Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

100 χρόνια από την κυκλοφορία του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» (À la recherche du temps perdu) του Μαρσέλ Προυστ (Marcel Proust)


 


«Εξάλλου η ζωή ενός ανθρώπου που γράφει ιστορίες μοιραία μοιράζεται στα γραπτά του, και μόνο ο Προυστ στον αιώνα μας μπόρεσε να απλώσει αυτή την τόσο σύντομη ζωή σε ένα τόσο μακρύ βιβλίο».
Μένης Κουμανταρέας

100 χρόνια Αναζήτησης του χαμένου χρόνου
Προλεγόμενα
Μιλώντας πρόσφατα με μια φίλη, φιλόλογο και συγγραφέα, μου έλεγε ότι πολλές φορές μιλάμε για μεγάλα έργα χωρίς να τα έχουμε διαβάσει καν, απλά γνωρίζοντας τα παραλειπόμενα γύρω από αυτά, αρθρώνουμε λόγο. Μιλούσαμε για έργα όπως το Πόλεμος και Ειρήνη του Τολστόι, τον Οδυσσέα του Τζόυς, τους Αδελφούς Καραμαζόφ του Ντοστογιέφσκι τον Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες του Μούζιλ, το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ, Το μαγικό βουνό του Τόμας Μαν, τα έπη του Ομήρου την Ιστορία του Θουκυδίδη κ. α. Συμφώνησα μαζί της. Δεν το προωθεί το θέμα του διαβάσματος και η εποχή, είπα. Αλλά και πότε το προωθούσε; Ανέκαθεν το κοινό που διάβαζε ήταν μικρό. Τώρα έχουμε και το διαδίκτυο που νομίζει κανείς πως ψευτοδιαβάζει αν πλοηγείται, και δεν ξέρει πως η πραγματική ζωή, σε όλες της τις εκφάνσεις, είναι έξω από αυτό.
Το Νοέμβριο λοιπόν του προηγούμενου χρόνου έκλεισαν εκατό χρόνια από την κυκλοφορία του μυθιστορήματος ποταμού του Μαρσέλ Προύστ, Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Ο Μαρσέλ Προυστ άρχισε να γράφει το μεγάλο δεκαπεντάτομο μυθιστόρημά του το 1907, σε ηλικία τριάντα έξι χρονών. Οι δύο πρώτοι τόμοι κυκλοφόρησαν το 1913 (τυπώθηκαν με έξοδα του συγγραφέα, αφού πρώτα πέντε εκδότες αρνήθηκαν το χειρόγραφο) και οι τελευταίοι το 1927, πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του. Με αφορμή λοιπόν αυτή την επέτειο των εκατό χρόνων, παραθέτουμε εδώ το κείμενο του Ε. Μ. Φόρστερ «Το δεύτερο μεγαλύτερο μυθιστόρημά μας;» που υπάρχει στον τόμο της συλλογής δοκιμίων του, Δυο ζητωκραυγές για τη δημοκρατία.
Να προσθέσουμε ότι στην Ελλάδα, το σπουδαίο τούτο έργο κυκλοφόρησε στην ιστορική μετάφραση του Παύλου A. Ζάννα από τις εκδόσεις Ηριδανός, στις αρχές της δεκαετίας του ’70 -οι πρώτοι τόμοι. Σήμερα στην ίδια πάντα μετάφραση, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας σε συνεργασία με το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών - Κέντρο Λογοτεχνικής Μετάφρασης. H μεταφραστική εργασία του Ζάννα βραβεύτηκε το 1974 με το ετήσιο βραβείο του Iδρύματος Hautvillers, στο Παρίσι, για την πιο αξιόλογη μετάφραση γαλλικού λογοτεχνικού έργου. 

  
Εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του τόμου Σόδομα και Γόμορρα

Το δεύτερο μεγαλύτερο μυθιστόρημά μας;
(του Ε. Μ. Φόρστερ)
Ο Προυστ ήταν γιος γιατρού. Γεννήθηκε το 1871 σε μια γαλλική εξοχική πόλη που έχει αποθανατίσει και παρουσιάσει σαν έναν παράδεισο αποκαλώντας της Κομπραί. Πήγε στο Παρίσι και άρχισε να συχνάζει στους λογοτεχνικούς και αριστοκρατικούς κύκλους, και το Παρίσι επίσης έχει αποθανατιστεί –με τρόπο που ο Δάντης αποθανάτισε την Κόλαση. Είχε κακή υγεία και έχει αποθανατίσει την αρρώστια. Αποσυρόμενος όλο και περισσότερο από τον κόσμο, προτιμώντας να κοιμάται τη μέρα, έχοντας κλειστεί σ’ ένα δωμάτιο απομονωμένο από τους ήχους με φελλό, δούλευε και δούλευε και πάλευε με τη βοήθεια της μνήμης να περάσει τις αισθήσεις του και τις εμπειρίες του σ’ ένα έργο τέχνης. Πέτυχε. Το τεράστιο μυθιστόρημα που ήταν το αποτέλεσμα αυτής της πάλης δεν είναι τόσο ζεστό ή τόσο ηρωικό ή τόσο μεγάλο σαν το Πόλεμος και Ειρήνη. Αλλά είναι ανώτερο σαν ένα καλλιτεχνικό επίτευγμα· είναι γεμάτο από αντηχήσεις, υπεροχές υπομνήσεις, έξυπνους παραλληλισμούς που γοητεύουν τον προσεκτικό αναγνώστη, και στο τέλος, και όχι πριν από το τέλος, συνειδητοποιεί ότι αυτές οι αντηχήσεις και οι παραλληλισμοί συμβαίνουν κατά κάποιον τρόπο μέσα σε έναν γιγαντιαίο καθεδρικό ναό· ότι το βιβλίο, που μας φαινόταν όταν το διαβάζαμε τόσο χωρίς συνοχή, έχει μια αρχιτεκτονική ενότητα και προκαθορισμένη μορφή.
Ο πρώτος τόμος κυκλοφόρησε το 1913. Το μυθιστόρημα αποτελούν συνολικά επτά τόμοι –επτά υπο-μυθιστορήματα, με τους ίδιους χαρακτήρες, και ατελείωτες παραπομπές από τον έναν στον άλλον. Ο Προυστ πέθανε πριν το έργο να έχει δημοσιευθεί ολόκληρο. Ως την τελευταία στιγμή υπαγόρευε, παλεύοντας ενάντια σε έναν υψηλό πυρετό, και μη θέλοντας να φάει τίποτα, πίνοντας μόνο παγωμένη μπύρα. Αυτό που έχει σημασία γι’ αυτόν δεν ήταν η ζωή, την οποία είχε βρει ικανοποιητική, αλλά η τέχνη, που μόνον αυτή μπορεί να δώσει σημασία στη ζωή. Στην τελευταία του μέρα, τον Νοέμβριο του 1922, στις τρεις η ώρα, κάλεσε τον γραμματέα του και του υπαγόρευσε ένα επιβλητικό απόσπασμα για το καθήκον του μυθιστοριογράφου να τη δουλειά του όπως θα έπρεπε να την κάνει, στηρίζοντάς την στους νόμους της καλοσύνης, της ευσυνειδησίας και της θυσίας που μοιάζει να απορρέουν από κάποιον άλλο κόσμο. Η προσπάθεια που κατέβαλλε για την υπαγόρευση είχε σαν αποτέλεσμα το σπάσιμο ενός αποστήματος στον πνεύμονά του· και πέθανε. Ο Προυστ δεν ήταν ένας πολύ ελκυστικός άνθρωπος ή ένας υγιείς άνθρωπος. Αλλά πιθανότατα παρήγε το δεύτερο μεγαλύτερο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα και ύψωσε τη μάλλον ενοχλητική λέξη «τέχνη» σ’ ένα επίπεδο σημασίας και μεγαλοπρέπειας που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε.
Η ιστορία λέγεται δια μέσου ενός αφηγητή ή ήρωα που λίγο πολύ μοιάζει στον Προυστ τον ίδιο· που μεγαλώνει με τη μητέρα του και τη γιαγιά του οι μόνοι χαρακτήρες που επιδεικνύουν ανθρώπινη ακεραιότητα· που από το Κομπραί μετακινείται στην ψεύτικη γοητεία του Παρισιού που συχνάζει στους αριστοκρατικούς κύκλους και απογοητεύεται από αυτούς· που ερωτεύεται και απογοητεύεται ακόμα περισσότερο· που αρρωσταίνει και, πρόωρα γερασμένος, αποκαλύπτει ότι ο κόσμος του έχει γεράσει επίσης, αλλά που ωστόσο δεν είναι λιγότερο συναρπαστικός, γι’ αυτόν, σαν ένα αντικείμενο παρατήρησης. Αυτό είναι το πρώτο που θέλω να πω. Το δεύτερο είναι το εξής: αυτό που πραγματικά έχει σημασία στο βιβλίο δεν είναι τα γεγονότα αλλά η ανάμνηση των γεγονότων. Πολλά τραγικά γεγονότα συμβαίνουν και πολλά αστεία, αλλά παίρνουν την τελική τους μορφή στους συλλογισμούς του αφηγητή. Ο τίτλος του μυθιστορήματος δεν είναι Πράγματα που Έχουν Συμβεί, αλλά Αναμνήσεις Πραγμάτων που Έχουν Συμβεί. Παρ’ όλο του το ρεαλισμό, έχει πάνω του κάτι από μια ονειροπόληση. Παίζει με τον χρόνο. Αναθεωρεί τα ίδια επεισόδια, τους ίδιους χαρακτήρες και φτάνει σε καινούργια αποτελέσματα. Συνεχίζει να περιστρέφει το υλικό της ζωής και να το κοιτάζει διαπεραστικά πότε από τη μια οπτική γωνία και πότε από την άλλη.
Η περίφημη «μικρή φράση» (la petite phrase) στη μουσική του Vinteuil προσφέρει ένα παράδειγμα. Αυτή η «μικρή φράση» μεταβάλλεται σχεδόν σε ένα ηθοποιό, και σε έναν ηθοποιό που συνέχεια εμφανίζεται σε έναν καινούργιο ρόλο. Ακούμε για πρώτη φορά το όνομα του Vinteuil σε φρικιαστικές συνθήκες. Ο συνθέτης είναι νεκρός –ένας άσημος μικρός επαρχιακός οργανίστας άγνωστος στη φήμη- και η κόρη του κλειδώνει τη μνήμη του. Η φοβερή σκηνή πρόκειται ν’ αρχίσει να ακτινοβολεί προς διάφορες κατευθύνσεις –καθετί εκπέμπει ακτινοβολίες στον Προυστ. Πολύ αργότερα, μια σονάτα για βιολί εκτελείται στο Παρίσι και μια μικρή φράση από τη σιγανή της κίνηση φτάνει στο αυτή του Swann, και γλιστράει μέσα στη ζωή του. Ο Swann είναι ερωτευμένος μ’ ένα ανάξιο πλάσμα, την Odette, και η φράση αυτή συνοδεύει την αγάπη του. Η ερωτική σχέση χαλάει, όπως οι περισσότερες σχέσεις στον Προυστ, η φράση ξεχνιέται. Μετά ξεσπάει πάλι όταν κατατρώγεται από τη ζήλια και τώρα συνοδεύει τη δυστυχία του και την περασμένη του ευτυχία σύγχρονα, χωρίς να χάνει τον δικό της θείο χαρακτήρα. Ποιος έγραψε τη σονάτα για βιολί; Ακούγοντας ότι ήταν του Vinteuil, ο Swann λέει: «Χμ, κάποτε ήξερα έναν δύστυχο μικρό οργανίστα με αυτό το όνομα. Δεν θα μπορούσε να είναι δική του». Αλλά είναι και η κόρη του Vinteuil, που άφηνε την εντύπωση ότι ήταν τόσο ανήθικη, με ευλάβεια έχει αντιγράψει το έργο του πατέρα της και το έχει δημοσιεύσει. Η φύση της είναι πολύπλευρη, όπως είναι η φύση των περισσότερων προσώπων στον Προυστ.
Αυτό μοιάζει να είναι όλο. Η «μικρή φράση» διασχίζει το βιβλίο πάλι, αλλά σαν μια ηχώ. Τότε εκατοντάδες, πραγματικά χιλιάδες σελίδες μετά, όταν ο Vinteuil έχει γίνει μια εθνική δόξα και έχει αρχίσει να συζητιέται η ανέγερση ενός αγάλματός του στην πόλη όπου είχε ζήσει τόσο δυστυχισμένος και άσημος, ένα του άλλο έργο εκτελείται –ένα μεταθανάτιο σεξτέτο εγχόρδων. Ο ήρωας ακούει, βρίσκεται σε ένα άγνωστο μάλλον φοβερό σύμπαν ενώ μια δυσοίωνη αυγή καταλήγει σε μια ερυθρή θάλασσα. Ξαφνικά γι’ αυτόν και για τον αναγνώστη επίσης, η «μικρή φράση» της σονάτας επανέρχεται –ακούγεται η μισή, έχει αλλάξει, αλλά δίνει έναν πλήρη προσανατολισμό, έτσι που βρίσκει τον εαυτό του στην εξοχή της παιδικής του ηλικίας με τη γνώση ότι ανήκει στο άγνωστο. Συγκλονίζει τη μνήμη, και αυτού του είδους οι συγκλονισμοί και οι συγκινησιακές τους συνέπειες είναι η βασική φροντίδα του Προυστ.
Έτσι το πρώτο που είχα να πω ήταν ότι ο αφηγητής ή ήρωας είναι λόγο πολύ ο Προυστ ο ίδιος, και το δεύτερο – κάτι το δύσκολο, γιατί μας πηγαίνει στο κεντρικό πρόβλημα- είναι ότι αυτό που τον απασχολεί δεν είναι τα γεγονότα και οι άνθρωποι όπως τον Τολστόι, αλλά οι αναμνήσεις των γεγονότων και των ανθρώπων, και ότι επομένως το μυθιστόρημά του συχνά έχει την ποιότητα μιας ονειροπόλησης, στην οποία συνηθισμένη διαδοχή του χρόνου διακόπτεται και αναστατώνεται. Το τρίτο που έχω να πω –κάτι όχι περίπλοκο- αφορά την κοινωνική σκηνή. Δίνει μια λαμπερή και κακεντρεχή εικόνα της γαλλικής αριστοκρατίας σαράντα ή πενήντα χρόνια πριν. Ήταν μια αριστοκρατία που είχε χρήματα και στιλ, αλλά καμιά αίσθηση ευθύνης, καμιά σύνδεση με τη γη και καμιά άλλη πίστη από αυτήν που είχε στη δική της ανωτερότητα σε σχέση με την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Ο Προυστ τη διαπέρασε με το βλέμμα του και υποκλίθηκε σε αυτήν. Ήταν σύγχρονα ένας σατιρικός συγγραφέας κι ένας σνομπ. Δίνει, επίσης, μια εικόνα και μια δυσάρεστη εικόνα της αστικής τάξης, της οποίας τα μέλη προσπαθούν να ανέβουν στην κοινωνική κλίμακα, όπως προχωρεί η ιστορία, και που τυπικά αντιπροσωπεύεται από τον κύριο και την κυρία Verdurin. Η εργατική τάξη εισχωρεί, ως υπηρέτες και παράσιτα, και τα μέλη της δεν αντιμετωπίζονται φιλικά επίσης. Τα μόνα άτομα που αντιμετωπίζει με σεβασμό είναι τη μητέρα του ήρωα και τη γιαγιά του, γυναίκες που είναι ανίκανες για οποιαδήποτε κοσμικότητα και μικρότητα, και τους καλλιτέχνες που, σαν τον Προυστ τον ίδιο, παλεύουν να καταλάβουν την απογοητευτική σκηνή και να δώσουν μετά μια συνοχή και μια ομορφιά που ποτέ δεν έχει στο χρόνο.
Το τέταρτο που έχω να πω: Ο Προυστ ως σχεδιαστής χαρακτήρων. Είναι αριστοτέχνης. Ζούμε με τους ανθρώπους του, τους βλέπουμε να αναπτύσσονται, να συμπεριφέρονται απίστευτα, και αργότερα βλέπουμε γιατί. Όταν αντιφάσκουν προς τον εαυτό τους το μόνο αποτέλεσμα είναι να γίνονται ακόμα πιο πραγματικοί. Πρόκειται για μια τεράστια αίθουσα έκθεσης πορτρέτων, στην οποία κυριαρχούν, η υπέροχη Duchess de Guermates και ο καταχθόνιος αν και συγκινητικός Boron de Charlus. Ακόμα και όταν οι άνθρωποι παρουσιάζονται για λίγα λεπτά, τους γνωρίζουμε, και μετά από εκατοντάδες σελίδες θα τους αναγνωρίσομε στην περίπτωση που θα εμφανιστούν πάλι. Οι διάφοροι χαρακτήρες συχνά ερωτεύονται ο ένας τον άλλο, και –αυτό είναι το πέμπτο που θέλω να πω ίσως- πρέπει να αναφερθώ στη θεωρία του Προυστ για τον έρωτα. Είναι μια απαισιόδοξη θεωρία και δεν συμφωνώ μαζί της. Πίστευε, για να είμαι σύντομος, ότι όσο πιο βαθιά οι άνθρωποι ερωτεύονται τόσο πιο πολύ διαστρέφουν ο ένας τον άλλον, έτσι που το πάθος είναι ένα βέβαιο προοίμιο της παρεξήγησης. Πίστευε επίσης ότι η ζήλια είναι αναπόφευκτη και ότι η έλευσή της σημαίνει την ανανέωση ενός έρωτα που διαφορετικά θα μπορούσε να είχε φιλεύσπλαχνα πεθάνει. Εκτεταμένες περίοδοι, όταν το έργο έχει προχωρήσει, αναφέρεται στη σχέση του «ήρωα» με την Albertine. Το διάβασμά τους καταλήγει στο να είναι καταθλιπτικό, και οι περισσότεροι αναγνώστες το παρακάμπτουν.
Είναι σημαντικό όταν κανείς καταπιάνεται με τον Προυστ, να είναι υποκειμενικός και έξυπνος. Δεν κάνει υποχωρήσεις στη βλακεία. Ορισμένοι συγγραφείς –και είναι μεγάλοι συγγραφείς- κάνουν υποχωρήσεις. Ο Ντίκενς κάνει και ακόμα και ο Τολστόι. Ο Προυστ όχι. Περιμένει μια συνεχή επαγρύπνηση, σύγχρονα από τον νου και τις αίσθησης. Ήταν ένας ατομικιστής, ήταν ένας ανάπηρος, ήταν λίγο σνομπ, ανήκε σε μια κοινωνική που είχε παρακμάσει και δεν τον ενδιέφερε η κοινωνική μεταρρύθμιση. Πως τολμώ να προτείνω ότι ένα τέτοιο πλάσμα παρήγαγε το δεύτερο καλύτερο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα; Τολμώ, επειδή δεν πιστεύω ότι αυτή η υπόθεση της τέχνης δεν μπορεί να παραμεριστεί. Καμιά βία δεν μπορεί να την καταστρέψει, κανένας σαρκασμός δεν μπορεί να τη μειώσει. Στηριγμένη σε μια ακεραιότητα, στη φύση του ανθρώπου που βρίσκεται βαθύτερα από την ηθική ακεραιότητα, φτάνει σε ύψη θριάμβου που μας κάνουν να ελπίζουμε. Ο Προυστ ήταν ένας καλλιτέχνης κι ένας τεράστιος καλλιτέχνης· βρήκε στη μνήμη τον τρόπο να ερμηνεύσει και να εξανθρωπίσει αυτόν τον χαώδη κόσμο και τα αποτελέσματα μας τα έδωσε στην Ανάμνηση Πραγμάτων που Έχουν Συμβεί.
Ε. Μ. Φόρστερ [1949]
Πηγή:

Από τον τόμο Ε. Μ. Φόρστερ, Δυο ζητωκραυγές για τη δημοκρατία, μτφρ. Νανά Ησαΐα, εκδόσεις Ερμείας.
© κειμένου, εκδόσεις Ερμείας

Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

JANE BOWLES (1917- 1973), a tribute




 
Φωτογραφία: Karl Bissinger


ΤΖΕΙΝ ΜΠΟΟΥΛΣ, (1917-1973), ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Γνωρίζοντας την Τζέιν Μπόουλς (Jane Bowles)
Η Τζέιν Μπόουλς (Jane Sydney Auer, όπως ήταν το πατρικό της όνομα) γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1917, από μη θρησκευόμενη εβραϊκή οικογένεια. Ιδιόρρυθμο και κλειστό παιδί, έχασε τον πατέρα της σε ηλικία δεκατριών ετών και μετακόμισε από το μικροαστικό Λονγκ Άιλαντ στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης μαζί με την υπερπροστατευτική μητέρα της.
Δεκαεπτά ετών πήρε την απόφαση να γίνει συγγραφέας. Είχε μόλις εξέλθει από ένα σανατόριο της Ελβετίας, όπου είχε νοσηλευτεί για δύο χρόνια. Είκοσι ετών έγραψε το πρώτο της μυθιστόρημα Ο υποκριτής Φαέθων, το χειρόγραφο του οποίου θεωρείται χαμένο. Την ίδια χρονιά γνωρίστηκε με το νεαρό συνθέτη και συγγραφέα Πωλ Μπόουλς. Ο Μπόουλς ήταν είκοσι έξι χρονών και είχε αρχίσει να κερδίζει την αναγνώριση, ήταν όμορφος, με λεπτούς τρόπους και αρκετά ταξιδεμένος. Μέσα σ’ ένα χρόνο –το 1938- παντρεύτηκαν, γιατί θεώρησαν πολύ διασκεδαστικό, όπως γράφει ο Πωλ Μπόουλς στην αυτοβιογραφία του Without Stopping / Χωρίς σταματημό (1972), «να προκαλέσουμε την φρίκη ολονών και πάνω απ’ όλα των καθώς πρέπει γονιών μας». Ήταν ένας γάμος, ωστόσο, που ξένισε και όλους όσους τους γνώριζαν. Έχοντας διαφορετικό χαρακτήρα, σπανίως ζούσαν μαζί κι επέτρεπε ο ένας στον άλλο τη δημιουργία εξωσυζυγικών σχέσεων.
Ο Πωλ Μπόουλς έχει ισχυρή προσωπικότητα, αγαπάει τα ταξίδια, τα εξωτικά μέρη και τις απρόοπτες περιπέτειες –«…ένα πλοίο που φεύγει από το λιμάνι δεν παύει ποτέ να είναι ένα υπέροχο πράγμα που αξίζει να το λέει κανείς» λέει ένας χαρακτήρας. Ο κύριος Κόπερφιλντ, στο μυθιστόρημά της Δύο Σοβαρές κυρίες- και ξέρει να μοιράζει το χρόνο του ώστε να βρίσκει τον καιρό να γράφει.
Αντίθετα η Τζέιν Μπόουλς δεν μπορεί να βάλει τάξη στη ζωή της, και συχνά αποσπάται από τα χειρόγραφά της για να ριχτεί στο ποτό ή να ακολουθήσει κάποια γυναίκα που τη γοήτευσε. Γνωστές είναι οι σχέσεις της με άλλες γυναίκες, η πιο μακροχρόνια από τις οποίες είναι αυτή με την Ελβέτια, μια συγγραφέα είκοσι τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή της. «Οι άντρες βρίσκονται στην επιφάνεια» σημειώνει το 1938 «δεν έχουν ενδιαφέρον, δεν κανένα μυστικό. Οι γυναίκες έχουν απύθμενο βάθος και μυστήριο· και είναι απρεπείς». Ωστόσο ανάμεσα στον Πωλ και την Τζέιν Μπόουλς υπήρχε, κατά τον βιογράφο της μια σχέση αμοιβαίας εκτίμησης και στοργής, και αισθανόταν απαραίτητη ο ένας για τον άλλον, αν και όχι με τον συμβατικό τρόπο.
Το 1942, σε ηλικία είκοσι πέντε, τελειώνει το μυθιστόρημά της Δύο σοβαρές κυρίες (κατά τον Virgil Thompson η ιστορία του μήνα του μέλιτος του ζευγαριού). Θα εκδοθεί την επόμενη χρονιά στις Η.Π.Α., συγκεντρώνοντας λίγες αλλά ενθουσιώδης κριτικές. Ο Allan Sillitoe θα το χαρακτηρίσει αργότερα «ορόσημο στην αμερικάνικη λογοτεχνία του εικοστού αιώνα».
Το 1948 αρχίζει να γράφει το θεατρικό έργο In The Summer House, το οποίο θα παρουσιάσει για πρώτη φορά το 1951 και δύο χρόνια αργότερα θα ανέβει στο Μπρόντγουεϋ. «Ένα έργο δραματικής λογοτεχνίας με αυθύπαρκτη αξία» σημειώνει σε μια κριτική του ο Tennessee Williams «ένα από αυτά τα σπάνια έργα, τα οποία δε δοκιμάζονται στο θέατρο, αλλά από τα οποία το θέατρο δοκιμάζεται».
Το 1948 ύστερα από μια σύντομη παραμονή στο Μεξικό και στη Νέα Υόρκη (στην πανσιόν του Τζωρτζ Ντέιβις στο Μπρούκλιν, όπου την ίδια εποχή φιλοξενούνταν ο Ρίτσαρντ κι η Έλλεν Ράιτ, ο Γ.Χ. Ώντεν, ο Μπέντζαμιν Μπρίττεν, Ο Όλιβερ Σμίθ, η Κάρσον ΜακΚάλλερς, η Τζίπσυ Ρόουζ Λη κ.α.) η Τζέιν Μπόουλς ακολούθησε τον Πωλ στην Ταγγέρη όπου το ζεύγος εγκαθίστανται. Η Ταγγέρη βέβαια την εποχή εκείνη δεν είχε ακόμη την αίγλη που απέκτησε τα επόμενα χρόνια, όταν συνέρρεαν εκεί κάθε λογής μποέμ, ποιητές και συγγραφείς της γενιά των Μπίτνικ. Από το σπίτι τους –μια εποχή διατηρούν δύο σπίτια, ένα στον ευρωπαϊκό τομέα της πόλης κι ένα στην μεδίνα- θα παρελάσουν οι Ουίλιαμ Μπάροουζ, Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Γκρέκορι Κόρσο, Πίτερ Ορλόφσκι, Τρούμαν Καπότε, κ.α. Η Τζέιν Μπόουλς καταφέρνει σιγά σιγά να εισχωρήσει στο πολύ κλειστό κόσμο των γυναικών του Μαρόκου.
Μια από τις σχέσεις της, αυτή με μια νεαρή υπηρέτρια, -τη Σερίφα- στάθηκε η πιο περίεργη της ζωής της, και ίσως η μοιραία. Η νεαρή Μαροκινή είχε απ’ ό,τι φαίνεται χαρακτήρα φιλοχρήματο και συμπεριφορά αρκετά παράξενη. Ο φιλικός κύκλος της Τζέιν Μπόουλς πίστευε, παρά τις διαμαρτυρίες της ίδιας, ότι η συναναστροφή της με τη νεαρή Μαροκινή αποτελούσε κάποια ανεξήγητο αστείο, ενώ μερικοί υποψιάζονταν ότι η Σερίφα την εξουσίαζε με κάποια μάγια. Οι υποψίες αυτές εντάθηκαν όταν η Τζέιν Μπόουλς υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, το 1957 στην Ταγγέρη, σε ηλικία σαράντα ετών. Ο Πωλ Μπόουλς σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό Rolling Stone καταμαρτυρεί στη νεαρή υπηρέτρια ότι της δηλητηρίαζε για χρόνια το φαγητό με επικίνδυνα μαροκινά βότανα.
Μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο η Τζέιν Μπόουλς δεν θα αναρρώσει τελείως ποτέ. Μην μπορώντας πια να γράφει και να διαβάζει η ζωή της γίνεται μια αργή, βασανιστική πορεία, προς το θάνατο. Το 1957 μπαίνει σε μια ψυχιατρική κλινική στη Μάλαγα της Ισπανίας, όπου έπειτα από μια σύντομη επιστροφή στην Ταγγέρη μαζί με τον Πωλ Μπόουλς, θα πεθάνει στις 4 Μαΐου του 1973. 
Πηγές

Για σύνταξη του βιογραφικού σημειώματος της Τζέιν Μπόουλς αντλήθηκαν στοιχεία από τα βιβλία:
Δυο σοβαρές κυρίες, μτφρ. Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη, εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 1992
Απλές απολαύσεις, μτφρ. Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη, εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 1991

 
 

Ο ΠΩΛ ΜΠΟΟΥΛΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΖΕΙΝ ΜΠΟΟΥΛΣ
Τα αλληλοσυγκρουόμενα αισθήματα ήταν το φυσικό της στοιχείο· όταν ήταν υποχρεωμένη να πάρει μια απόφαση ήταν γεμάτη αγωνία. Το ενδεχόμενο για μια ξαφνική volte-face έπρεπε να παραμένει ανοικτό. Αν κάτι ετοιμαζόταν να εκδοθεί, αποφάσιζε ότι δεν έπρεπε να εκδοθεί: δεν ήταν αρκετά καλό, και θα ήταν «ταπεινωτικό» (μια από τις αγαπημένες της λέξεις) να το δει τυπωμένο. Στα 1944, ένα χρόνο μετά την έκδοση του μυθιστορήματός της Δυο σοβαρές κυρίες, της ζήτησαν να συμμετάσχει σε μια δεμένη ανθολογία που προετοιμαζόταν στη Νέα Υόρκη. Όταν μου το ανέφερε, πρόσθεσε ότι δεν την ένοιαζε να απαντήσει, αφού δεν είχε τίποτα να τους δώσει. Σκέφτηκα τότε το μεγάλο κομμάτι που δεν είχε συμπεριληφθεί στο μυθιστόρημα. (Αρχικά υπήρχαν τρεις σοβαρές κυρίες· έπειτα, καθώς το μυθιστόρημα πήρε την οριστική μορφή του, ο αριθμός τους μειώθηκε σε δύο, και ολόκληρο το κομμάτι με τη σενιορίτα Κόρδοβα παραλήφθηκε). Κατά τη γνώμη μου θα μπορούσε από κει να αντληθεί υλικό και να χρησιμοποιηθεί χωρίς να μπει στον κόπο ν’ αλλάξει ούτε μια λέξη. Η Τζέιν διαφωνούσε. Κομμάτια, ειδικά από αφημένο στη μέση υλικό, δεν ήταν δυνατόν να αποτελέσουν τελειωμένη δουλειά. Παρ’ όλα αυτά εγώ προχώρησα και ξεχώρισα ένα κομμάτι από τη Σενιορίτα Κόρδοβα που έβλεπα ότι αποτελούσε ολοκληρωμένη ιστορία, και το έδειξα στην Τζέιν. Σήκωσε τους ώμους, μου ‘ριξε ένα βλέμμα γεμάτο δυσπιστία, και είπε: «Φαίνεσαι να ενδιαφέρεσαι πολύ να δημοσιευτεί».
«Ενδιαφέρομαι. Εσύ δεν ενδιαφέρεσαι;»
«Είναι απλώς σαβούρα. Δεν έχει κανένα ενδιαφέρον».
«Πάντως εμένα μ’ αρέσει είπα. Και μ’ αυτό, πήγα ο ίδιος το δακτυλογραφημένο κείμενο στα γραφεία του Fischer και το έδωσα στον επιμελητή της ανθολογίας με τον τίτλο «Ειδύλλιο στη Γουατεμάλα». Δημοσιεύτηκε το 1944. Τον επόμενο χρόνο ο ίδιος επιμελητής ζήτησε και άλλο κομμάτι για μια δεύτερη ανθολογία, και διάλεξα από την ίδια στοίβα χαρτιά το «Μια μέρα στην εξοχή». Είκοσι χρόνια αργότερα, όταν ήταν να εκδοθεί η συλλογή διηγημάτων Απλές απολαύσεις, ευγνωμονούσα τον εαυτό μου που δεν την άκουσα με αυτά τα δύο κομμάτια, γιατί τα χειρόγραφα είχαν εξαφανισθεί προ πολλού, κι αν δεν είχαν τότε δημοσιευτεί θα είχαν χαθεί για πάντα.
Αυτή η έμφυτη αναποφασιστικότητα της Τζέιν την είχε χειροτερεύσει η υποδοχή από μέρους της κριτικής του μυθιστορήματός της Δυο σοβαρές κυρίες όταν πρωτοεκδόθηκε. Εκτός από μια χούφτα κριτικών με «σοφιστικέ» απόψεις, οι αμερικανικές κριτικές είχαν χαρακτηρίσει το μυθιστόρημα ως ανόητο και χαώδες, παραλογισμό χωρίς νόημα. Το κείμενο του εκδοτικού οίκου στο αυτί του εξώφυλλου άρχιζε με μια ατυχή πρόταση: «Ένα εντυπωσιακά ασυνήθιστο μυθιστόρημα που θα σας συγκλονίσει». Από αυτό ένας κριτικός έγραψε: «Το μόνο συγκλονιστικό πράγμα σ’ αυτό το μυθιστόρημα είναι ότι εκδόθηκε».
Ενώ η Τζέιν υποκρινόταν ότι δεν την πολυένοιαζαν οι κριτικές, θετικές ή όχι, ήξερε πολύ καλά ότι παρ’ όλο που ο εκδοτικός οίκος Knopf είχε προχωρήσει σε δεύτερη έκδοση του μυθιστορήματος, το βιβλίο της δεν είχε την επιτυχία που φανταζόταν. Ήταν εύκολο να θεωρήσει υπεύθυνη τη χρονική συγκυρία: το 1943 ήταν φτωχό έτος για να κάνει κανείς την πρώτη λογοτεχνική του εμφάνιση σ’ οποιαδήποτε χώρα, αλλά απέφευγε τις εξηγήσεις. Το μυθιστόρημα ήταν κακότυχο, και ήταν μια αποτυχία. Από πικρές αναφορές που έκανε αργότερα, τη δεκαετία του πενήντα και του εξήντα, γι’ αυτές τις πρώτες κριτικές κατάλαβα ότι τις είχε πάρει πολύ στα σοβαρά, και μάλιστα ως το σημείο να είναι πεπεισμένη ότι ήταν απολύτως δίκαιες. Όταν μια φορά συζητούσαμε κομμάτια από το μυθιστόρημα Out in the World (Έξω από τον κόσμο), που εκείνο τον καιρό έγραφε, μου είπε: «Δε σκοπεύω βέβαια να επαναληφθώ, αν αυτό εννοείς. Το Δυο σοβαρές κυρίες δεν ήταν καλό. Ουφ! Όλοι το βρήκαν απαίσιο. Αυτό εδώ πρέπει να είναι κάτι εντελώς διαφορετικό».
Νομίζω αυτή η επιμονή για έναν «εντελώς διαφορετικό» τρόπο έκφρασης την εμπόδιζε να αναπτύξει οποιαδήποτε ιδέα σε μάκρος χωρίς να την εξετάζει και να την αναλύει εξαντλητικά, και έτσι να τη σκοτώνει. Αν μου διάβαζε μερικές σελίδες του χειρογράφου της και μ’ έβλεπε να ενθουσιάζομαι, χαμογέλαγε κι έλεγε: «Ξέρω. Σου αρέσει γιατί σου θυμίζει τις Δύο σοβαρές κυρίες. Δεν μπορώ να το αφήσω να μείνει έτσι». Στις εκκλήσεις μου να αποφύγει να το αλλάξει δεν έδινε σημασία. «Δεν κατανοείς πραγματικά ι προσπαθώ να πω, αυτό είναι το πρόβλημα. Εγώ ξέρω πως το θέλω να ακούγεται».
Όταν παρουσιάστηκε το ενδεχόμενο μιας βρετανικής έκδοσης του μυθιστορήματος Δύο σοβαρές κυρίες, απέρριψε αμέσως την ιδέες: δεν ήθελε να γίνει περίγελως στο Λονδίνο όπως στη Να Υόρκη. Μετά τη συνηθισμένη λογομαχία συμφώνησε να μου επιτρέψει να στείλω στο Λονδίνο το ένα από τα δύο πολύτιμα αντίτυπα που είχαμε.
Το βιβλίο εκδόθηκε, πήρε επαινετικές κριτικές, αλλά η Τζέιν διακατεχόταν απ’ την υποψία ότι όλα αυτά είχαν κανονιστεί από φίλους, και μάλιστα περισσότερο από συμπάθεια για την κατάσταση της υγείας της παρά από ενθουσιασμό για το έργο της. Τον επόμενο χρόνο, όταν ο λονδρέζος εκδότης της πρότεινε έναν τόμο με διηγήματα, με πληροφόρησε με θριαμβευτικό τόνο εκείνο που δεν είχε θελήσει να μου πει ενωρίτερα, αλλά όλα τα αντίτυπα είχαν χαθεί –ήταν σε μια βαλίτσα που την είχε αφήσει φεύγοντας πριν από αρκετά χρόνια από ένα ξενοδοχείο στην Αγγλία. Το πρόβλημα δεν ήταν ανυπέρβλητο: όλο το υλικό είχε δημοσιευτεί, και είχα φυλάξει τα πάντα, ακόμα κι ένα ταξιδιωτικό άρθρο που είχε που είχε γράψει για το περιοδικό Mademoiselle. Είδα ότι μες σε δέκα λεπτά θα μπορούσε να μετατραπεί σε διήγημα. Όπως το περίμενα, αρνήθηκε να ασχοληθεί. Έτσι το έκανα μόνος μου, το τιτλοφόρησα «Όλα είναι ωραία», και το συμπεριέλαβα στα χειρόγραφα που θα πήγαιναν στο Λονδίνο. Όταν της το έδειξα μου είπε με θυμό: «Κάνε ότι θέλεις».
Η έκδοση την ίδια χρονιά στη Νέα Υόρκη των Collected Works (Άπαντα) δεν έδειξε να την ευχαριστεί. Όταν ένας φίλος της ζήτησε να του υπογράψει το αντίτυπό του, έγραψε στη λευκή πρώτη σελίδα: «Τα άπαντα της νεκρής Τζέιν Μπόουλς».
Κατά πάσα πιθανότητα θα αρνιόταν πεισματικά να δει τα τελευταία εννέα κομμάτια που περιελήφθησαν στον παρόντα τόμο. Αν ζούσε και το συζητούσαμε, νομίζω θα υποστήριζε ότι η παρουσίαση ενός συγγραφέα με κομμάτια και αποσπάσματα αποτελεί ολοφάνερη αδικία, και νομίζω πως αυτή τη φορά θα μ’ έβρισκε σύμφωνο. Αλλά εμείς οι οποίοι συνεχίσαμε να ζούμε δικαιωθήκαμε, πιστεύω, παρουσιάζοντας αυτές τις μικρές σκηνές ως εύγλωττα παραδείγματα του έργου της.
Πωλ Μπόουλς, Ταγγέρη, 1981

Η εισαγωγή του Πωλ Μπόουλς γράφτηκε το 1981 και προτάχθηκε στη συλλογή της Τζέιν Μπόουλς Everything Is Nice, η οποία περιλαμβάνει τα έξι διηγήματα και το ένα θεατρικό της συλλογής Απλές απολαύσεις (Plain Pleasures, 1966) συν εννέα ακόμα κομμάτια που δημοσιεύτηκαν μετά το θάνατο της συγγραφέως στα περιοδικά Antaeus (εκδότης Πωλ Μπόουλς) και Thereepenny Review. 

 
 

ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΝ ΤΖΕΙΝ ΜΠΟΟΥΛΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Δύο Σοβαρές κυρίες (Two Serious Ladies, 1943), εκδόσεις Απόπειρα, 1995
Σπάνια μυθιστόρημα έχει περιγράψει με τόσο απολαυστικό τρόπο και με τέτοια διεισδυτικότητα και ριζοσπαστική διάθεση το δικαίωμα των γυναικών να ορίζουν τη ζωή τους.
Η ψηλή κοκκινομάλλα, πλούσια δεσποινίς Γκαίρινγκ πουλάει ξαφνικά την πατρική περιουσία της και μετακομίζει σ ένα φτωχικό μικρό σπίτι, για να πραγματοποιήσει «τη δική της μικρή ιδέα της σωτηρίας» και καταλήγει να γίνει μαιτρέσα πολυτελείας...
Η μικροκαμωμένη μελαχροινή νεαρή κυρία Κόππερφιλντ αφήνει τη σιγουριά του γάμου της, μέσα στον οποίο φαίνεται να ασφυκτιά, για τη φιλία μιας γυναικείας παρέας στην πόλη Κολόν του Παναμά, και τελικά επιστρέφει στη Νέα Υόρκη συντροφιά με μια μιγάδα νεαρή πόρνη έχοντας βρει την ανεξαρτησία της και την ευτυχία της που τις φυλάει «σαν λύκος»...
Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου
***
Αν υπάρχει ένας κοινός παρανομαστής στο έργο της Τζέιν Μπόουλς, αυτός είναι η ανυποχώρητη αναζήτηση από τις γυναίκες της αυτονομίας και της αυτογνωσίας, της απελευθέρωσής τους απ’ όλες τις συμβατικές δομές. Και στα χέρια της Μπόουλς η αναζήτηση αυτή γίνεται δαιμονισμένη και φρενήρης.
Francissee Williams
***
Το αγαπημένο μου βιβλίο. Δεν μπορώ να φανταστώ άλλο σύγχρονο μυθιστόρημα που να έχει περισσότερες πιθανότητες να γίνει κλασικό.
Tennessee Williams
***
Το μοναδικό μου παράπονο από την Τζέιν Μπόουλς είναι ότι δημοσιεύει τόσο σπάνια. Θα επιθυμούσε κανείς να μας τροφοδοτεί περισσότερο με το παράξενο, σπινθηροβόλο πνεύμα της και τις αιχμηρές παρατηρήσεις της. Ανήκει βεβαίως στους πραγματικούς αυθεντικούς και καθαρόαιμους στυλίστες, όπως μπορεί να διαπιστώσει όποιος έχει διαβάσει το Δύο σοβαρές κυρίες.
Truman Capote
***
Το μυθιστόρημα Δύο σοβαρές κυρίες της Τζέιν Μπόουλς αποτελεί ορόσημο στην αμερικάνικη λογοτεχνία του εικοστού αιώνα. Το λαμπρό ύφος αναδεικνύει σε εμπειρία το διάβασμά του.
Alan Sillitoe
***
Οι ελάχιστες σελίδες της Τζέιν Μπόουλς μας αρκούν. Αναδεικνύουν μια μεγάλη στιλίστα, που την κομψότητά της την έχει λειάνει η πίκρα και η ματαιότητα.
Στον πάτο του ποτηριού, στο τέλος του σκορπίσματος έτσι όπως ένας δυνατός αέρας διώχνει τη σκόνη και αποκαλύπτει μια κρυμμένη εικόνα οι χαρακτήρες της έχουν μια καλοσύνη σχεδόν αβάσταχτη. Είναι μικρές ψυχές, χωρίς ίχνος θέλησης, που μοναδικό σκοπό τους έχουν να είναι ευτυχισμένες ασχέτως αν δεν το προσπαθούν ποτέ.
Στ. Τσαγκαρουσιάνος, εφημ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία
***
Το μεθύσι της γυναικείας απελευθέρωσης. Οι πρωταγωνιστές στο έργο της είναι περίεργοι, παράξενοι, με μια προσωπική λογική, με πάθος για σεξ και έρωτα, έναν έρωτα πολλές φορές βασανιστικό, σκέτο μαρτύριο. Οι σχέσεις ανάμεσα στους ήρωες είναι σύνθετες, οδηγούν πολύ συχνά στην αποτυχία…
Β. Σταύρακας, εφημ. Η πρώτη
***
Οι δύο κεντρικές ηρωίδες στοιχειοθετούν τους δύο πόλους ενός παράξενου, σκοτεινού, απελπισμένου, σαρκαστικού παιχνιδιού.
Μέσα από την κοινωνική ασφυξία και το υπαρξιακό αδιέξοδο των δύο γυναικών η Τζ. Μπόουλς θίγει έμμεσα και τη σεξουαλική απελευθέρωση, τη γυναικεία αυτογνωσία, το δικαίωμα των γυναικών σε μια ριζοσπαστική διεκδίκηση της ζωής.
Μ. Φάις, εφημ. Ελεύθερος Τύπος 


 
 

Απλές απολαύσεις (Plain Pleasures, 1966), εκδόσεις Απόπειρα, 1991
Στις Απλές απολαύσεις η Τζέιν Μπόουλς βρίσκεται στις καλύτερες στιγμές της. Το δηκτικό στυλ της δεν είναι μόνο εντυπωσιακό, αλλά και αλλόκοτα διασκεδαστικό, και δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για την πρωτοπορία του ταλέντου της… Τα διηγήματα αποδεικνύουν ότι είναι δεξιοτέχνης του είδους
Spectator
***
Θαυμάζω πολύ καιρό το έργο της Τζέιν Μπόουλς. Με έχει εντυπωσιάσει η λεπτή και αιφνιδιαστική παρατηρητικότητά της, και η πειθαρχημένη οικονομία του στυλ της, στην πραγματικότητα η σπάνια πρωτοτυπία της, και το απίστευτο βάθος των γραπτών της.
Subille Bedford


 

 Όλα είναι ωραία, εκδόσεις Μπιλιέτο, 1997
Πρόκειται για διήγημα που περιέχεται στη συλλογή Απλές απολαύσεις. Εδώ είναι σε μετάφραση Βάνιας Συρμού-Βεκρή και κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 1997 από τις εκδόσεις Μπιλιέτο.



 
Από αρ. Emilio Sánz de Soto, Pepe Cárleton, Truman Capote, Jane and Paul Bowles,
Ταγγέρη, Αύγουστος 1949 (φωτογραφία: Emilio Sanz de Soto)



Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2014

2014 ευχές...





Χρόνια Πολλά
Χρόνια Καλά
Χρόνια Ευτυχισμένα

Bonne année !
Happy New Year!
Gott nytt år !
Frohes neues Jahr !
Bun di bun onn !
Feliz año nuevo !
Felice anno nuovo !
Καλή χρονιά !

gayekfansi.blogspot.gr