα τα ζωγραφικά του έργα που δεν είχε παρουσιάσει πέρασε στα χέρια της Οδού Πανός. Εν συνεχεία η βιβλιοθήκη του δωρήθηκε στο «Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη» στον Πειραιά.
Η πρώτη έκθεση μετά το ταξίδι του Δημήτρη στο Σείριο -που ως γνωστόν υπάρχουνε παιδιά, οργανώθηκε από φίλους στο βιβλιοπωλείο Φαρφουλάς, Μαυρομιχάλη 18, στην Αθήνα από 22 Νοεμβρίου έως 10 Δεκεμβρίου 2011. Η έκθεση περιελάμβανε 13 πίνακες και ημερολογιακά σχέδιά του από όλες τις περιόδους.
Η δεύτερη έκθεση ζωγραφικής με έργα του πρόωρα χαμένου Δημήτρη Λαλέτα με τίτλο, Δημήτρης Λαλέτας (1964-2011): Το ταξίδι. Αλεξανδρούπολη-Αθήνα-Αλεξανδρούπολη. διοργανώνεται από το Hellenic American College σε συνεργασία με το Περιοδικό και τις Εκδόσεις Οδός Πανός από 16 Σεπτεμβρίου ως τις 12 Οκτωβρίου 2013. Η έκθεση πραγματοποιείται στην Γκαλερί της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, Μασσαλίας 22, στην Αθήνα. Η έκθεση που περιλαμβάνει περισσότερους από 50 πίνακές του οι οποίοι συγκεντρώθηκαν από διάφορα ιδρύματα και συλλέκτες, παρουσιάζει το εύρος του έργου του. 


ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
  • The Rolling Stones, Οδός Πανός, 1998
Μεταφράσεις
  • Nico, Οδός Πανός, 1995
  • Συλλογικό έργο Pink Floyd, Οδός Πανός, 1999
  • Αθανασόπουλος, Θανάσης, Bjork, Οδός Πανός, 1998
  • Συλλογικό έργο, Nirvana, Οδός Πανός, 1997
  • The doors, Οδός Πανός, 1997
  • Queen, Οδός Πανός, 1995
  • Κωνσταντέλλου, Λένα, Τζάνις Τζόπλιν, Οδός Πανός, 1995
  • Morrissey, Οδός Πανός, 1994
  • Bryan Adams, Οδός Πανός, 1993
  • Συλλογικό έργο, R.E.M., Οδός Πανός, 1993
  • The Cure, Οδός Πανός, 1993
  • Συλλογικό έργο, Bauhaus, Οδός Πανός, 1992
  • The Sisters of Mercy, Οδός Πανός, 1992
Εικονογραφήσεις
  • Αντωνίου, Σταύρος Κ., Η πόλη των ηρώων, Οδός Πανός, 1990
Πηγές και σημειώσεις:

Για τη σύνταξη του βιογραφικού και της εργογραφίας του Δημήτρη Λαλέτα αντλήθηκαν στοιχεία από τις εξής πηγές:
- Περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 156, αφιέρωμα στο Δημήτρη Λαλέτα
- Περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 152-153
- Το site της υπηρεσίας του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ), Βιβιονέτ (www.biblionet.gr)
Οι φωτογραφίες του Δημήτρη Λαλέτα στην παρόν αφιέρωμα είναι από το Περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 156 και από την ιστοσελίδα του προφίλ του Δημήτρη Λαλέτα στο Facebook.
Από την αγορά απουσιάζει μια μονογραφία του Δημήτρη Λαλέτα, έτσι δεν είναι εφικτό να αναγραφούν οι τίτλοι, το υλικού και οι διαστάσεις των έργων του.


ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΑΛΕΤΑ
Δημήτριος Λαλέτας (1964-2011), του Χρήστου Παρίδη
«Τώρα που έφυγε, τόσο νωρίς, καταλαβαίνω γιατί δεν περνούσε λεπτό που να μη ζωγραφίζει. Έμπαινες στο βιβλιοπωλείο της "Οδού Πανός" στη Διδότου, στα Εξάρχεια, και ο Δημήτρης ήταν πάντα σκυμμένος πάνω από ένα χαρτί και με τα κραγιόνια του πάλευε να προλάβει. Ναι, αυτό έκανε… Προσπαθούσε να προλάβει να ζωγραφίσει όσο πιο πολύ γινόταν. Τώρα πια είμαι βέβαιος. Ζωγράφιζε ακατάπαυστα, κι εμείς, οι φίλοι του, που κάποια μεσημέρια πηγαίναμε και θρονιαζόμασταν εκεί, τον αποσπούσαμε, τον καθυστερούσαμε. Αλλά, πώς να μην ήθελες την παρέα του; Είχε χιούμορ, κριτικό πνεύμα, είχε γνώση. Πάνω απ’ όλα, ήταν ένας πιστός και καλός φίλος. Πολύτιμος συνεργάτης του Γιώργου Χρονά, ο οποίος του εμπιστευόταν τα τελευταία είκοσι χρόνια όλες τις εργασίες των εκδόσεών του. Η ψυχή και τα χέρια της Οδού Πανός. Σεμνός, σχεδόν ντροπαλός, διαθέσιμος να συνεισφέρει ανά πάσα στιγμή. Αφοσιωμένος στην τέχνη του, εξαιρετικός και αυτοδίδακτος ζωγράφος στην παράδοση του Τσαρούχη, είχε τα τελευταία χρόνια κατασταλάξει σε ένα προσωπικό στυλ και δεν είναι τυχαίο ότι όλο και πιο συχνά του ζητούσαν να εικονογραφήσει βιβλία και έντυπα. Είχε επανειλημμένως ζωγραφίσει για κάποια αφιερώματα της LifΟ αλλά και για το λογοτεχνικό ένθετο «Βιβλιοθήκη» της «Ελευθεροτυπίας».
Μέχρι που ήρθαν τα κακά μαντάτα μιας αναπάντεχης κι ανελέητης επίθεσης στην υγεία του. Κράτησε ελάχιστα η «περιπέτειά» του, όπως τη χαρακτήρισε την τελευταία φορά που μίλησα μαζί του στο τηλέφωνο. Μια περιπέτεια που έληξε άδοξα και υπερβολικά σύντομα. Θα τον θυμόμαστε ως ένα από τα πιο ταλαντούχα και καλόκαρδα παιδιά της Αθήνας. Κι ας ήταν από την Αλεξανδρούπολη, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή…»
Πηγή

Χρήστος Παρίδης, αναδημοσίευση από το περιοδικό LifΟ, www.lifo.gr


ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, του Ερρίκου Σοφρά
Μια νύχτα τον έφερε μαζί του ο Γιώργος από μια πόλη της Θράκης, του Βορρά. Ήταν σιωπηλός και περίλυπος σαν τα αγόρια του Τσαρούχη μπρος στα ανοιχτά παράθυρα, σαν εκείνο με το πένθος στο μπράτσο. Πήγε και κάθισε στο ξύλινο τραπέζι και ζήτησε λαδομπογιές και φύλλα χαρτιού. Έσκυψε τότε και ζωγράφισε μορφές γεμάτες υγεία και συστολή, λουόμενους και πυγμάχους, εκπαιδευτές αλόγων και αθλητές που κουράστηκαν.
Με παχιά στρώση μπογιάς και χρώματα αισθησιακά, ζωγράφιζε πορτρέτα που αναστατώνουν, σώματα πολύ υπαρκτά. Με ένταση και ανθρωπιά, ζωγράφιζε ζώα καρτερικά και τοπία που ζήσαμε, πηγές και ουρανούς.
Νυχτώνει απότομα εδώ που βρίσκομαι. Μες στο μισόφωτο ξεφυλλίζω το φθαρμένο πολύτιμα βιβλίο του Αρβανιτόπουλου για τις γραπτές επιτύμβιες στήλες της Μαγνησίας: αρχαία ζωγραφική και δάκρυα για το Σταρόνικο που πέθανε στη ξενιτιά, για τον Αριστικλή με το μικρό δούλο, για τον όμορφο Δημήτριο σε ρόδινο φόντο.
Φίλε, φίλε ευψύχει.
Πηγή

Ερρίκος Σοφράς, αναδημοσίευση από το περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 156, σελ. 9.


Η τελευταία αυτοπροσωπογραφία, του Γιάννη Ε. Στάμου
Γεννήθηκε πριν 48 χρόνια στην Αλεξανδρούπολη, και έφυγε το τελευταίο βράδυ του Μαρτίου. Ο Δημήτρης Λαλέτας, ο Δημήτρης των εκδόσεων Οδός Πανός, ο ζωγράφος που μας έδινε έμπνευση, για να ντύσουμε με λέξεις τα δικά μας, πολύτιμα όνειρα.
Τον πρωτοείδα ένα απόγευμα στο βιβλιοπωλείο της Οδού Πανός στη Διοδότου 39.
Καθισμένος πίσω από ξύλινο γραφείο και έχοντας ένα πρόχειρο χαρτί, έδινε ζωή σε έναν άλλο, δικό του κόσμο, σπάνιο και μοναδικό. Η είσοδός μου σήμανε το τσαλάκωμα του χαρτιού και ένα απότομο ξύπνημα.
Το πρόσωπο που αντίκρισα, διάφανο και καθαρό, μετέδιδε ήθος και ευγένεια πέρα από κάθε αμφιβολία. Έκτοτε, κάθε φορά που τον έβλεπα, συνειδητοποιούσα την πηγή αυτής της λάμψης. Αλτρουισμός, εργατικότητα, προθυμία, πνευματικότητα, με μια λέξη Παιδεία, εκείνη που δεν διδάσκεται αλλά ενυπάρχει σε ένα σπάνιο είδος ανθρώπων.
Τον δημιουργό, Δημήτρη Λαλέτα τον γνώρισα από τα σχέδια που φιλοτεχνούσε για το καταφύγιό μας, τη «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας. Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη, καθώς το ταλέντο συνήθως αντιμάχεται την μετριοπάθεια, την ψυχική ισορροπία και την ευθύτητα, τα χαρακτηριστικά που διέθετε πλούσια ο Δημήτρης.
Αργότερα έμαθα για τις ατομικές εκθέσεις, τις μεταφράσεις, τα δεκάδες έργα, τις συνεργασίες με περιοδικά και ομότεχνους, τη μεγάλη συλλογή βιβλίων και τη σχεδίαση του εμβληματικού Πάνα.
Αυτός ο άνθρωπος ήξερε να μην κραυγάζει το ταλέντο του και με την ίδια αγάπη που πουλούσε βιβλία, ζωγράφιζε. Η ζωγραφική του ήταν οξυγόνο ζωής και όχι κραυγών. Ματαιοδοξία και φιλαυτία ήταν άγνωστες λέξεις. Ένας πραγματικός καλλιτέχνης. [...]
Πηγή

Γιάννης Ε. Στάμος, αναδημοσίευση αποσπάσματος από το περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 156, σελ. 7-8.


Όπως ο Μύρης, του Διονύση Στεργιούλα
Ο Δημήτρης Λαλέτας (1964-2011) έφυγε γρήγορα από τη ζωή και πήρε μαζί του στον άλλο κόσμο μία μοναδική ευαισθησία και ένα βλέμμα διερευνη-τικό, που απομάκρυνε από τα πρόσωπα την ομίχλη και τη σκοτεινότητα και τα παρέδιδε στα έργα του αναγεννημένα, χωρίς συναισθηματικό φορτίο, προ-ορισμένα να ζήσουν μέσω της τέχνης για πάντα.
Από τότε που ήταν έφηβος και ζούσε στην Αλεξανδρούπολη, σχεδίαζε, με μολύβι και μελάνι, πρόσωπα και αντι-κείμενα, λουλούδια μέσα σε ανθο-δοχεία, ζώα που συγκατοικούν με ανθρώπους. Αρχικά επηρεάστηκε πολύ από έργα της ελληνικής λαϊκής τέχνης και από την πρώτη περίοδο του Γιάννη Τσαρούχη. Κάποια έργα του, που μοιάζουν με μιμήσεις του Τσαρούχη, ανάγονται στην περίοδο που ο Λαλέτας εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ακολούθησαν συνθέσεις με άλογα και οικογενειακές σκηνές που παραπέμπουν, θεματικά και σκηνοθετικά, σε επιτύμβιες στήλες της κλασικής εποχής. Επίσης, πορτρέτα νέων ανδρών, που ίσως αποτελούσαν ένα είδος εξιδανίκευσης της πατρικής μορφής. Ο πατέρας του πέθανε όταν ο ζωγράφος ήταν δεκαέξι ετών.
Προς το τέλος της δεκαετίας του 1990 άρχισε να μελετά μέσα από βιβλία το έργο και την τεχνική του Lucian Freud, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί σημαντικά από τον τρόπο έκφρασης του μεγάλου αυτού ζωγράφου, τον οποίο θαύμαζε ανεπιφύλακτα. Ένας από τους Έλληνες ζωγράφους που εκτιμούσε ως καλλιτέχνη και άνθρωπο, ήταν ο Λάμπρος Άλας. Μια φορά είχαμε επισκεφθεί μαζί το ατελιέ του, για να τον γνωρίσω και να δω έργα του. Ο Άλας του είχε πει ότι αν ότι αν θέλει να γίνεται όλο και καλύτερος ζωγράφος, θα πρέπει να εξασκείται στο σχέδιο ασταμάτητα και όχι να αναλώνει όλη του την ενέργεια ζωγραφίζοντας μόνο έργα με χρώμα.
Ο Λαλέτας είχε εικονογραφήσει πολλά βιβλία των εκδόσεων Οδός Πανός και δεκάδες τεύχη του ομώνυμου περιοδικού. Έργα του δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Lifo, στο ένθετο της Ελευθεροτυπίας Le Monde Diplomatique και σε άλλα γνωστά έντυπα. Ο Πάνας στο σήμα των εκδόσεων Οδός Πανός και ο Ίκαρος δίπλα στον τίτλο της Βιβλιοθήκης της Ελευθεροτυπίας είναι δικά του σχέδια. Για το βιβλίο μου Οι Μαθητευόμενοι της Οδύνης (1995) είχε φτιάξει περίπου είκοσι μικρά σχέδια, από τα οποία χρησιμοποιήθηκαν τότε μόνο τα τέσσερα. Ακόμη, θυμάμαι και αναφέρω ενδεικτικά τις εξαιρετικές προσωπογραφίες του στα αφιερώματα του περιοδικού Οδός Πανός για τον Παπαδιαμάντη και τον Καβάφη.
Επειδή ετοίμαζα μία μελέτη για το ποίημα του Καβάφη Μύρης -Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ., του είχα ζητήσει να φανταστεί τον αφηγητή του ποιήματος και φίλο τού Μύρη στον διάδρομο του χριστιανικού σπιτιού και να αποδώσει σε τέμπερα, εάν μπορούσε, την αίσθηση της ταπείνωσης στο πρόσωπό του, τη στιγμή που οι παρευρισκόμενοι τον κοιτούν περιφρονητικά. Μου είχε πει ότι είχε αρχίσει να το επεξεργάζεται. Όμως η αρρώστια είχε προχωρήσει και ο Δημήτρης Λαλέτας, όπως οι πρωταγωνιστές των ποιημάτων του Καβάφη, έσβησε αθόρυβα, όπως η φλόγα ενός κεριού, στην Αλεξανδρούπολη.
Όπως ο Μύρης, που κατάφερε να διατηρήσει ακέραια, σε ένα δύσκολο περιβάλλον, το πνεύμα και την ευαισθησία του, έτσι και ο Λαλέτας διατήρησε την καλοσύνη και το ταλέντο του στη ζωγραφική, ενώ παράλληλα απέκτησε πραγματικούς φίλους στον δύσκολο και συχνά ακραία ανταγωνιστικό χώρο των «πνευματικών ανθρώπων».
Πηγή

Διονύσης Στεργιούλας, αναδημοσίευση από το περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 156, σελ. 10-11

Ο Δημήτρης Λαλέτας (1964-2011) και η ζωγραφική διαμόρφωση, του Χάρη Μεγαλυνού
Θα ήταν αργολογία, ου μην αλλά και πλεονασμός, αν υψώνονταν τα μάτια στο ζωγραφικό έργο του Δημήτρη Λαλέτα, το αντικρίζαμε με τις διόπτρες εκείνων που θέλουν πίσω από το σχέδιο, το χρώμα ή την τεχνοτροπία, να ανακαλύπτουν πάντα κάποια δυσοίωνα τεκμήρια που, σε αυτή την περίπτωση τουλάχιστον, συνέπεσαν με την συντομία της γήινης ζωής του δημιουργού τους.
[...] Δεν θέλω να πω ότι απουσιάζοντας αρκετά χρόνια και μη γνωρίζοντας το ενδιάμεσο έργο του, έμεινα στη γοητεία και τη δροσιά των πρώτων του έργων, έτσι καθώς κάπως άτσαλα και αμέθοδα έβγαιναν τότε από το χρωστήρα του. Μήτε ότι η διαφορά από τα τότε έργα του ήταν ταυτόχρονα και η διαφορά η δική μου με τον αλλοτινό μου εαυτό. Το βέβαιο είναι ότι ο ζωγράφος τράβηξε το δικό του δρόμο, εμπλουτίζοντας την παλέττα του μ' έναν καινούργιο τρόπο που έκανε τα πρώτα του έργα να μοιάζουν πιο ναΐφ και την κόντρα εκείνης της αφελέστερης, νεανικής τεχνοτροπίας με την μεταγενέστερη πιο έντονη και πυκνή.
Τα έργα του τώρα γίνονται πιο τεχνικά, περισσότερο απαισιόδοξα. Η τεχνοτροπία τους παρ' όλο αναγνώριζες τη «φωνή» και την τεχνοτροπία του Λαλέτα, ήταν περισσότερο ενήλικη, ραγισμένη από την άλλη, απρόσμενη ταραχή.
Η μνηνειακότητα εκείνων των παλιών άτεχνων κούρων έδινε τη θέση της σε πρόσωπα που είχαν γνωρίσει τον πόνο και την μοναξιά, σε σώματα που σαν να είχαν πάνω τους χαραγμένη την πρόγευση του θανάτου. Τα καινούργια έργα ήταν άγρια, πιο ρωμαλέα απ' τα πρώτα, πιο σίγουρα για τον εαυτό τους, αλλά ταυτόχρονα πιο φασματικά, περισσότερο στραμμένα πάνω σ' ένα πρόβλημα που βασάνιζε και τα ξεπερνούσε. Δεν ξέρω αν θα μπορούσε να μελετηθεί αυτή η μεταστροφή του ζωγράφου, αν θα είχε κάποια αξία από μόνη της και εάν στο μεταξύ κάποιος πιο ειδικός από μένα, έχει ήδη ετοιμάσει την αποτίμηση ενός έργου πού, ενώ διακόπηκε τόσο απότομα απ' τον θάνατο, μοιάζει να συνεχίζεται – καθώς αδημοσίευτα έργα του ανακαλύπτονται – σε μια πορεία χιλιομέτρων. [...].
Πηγή:

Χάρης Μεγαλυνός, Αθήνα 10 Απριλίου 20012, αναδημοσίευση αποσπάσματος από το περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 156, σελ. 5-6


Στα μισά του δρόμου, του Κώστα Ι. Σπυριούνη
Στον σύντομο βίο του, περπάτησε μαζί μας χωρίς ούτε για μια στιγμή, να δυσκολέψει τον δρόμο μας. Περπάτησε τόσο διακριτικά κοντά μας ο αγαπημένος μας φίλος Δημήτρης Λαλέτας.
Χαμήλωνε τα μάτια του, μιλούσε λίγο και με δυσκολία. Σαν χθες η πρώτη μας συνάντηση, στην πλατεία Κοραή, κάτω από ένα υπέροχο Αττικό φως. Νωρίς εκείνο το απόγευμα εγώ και ο Χάρης Μεγαλυνός, είδαμε από μακρυά να πλησιάζουν ο Γιώργος Χρονάς και ο Δημήτρης Λαλέτας. Αν και ήταν τόσο νέος, έδειχνε άντρας! Είμασταν οι πρώτοι που τον καλωσορίσαμε στην Αθήνα. Νοιώσαμε πολλά γι' αυτόν, χωρίς να μας μιλήσει σχεδόν για τίποτε. Έγινε δικός μας άνθρωπος κι είχαμε τη βεβαιότητα ότι θα ήταν για πάντα εκεί!
Ζωγράφιζε ασταμάτητα πρόσωπα και σώματα, ποδοσφαιριστές και μελαγχολικούς καπνιστές, νέους κολυμβητές σε κλειστά δωμάτια, σε κρεβάτια και αναπαυτικές πολυθρόνες.
Χρόνια πριν αποφασίσαμε να ζωγραφίσουμε ο ένας τον άλλον! Πόζαρε μ' ένα λευκό φανελάκι και του έκανα ένα σχέδιο. Άραγε να υπάρχει κάπου ακόμη; Εκείνος, με ζωγράφισε καθισμένο και στο φόντο, ένα βάζο με δυο λαμπάδες της Λαμπρής.
Μάλλον, του είπα, μου εύχεσαι έναν μεγάλο έρωτα για για του χρόνου το Πάσχα! Γελάσαμε.
Τα χρόνια πέρασαν και η ζωή μας απομάκρυνε λίγο.
Ύστερα, όλα έγιναν τόσο γρήγορα.
Μια σύντομη ασθένεια σήμανε το τέλος! Επέστρεψε στην πατρίδα του, την Αλεξανδρούπολη και κοίταζε τη μητέρα του στα μάτια.
Στα Παλιά Μνήματα, σ' αυτό το κοιμητήριο, εκεί... μας είπε ο Γιώργος.
Δημήτρη, θα σε αναζητά πάντα η καρδιά μας.
Πηγή:

Κώστας Ι. Σπυριούνης, Αθήνα, αναδημοσίευση από το περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 156, σελ. 31 
 

Δημήτρης Λαλέτας, ένα φωτεινό κυκλάμινο, δίπλα μας, του Κωνσταντίνου Μπούρα
Ένα μετέωρο χωρίς σκιά πέρασε ανάμεσά μας, και δεν το προσέξαμε. Γιατί είμαστε τόσο εθισμένοι στο σκοτάδι, τόσο αλλοτριωμένοι από την σκληρότητα και την κακία που μας περιβάλει καθημερινώς, που η ευγένεια της ψυχής, η απλότητα και η ανεπιτήδευτη χάρη μάς αφήνουν ενεούς. Ειδικά για έναν ταλαντούχο ζωγράφο που δε μιλάει συνεχώς για το έργο του ή δεν σωπαίνει τεχνηέντως όταν έρχεται η κουβέντα στα επιτεύγματα των άλλων, τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο δύσκολα. Γιατί μάθαμε να ταυτίζουμε τη ναρκισσιστική σπουδαιοφάνεια και το αφ' υψηλού ύφος με το από καθέδρας αλαζονικό παραλήρημα πανεπιστημιακών δασκάλων, που θα κόβονταν αν εξετάζονταν στα μαθήματα του πρώτου έτους οποιουδήποτε εκπαιδευτικού ιδρύματος που τιμάει την παράδοσή του.[...]
Μέσα σε αυτή την ομιχλώδη και τοξική περιρρέουσα ατμόσφαιρα του πάλαι ποτέ κλεινού άστεος, κατέφθασε με μια βαλίτσα ζωγραφικές προσευχές ο Δημήτρης Λαλέτας και λειτούργησε ως φωτεινό κυκλάμινο, ως υψιπετές χαμολούλουδο, ως δροσιά σε εποχές καύσωνος και ως θάλλον δένδρο, σε εποχές που τα άλλα έριχναν τα φύλα τους για να περάσουν οι άναυλες δημοσιότητες της μιας μέρας. Μέσα στη νύχτα των σκληρά αμειβώμενων πόθων, ο καλός μας ζωγράφος όρθωσε το ανάστημά του κι απάντησε με τον δικό του γαλήνιο και ηλιόλουστο τρόπο, υποτονθορύζοντας χρώματα κι εκβάλλοντας μουσικές στο Δέλτα του Νείλου ενός καβαφικού Παρνασσού βρίθοντος θάμβους. [...]
Πηγή

Κωνσταντίνος Μπούρας, αναδημοσίευση αποσπάσματος από το περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 156, σελ. 18-19


Το μάθημα γεωγραφίας του Δημήτρη, του Γιώργου Χρονά
Στο βασικό μάθημα της γεωγραφίας και της ιστορίας στο Γυμνάσιο, για την Αλεξανδρούπολη, συγκράτησα την απόσταση από την πόλη μου, τον Πειραιά, και τον Φάρο της.
Τον φανταζόμουνα μεγαλειώδη, μέρα-νύχτα να στέλνει τα φωτιστικά του μηνύματα στους ναυτιλλομένους. Μια σφίγγα-γοργόνα που εκπέμπει αδιάλειπτα. Ένα σημάδι ζωής στην τρικυμία ή την καταιγίδα.
Όταν το καλοκαίρι του 1990, ο Δημήτρης Λαλέτας στην πόλη του, με οδήγησε στη βάση του, τον θαύμασα και έγινε το σήμα μου στη ζωή. Άρχισα να μελετώ ό,τι είχε σχέση με τους φάρους, τους φαροφύλακες, τη μοναξιά, το χάος.
Δεν ήταν μόνο ο Φάρος γι' αυτόν, που άθελά του με είχε οδηγήσει στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, αλλά και τα στρατόπεδα στη Σαμοθράκη, το Δέλτα του Έβρου, τα στενά της πόλης με τα λαμπρά παλιά σπίτια με τους κήπους, τα νεώτερα ασχημόπαπα, οι καφετέριες, ο Ναυτικός Όμιλος...
Τον είδα ένα βράδυ να να αεβάζει πυρετό κι ήτανε θέρος. Ένα πρόσωπο σε έργο του Μοντιλιάνι, ο Λόρκα, ο Χριστός. Περιστέρι. Πρόβατο επί σφαγήν.
Τον παρακολούθησα 21 χρόνια να διαμορφώνει τέχνη, πολιτισμό, ζωή, εργασία, σιωπή, σοβαρότητα. Συγκράτησα τη φράση που μου απηύθυνε -μάθε να ξεχωρίζεις τους ανθρώπους από τα ζώα! Αγαπούσα τα ζώα περισσότερο.
Ο θεός μας τον πήρε κοντά του μια νύχτα. Την ώρα που έβγαινε η ψυχή του, για να πάει στο Σείριο -όπου υπάρχουν παιδιά, κι ο Χατζιδάκις- τινάχτηκα στον ύπνο μου. Με θυμήθηκε μέσα στη βιαστική και σιωπηλή του αναχώρηση. Στο περιοδικό αυτό, στα βιβλία μας, στα γραπτά μας, μέχρι να πεθάνουμε, θα τον περιέχουμε για πάντα. Ήταν κάτι μοναδικό. Ο τέλειος άνθρωπος που περιγράφει ο Πλάτων. Που τον βρήκαμε, αλλά μετά αυτός έγινε σύννεφο. Καπνός. Εχάθη.
Για να τον φανταζόμαστε αενάως.
Πηγή

Γιώργος Χρονάς, αναδημοσίευση από το περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 156, σελ. 32
 
Δείτε έργα του Δημήτρη Λαλέτα στο YouTube:  Εδώ








    
 













  
 







 


Αφίσα της έκθεσης με τίτλο, Δημήτρης Λαλέτας (1964-2011): Το ταξίδι. Αλεξανδρούπολη-Αθήνα-Αλεξανδρούπολη, που διοργανώνεται από το Hellenic American College σε συνεργασία με το Περιοδικό και τις Εκδόσεις Οδός Πανός από 16 Σεπτεμβρίου ως τις 12 Οκτωβρίου 2013 στην γκαλερί της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, Μασσαλίας 22, στην Αθήνα.
 Πρόσκληση της έκθεσης, Δημήτρης Λαλέτας (1964-2011): Το ταξίδι. Αλεξανδρούπολη-Αθήνα-Αλεξανδρούπολη, 

Αφίσα της πρώτης έκθεσης μετά το ταξίδι του Δημήτρη που οργανώθηκε από φίλους στο βιβλιοπωλείο Φαρφουλάς, Μαυρομιχάλη 18, στην Αθήνα, από 22 /11ου έως 10 / 12ου 2011.