Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

Το καλοσώρισμα της άνοιξης με ένα απόσπασμα από τον Όμηρο


 
Λόγιος Ερμής. Ρωμαϊκό μαρμάρινο αντίγραφο. 1ος αι. μ.Χ.
Το χάλκινο πρωτότυπο του 5ου αιώνα π.Χ. αποδίδεται στο Φειδία.
Ρώμη, National Museum - Palazzo Altemps (πηγή)

Εἶπε, κι ὑπάκουσε ὁ γοργὸς τοῦ Δία ἀποκρισάρης.
Κι ἔδεσε εὐτὺς στὰ πόδια του τὰ δυὸ ὄμορφα σαντάλια,
χρυσὰ κι αἰώνια ποὺ μαζὶ μὲ τὴν πνοὴ τοῦ ἀνέμου,
παντοῦ, σὲ ἀτέλειωτες στεριὲς καὶ πέλαγα τὸν πᾶνε.
̓́Επειτα πῆρε τὸ ραβδί, ποὺ ἀνθρώπων -ὅσους θέλει-
μαγεύει μάτια ἢ καὶ ξυπνᾶ πάλε ἄλλους κοιμισμένους.
Μ’ αὐτὸ στὰ χέρια ὁ δυνατὸς Ἀργοφονιὰς πετοῦσε.
Κι ἀπ’ τὴν Πιερία σὰν πέρασε χύθηκε ἀπ’ τὸν αἰθέρα
στὸ πέλαγο καὶ πήγαινε στὸ κύμα σὰν τὸ γλάρο,
ποὺ μὲς στοῦ ἀστέρευτου γιαλοῦ τοὺς ἀφρισμένους κόρφους
ψάρια ζητᾶ καὶ τὰ πυκνὰ φτερά του βρέχει ἡ ἅρμη.
Ἔτσι ὅμοιος πήγαινε ὁ ̔Ερμῆς στὰ κύματα τὰ πλήθια.
Σὰν ἔφτασε στ’ ἀπόμακρο νησὶ βγῆκε ὄξω τότε
ἀπ’ τὸ γαλάζιο πέλαγο καὶ στὴ στεριὰ τραβοῦσε,
ὅσο ποὺ βρῆκε μιὰ σπηλιὰ μεγάλη, ὅπου ἡ νεράιδα
καθόντανε ἡ λαμπρόμαλλη καὶ μέσα ἐκεῖ τὴν ἦβρε.
Φωτιὰ μεγάλη εἶχε στὴ στιὰ καὶ μιὰ εὐωδιὰ ἀπ’ ἀλάργα
μοσκοβολοῦσε στὸ νησί, κέδρου κι ἀφράτης θούγιας
ποὺ καίγουνταν. Κι ἡ Καλυψὼ, μ’ ὁλόχρυση σαΐτα
στὸν ἀργαλειό της ὕφαινε καὶ γλυκοτραγουδοῦσε.
Φούντωνε γύρω στὴ σπηλιὰ δροσολουσμένο δάσος
μὲ κυπαρίσσια εὐωδιαστά, μὲ πεῦκες καὶ μὲ σκλήθρα,
ὅπου πλατύφτερα πουλιὰ φωλιάζανε, ἐκεῖ πάντα,
γεράκια κι ἀνοιχτόφωνες, κουροῦνες, βαρδολοῦπες
θαλασσοπούλια ποὺ ἀγαποῦν τὰ πέλαγα νὰ σκίζουν.
Κι ὁλόγυρα στὴν κουφωτὴ σπηλιὰ ἦταν ἀπλωμένη,
κληματαριὰ πολύβλαστη σταφύλια φορτωμένη.
Τέσσερεις βρύσες στὴ στεριὰ γλυκὸ νερὸ ἀναβρύζαν,
κοντὰ - κοντά, κι ἄλλη ἀπ’ ἀλλοῦ κυλοῦσε τὰ νερά της.
Κι ἀνθοῦσαν γύρω στὴ σειρὰ λιβάδια μὲ γιοφύλια
καὶ σέλινα, ποὺ ἂν τά ̓βλεπε κι ἀθάνατος ἀκόμα,
θὰ σάστιζε καὶ μέσα του θὰ ξάνοιγε ἡ καρδιά του.
̓Εκεῖ στεκόντανε ὁ  ̔Ερμῆς καὶ θάμαζε θωρώντας.
Κι ὅλα πιὰ σὰν τὰ χόρτασαν τὰ μάτια του νὰ βλέπουν,
μπῆκε στὴν ἁπλωτὴ σπηλιά, κι ἡ λατρευτὴ νεράιδα,
ὅπως τὸν εἶδε ἀγνάντια της, τὸν γνώρισε ποιός ἦταν.
Γιατὶ οἱ ἀθάνατοι θεοὶ ξέρουν ἕνας τὸν ἄλλο,
κι ἀνίσως κάθεται κανεὶς σ’ ἀπόμακρα παλάτια.
ΟΜΗΡΟΣ, Ὀδύσσεια, ε, 43-80, μετάφραση: Zήσημου Σιδέρη.


 
ὣς ἔφατ᾽, οὐδ᾽ ἀπίθησε διάκτορος ἀργεϊφόντης.
αὐτίκ᾽ ἔπειθ᾽ ὑπὸ ποσσὶν ἐδήσατο καλὰ πέδιλα,
ἀμβρόσια χρύσεια, τά μιν φέρον ἠμὲν ἐφ᾽ ὑγρὴν
ἠδ᾽ ἐπ᾽ ἀπείρονα γαῖαν ἅμα πνοιῇς ἀνέμοιο.
εἵλετο δὲ ῥάβδον, τῇ τ᾽ ἀνδρῶν ὄμματα θέλγει,
ὧν ἐθέλει, τοὺς δ᾽ αὖτε καὶ ὑπνώοντας ἐγείρει.
τὴν μετὰ χερσὶν ἔχων πέτετο κρατὺς ἀργεϊφόντης.
Πιερίην δ᾽ ἐπιβὰς ἐξ αἰθέρος ἔμπεσε πόντῳ·
σεύατ᾽ ἔπειτ᾽ ἐπὶ κῦμα λάρῳ ὄρνιθι ἐοικώς,
ὅς τε κατὰ δεινοὺς κόλπους ἁλὸς ἀτρυγέτοιο
ἰχθῦς ἀγρώσσων πυκινὰ πτερὰ δεύεται ἅλμῃ·
τῷ ἴκελος πολέεσσιν ὀχήσατο κύμασιν Ἑρμῆς.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ τὴν νῆσον ἀφίκετο τηλόθ᾽ ἐοῦσαν,
ἔνθ᾽ ἐκ πόντου βὰς ἰοειδέος ἤπειρόνδε
ἤιεν, ὄφρα μέγα σπέος ἵκετο, τῷ ἔνι νύμφη
ναῖεν ἐυπλόκαμος· τὴν δ᾽ ἔνδοθι τέτμεν ἐοῦσαν.
πῦρ μὲν ἐπ᾽ ἐσχαρόφιν μέγα καίετο, τηλόσε δ᾽ ὀδμὴ
κέδρου τ᾽ εὐκεάτοιο θύου τ᾽ ἀνὰ νῆσον ὀδώδει
δαιομένων· ἡ δ᾽ ἔνδον ἀοιδιάουσ᾽ ὀπὶ καλῇ
ἱστὸν ἐποιχομένη χρυσείῃ κερκίδ᾽ ὕφαινεν.
ὕλη δὲ σπέος ἀμφὶ πεφύκει τηλεθόωσα,
κλήθρη τ᾽ αἴγειρός τε καὶ εὐώδης κυπάρισσος.
ἔνθα δέ τ᾽ ὄρνιθες τανυσίπτεροι εὐνάζοντο,
σκῶπές τ᾽ ἴρηκές τε τανύγλωσσοί τε κορῶναι
εἰνάλιαι, τῇσίν τε θαλάσσια ἔργα μέμηλεν.
ἡ δ᾽ αὐτοῦ τετάνυστο περὶ σπείους γλαφυροῖο
ἡμερὶς ἡβώωσα, τεθήλει δὲ σταφυλῇσι.
κρῆναι δ᾽ ἑξείης πίσυρες ῥέον ὕδατι λευκῷ,
πλησίαι ἀλλήλων τετραμμέναι ἄλλυδις ἄλλη.
ἀμφὶ δὲ λειμῶνες μαλακοὶ ἴου ἠδὲ σελίνου
θήλεον. ἔνθα κ᾽ ἔπειτα καὶ ἀθάνατός περ ἐπελθὼν
θηήσαιτο ἰδὼν καὶ τερφθείη φρεσὶν ᾗσιν.
ἔνθα στὰς θηεῖτο διάκτορος ἀργεϊφόντης.
αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ πάντα ἑῷ θηήσατο θυμῷ,
αὐτίκ᾽ ἄρ᾽ εἰς εὐρὺ σπέος ἤλυθεν. οὐδέ μιν ἄντην
ἠγνοίησεν ἰδοῦσα Καλυψώ, δῖα θεάων·
οὐ γάρ τ᾽ ἀγνῶτες θεοὶ ἀλλήλοισι πέλονται
ἀθάνατοι, οὐδ᾽ εἴ τις ἀπόπροθι δώματα ναίει.
ΟΜΗΡΟΣ, Ὀδύσσεια, ε, 45-82,

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

ACHILLES, THE LONELY FATE OF THE HERO IN ILIAD



 
Ο Αχιλλέας με τη θεϊκή του ομορφιά να ξεπροβάλει εδώ μέσα από το σκοτεινό βάθος του αγγείου. Ο ζωγράφος απεικονίζει την ηρωική του μορφή με το ευγενικό περήφανο κεφάλι και το ρωμαλέο κορμί με τα εξαίσια μέλη. Με βλέμμα ήρεμο αντικρίζει τη μοίρα του αποφασισμένος να κονταροχτυπηθεί με το θάνατο. Κρατάει το κοντάρι το, βριθὺ μέγα στιβαρόν· τὸ μὲν οὐ δύνατ' ἄλλος Ἀχαιῶν / πάλλειν, ἀλλά μιν οἶος ἐπίστατο πῆλαι Ἀχιλλεύς· Ερυθρόμορφος αμφορέας (λεπτομέρεια), περ. 450 π.Χ. Ρώμη, μουσείο Βατικανού


ΑΧΙΛΛΕΑΣ, Η ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΗΡΩΑ ΣΤΟ ΕΠΟΣ ΤΗΣ ΙΛΙΑΔΑΣ
ὑμεῖς γὰρ θεαί ἐστε πάρεστέ τε ἴστέ τε πάντα,
ἡμεῖς δὲ κλέος οἶον ἀκούομεν οὐδέ τι ἴδμεν·
[Β 485-86]
εἶσθε θεαὶς κ' εὑρίσκεσθε παντοῦ καί ἠξεύρετ' ὅλα,
τίποτ' ἐμεῖς δὲν ξεύρομεν, τὴν φήμην μόνο ἀκοῦμε,
Λίγα λόγια για το εγχείρημα
Πάντα μας απασχολούσε τούτος ο σπουδαίος Έλληνας Ήρωας. Όχι τόσο για τα κατορθώματά του και την ανδρεία του, όσο για την πορεία του στη ζωή και τη στάση του απέναντι στο θάνατο. Δεν υπάρχει ήρωας, σε παγκόσμιο επίπεδο, που να γνωρίζει τον επικείμενο θάνατό του και να μην κάνει τίποτα για να ξεφύγει από το δίχτυα του. Ο Αχιλλέας όχι μόνο γνωρίζει το εγγύς του βίου του, αλλά και πορεύεται κατευθείαν πάνω του, το αναζητά, και μάλιστα χωρίς ίχνος φόβου και μεμψιμοιρίας, αλλά με το κεφάλι ψηλά, δεν το περιμένει τρέχει ο ίδιος προς εκπλήρωσή του. Γνωρίζει ότι παρά την αθανασία του, θα πέσει εκεί, ἔμπροσθεν τῶν Σκαιῶν Πυλῶν, νέος, ωραίος, μόνος, επιλέγοντας έναν πρώιμο και δοξασμένο θάνατο, ὤλέτο μέν μοι νόστος, και πως ποτέ δεν θα ξαναδεί τους καρποφόρους κάμπους και τις ρόδινες οροσειρές της αγαπημένης του Φθίας, ούτε φυσικά τον λατρεμένο του πατέρα. Αλλά πάλι μήπως αυτή η αθανασία που αποδεικνύεται τόσο τρωτή, είναι η συνεχή ενασχόληση με το πρόσωπό του στο διάβα των αιώνων;
Το ομηρικό ζήτημα δεν θα μας απασχολήσει εδώ, μια και εμείς θεωρούμε το ποίημα του Ομήρου ενιαίο και γραμμένο από έναν ποιητή. Απλά παραθέτουμε την γνώμη -με την οποία συμφωνούμε απόλυτα- του Jacob Burckhardt που λέει: «Ο τρόπος που στήνονται οι διάφοροι χαρακτήρες δείχνουν μια αλάθητη σιγουριά και αυθόρμητη και φυσική αλήθεια. Όποιος γνώριζε να παρουσιάζει και να δίνει τέτοια δυναμικότητα στον Αχιλλέα και τον Οδυσσέα, θα πρέπει να ήταν ποιητής, και μάλιστα πρώτης τάξεως. Είμαστε υποχρεωμένοι να απελευθερωθούμε απ' την αντίληψη ότι έχουμε να κάνουμε μ' ένα έργο που έχει συντεθεί από διάφορα κομμάτια χωριστά μεταξύ τους: μια τέτοια τελειότητα δε γεννιέται από μόνη της σιγά-σιγά. Όπως συμβαίνει σ' όλες τις εποχές χρειάζεται γι' αυτό το επίτευγμα ένας ποιητής ιδιαιτέρα προικισμένος».
Θεωρούμε περιττό να αναφέρουμε τη λέξη ομοφυλοφιλία και να προσπαθήσουμε να αποδείξουμε την ερωτική σχέση Αχιλλέα-Πάτροκλου μια και σε καμιά περίπτωση το εγχείρημά μας δεν έχει σκοπό να προτάξει στον αναγνώστη του ποιήματος της Ιλιάδας μια δική μας ερμηνεία. Αυτό που επιθυμούμε είναι να υποψιάσουμε τον αναγνώστη δίνοντάς του τροφή για σκέψεις. Είναι κάτι που δεν θα το βρει σε καμιά μελέτη, ερμηνεία ή ανάλυση της Ιλιάδας μια και οι φιλόλογοι και γενικά οι καταξιωμένοι μελετητές του Ομήρου αρνούνται να δουν με ανοιχτό μυαλό το κείμενο. Ο Όμηρος, βέβαια, δεν κάνει -ανοιχτά τουλάχιστον- λόγο για σεξουαλική σχέση μεταξύ των δύο ηρώων. Ο Αισχύλος στη χαμένη τριλογία του Μυρμιδόνες-Νηρηίδες-Φρύγιους που συμπληρωνόταν από το σατυρικό δράμα Έκτορος Λύτρα αναφέρεται καθαρά στην ερωτική σχέση των δύο αντρών. Η πρώτη τραγωδία μάλιστα, αποτέλεσε σκάνδαλο για την εποχή και υπενθυμιζόταν πολύ συχνά από τους μεταγενέστερους συγγραφείς. Ο Πλάτωνας μάλιστα μέμφεται τον Αισχύλο γιατί λέει μετέτρεψε μια αγνή φιλική σχέση σε ερωτική. Τα δυο σπαράγματα που έχουμε στη διάθεσή μας δεν μας αφήνουν καμιά αμφιβολία για το περιεχόμενο των έργων αυτών. Το πρώτο μας το παραθέτει ο Πλούταρχος στον πολύτιμο Ερωτικό του. Ο Αχιλλέας θρηνεί πάνω στο πτώμα του νεκρού Πάτροκλου και λέει μεταξύ άλλων:
Δεν σεβάστηκες τους λατρευτούς μηρούς σου
δεν σεβάστηκες, αχάριστε, τα θερμά φιλιά μας.
Η παρούσα μελέτη είναι θα λέγαμε το πρόπλασμα μιας μεγαλύτερης με θέμα τούτο τον ήρωα του Ομήρου και τη μοναχική του πορεία στο σύντομο βίο του. Αποφασίσαμε να παρουσιάζουμε εδώ ένα κομμάτι της πριν έρθει η ώρα -αν αισθανθούμε την πληρότητά της κάποτε- να πάρει το δρόμο του τυπογραφείου.


Αχιλλέας και Έκτορας, λεπτομέρεια ερυθρόμορφου κρατήρα. Γύρω στο 490 π.Χ. Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο

Πρόλογος
Ο Αχιλλέας διαφέρει από τους άλλους ήρωες της Ιλιάδας, όχι μόνο για την αντρεία του και την μεταχείρισή του από τον Όμηρο, αλλά και γιατί φέρει πάνω του τον βαρύ ίσκιο της αθανασίας. Μιας αθανασίας όμως τρωτής. Τούτη η αθανασία μπορεί να πει κανείς πως τον στοιχειώνει σε κάθε του βήμα. Το τραγούδι όμως της Ιλιάδας δεν αναφέρεται στην ατομική περιπέτεια αλλά στην κοινότητα. Είτε μιλάμε για τον στρατό των Ελλήνων, είτε για την πόλη της Τροίας είτε για το λαό των Ελλήνων ή των Τρώων είτε για τον κύκλο των θεών.
Μέσα στο έργο τούτο του Ποιητή των Ποιητών, ο Αχιλλέας ζει το προσωπικό του δράμα. Εξάλλου το έπος του Ομήρου έχει ως θέμα του την μήνιν του Αχιλλέως εναντίον του Αγαμέμνονα και τα φοβερά επακόλουθά της. Μην ξεχνάμε ότι ολόκληρη η πράξη στην Ιλιάδα συντελείται σε 52 ημέρες, από τις οποίες οι πιο δραματικές κι αποφασιστικές είναι τέσσερις. Και όλα αυτά τον ένατο χρόνο πολιορκίας της Τροίας. Το έπος μάλιστα θα μπορούσε κάλλιστα να ονομαστεί Αχιλληίδα. Ονομάστηκε όμως Ιλιάδα, μια και ο ποιητής γύρω από το κεντρικό θέμα της μήνις του Αχιλλέως παρεμβάλλει τα γεγονότα του πολέμου που διαδραματίζονται γύρω από το Ίλιο τις 52 μέρες της αφήγησής του.
Ο ἀρήιος καὶ ποδώκης Αχιλλέας λοιπόν είναι το κεντρικό πρόσωπο, η δεσπόζουσα μορφή της Ιλιάδας. Πολλά έχουν γραφτεί για τούτον τον ήρωα και τον φίλο του Πάτροκλο. Δεν έχουν τελειωμό τα βιβλία που αναφέρονται σε αυτόν. Μυθιστορήματα, μελέτες, δοκίμια, άρθρα, ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις, ποιήματα, δίνουν μια άλλη μορφή της αθανασίας του Αχιλλέα. Εμείς εδώ θα προσπαθήσουμε να παρακολουθήσουμε την μοναχική του πορεία με μοναδικό βοήθημα τούτο το έπος του «ηγεμόνα της τραγωδίας», όπως χαρακτηρίζει τον Όμηρο ο Πλάτωνας. Δεν θα προβούμε σε κανένα συμπέρασμα, αντιθέτως θα θέσουμε ερωτήματα και θα καλέσουμε τον αναγνώστη να απαντήσει. Αρχική ιδέα ήταν να παραθέσουμε τους στίχους του έπους μόνο στην αρχαία γραφή τους. Γνωρίζοντας όμως ότι ο νεοέλληνας ξέρει τόσο καλά τη γλώσσα του όσο εμείς –ας πούμε- από αεροναυπηγική, θα μεταφέρουμε εδώ τους στίχους της Ιλιάδας στην κλασική και σημαντικότατη –κατά την γνώμη μας- μετάφραση του Ιάκωβου Πολυλά. Ο λόγιος Πολυλάς κατάφερε να δώσει μια αριστοτεχνική μετάφραση του έπους, για την οποία επί ολόκληρα χρόνια αφιέρωσε την πνευματική του ύπαρξη, όπου όμως κρίνουμε θα παραθέσουμε μόνο αυτούσια τα λόγια του Ποιητή.

 
Αχιλλέας. Λεπτομέρεια ρωμαϊκού γλυπτού. Museo dell'Ottocento. Τοσκάνη

Αἰακίδης Ἀχιλλέας
Το όνομα του Αχιλλέα θα μπορούσαμε να πούμε ότι επιδέχεται τρεις εκδοχές ερμηνειών:
1. Παρὰ τό ἄχος λύειν, ἰατρὸς γὰρ ἦν, δηλαδή ονομάστηκε έτσι γιατί λύει τη λύπη (τὸ ἄχος), διότι ήταν ιατρός έχοντας μαθητεύσει κοντά στον Χείρωνα.
2. Διὰ τὸ ἄχος (ὅ ἐστι λύπη) ἐπενεγκεῖν τῆ μητρὶ καὶ τοῖς Ἰλιεῦσιν. Δηλαδή πήρε αυτό το όνομα γιατί έφερε λύπη στη μητέρα του και στους κατοίκους του Ιλίου, δηλαδή της Τροίας.
3. Ἢ διὰ τὸ μὴ θίγειν χείλεσι Χιλῆς, ὅ ἐστι τροφῆς ὅλως γὰρ οὐ μετέσχε γάλακτος, ἀλλὰ μυελοῖς ἐλάφων ἐτράφη ὑπὸ Χείρωνος. Αυτή η τρίτη εκδοχή μας λέει ότι ονομάστηκε έτσι επειδή δεν ακούμπησε στα χείλη του τροφή [οὐ + χιλή (τροφή)]. Δεν ετράφη δηλαδή με γάλα αλλά με μυελούς ελαφιών από τον Χείρωνα.
Το ποίημα της Ιλιάδας αρχίζει με μια ατμόσφαιρα πίκρας και στεναχώριας για όλα αυτά που θα ακολουθήσουν αλλά και για το λοιμό που τώρα έχει πέσει στο στρατόπεδο των Αχαιών και θερίζει τα καλύτερα παλληκάρια τους. Μῆνιν ἄειδε θεὰ Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος / οὐλομένην, ἣ μυρί᾿ Ἀχαιοῖς ἄλγε᾿ ἔθηκε / πολλὰς δ' ἰφρίμους ψυχὰς Ἄϊδι προΐαψεν / ἡρώων, αὐτοὺς δὲ ἑλώρια τεῦχε κύνεσσιν, και παρακάτω, νοῦσον ἀνὰ στρατὸν ὄρσε κακήν, ὀλέκοντο δὲ λαοί. Ο Αχιλλέας καλεί σε συνάντηση τους Αχαιούς και ο Μάντης Κάλχας αφού λάβει την διαβεβαίωση του Αχιλλέα ότι δεν θα τον πειράξει κανείς, μαρτυράει για την αιτία του κακού που δεν είναι άλλη από την προσβολή που έκανε ο Αγαμέμνονας στον Χρύση, Ιερέα του Απόλλωνα, όταν αυτός πήγε με λύτρα να ζητήσει πίσω την μονάκριβή του κόρη. Ο Αγαμέμνονας δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να δεχθεί μια τέτοια ταπείνωση και λέει πως αν είναι να δώσει τη Χρυσηίδα θα πάρει σαν αντάλλαγμα τη Βρισηίδα. Την κόρη που έχει δοθεί ως λάφυρο στον Αχιλλέα. Εδώ ξεκινάει και ο μεγάλος θυμός του Αχιλλέως μια και είναι υποτιμητικό να του αφαιρούν τα δώρα-λάφυρα που με την αξία του έχει κερδίσει αυτός, ο καλύτερος των Αχαιών (ἄριστος Ἀχαιῶν). Πολλά έχουν γραφτεί για τούτη την σύγκρουση των δύο αρχηγών. Ο θυμός του Αχιλλέα δεν είναι ένα απλό εφηβικό καπρίτσιο, δεν είναι ο θυμός ενός νέου και ευέξαπτου αρχηγού. Υποστηρίζει το δίκαιο και την ευσέβεια με ευθύτητα και τόλμη. Περιμένει δε ακριβώς αυτή τη στιγμή που τα πράγματα είναι ξεκάθαρα και που ο αρχηγός των Ελλήνων φαίνεται σαφέστατα να είναι ο κύριος υπεύθυνος για το κακό, και όχι μόνο αυτό, αλλά, δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες του, αντίθετα μπαίνει στην περιοχή της ἄτης, έχοντας παράλογες απαιτήσεις· περιμένει θα λέγαμε συμμάχους. Ο Αχιλλέας δεν θα τύχει καμιάς υποστήριξης από το ακροατήριο των πολεμιστών και των άλλων αρχηγών. Αν και προφανώς βλέπουν και κατανοούν την ολοφάνερη αδικία που γίνεται σε βάρος του, δεν θα τολμήσουν να μιλήσουν, δεν θα πάρουν θέση. Αντίθετα με τη σιωπή τους επικυρώνουν τη συμπεριφορά του Αγαμέμνονα. Ο Αχιλλέας μένει μόνος. Ο Όμηρος από την πρώτη στιγμή μας τονίζει τη μοναξιά του ήρωα και το μοναχικό δρόμο που ανοίγεται μπροστά του. Αλλά και από την πρώτη στιγμή του έπους, ο Αχιλλέας, δηλώνει ότι είναι εκεί για να πολεμήσει και να πάρει εκδίκηση για την κλοπή της Ελένης. Τίποτα προσωπικό δεν έχει με τους Τρώες αφού δεν του έχουν κάνει τίποτα, δεν τον έχουν βλάψει προσωπικά στο παραμικρό. Ουσιαστικά αναρωτιέται γιατί βρίσκεται εκεί.
οὐ γὰρ ἐγὼ Τρώων ἕνεκ' ἤλυθον αἰχμητάων
δεῦρο μαχησόμενος, ἐπεὶ οὔ τί μοι αἴτιοί εἰσιν·
οὐ γὰρ πώποτ' ἐμὰς βοῦς ἤλασαν οὐδὲ μὲν ἵππους,
[Α 153-55]
ἐγὼ δὲν ἦλθα ἐξ ἀφορμῆς τῶν λογχοφόρων Τρώων
νὰ πολεμίσ' ὅτι ποσῶς ἐκεῖνοι δὲν μοῦ πταίουν·
τα βόδια μήτε τ' ἄλογα δὲν βγῆκαν νὰ μοῦ πάρουν
Στο τέλος της φιλονικίας θα αναφέρει πως δεν πρόκειται για μια γυναίκα να έρθει στα χέρια, αλλά αν τολμήσουν να αγγίξουν κάτι από τα δικά του υπάρχοντα θα τρέξει αμέσως μαύρο αίμα (αἷμα κελαινὸν).
ἦ γάρ κεν δειλός τε καὶ οὐτιδανὸς καλεοίμην
εἰ δὴ σοὶ πᾶν ἔργον ὑπείξομαι ὅττί κεν εἴπῃς·
ἄλλοισιν δὴ ταῦτ' ἐπιτέλλεο, μὴ γὰρ ἔμοιγε
σήμαιν'· οὐ γὰρ ἔγωγ' ἔτι σοὶ πείσεσθαι ὀίω.
ἄλλο δέ τοι ἐρέω, σὺ δ' ἐνὶ φρεσὶ βάλλεο σῇσι·
χερσὶ μὲν οὔ τοι ἔγωγε μαχήσομαι εἵνεκα κούρης
οὔτε σοὶ οὔτέ τῳ ἄλλῳ, ἐπεί μ' ἀφέλεσθέ γε δόντες·
τῶν δ' ἄλλων ἅ μοί ἐστι θοῇ παρὰ νηὶ μελαίνῃ
τῶν οὐκ ἄν τι φέροις ἀνελὼν ἀέκοντος ἐμεῖο·
εἰ δ' ἄγε μὴν πείρησαι ἵνα γνώωσι καὶ οἷδε·
αἶψά τοι αἷμα κελαινὸν ἐρωήσει περὶ δουρί.
[Α 293-303]
«ἀληθινὰ δειλόψυχον θὰ μ’ ἔλεγαν καὶ ἀχρεῖον,
ἄν σ’ ὅ,τι εἰπῆς θὰ ἔστεργα τὴν κεφαλὴν νὰ κλίνω.
αὐτά στοὺς ἄλλους πρόσταζε, καὶ διαταγὲς έμένα
μὴ δίδης, ὅτι στὸ ἑξῆς ποτὲ δὲν θὰ σ’ ἀκούσω.
Κ' ἕν’ ἄλλο ἀκόμα θὰ σοῦ εἰπῶ, καὶ ἄς τὸ φυλάξη ὁ νοῦς σου.
μὲ σὲ ἢ μ’ ἄλλους πόλεμον νὰ στήσω γιὰ τὴν κόρην
δὲν θέλω, σεῖς τὴν δώσατε, σεῖς μοῦ τὴν ἀφαιρεῖτε.
ἀλλ’ ἀπὸ τ’ ἄλλα ὅσα ’χω ἐγώ σιμὰ στὸ μαῦρο πλοῖον
τίποτε δὲν θὰ δυνηθῆς νὰ πάρης ἄβουλά μου.
καὶ ἄν αγαπᾶς, δοκίμασε, γιὰ νὰ ἰδοῦν καὶ τοῦτοι·
εὐθὺς τὸ μαῦρο αἷμα σου στὴν λόγχην μου θὰ τρέξη».
Οι δυο αρχηγοί θα ανταλλάξουν βαριές κουβέντες. Μιλώντας και για το σμήνος των πολεμιστών, και αφού έχει γίνει η επέμβαση της Αθηνάς που θα τον συγκρατήσει έτσι ώστε να αποφευχθούν τα χειρότερα, ο Αχιλλέας θα φτάσει στο σημείο να πει μεταξύ άλλων: Τωόντι αχρείους κυβερνάς, λαοφάγε βασιλέα! (δημοϐόρος βασιλεὺς, ἐπεὶ οὐτιδανοῖσιν ἀνάσσεις). Στεναχωριέται, γιατί για έναν πολεμιστή του ύψους του, είναι εξευτελιστικό να του αφαιρούν τα λάφυρα, να τον ταπεινώνουν, να του δημιουργούν μια νέα πληγή. Όταν οι απεσταλμένοι του Αγαμέμνονα, με αρχηγό τον Οδυσσέα, θα έρθουν να πάρουν την Βρισηίδα, ο Αχιλλέας υποταγμένος στη μοίρα δεν θα προβάλει καμιά αντίσταση. Προσέξτε την αντίδρασή του τη στιγμή που χάνει την Βρισηίδα και συγκρίνετέ την με την στιγμή -παρακάτω- που μαθαίνει το χαμό του Πάτροκλου. Προφανώς οι δυο απολεσθέντες δεν έχουν γι' αυτόν την ίδια αξία.
αὐτὰρ ὃ ἔγνω ἧσιν ἐνὶ φρεσὶ φώνησέν τε·
«Χαίρετε, κήρυκες, Διὸς ἄγγελοι ἠδὲ καὶ ἀνδρῶν,
ἆσσον ἴτ᾿· οὔ τί μοι ὔμμες ἐπαίτιοι ἀλλ᾿ Ἀγαμέμνων
ὃ σφῶϊ προΐει Βρισηΐδος εἵνεκα κούρης.
ἀλλ᾿ ἄγε, διογενὲς Πατρόκλεες, ἔξαγε κούρην
καί σφωϊν δὸς ἄγειν· τὼ δ᾿ αὐτὼ μάρτυροι ἔστων
πρός τε θεῶν μακάρων πρός τε θνητῶν ἀνθρώπων
καὶ πρὸς τοῦ βασιλῆος ἀπηνέος εἴ ποτε δ᾿ αὖτ
χρειὼ ἐμεῖο γένηται ἀεικέα λοιγὸν ἀμῦναι
τοῖς ἄλλοις· ἦ γὰρ ὅ γ᾿ ὀλοιῇσι φρεσὶ θύει,
οὐδέ τι οἶδε νοῆσαι ἅμα πρόσσω καὶ ὀπίσσω,
ὅππως οἱ παρὰ νηυσὶ σόοι μαχέοιντο Ἀχαιοί.»
[Α 333-344]
τοὺς νόησε καὶ «χαίρετε, ὦ κήρυκες», τοὺς εἶπε :
«ἀγγελιοφόροι τοῦ Διὸς καὶ τωῶ θνητῶν ἀνθρώπων.
ἐλάτ’ ἐμπρὸς, δὲν φταῖτε σεῖς, ὁ Ἀγαμέμνων πταίει
πὤστειλε σᾶς νὰ πάρετε τὴν κόρην τοῦ Βρισέως.
Πάτροκλε διογέννητε, τὴν κόρην ἔξω βγάλε
καὶ νὰ τὴν πάρουν δῶσε την. Καὶ ἂς εἶναι αὐτοί μαρτύροι
πρὸς τοὺς θεούς, πρὸς τοὺς θνητοὺς καὶ πρὸς τὸν βασιλέα
ἐκεῖνον τὸν σκληρόψυχον, ἂν ποτε φθάση ἀνάγκη
ἀπὸ ἀχρεῖον ὄλεθρον νά σώσω ἐγὼ τοὺς ἄλλους.
τωόντι αὐτός λυσσομανεί μὲ λογικά χαμένα
καὶ δὲν γνωρίζει τὰ ἐμπρός νὰ ἰδῆ καὶ τὰ κατόπι.
πῶς νά τοῦ μάχωντ’ οὶ Ἀχαιοί γεροὶ σιμὰ στὰ πλοῖα».
Ο Αχιλλέας λοιπόν έχει αποχωρίσει από την ενεργό δράση έχοντας ανταλλάξει βαριές κουβέντες με τον Αγαμέμνονα, και οι Έλληνες απειλούνται με καταστροφή, αφού ο Δίας θέλοντας να ικανοποιήσει την ικεσία της Θέτιδας, επιθυμεί να δώσει τη νίκη στους Τρώες προκειμένου να τιμήσει και να δοξάσει τον Αχιλλέα. Ο Οδυσσέας, ο Αίας, ο Φοίνιξ και οι κήρυκες πάνε να συναντήσουν τον Αἰακίδη Αχιλλέα για να τον πείσουν να επιστρέψει στη μάχη, ῥηιδίως πεπιθεῖν μεγάλας φρένας Αἰακίδαο. (τὴν μεγαλόπρεπη ψυχὴ νὰ πείσουν τοῦ Ἀχιλλέα).
Θα τον βρουν να απολαμβάνει το τραγούδι του, φόρμιγγι λιγείη καλῆ δαιδάλεη, με τον Πάτροκλο απέναντί του να τον ακούει σιωπηλός. Ο Αχιλλέας αρχικά θα εκπλαγεί, ταφὼν δ’ ἀνόρουσεν Ἀχιλλεύς, θα τους καλοδεχτεί όμως, θα τους προσφέρει φαγητό και οίνο, αλλά μέχρι εκεί. Όταν ακούει τον λόγο της επίσκεψής τους θα απαντήσει με ένα τελεσίδικο όχι! Με τραυματισμένη καρδιά και ψυχή, περίλυπος, ἀλλά μοι οἰδάνεται κραδίη χόλῳ ὁππότε κείνων, μνήσομαι [Ι 647-8], όσα κι αν του προσφέρει ο Αγαμέμνονας δεν σκοπεύει να αλλάξει γνώμη. Παρά το μύθο του Μελέαγρου που ο γερό-Φοίνικας θα του αναφέρει για να τον μεταπείσει, ο Αχιλλέας δεν πρόκειται να πολεμήσει.
Τον Αχιλλέα τον περικυκλώνουν δύο οδύνες του θανάτου, διχθαδίας κήρας φερεμέν θανάτοιο τέλοσδε. Τούτο είναι το σημαντικότερο στοιχείο του χαρακτήρα του Αχιλλέα έτσι όπως χτίζεται από τον Όμηρο, αφού ο ήρωάς μας γνωρίζει πολύ καλά όπως του έχει εξηγήσει η μητέρα του Θέτις, ότι ή θα μείνει στη Τροία με κόστος έναν πρώιμο δοξασμένο θάνατο, ὤλέτο μέν μοι νόστος, ή θα επιστρέψει στη Φθία και θα ζήσει ένα συμβατικό βίο με κόστος την ασημία, ὤλέτό μοι κλέος. Ο ίδιος γνωρίζει βέβαια πολύ καλά ότι η μοίρα του είναι στο πρώτο σκέλος, αλλά εδώ, απόψε, θέλει να ταράξει τα νερά της διττής του φύσης και κάθε φορά που είναι περίλυπος καλεί την μητέρα του να τον παρηγορήσει δίνοντάς μας έτσι την εικόνα ενός εύθραυστου νέου. Όπως κάθε φορά, η μητέρα-θεά θα ανταποκριθεί στο καλέσμά του και πάντα θα έρχεται απ’ όπου κι αν είναι να σκουπίσει τα δάκρυά του, τέκνον, τί κλαίεις; τί δέ σε φρένας ἵκετο πένθους; Αλλά η αθάνατη μάνα δεν θα χάνει την ευκαιρία να του υπενθυμίζει πάντα τον επικείμενο θάνατό του. Απόψε όμως εδώ ο Αχιλλέας στέφεται την επιστροφή του στην Φθία, εἰ μὲν δὴ νόστον γε μετὰ φρεσί, φαίδιμ’ Ἀχιλλεῦ, βάλλεαι, αλλά και τον μονάχο γέρο πατέρα του που αναζητεί το γιο του να γυρίσει κοντά του. Κάνει και σχέδια, ἤματί κε τριτάτῳ Φθίην ἐρίβωλον ἱκοιμήν (στην καρποφώρα Φθίαν μου τη τρίτη μέρα φτάνω) [Ι 363]. Αισθάνεται ξένος σε ξένο τόπο και μακρινός. Θα διώξει όλη την ομάδα και θα κρατήσει για τη νύχτα μόνο τον γέρο-Φοίνικα, την ανάμνηση των παιδικών του χρόνων, που του έδωσε ο πατέρας του, μια και δεν μπορεί να έχει τον ίδιο κοντά του. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα όνειρο νόστου που ξέρει πολύ καλά ότι δεν θα πραγματοποιηθεί.

«Ο θρήνος του Αχιλλέα». Μολύβι σε χαρτί

κεῖται Πάτροκλος
Ο Αχιλλέας έχει πια απομακρυνθεί από κάθε εχθροπραξία και περιμένει δικαίωση και αναγνώριση αφού ο Αγαμέμνονας του στέρησε τα λάφυρα που με την αξία του είχε αποκτήσει και τον προσέβαλε. Ο πόλεμος έχει φουντώσει για τα καλά, οι δυο λαοί μάχονται σκληρά και οι Αχαιοί είναι σε δύσκολη θέση. Ο Έκτωρ πυρπολεί ήδη τα καράβια, το πλοίο του Πρωτεσίλαου έχει τυλιχθεί στις φλόγες παρά την υπεράνθρωπη προσπάθεια του Αίαντα να τους ανακόψει και να σβήσει τη φωτιά. Ο Σαρπηδόνας, ο γιος του Δία και βασιλιάς των Λυκίων που έχει μπει στη μάχη, έχει σκοτώσει πολλούς από τους Έλληνες. Παρά την ανδρεία του Διομήδη που θα ξεχωρίσει στη μάχη οι καλύτεροι των Αχαιών κείτονται στο χώμα. Ο Πάτροκλος που παρακολουθεί τα γεγονότα δεν μπορεί να αντέξει αυτόν το χαμό και την αδιαφορία του αγαπημένου. Κλαίει σαν κοράσι. Βλέποντάς τον ο Αχιλλέας θα προσπαθήσει να μάθει το λόγο:
τὸν δὲ ἰδὼν ᾤκτιρε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεύς,
καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
τίπτε δεδάκρυσαι Πατρόκλεες, ἠύτε κούρη
νηπίη, ἥ θ' ἅμα μητρὶ θέουσ’ ἀνελέσθαι ἀνώγει
εἱανοῦ ἁπτομένη, καί τ' ἐσσυμένην κατερύκει,
[Π 5-9]
τὸν εἶδε καὶ συμπόνεσε ὁ θεῖος Ἀχιλλέας
καὶ ἀμέσως τὸν ἐρώτησεν· «ὦ Πάτροκλε, τὶ κλαίεις;
κοράσι ὁμοιάζεις τρυφερό ποῦ ὀπίσω ἀπ' τὴν μητέρα
τρέχει καὶ τὴν παρακαλεῖ στὸν κόρφο νὰ τὸ πάρει
καί ἀπ' τὴν ποδιά της τὴν κρατεῖ, ποῦ βιαστικὰ πηγαίνει,
Η ανδρεία του Πάτροκλου είναι δεδομένη από την πρώτη στιγμή, τα βογγητά των ηττημένων, βεβλημένοι οὐτάμενοί τε, δεν τον αφήνουν να ησυχάσει και τον παρακαλεί αφού ο ίδιος δεν αφήνει κατά μέρος το θυμό του να πάει να πολεμήσει, ας στείλει αυτόν στη θέση του μαζί με τους Μυρμιδόνες.
ἀλλ' ἐμέ περ πρόες ὦχ', ἅμα δ' ἄλλον λαὸν ὄπασσον
Μυρμιδόνων, ἤν πού τι φόως Δαναοῖσι γένωμαι.
δὸς δέ μοι ὤμοιιν τὰ σὰ τεύχεα θωρηχθῆναι,
αἴ κ' ἐμὲ σοὶ ἴσκοντες ἀπόσχωνται πολέμοιο
[Π 38-41]
ἐμὲ κἂν στεῖλ' εὐθύς καὶ ὁμοῦ τοὺς Μυρμιδόνες ὅλους,
ἴσως μ' ἐμένα ὀλίγο φῶς ἰδοῦν οἱ νικημένοι.
Καὶ τ' ἄρματά σου δώσε μου νὰ τὰ φορῶ στὴ μάχην,
ἴσως εἰποῦν πως εἶσαι σὺ καὶ ξεκοποῦν οἱ Τρῶες
Στον Όμηρο δεν υπάρχει σασπένς, αλλά πάντα μας προετοιμάζει για το τι θα ακολουθήσει. Έτσι και εδώ, μας προμηνύει το τέλος του Πάτροκλου.
Ὣς φάτο λισσόμενος μέγα νήπιος· ἦ γὰρ ἔμελλεν
οἷ αὐτῷ θάνατόν τε κακὸν καὶ κῆρα λιτέσθαι.
[Π 46-47]
Παρακαλούσε ὁ τυφλὸς ὁλόθερμα, καὶ ὡστόσο
παρακαλούσε θάνατον κακόν τῆς κεφαλῆς του.
Ο Αχιλλέας όμως δεν ξέρει, αλλά και δεν μπορεί να αρνηθεί στον αγαπημένο αυτή την χάρη που του ζητάει, και συμφωνεί. Τον παροτρύνει μάλιστα να πάει να σώσει τα πλοία για να μπορούν οι Αχαιοί να γυρίσουν στην πατρίδα.
ἀλλὰ καὶ ὧς Πάτροκλε νεῶν ἄπο λοιγὸν ἀμύνων
ἔμπεσ’ ἐπικρατέως, μὴ δὴ πυρὸς αἰθομένοιο
νῆας ἐνιπρήσωσι, φίλον δ' ἀπὸ νόστον ἕλωνται.
[Π 80-82]
ἀλλ' ὅμως πέσ' ἀπάνου τους, ὦ Πάτροκλε ἀνδρειωμένε,
πρόφθασε πρὶν ἀδάμαστην βάλουν φωτιὰ στὰ πλοία
καὶ κὰψουν τὴν ἐπιστροφὴν στὴν ποθητὴν πατρίδα
Αλλά και θα τον συμβουλεύσει:
πείθεο δ' ὥς τοι ἐγὼ μύθου τέλος ἐν φρεσὶ θείω
[Π 83]
καὶ ὅλον τὸ λόγον ποῦ θὰ εἰπῶ βάλε στό νοῦ καὶ πείθου
Δεν πρέπει να απομακρυνθεί αλλά αφού τους διώξει από τα πλοία να γυρίσει σώος και ακέραιος γιατί τον χρειάζεται.
ἐκ νηῶν ἐλάσας ἰέναι πάλιν· εἰ δέ κεν αὖ τοι
δώῃ κῦδος ἀρέσθαι ἐρίγδουπος πόσις Ἥρης,
μὴ σύ γ' ἄνευθεν ἐμεῖο λιλαίεσθαι πολεμίζειν
Τρωσὶ φιλοπτολέμοισιν· ἀτιμότερον δέ με θήσεις·
[Π 87-90]
.... καὶ αὐφοῦ μακρὰν τῶν πλοίων
τοὺς διώξης γύρε παρευθύς· κ' ἐάν θελήσης δόξαν
νὰ σοῦ χαρίσει ὁ βροντιτής, μὴ σὺ ἐπιθυμήσης
χωρίς ἐμὲ ν' ἀγωνισθῆς μὲ τ' ἀνδρειωμένα πλήθη
των Τρώων·
Ο Αχιλλέας θα προσευχηθεί και στο Δία να πάνε όλα καλά, ο Πάτροκλος να απωθήσει τους Τρώες από τα πλοία και να του γυρίσει πάλι ακέραιος.
ἀσκηθής μοι ἔπειτα θοὰς ἐπὶ νῆας ἵκοιτο
[Π 247]
νὰ μοῦ γυρίσει ἄβλαπτος μὲ ὅλα τ' ἄρματά μου
Τα πράγματα όμως θα εξελιχθούν όπως θέλει ο Δίας και οι Μοίρες. Ο γενναίος Πάτροκλος θα αγωνισθεί σαν παλληκάρι σκοτώνοντας τον Σαρπηδόνα αλλά και πολλούς Τρώες. Τρεις φορές θα προσπαθήσει να ανέβει τα τείχη της Τροίας και τρεις φορές ο Απόλλωνας που έχει μπει στη μάχη θα τον γκρεμίσει κάτω.
τρὶς μὲν ἐπ' ἀγκῶνος βῆ τείχεος ὑψηλοῖο
Πάτροκλος, τρὶς δ' αὐτὸν ἀπεστυφέλιξεν Ἀπόλλων
[Π 702-3]
καὶ τρεῖς εσκάλωσε φοραίς ὁ Πάτροκλος στὸ τεῖχος
καὶ τρεῖς τὸν ἐξετίναξεν ο Φοῖβος μὲ τὰ χέρια
Αλλά έχει γίνει αυτό που φοβόταν ο Αχιλλέας για τον αγαπημένο του. Στο προσκήνιο έχει μπει ο Απόλλωνας που όπως είπαμε τον τινάζει κάτω από τα τείχη της Τροίας που σημειωτέων, είναι μέχρι στιγμής ο μόνος Έλληνας που καταφέρνει να σκαρφαλώσει έστω και λίγη απόστασή τους. Ο Απόλλων όμως θα του πει ότι:
χάζεο διογενὲς Πατρόκλεες· οὔ νύ τοι αἶσα
σῷ ὑπὸ δουρὶ πόλιν πέρθαι Τρώων ἀγερώχων,
[Π 705-707]
«Πάτροκλε διογέννητε, δὲν ἔχει ὁρίσ' ἡ μοίρα
τῶν ἀπότολμων Τρώων σὺ τὴν πόλιν νὰ πορθήσης
Η συνέχεια είναι γνωστή. Ο γενναίος Πάτροκλος (Πατροκλῆα μεγάθυμον) θα πέσει ουσιαστικά χτυπημένος από τον Εύφορβο, το γιο του Πάνθεου, που τον λογχίζει και εξαφανίζεται στις τάξεις των Τρώων φοβούμενος να τον αντιμετωπίσει μόνος του κατά πρόσωπο αν και ο Πάτροκλος είναι χωρίς άρματα πια...
πρῶτ᾽ ἐλθὼν σὺν ὄχεσφι διδασκόμενος πολέμοιο·
ὅς τοι πρῶτος ἐφῆκε βέλος Πατρόκλεες ἱππεῦ
οὐδὲ δάμασσ᾽· ὃ μὲν αὖτις ἀνέδραμε, μίκτο δ᾽ ὁμίλῳ,
ἐκ χροὸς ἁρπάξας δόρυ μείλινον, οὐδ᾽ ὑπέμεινε
Πάτροκλον γυμνόν περ ἐόντ᾽ ἐν δηϊοτῆτι.
Πάτροκλος δὲ θεοῦ πληγῆ άχάζετο κῆρ' ἀλεείνων.
ἂψ ἑτάρων εἰς ἔθνος ἐχάζετο κῆρ᾽ ἀλεείνων.
[Π 810-817]
Αυτός πρώτος σ’ ελόγχισεν, ω Πάτροκλε ιππομάχε,
και δεν σε φόνευσε, κι ευθύς την λόγχην απ’ το σώμα
άρπαξε και μες στον στρατόν εσύρθη, δεν εστάθη
ν’ αντιταχθεί στον Πάτροκλον, αν και ξαρματωμένον,
αλλ’ ως το χέρι του θεού τον δάμασε και η λόγχη
προς τους συντρόφους έστρεφε την μοίραν ν’ αποφύγει.
Ο χαμός του Πάτροκλου όμως οφείλεται στο Φοίβο που του αφαιρεί την πανοπλία για να ακολουθήσει το λόγχισμα του Εύφορβου, προσφέροντας πολύτιμη βοήθεια στους Τρώες. Τον Πάτροκλο βέβαια θα αποτελειώσει ο Έκτορας μια και σ' αυτόν ο Απόλλων χαρίζει ουσιαστικά τούτη τη νίκη.
δεινός· ὃ μὲν τὸν ἰόντα κατὰ κλόνον οὐκ ἐνόησεν,
ἠέρι γὰρ πολλῇ κεκαλυμμένος ἀντεβόλησε·
στῆ δ' ὄπιθεν, πλῆξεν δὲ μετάφρενον εὐρέε τ' ὤμω
χειρὶ καταπρηνεῖ, στρεφεδίνηθεν δέ οἱ ὄσσε.
τοῦ δ' ἀπὸ μὲν κρατὸς κυνέην βάλε Φοῖβος Ἀπόλλων·
ἣ δὲ κυλινδομένη καναχὴν ἔχε ποσσὶν ὑφ' ἵππων
αὐλῶπις τρυφάλεια, μιάνθησαν δὲ ἔθειραι
αἵματι καὶ κονίῃσι· πάρος γε μὲν οὐ θέμις ἦεν
ἱππόκομον πήληκα μιαίνεσθαι κονίῃσιν,
ἀλλ' ἀνδρὸς θείοιο κάρη χαρίεν τε μέτωπον
ῥύετ' Ἀχιλλῆος· τότε δὲ Ζεὺς Ἕκτορι δῶκεν

[Π 788-899]
Και δεν τον είδε, ως έρχονταν, στην ταραχήν της μάχης
μες στην κατάχνια ολόκλειστος του εστήθη οπίσω ο Φοίβος
με την παλάμην πετακτήν του επάταξε τους ώμους
και όλην την ράχην. Κι έστριψεν τα μάτια του Πατρόκλου.
Και ο Φοίβος απ’ την κεφαλήν του επέταξε το κράνος,
που αντήχησε, ως εκύλησε στα πόδια εκεί των ίππων.
Και η χαίτη του στα χώματα μολύνθη και στο αίμα.
Και ως τότε δεν εγίνετο να μολυνθεί στο χώμα
ο κώνος λαμπροφούντωτος, που έσκεπε τ’ ωραίο
μέτωπο και την κεφαλήν του θείου Αχιλλέως.
Και τότε το’δωκεν ο Ζευς του Έκτορος να σκέπει
την κεφαλήν του κι έφθανε σ’ αυτόν η μαύρ’ ημέρα.
Πριν ξεψυχήσει ο Πάτροκλος θα πει στον Έκτορα ότι δεν θα τον είχε νικήσει αν δεν τον βοηθούσε ο Φοίβος, αλλά θα προβλέψει και το τέλος του.
ἀλλά με μοῖρ' ὀλοὴ καὶ Λητοῦς ἔκτανεν υἱός,
ἀνδρῶν δ' Εὔφορβος· σὺ δέ με τρίτος ἐξεναρίζεις.
ἄλλο δέ τοι ἐρέω, σὺ δ' ἐνὶ φρεσὶ βάλλεο σῇσιν·
οὔ θην οὐδ' αὐτὸς δηρὸν βέῃ, ἀλλά τοι ἤδη
ἄγχι παρέστηκεν θάνατος καὶ μοῖρα κραταιὴ
χερσὶ δαμέντ' Ἀχιλῆος ἀμύμονος Αἰακίδαο.
[Π 849-854]
ἐμένα ἡ μοῖρα ἐφόνευσεν ἡ μαύρη μὲ τὸν Φοίβον,
καὶ ἀπ' τοὺς θνητοὺς ὁ Εὔφορβος τρίτος ἐσὺ μὲ γδύνεις.
Καὶ ἄκουσε ἀκόμα τὶ θὰ εἰπῶ καὶ βάλε το στὸν νοῦ σου·
ὁλίγαις εἶν' ἡ ἡμέραις σου· καὶ ἰδοὺ σὲ παραστέκει
ἡ μοῖρα ἡ παντοδύναμη καὶ ἡ ὥρα τοῦ θανάτου,
ὁποῦ ἀπ' τὸ χέρι ἀδάμαστο θὰ πέσεις τοῦ Ἀχιλλέως
Ο Αχιλλέας περιμένει με ανυπομονησία στα καράβια. Τον ζώνουν μαύρες σκέψεις και αδημονεί να δει τον αγαπημένο να έρχεται πίσω σώος και άθικτος. Ο Ἀντίλοχος είναι αυτός που θα του φέρει τα θλιβερά μαντάτα.
ὤ μοι Πηλέος υἱὲ δαίφρονος ἦ μάλα λυγρῆς
πεύσεαι ἀγγελίης, ἣ μὴ ὤφελλε γενέσθαι.
κεῖται Πάτροκλος, νέκυος δὲ δὴ ἀμφιμάχονται
γυμνοῦ· ἀτὰρ τά γε τεύχε' ἔχει κορυθαίολος Ἕκτωρ.
[Σ 18-21]
μήνυμα, ὠϊμένα, θλιβερό θα μάθεις, Ἀχιλλέα,
ποτὲ νὰ μ' εἶχεν άκουσθῆ· κεῖται ὸ Μενοιτιάδης
ὁ Πάτροκλος, καὶ πολεμοῦν εἰς τὸ νεκρό του σῶμα
γυμνό, κ' ἐπῆρε τ' ἄρματα ὁ λοφοσίστης Ἕκτωρ.
Ο Αχιλλέας έχει χάσει τον κόσμο. Αυτό που φοβόταν έγινε. Ο αγαπημένος, ο καλός φίλος (ἑτάροιο ἐνηέος), είναι νεκρός. Ο Όμηρος συνθέτει εδώ μια εξαιρετική σκηνή όπου ο Αχιλλέας παίρνοντας στάχτη τη σκορπά στα μαλλιά του ασχημίζοντας το ωραίο του πρόσωπο.
Ὣς φάτο, τὸν δ' ἄχεος νεφέλη ἐκάλυψε μέλαινα·
ἀμφοτέρῃσι δὲ χερσὶν ἑλὼν κόνιν αἰθαλόεσσαν
χεύατο κὰκ κεφαλῆς, χαρίεν δ' ᾔσχυνε πρόσωπον·
[Σ 22-25]
Ἐκείνον τὸτ' ἀπέσπασε ἡ σκοτεινιά τοῦ πόνου
καὶ ἀθάλη πῆρε κ' ἔχυσε καὶ μὲ τὰ δυὸ του χέρια
στὴν κεφαλὴν καὶ ἀσχήμισε τὸ πρόσωπο το ὡραίο
Η οδύνη είναι μεγάλη. Ο Αντίλοχος του κρατά τα χέρια να μην κάνει κακό στον ίδιο τον εαυτό του. Ο Αχιλλέας οδύρεται, επιδιώκει να γίνει ένα με το χώμα, να πάει να συναντήσει τον αγαπημένο, να πάρει το σχήμα του νεκρού κορμιού του. Ακριβώς σε αυτό το σημείο θα έρθει η μάνα· η Θέτις. Μια γνήσια Ελληνίδα μάνα που έχει ακούσει το κλάμα του παιδιού της και τρέχει μαζί με τις Νηρηίδες να τον παρηγορήσει, να πάρει το κεφάλι του στα δυο της χέρια να σκουπίσει τα δάκρυά του και να ακούσει τι τον βασανίζει· να απαλύνει τον πόνο του. Ο Αχιλλέας θα της αποκριθεί:
.... ἐπεὶ φίλος ὤλεθ' ἑταῖρος
Πάτροκλος, τὸν ἐγὼ περὶ πάντων τῖον ἑταίρων
[Σ 22-25]
..... μοῦ χάθει ὁ ποθητός μου
Πάτροκλος, ὁ ὑπεράκριβως, ὁ φίλος τῆς καδιᾶς μου
Ο Αχιλλέας ζει την πιο άσχημη στιγμή της ζωής του, ἄκμηνον πόσιος καὶ ἐδητύος ἔνδον ἐόντων [Σ 95-96], (ὅτι κακό χειρότερο νὰ πάθω δὲν μπορούσα). Ο αγαπημένος είναι νεκρός το πληγωμένο σώμα του γυμνό κείτεται κάτω στην πεδιάδα. Οι Έλληνες δίνουν μάχη για να το πάρουν, ο Έκτωρ του έχει πάρει τ' άρματα, άρα ο Αχιλλέας δεν έχει τι να φορέσει για να βγει και να βοηθήσει να πάρει έστω το αγαπημένο, νεκρό πια σώμα, και να το φέρει αποδίδοντας τις τιμές και τις χοές που του αξίζουν. Αισθάνεται άχρηστος ετούτη τη στιγμή, ἀλλ' ἧμαι παρὰ νηυσὶν ἐτώσιον ἄχθος ἀρούρης [Σ 104], (ἀλλὰ σταῖς πρύμναις κάθομαι τῆς γῆς χαμένο βάρος). Η μητέρα θα δώσει τη λύση στο να γίνει η καινούργια πανοπλία που ο Όμηρος θα τις αφιερώσει κάποιους από τους καλύτερους στίχους του. Η μητέρα όμως πριν φύγει θα τον προειδοποιήσει, πως, αν σκοτώσει τον Έκτορα ακολουθεί ο δικός του θάνατος.
ὠκύμορος δή μοι τέκος ἔσσεαι, οἷ' ἀγορεύεις·
αὐτίκα γάρ τοι ἔπειτα μεθ' Ἕκτορα πότμος ἑτοῖμος.
[Σ 95-96]
καὶ τότε ὀλιγοήμερος θὰ εἶσαι, ἀγαπητέ μου,
ὅτ' ὕστερ' ἀπ' τόν Ἕκτροα ἐγγύς σου εἶναι τὸ τέλος
Ο Αχιλλέας πραγματικά είναι πολύ μόνος και, όπως είπαμε, ζει την πιο άσχημη στιγμή της ζωής του. Μακριά από τον γέροντα πατέρα του που πιθανόν να τον χρειάζεται και που ξέρει πως δεν θα δει ποτέ ξανά· χωρίς τον αγαπημένο πια, όμως αν και στεναχωριέται για τον πόνο που θα προκαλέσει στη μητέρα του, γι' αυτό εύχεται καλύτερα ο πατέρα του να είχε παντρευτεί μια θνητή. Αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτα για όλα αυτά. Έχει πάρει την απόφασή του, δεν θέλει να ζει, αφού ο Πάτροκλος πέθανε ας πεθάνει και αυτός. Τι μπορεί να τον σπρώχνει κατευθείαν πάνω στο θάνατο και αδιαφορώντας ακολουθεί προς τα εκεί, αν όχι η εκδίκηση για την απώλεια του αγαπημένου Πάτροκλου; αν όχι η συνάντηση έστω και στον άλλο κόσμο μαζί του. Αυτό άραγε δεν δηλώνει συμπεριφορά παράφορα ερωτευμένου;
οἴκαδε νοστήσαντ', ἐπεὶ οὐδ' ἐμὲ θυμὸς ἄνωγε
ζώειν οὐδ' ἄνδρεσσι μετέμμεναι, αἴ κε μὴ Ἕκτωρ
πρῶτος ἐμῷ ὑπὸ δουρὶ τυπεὶς ἀπὸ θυμὸν ὀλέσσῃ,
Πατρόκλοιο δ' ἕλωρα Μενοιτιάδεω ἀποτίσῃ.
[Σ 90-93]
.... διότι ἐγὼ δὲν θέλω
νὰ ζήσω, μὲς τοὺς ζωντανοὺς νὰ εἶμ', ἐὰν ὁ Ἕκτωρ
πρώτος ἀπὸ τὴν λόγχην μου δὲν ξεψυχήση ἐμπρός μου
νὰ μοῦ πληρώσει τὴν σφαγὴν τοῦ ἀγαπητοῦ Πατρόκλου.
Ο Αχιλλέας όμως ξέρει και κάτι άλλο, η μοίρα του δεν είναι να κερδίζει αλλά να χάνει. Μερίδια, δώρα, νίκες, έρωτες, όλα είναι χαμένα γι' αυτόν. Αιώνια πια θα στερείται τον αγαπημένο και θα διψά γι' αυτόν, οπότε καλύτερα να κάνει το χρέος του και από κει και πέρα ας ακολουθήσει τη μοίρα. Εξάλλου εκεί στο βασίλειο των σκιών του Πλούτωνα, δεν έχει πολλές πιθανότητες να συναντήσει ξανά τον αιώνιο έρωτά του; Οπότε πρέπει να φροντίσει να βρεθεί εκεί το συντομότερο. Εδώ είναι μόνος, απόλυτα μόνος πια.
νῦν δ' εἶμ' ὄφρα φίλης κεφαλῆς ὀλετῆρα κιχείω
Ἕκτορα· κῆρα δ' ἐγὼ τότε δέξομαι ὁππότε κεν δὴ
Ζεὺς ἐθέλῃ τελέσαι ἠδ' ἀθάνατοι θεοὶ ἄλλοι.
[Σ 114-116]
καὶ τώρα τοῦ Πατρόκλου μου θὰ φτὰσω τὸν φονέα
τόν Ἕκτορα. και θὰ δεχθῶ τὴν μοῖρα τοῦ θανάτου
ὅταν οἱ ἀθάνατοι θεοὶ καὶ ὁ Ζεὺς μοῦ τὴ δωρίσουν
Και όχι μόνο αυτό. Δεν θα καθίσει να περιμένει το μοιραίο αλλά θα πάει αυτός να το συναντήσει. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ο Αχιλλέας αισθάνεται υπεύθυνος για την απώλεια του Πάτροκλου. Να επαναλάβουμε την ερώτηση. Αυτά μπορεί να είναι τα λόγια και οι κινήσεις ενός βαθιά ερωτευμένου που έχασε ξαφνικά τον έρωτά του και φέρει βαριά την ευθύνη για τούτη την απώλεια;
ὣς καὶ ἐγών, εἰ δή μοι ὁμοίη μοῖρα τέτυκται,
κείσομ' ἐπεί κε θάνω· νῦν δὲ κλέος ἐσθλὸν ἀροίμην,
[Σ 120-121]
καὶ ἂν εἶναι τέτοια ἡ μοῖρα μου κ' ἐγὼ θὲ νὰ ἡσυχάσω
ὅταν παιθάνω, ἀλλ' ὄνομα λαμπρὸ ἂς πάρω τώρα
Στο στίχο 333 της Σ, μας λέει ξεκάθαρα ότι, νῦν δ' ἐπεὶ οὖν Πάτροκλε σεῦ ὕστερος εἶμ' ὑπὸ γαῖαν, (τώρ' ἀφοῦ Πάτροκλε στὴν γῆ θὲ νὰ 'μπω ὑστερινός σου). Το σώμα του Πάτροκλου όμως έχει έρθει πια στη σκηνή του, οὐ πόσις οὐδὲ βρῶσις ἑταίρου τεθνηῶτος [Τ 210], (ποῦ στὴν σκηνὴν μου κείτεται μὲ πὸδια τεντωμένα). Θα αρνηθεί ακόμα και να φάει όσο και αν τον παρακαλέσει ο Οδυσσέας.
τεύξεσθαι μέγα δόρπον, ἐπὴν τεισαίμεθα λώβην.
πρὶν δ' οὔ πως ἂν ἔμοιγε φίλον κατὰ λαιμὸν ἰείη
[Τ 208-209]
ὅσο γιὰ μὲ δὲ γίνεται φαγὶ νὰ μοῦ περάση,
μήτε πιοτὸ κατέμπροσθεν τοῦ σκοτωμένου φίλου
Αλλά και θέλοντας να μετάσχει στο δράμα του αγαπημένου απέχει από την κοινή τράπεζα γιατί η τρωθείσα καρδιά του τον παρακινεί να μυηθεί στο θάνατο του εταίρου του.
ὅς μοι ἐνὶ κλισίῃ δεδαιγμένος ὀξέι χαλκῷ
κεῖται ἀνὰ πρόθυρον τετραμμένος, ἀμφὶ δ' ἑταῖροι
μύρονται· τό μοι οὔ τι μετὰ φρεσὶ ταῦτα
μέμηλεν,
[Τ 211-213]
Νεκρὸς ἐκεῖ στὰ πρόθυρα καὶ γύρω οἱ φίλοι κλαίουν
Ὥστε τὸ νοῦ μου δέν κινοῦν ἐκεῖνα, ἀλλὰ μ' ἀνάφτει
φόνος καί αἷμα καί βαρὺς τῶν σκοτωμένων βόγγος

 
Ο Μενέλαος φέρνει το νεκρό σώμα του Πάτροκλου. Αποκαταστημένο ρωμαϊκό αντίγραφο ελληνικού πρωτοτύπου του 3ου αι. π.Χ. Loggia dei Lanzi, Φλωρεντία, Ιταλία

ὥς τ' ἠλέκτωρ Ὑπερίων
Ακόμα και οι θεοί δεν θα μείνουν ασυγκίνητοι από το θρήνο και το κακό που έχει βρει τον Αχιλλέα, και θα εκτιμήσουν πολύ το πως βιώνει το πένθος του τον ἄκμηνον, ἄπαστον και ὀδυρόμενον, έτσι ο Δίας αποστέλει την Αθηνά να του σταλάξει νέκταρ και αμβροσία μέσα του πριν η δίψα και ο ἀτερπής λοιμὸς τον κυριέψουν. Η Αθηνά βέβαια με μεγάλη ευχαρίστηση θα εκτελέσει την επιθυμία του πατέρα της και σαν πλατύπτερο γεράκι θα ορμήσει από τον Όλυμπο στη σκηνή του Αχιλλέα να εκτελέσει την εντολή του. Πολλοί αναρωτιούνται γιατί ο θάνατος του Πάτροκλου «πείθει» τον Αχιλλέα να βγει και πάλι στο πεδίο της μάχης έχοντας ξεχάσει την προσβολή που του έγινε, νῦν δ' ἤτοι μὲν ἐγὼ παύω χόλον, οὐδέ τί με χρὴ / ἀσκελέως αἰεὶ μενεαινέμεν· (παύω έγὼ τώρα τὴ χολὴν ὅτι ποσῶς δὲν πρέπει / θυμὸν νὰ τρὲφω αἰώνιον [Τ 67-68]. Αλλά για μια ακόμα φορά εμείς απλώς το θέτουμε ως ερώτημα. Οι απαντήσεις είναι των αναγνωστών. Οι εξελίξεις από εδώ και πέρα θα είναι ραγδαίες αλλά και αναμενόμενες. Η μητέρα θα επισκεφτεί τον Ήφαιστο και αυτός θα βάλει όλη του την τέχνη για να φτιάξει μια πανοπλία που όμοιά της δεν έχει ξαναγίνει. Ο Αχιλλέας είναι πια έτοιμος ψυχικά και σωματικά να χυθεί ξανά στη μάχη φορώντας τη λαμπρή τούτη στολή. Εδώ ο Όμηρος στήνει ένα σπουδαίο πολεμικό σκηνικό εν μέσω του οποίου ο Αχιλλέας φοράει τα άρματά του.
ὡς δ' ὅτε ταρφειαὶ νιφάδες Διὸς ἐκποτέονται
ψυχραὶ ὑπὸ ῥιπῆς αἰθρηγενέος Βορέαο,
ὣς τότε ταρφειαὶ κόρυθες λαμπρὸν γανόωσαι
νηῶν ἐκφορέοντο καὶ ἀσπίδες ὀμφαλόεσσαι
θώρηκές τε κραταιγύαλοι καὶ μείλινα δοῦρα.
αἴγλη δ' οὐρανὸν ἷκε, γέλασσε δὲ πᾶσα περὶ χθὼν
χαλκοῦ ὑπὸ στεροπῆς· ὑπὸ δὲ κτύπος ὄρνυτο ποσσὶν
ἀνδρῶν· ἐν δὲ μέσοισι κορύσσετο δῖος Ἀχιλλεύς.
τοῦ καὶ ὀδόντων μὲν καναχὴ πέλε, τὼ δέ οἱ ὄσσε
λαμπέσθην ὡς εἴ τε πυρὸς σέλας, ἐν δέ οἱ ἦτορ
δῦν' ἄχος ἄτλητον· ὃ δ' ἄρα Τρωσὶν μενεαίνων
δύσετο δῶρα θεοῦ, τά οἱ Ἥφαιστος κάμε τεύχων.
[Τ 357-368]
καὶ ὡς τοῦ Διός χιονοβολαὶς πυκναὶς πυκναὶς πετιοῦνται
ὁποῦ ὁ αἰθερογέννητος ἐπάγωσε Βορέας,
ὅμοια πυκναὶς ἀστράφτονας ἡ περικεφαλαίαις
άπὸ ταὶς πρύμναις χύνονταν κ' ἡ ὀμφαλωταὶς ἀσπίδαις
οἱ θώρακες οἱ ασύντριφτοι, τὰ φράξινα κοντάρια
καὶ ὁ τόπος ὅλος ἄστραφτεν άπ' τοῦ χαλκοῦ τὴν λάμψιν
ἔως τὰ ὕψη τ' οὐρανοῦ, καὶ τῶν ποδιῶν ὁ κτῦπος
έμβρόντα, και στὴν μέση τους ὡπλίζετ' ὁ Ἀχιλλέας.
Τρίζαν τὰ δόντια του φρικτά, φωτιὰ τὰ μάτια ἐκαῖαν,
θλῖψις μεγάλη ἐβάρυνε τὰ στήθη του καὶ, ὡς ἦταν
νὰ ξεθυμάνη ἀκράτητος τὸ μίσος του εἰς τοὺς Τρῶας,
τὰ ἄρματά του ἐζώνονταν δῶρα τοῦ Ἡφαίστου θεῖα.
Ο ποιητής θα συνεχίσει να μας αναφέρει λεπτομερώς όλη την τελετουργία της ένδυσης των αρμάτων από τον Αχιλλέα. Από εδώ ουσιαστικά αρχίζει και η πορεία του Αχιλλέα προς τον θάνατο, γιαυτό και τούτη η σκηνή είναι ουσιαστικά μια τελετή «μύησης-ενηλικίωσης». Η λάμψη της ασπίδας του μάλιστα παρομοιάζεται με αντιφέγγισμα φωτιάς στα βουνά που ανάψαν οι ποιμένες και είναι ορατή στους αιθέρες, και ο ίδιος ο Αχιλλέας ως ήλιος. Αφού φορέσει τ' άρματά του λοιπόν, ο Αχιλλέας σαν παιδάκι -ένα μικρό συμβολικό κατάλοιπο της εφηβείας- τρέχει να δει πως του πάνε και αυτά τον σηκώνουν σαν φτερά.
πειρήθη δ' ἕο αὐτοῦ ἐν ἔντεσι δῖος Ἀχιλλεύς,
εἰ οἷ ἐφαρμόσσειε καὶ ἐντρέχοι ἀγλαὰ γυῖα·
τῷ δ' εὖτε πτερὰ γίγνετ', ἄειρε δὲ ποιμένα λαῶν
[T 384-386]
κ' ἐδοκιμάσθη στ' ἄρματα ὁ θεῖος Ἀχιλλέας
ἐλεύθερ' ἄν τοῦ ἄρμοζαν πρὸς τὰ λαμπρά του μέλη·
καὶ αὐτὰ σηκῶναν τὰ φτερὰ τὸν μέγα πολεμάρχον
Ο Αυτομέδοντας θα ζέψει τα άλογα του Άχιλλέα -δώρο του Δία στο γάμο του πατέρα του- τον Ξάνθο και τον Βαλία και ο Αχιλλέας σαν ήλιος ολόλαμπρος, ὃ δὲ μάστιγα φαεινὴν, θα ανέβει πάνω στο άρμα. Ο Ήρωας θα απευθυνθεί στα αθάνατα άλογα.
Ξάνθέ τε καὶ Βαλία τηλεκλυτὰ τέκνα Ποδάργης
ἄλλως δὴ φράζεσθε σαωσέμεν ἡνιοχῆα
ἂψ Δαναῶν ἐς ὅμιλον ἐπεί χ' ἕωμεν πολέμοιο,
μηδ' ὡς Πάτροκλον λίπετ' αὐτόθι τεθνηῶτα.
[T 400-403]
«Ξάνθε, Βαλίε, θρέμματα θαυμάσια τῆς Ποδάγρης,
τῶρα τὸν κυβερνήτην σας καλήτερα σκευθῆτε
όπίσω νὰ τὸν σώσεται στῶν Δαναῶν τὰ πλήθη
ὅλην ἀφοῦβ χορτάσωμεν τὴν δίψα τοῦ πολέμου,
ὄχι ὡς τὸν Πάτροκλον νεκρὸν αὐτοῦ νὰ τὸν άφήστε.»
Ο Ξάνθος με την βοήθεια της Ήρας θα του απαντήσει ότι δεν ευθύνονται αυτά για το τέλος του Πάτροκλου αλλά ο Φοίβος, και όχι μόνον αυτό, θα του προμηνύσει για άλλη μια φορά ότι ακολουθεί ο δικός του θάνατος.
καὶ λίην σ’ ἔτι νῦν γε σαώσομεν ὄβριμ' Ἀχιλλεῦ·
ἀλλά τοι ἐγγύθεν ἦμαρ ὀλέθριον· οὐδέ τοι ἡμεῖς
αἴτιοι, ἀλλὰ θεός τε μέγας καὶ Μοῖρα κραταιή.
.......
ἥν περ ἐλαφροτάτην φάσ’ ἔμμεναι· ἀλλὰ σοὶ αὐτῷ
μόρσιμόν ἐστι θεῷ τε καὶ ἀνέρι ἶφι δαμῆναι.
[Τ 408-10, 415-16]
Γιὰ τώρα θὰ σὲ σώσωμεν, ἀνδράγαθε Ἀχιλλέα,
ἀλλ' εἶν' ἡ ὥρα σου κοντά, δὲν πταῖμ' ἐμεῖς ἀλλ' εἶναι
μέγας θεὸς ὁ αἴτιος κ' ἡ ἀνίκητ' εἶναι ὴ μοῖρα·
......
μποροῦμε ἐμεῖς νὰ φτάσωμεν· άλλὰ καὶ σένα ἡ μοῖρα
ἀπὸ θεὸν καὶ ἀπὸ θνητόν διώρισε νὰ πέσεις
Εδώ συναντούμε μια ακόμα τρομακτική σκηνή εσωτερικής πάλης για τον Αχιλλέα. Τη στιγμή που είναι έτοιμος ντυμένος με την υπέρλαμπρη αρματωσιά του λουσμένος στο φως και ψυχικά αποφασισμένος να ορμίσει και να πολεμήσει τους Τρώες και τον Έκτορα, για να πάρει την πολυπόθητη εκδίκηση, ακριβώς αυτή τη στιγμή τα πάντα, ακόμα και τα άλογά του δεν παύουν να του θυμίζουν το τέλος του και την θνητότητά του. Ο μεγάλος αυτός ήρωας και για τούτο ακριβώς είναι μεγάλος, γιατί ενώ γνωρίζει το τέλος του οδεύει προς αυτό κάνοντας εκείνο που πιστεύει για καθήκον του, που εν προκειμένω είναι η εκδίκηση για το θάνατο του αγαπημένου του Πάτροκλου, αδιαφορώντας αν ακολουθεί ο δικός του. Ουσιαστικά το επιδιώκει προκειμένου να συναντήσει έστω και την σκιά του αγαπημένου φίλου. Απαντάει λοιπόν στον Ξάνθο.
Ξάνθε τί μοι θάνατον μαντεύεαι; οὐδέ τί σε χρή.
εὖ νυ τὸ οἶδα καὶ αὐτὸς ὅ μοι μόρος ἐνθάδ' ὀλέσθαι
νόσφι φίλου πατρὸς καὶ μητέρος· ἀλλὰ καὶ ἔμπης
οὐ λήξω πρὶν Τρῶας ἅδην ἐλάσαι πολέμοιο.
῏Η ῥα, καὶ ἐν πρώτοις ἰάχων ἔχε μώνυχας ἵππους.
[Τ 420-25]
.... Προμαντεύεις
Ξάνθε σ' ἐμὲ τὸν θάνατον; καὶ μόνος τὸ γνωρίζω.
Ὄτι θὰ πέσω ἔδῶ μακρὰν τῶν ποθητῶν γονέων
ἡ μοῖρα μου διώρισεν· ἀλλ'ὅμως δέν θὰ παύσω,
πρὶν ἤ τοὺς Τρῶας ἀρκετὰ στὴν μάχην τρικυμίσω

   
Franz Matsch. «Ο Θρίαμβος του Αχιλλέα». Τοιχογραφία, 1892. Κέρκυρα, Αχίλλειο

ὡς καὶ ἐγών
Ο Αχιλλέας θα χυθεί στον κάμπο της Τροίας σαν άστρο. Πρώτος θα τον δει ο γέρο-Πρίαμος να καταφθάνει αρματωμένος με την πανοπλία της επανένταξής του στη ζωή αλλά παράλληλα και της πορείας τον προς τον θάνατο. Το σπαθί του θα βυθιστεί σε πολλούς Τρώες, γνωστούς και άγνωστους πριν βρει το ποθητό στόχο, που είναι ο Έκτορας. Ο Αχιλλέας είναι ανελέητος με τα θύματά του, δεν ακούει τις ικεσίες και τα παρακάλια των ανόητων Τρώων που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν το θάνατο με το κεφάλι ψηλά. Εξάλλου αφού χάθηκε εκείνος, κανένας δεν πρέπει να μείνει ζωντανός. Ακόμα και οι θεοί με προτροπή του Δία συντάσσονται σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Ο Αχιλλέας θα αναμετρηθεί εδώ και με τον θεό Ποταμό Σκάμανδρο. Οι σκηνές που περιγράφει ο ποιητής είναι εξαιρετικές με τον ήρωα να μάχεται και στο πλευρό του να συντρέχουν μια η Αθηνά, μια η Ήρα και ο Ήφαιστος. Ο ποταμός έχει εξαγριωθεί γιατί τα πολλά πτώματα που έχουν πέσει από το φονικό χέρι του Αχιλλέα έχουν φράξει τη ροή και δεν αφήνουν το νερό να χυθεί στη θάλασσα.
πλήθει γὰρ δή μοι νεκύων ἐρατεινὰ ῥέεθρα,
οὐδέ τί πῃ δύναμαι προχέειν ῥόον εἰς ἅλα δῖαν
στεινόμενος νεκύεσσι, σὺ δὲ κτείνεις ἀιδήλως.
ἀλλ' ἄγε δὴ καὶ ἔασον· ἄγη μ' ἔχει ὄρχαμε λαῶν.
[Φ 218-21]
Διῶξε τους καὶ τὴν λύσσα σου ξεθὺμα στὴν πεδιάδα·
ὅτι νεκροὺς ἐγέμισαν τὰ πρόσσχαρά μου ῤεῖθρα,
καὶ δὲ μ' ἀφήνουν οἱ νεκροὶ τὸ ρεῦμα νὰ προχύνω
στὴν θείαν θάλασσαν καὶ σὺ τρομαχτικὰ φονεύεις.
Θα ακολουθήσει μια τρομαχτική μάχη μεταξύ Αχιλλέα και Σκάμανδρου αλλά με την βοήθεια Ήρας και Ήφαιστου ο ποταμός θα κινδυνεύσει να καεί και το επίγειο κακό θα τελειώσει όταν η ικεσία του ποταμού θα εισακουστεί από την Ήρα που με τη σειρά της θα παρακαλέσει τον γιό της τον Ήφαιστο να σβήσει τη φωτιά. Στον αγώνα όμως τώρα μπαίνει ο Απόλλωνας μεταμορφωμένος σε ίσκιο και φάντασμα, που θα τον παρασύρει μακριά από το πεδίο της μάχης. Ο Πηλείδης θα αντιληφθεί με ποιον έχει να κάνει, αν και γνωρίζει το ρόλο του θεού στο θάνατο του Πάτροκλου, δεν θα διστάσει να έχει μαζί του ένα έντονο διάλογο.
τίπτέ με Πηλέος υἱὲ ποσὶν ταχέεσσι διώκεις
αὐτὸς θνητὸς ἐὼν θεὸν ἄμβροτον; οὐδέ νύ πώ με
ἔγνως ὡς θεός εἰμι, σὺ δ' ἀσπερχὲς μενεαίνεις.
[Χ 8-10]
Πηλείδη, τὶ μὲ κυνηγᾶς μὲ τὰ γοργὰ σου πόδια
μὲ τὸν άθάνατον θεὸν έσὺ θνητὸς καὶ ἀκόμη
ποῦ 'μαι θεὸς δὲν ἔνοιωσες καὶ ἀκράτητα μανίζεις·
Για να του απαντήσει θαρραλέα ο Αχιλλέας.
ἔβλαψάς μ' ἑκάεργε θεῶν ὀλοώτατε πάντων
........................................................
ἦ σ’ ἂν τισαίμην, εἴ μοι δύναμίς γε παρείη. 
[X 15-20]
Μ' ἀνάκοψες....
Φοίβε κακόβουλε τῶν άθανάτων ὅλων,
........................................................
κ' ἐγὼ θὰ σ' έκδικούμην ἄν ἀρκούσε ὴ δύναμήν μου
Από εδώ και πέρα τα γεγονότα είναι γνωστά. Ο Αχιλλέας θα κυνηγήσει τον Έκτορα τρεις φορές γύρω από τα τείχη της Τροίας. Ο Απόλλωνας θα εγκαταλείψει τον Έκτορα στη μοίρα του, φοβούμενος την οργή του Δία που έχει αποφασίσει το χαμό του. Οι δυο άντρες θα έρθουν αντιμέτωποι. Ο Αχιλλέας αφού του περάσει το χάλκινο ακόντιο, τάμε χαλκοβάρεια, στον μαλακό τράχηλο, αυτό θα βγει αντίκρυ, ἀντικρὺ δ' ἁπαλοῖο δι' αὐχένος, και θα του πει με οργή.
Ἕκτορ ἀτάρ που ἔφης Πατροκλῆ' ἐξεναρίζων
σῶς ἔσσεσθ', ἐμὲ δ' οὐδὲν ὀπίζεο νόσφιν ἐόντα
νήπιε· τοῖο δ' ἄνευθεν ἀοσσητὴρ μέγ' ἀμείνων
νηυσὶν ἔπι γλαφυρῇσιν ἐγὼ μετόπισθε λελείμμην,
ὅς τοι γούνατ' ἔλυσα· σὲ μὲν κύνες ἠδ' οἰωνοὶ
ἑλκήσουσ’ ἀικῶς, τὸν δὲ κτεριοῦσιν Ἀχαιοί.
[X 331-36]
«ὦ Ἕκτορ, ὃταν φόνευσες τὸν Πάτροκλο, νὰ πάθεις
δὲν εἶχες φόβον, οὔτ' ἐμέ, ποῦ ἔλειπα ἐστοχάσθης,
ἀνόητε, κ' εὑρίσκομουν ἐγὼ στὰ κοῖλα πλοία
ἐκδικητής σου, στὴν ἀνδρειὰ πολύ καλλίτερός σου,
ποῦ τώρα σὲ θανάτωσα· καὶ θὰ σὲ σύρουν σκύλοι,
ἐνῶ έκείνον οἱ Ἁχαιοὶ μὲ μνήμα θὰ τιμήσουν»
Για ακόμα μια φορά εδώ βλέπουμε ξεκάθαρα ότι ακριβώς τη στιγμή που σκοτώνει τον Έκτορα σκέπτεται τον Πάτροκλο, και για τον Πάτροκλο κάνει ότι κάνει, εκδικείται τον πρόωρο χαμό του, αψηφά χρησμούς και συμβουλές και σκοτώνει τον Έκτορα. Φτάνει να πει μάλιστα όταν εκείνος τον εκλιπαρεί να τον λυπηθεί και να δώσει το σώμα του στους γέρους γονείς να τον τιμήσουν και να τον κάψουν· να του πει, ὤμ' ἀποταμνόμενον κρέα ἔδμεναι, οἷα ἔοργας, (...κομμάτια νὰ σοῦ φάγω ὠμὸν έγὼ τὸ σῶμα σου, γιὰ ὅσα μὤχεις κάνει). Η συνέχεια είναι πραγματικά συγκλονιστική, αφού για ακόμα μια φορά θα προμηνύσουν στον Αχιλλέα το χαμό του. Εδώ ο Έκτορας υπακούοντας στην ικανότητα που ήθελε τους μελλοθάνατους να έχουν μαντικές ικανότητες θα πει στον Αχιλλέα.
ἤματι τῷ ὅτε κέν σε Πάρις καὶ Φοῖβος Ἀπόλλων
ἐσθλὸν ἐόντ' ὀλέσωσιν ἐνὶ Σκαιῇσι πύλῃσιν.
[X 358-59]
ποῦ ἔμπροσθεν τῶν Σκαιῶν Πυλῶν ὁ Ἀλέξανδρος καὶ ὁ Φοίβος
θὲ νὰ σοῦ πάρουν τὴ ζωήν, ἐξαίσιε πολεμάρχε.
Ο Αχιλλέας για μια ακόμα φορά ψύχραιμος και έχοντας συνειδητοποιήσει την θνητότητά του θα του απαντήσει ότι γνωρίζει.
τέθναθι· κῆρα δ' ἐγὼ τότε δέξομαι ὁππότε κεν δὴ
Ζεὺς ἐθέλῃ τελέσαι ἠδ' ἀθάνατοι θεοὶ ἄλλοι.
[X 365-66]
πήγαινε κ' ἐγὼ καρτερῶ την ὥραν τοῦ θανάτου
ποῦ ὁ Ζεὺς κ' οἱ ἄλλοι ἀθάνατοι γιὰ μὲ θ' ἀποφασίσουν
Ο Αχιλλέας θα γυμνώσει το νεκρό σώμα του Έκτορα από τα άρματα που ουσιαστικά είναι δικά του αφού ο τελευταίος τα είχε πάρει από το νεκρό Πάτροκλο. Απευθυνόμενος στους πολεμιστές και στους άλλους αρχηγούς θα τους καλέσει να συνεχίσουν ασφυκτικά την πολιορκία της Τροίας. Αλλά ακριβώς εκείνη τη στιγμή μετανιώνει ανακαλώντας στη σκέψη του το νεκρό Πάτροκλο, που κείτεται άθαφτος στις πρίμες των Αχαιών και θα τους καλέσει να γυρίσουν στα πλοία για να τελέσουν το ιερό τους καθήκον· δηλώνοντας απερίφραστα ότι ποτέ δεν θα τον ξεχάσει όσο ζει, αλλά και στον άλλο κόσμο που οι νεκροί ξεχνούν, αυτός δεν θα τον λησμονήσει.
ἀλλὰ τί ἤ μοι ταῦτα φίλος διελέξατο θυμός;
κεῖται πὰρ νήεσσι νέκυς ἄκλαυτος ἄθαπτος
Πάτροκλος· τοῦ δ' οὐκ ἐπιλήσομαι, ὄφρ' ἂν ἔγωγε
ζωοῖσιν μετέω καί μοι φίλα γούνατ' ὀρώρῃ·
εἰ δὲ θανόντων περ καταλήθοντ' εἰν Ἀίδαο
αὐτὰρ ἐγὼ καὶ κεῖθι φίλου μεμνήσομ' ἑταίρου.
[Χ 385 390]
Ἀλλὰ τὶ διαλογίστηκε τοῦτα ἡ ψυχή μου τώρα;
ἄκλαυτος, ἄθαφτος, νεκρός κείτετ' ἐκεῖ σταὶς πρύμναις
ὁ Πάτροκλος, ποῦ ἐγὼ ποτὲ δὲν θὰ τὸν λησμονήσω
ἑνόσω μὲ τοὺς ζωντανούς κινῶ τὰ γόνατά μου.
Κ' ἐὰν οἱ πεθαμένοι ἐκεῖ στὸν Ἅδη λησμονοῦνται
κ' ἐκεῖ θὲ νὰ θυμᾶμαι ἐγῶ τὸν ποθητὸν μου φίλο
Ακολουθεί ο θρίαμβος του Αχιλλέα που τρυπώντας της φτέρνες, ἀμφοτέρων μετόπισθε ποδῶν τέτρηνε τένοντε, περνάει λουριά, ἐς σφυρὸν ἐκ πτέρνης, βοέους δ' ἐξῆπτεν ἱμάντας, και τα δένει στην άμαξα, σέρνοντας έτσι το νεκρό σώμα γύρω από τα τείχη.


   
David Ligare. Ο Αχιλλέας παραλαμβάνει το νεκρό σώμα του Πάτροκλου, 1986
Λάδι σε μουσαμά, 60 x 78 in. Ιδιωτική Συλλογή, Λος Άντζελες, Καλιφόρνια (Πηγή)

κέλευσον
Το νεκρό σώμα του Έκτορα θα συρθεί ως την σκηνή του Αχιλλέα, γεμάτο σκόνες και αγκάθια και αίματα, εκεί που είναι λουσμένος, αλειμμένος με λάδι και καλυμμένος με λινή σινδόνη ο Πάτροκλος. Ξαπλώνει μπρούμυτα -για να μην βλέπει τον ήλιο- πλάι στο σώμα του αγαπημένου το νεκρό και σκονισμένο Έκτορα, πρηνέα πὰρ λεχέεσσι Μενοιτιάδαο τανύσσας. Θα καλέσει τους Μυρμιδόνες να μην ξεζέψουν αλλά να κλάψουν πάνω στα άλογά τους τον φίλο. Ο ίδιος θα καθίσει δίπλα στον Πάτροκλο, θα απλώσει τα χέρια του στο στήθος του νεκρού, ακριβώς εκεί που βρίσκεται η καρδιά και θα κάνει αρχή του θρήνου.
χαῖρέ μοι ὦ Πάτροκλε καὶ εἰν Ἀίδαο δόμοισι·
πάντα γὰρ ἤδη τοι τελέω τὰ πάροιθεν ὑπέστην
Ἕκτορα δεῦρ’ ἐρύσας δώσειν κυσὶν ὠμὰ δάσασθαι,
δώδεκα δὲ προπάροιθε πυρῆς ἀποδειροτομήσειν
Τρώων ἀγλαὰ τέκνα σέθεν κταμένοιο χολωθείς.
[Ψ 19-23]
«ἀγγάλου, ὦ Πάτροκλε, καὶ αυτοῦ ποῦ εὑρίσκεσαι στον Ἅδην.
Ὅτι ὅλα ὅσα σοῦ 'ταξα τὰ τελειώνω τώρα,
τόν Ἕκτορα νὰ σύρω ἐδῶ, στοὺς σκύλους νὰ τὸν δώσω,
καὶ στὴν πυράν σου δώδεκα τέκνα λαμπρὰ τῶν Τρώων
άπὸ χολὴν τοῦ φόνου σου, νὰ σοῦ άπολεφαλίσω»
Θα κληθεί και θα πάει στην σκηνή του Αγαμένονα όπου είναι όλοι οι αρχηγοί και έχουν στίσει τρίποδα μέγαν για να τελεστεί το δείπνο. Θα αρνηθεί να πλυθεί από τα αίματα και να φάει πριν εκπληρώσει το χρέος στον φίλο, πριν δηλαδή βάλει στην πυρά τον Πάτροκλο.
οὐ θέμις ἐστὶ λοετρὰ καρήατος ἆσσον ἱκέσθαι
πρίν γ’ ἐνὶ Πάτροκλον θέμεναι πυρὶ σῆμά τε χεῦαι
κείρασθαί τε κόμην, ἐπεὶ οὔ μ’ ἔτι δεύτερον ὧδε
ἵξετ’ ἄχος κραδίην ὄφρα ζωοῖσι μετείω.
[Ψ 44-47]
λούσιμο αὒτὴ μου ἡ κεφαλὴ δὲν θά δεθῆ πρὶν βάλω
εἰς τὴν πυρὰν τὸν Πάτροκλον, καὶ τοῦ σηκώσω τάφον
καὶ τὰ μαλλιά μου κουρευθοῦν ὅτι παρόμοιος πόνος
δὲν θὰ μοῦ πλήξη τὴν ψυχὴν ὅσο καιρὸν καὶ ἄν ζήσω
Είναι για μια ακόμη φορά σαφές ότι βιώνει τη μεγαλύτερη οδύνη της ζωής του. Τον μεγαλύτερο πόνο. Και αυτός ο πόνος προέρχεται από την απώλεια του αγαπημένου. Οι αρχηγοί θα επιστρέψουν στις σκηνές τους να κοιμηθούν και ο Αχιλλέας με τους Μυρμιδόνες, μια και δεν του κολλά ύπνος, θα καθίσει στο ελεύθερο ακρογιάλι, πολυφλοίσβοιο θαλάσσης, όπου ο ύπνος θα τον πάρει στην αγκαλιά του λυτρώνοντάς τον προσωρινά από τις μαύρες σκέψεις του πόνου. Εκεί θα έρθει να τον επισκεφτεί ο αγαπημένος, ολόιδιος -όπως τον γνώριζε και πριν- στο ανάστημα και στα λαμπρά του μάτια, πάντ’ αὐτῷ μέγεθός τε καὶ ὄμματα κάλ’ ἐικυῖα. Θα του πει.
εὕδεις, αὐτὰρ ἐμεῖο λελασμένος ἔπλευ Ἀχιλλεῦ.
οὐ μέν μευ ζώοντος ἀκήδεις, ἀλλὰ θανόντος·
θάπτέ με ὅττι τάχιστα πύλας Ἀίδαο περήσω.
τῆλέ με εἴργουσι ψυχαὶ εἴδωλα καμόντων,
οὐδέ μέ πω μίσγεσθαι ὑπὲρ ποταμοῖο ἐῶσιν,
ἀλλ’ αὔτως ἀλάλημαι ἀν’ εὐρυπυλὲς Ἄιδος δῶ.
καί μοι δὸς τὴν χεῖρ’· ὀλοφύρομαι, οὐ γὰρ ἔτ’ αὖτις νίσομαι ἐξ Ἀίδαο, ἐπήν με πυρὸς λελάχητε.
οὐ μὲν γὰρ ζωοί γε φίλων ἀπάνευθεν ἑταίρων
βουλὰς ἑζόμενοι βουλεύσομεν, ἀλλ’ ἐμὲ μὲν κὴρ
ἀμφέχανε στυγερή, ἥ περ λάχε γιγνόμενόν περ·
καὶ δὲ σοὶ αὐτῷ μοῖρα, θεοῖς ἐπιείκελ’ Ἀχιλλεῦ,
τείχει ὕπο Τρώων εὐηφενέων ἀπολέσθαι.
ἄλλο δέ τοι ἐρέω καὶ ἐφήσομαι αἴ κε πίθηα·
μὴ ἐμὰ σῶν ἀπάνευθε τιθήμεναι ὀστέ’ Ἀχιλλεῦ,
ἀλλ’ ὁμοῦ ὡς ἐτράφημεν ἐν ὑμετέροισι δόμοισιν,
εὖτέ με τυτθὸν ἐόντα Μενοίτιος ἐξ Ὀπόεντος
ἤγαγεν ὑμέτερον δ’ ἀνδροκτασίης ὕπο λυγρῆς,
ἤματι τῷ ὅτε παῖδα κατέκτανον Ἀμφιδάμαντος
νήπιος οὐκ ἐθέλων ἀμφ’ ἀστραγάλοισι χολωθείς·
ἔνθά με δεξάμενος ἐν δώμασιν ἱππότα Πηλεὺς
ἔτραφέ τ’ ἐνδυκέως καὶ σὸν θεράποντ’ ὀνόμηνεν·
ὣς δὲ καὶ ὀστέα νῶιν ὁμὴ σορὸς ἀμφικαλύπτοι
χρύσεος ἀμφιφορεύς, τόν τοι πόρε πότνια μήτηρ.
[Ψ 69-92]
«Κοιμάσαι καὶ μὲ λεισμονεῖς γλυκύτατε Πηλείδη,
νεκρὸν, καὶ ὅτ' ἤμουν ζωντανὸς εἰς τὴν καρδιά σου μ' εἶχες.
Θάψε μ' εὐθὺς νὰ διαβῶ τοῦ Ἅδη τὸν πυλῶνα·
μακρὰν μὲ διώχνουν οἱ ψυχαὶς, σκιαὶς ἀναπαμένων
νὰ μὴ διαβῶ τὸν ποταμὸν καὶ ἀπόμερα ταὶς σμίξω,
κ' ἐμπρὸς σταὶς πύλαις ταὶς πλατειαὶς τοῦ Ἅδη παραδέρνω.
Δός μου τὸ χέρι, κλαίομαι· καὶ ὀπίσω ἀπὸ τὸν Ἅδη
δὲν θά 'λθω, άφοῦ μέσ' τὴν πυρὰν μὲ βάλετε τοῦ τάφου.
Ὅτι ὄχι πλέον ζωντανοὶ καθήμενοι μανάχοι
θὰ νὰ τὰ λέγωμε ὡς καὶ πρὶν· κ' ἐμένα ἡ μοῖρα ἡ μαύρη
μ' ἄρπαξε ὡς διωρίσθηκεν ἀπὸ τὴ γενετήν μου.
Καὶ σένα ἡ μοῖρα διώρισεν, ἰσόθεε Πηλείδη,
κάτω ἀπ' τὰ τεὶχη νὰ σβυσθῆς τῶν ἀνδρειωμένων Τρώων.
Καὶ ἄλλο ἀκόμη θὰ σοῦ εἰπῶ κ' ἐλπίζω νὰ τὸ στέρξης·
μὴ ἀπὸ τὰ δικά σου χωριστὰ τὰ κόκκαλὰ μου βάλης,
ἀλλ' ὅπως εἰς τὸ σπίτι σου μ' ἀνάθρεψαν μαζί σου,
ὅταν παιδὶ στὴν σκέπην σας μέ ἔφερε ὁ πατέρας
ἀπ' τὸν Ὀποῦντα, ἐξ ἀφορμῆς κακῆς άνδροφονίας.
Ὅταν τοῦ Ἀμφιδάμαντος ἐφόνευσα τ' ἀγόρι
ἀθέλητα, ὡς ἐθύμωσα μ' αὐτὸν στοὺς ἀστραγάλους·
τότε μὲ δέχθηκε ὁ Πηλεὺς καὶ καλοανάθρεψέ με
στὸ σπίτι, καὶ μ' ὠνόμασεν αὐτὸς ἀκόλουθόν σου.
Γι' αὐτό τῶν δυὸ τὰ κόκκαλα μιὰ θήκη ἄς κλείση μόνη,
ἡ χρυσή στάμνα ποῦ ἡ σεπτὴ σοῦ ἐχάρισε μητέρα.»
Εδώ ο Πάτροκλος μας περιγράφει συνοπτικά την ιστορία του, όπως και την τελευταία του επιθυμία: να ταφούν τα οστά του μαζί με του Αχιλλέα. Ο Αχιλλέας θα του απάντηση αποκαλώντας τον, ἠθείη κεφαλὴ (σεπτή μου κεφαλή) και θα του υποσχεθεί ότι όλα θα γίνουν όπως τα επιθυμεί αλλά θα τον παρακαλέσει να καθίσει σιμά του όπως και πριν, να αγκαλιαστούν όπως και πριν· έστω για τελευταία φορά.
τίπτέ μοι ἠθείη κεφαλὴ δεῦρ’ εἰλήλουθας
καί μοι ταῦτα ἕκαστ’ ἐπιτέλλεαι; αὐτὰρ ἐγώ τοι
πάντα μάλ’ ἐκτελέω καὶ πείσομαι ὡς σὺ κελεύεις.
ἀλλά μοι ἆσσον στῆθι· μίνυνθά περ ἀμφιβαλόντε
ἀλλήλους ὀλοοῖο τεταρπώμεσθα γόοιο.
[Ψ 94-98]
«τ' ἦλθες σεπτή μου κεφαλή, νὰ μ' εὕρης καὶ νά κάμω
μοῦ παραγγέλνεις ὅλ' αὐτὰ κ' ἐγὼ θὰ σὲ ὑπακούω
καὶ ὅλα θὰ γίνουν ὅπως ποθεῖς· ἀλλ' ἔλα δῶ σιμὰ μου,
ὅπως καὶ ὀλίγαις κἄν στιγμαὶς ἐδῶ περιπλεγμένοι
τοῦ πικροῦ κλάϋματος μαζὶ τὴν ἡδονή χαροῦμε·
Θα ανοίξει την αγκαλιά του, τού έχει μείνει μόνο ετούτη η στιγμή, ένας στιγμιαίος τελευταίος εναγκαλισμός. Ξέρει ότι από εδώ και στο εξής θα ζει φορτωμένος με ένα σωρό αναμνήσεις από την κοινή ζωή τους. Αλλά...
Ὣς ἄρα φωνήσας ὠρέξατο χερσὶ φίλῃσιν
οὐδ’ ἔλαβε· ψυχὴ δὲ κατὰ χθονὸς ἠύτε καπνὸς
[Ψ 99-100]
Καὶ τὶς ἀγκάλαις ἅπλωσεν άλλ' ἔπιασεν ἀέρα·
ὅτ' ἡ ψυχὴ κάτω ἀπ' τὴ γῆν ὼσὰν καπνὸς ἐχάθη
Ο Αχιλλέας πια αρχίζει να ετοιμάζει την τελετή για την παράδοση του νεκρού φίλου στην πυρά και ουσιαστικά προοικονομεί έτσι και τον δικό του ενταφιασμό. Θα συγκεντρωθούν κορμοί τόσοι που θα σκεπάσουν όλο τον τόπο. Θα προστάξει τους Μυρμιδόνες να φορέσουν τα χάλκινα άρματά τους, οι αρματηλάτες και οι ηνίοχοι να ανεβούν στους δίρφους. Μπροστά πηγαίνουν οι ιππείς, πίσω το νέφος των πεζών και στην μέση μεταφέρουν το νεκρό σώμα του Πάτροκλου, και αυτός, ο φίλος, ο αγαπημένος, κρατάει το κεφάλι, ὄπιθεν δὲ κάρη ἔχε δῖος Ἀχιλλεὺς / ἀχνύμενος· ἕταρον γὰρ ἀμύμονα πέμπ’ Ἄιδος δέ (βαστοῦσε τὴν κεφαλὴν ὁ ἰσόθεος Πηλείδης, πικραμένος / ποῦ σύντροφον ἐξαίσιον στὸν Ἅδη προβοδούσε). Οι Μυρμιδόνες έχουν σκεπάσει τον Πάτροκλο με τα κομμένα μαλλιά τους και αφού τον αποθέσουν πάνω στα ξύλα ο Αχιλλέας, θα κόψει την ξανθή του κόμη, πυρῆς ξανθὴν ἀπεκείρατο χαίτην και θα την προσφέρει στα χέρια του νεκρού Πάτροκλου. Αν και ο πατέρας του την είχε τάξει του ποταμού Σπερχειού. Ξέρει όμως, ότι δεν θα επιστρέψει στην πατρίδα για να εκπληρώσει την υπόσχεση εκείνου. Η πράξη αυτή έχει να κάνει με την προσωπική σχέση του ήρωα με τον Πάτροκλο.
Σπερχεί’ ἄλλως σοί γε πατὴρ ἠρήσατο Πηλεὺς
κεῖσέ με νοστήσαντα φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν
σοί τε κόμην κερέειν ῥέξειν θ’ ἱερὴν ἑκατόμβην,
πεντήκοντα δ’ ἔνορχα παρ’ αὐτόθι μῆλ’ ἱερεύσειν
ἐς πηγάς, ὅθι τοι τέμενος βωμός τε θυήεις.
ὣς ἠρᾶθ’ ὃ γέρων, σὺ δέ οἱ νόον οὐκ ἐτέλεσσας.
νῦν δ’ ἐπεὶ οὐ νέομαί γε φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν
Πατρόκλῳ ἥρωι κόμην ὀπάσαιμι φέρεσθαι.
[Ψ 44-151]
«Ἄλλα σοῦ εὐχήθη, ὦ Σπερχειέ, τὸ στόμα τοῦ πατρός μου
ὄταν ἐκεῖ θὰ ἐγύριζα στὴν γῆν τὴν πατρικήν μου,
νὰ δώσει ἐσέ τὴν κόμην μου καὶ ἁγίαν ἑκατόμβιν,
καὶ αὐτοῦ στὸ κλεῖσμα, σταὶς πηγαὶς, πὤχεις βωμόν εὐώδη
πεντήκοντ' ἀμουνούχιστα κριάρια νὰ μοῦ σφάξει
Ἀλλὰ σὺ δὲν ἐκτέλεσες αὐτὰ ποῦ εὐχήθη ὁ γέρος,
τὼρ' ἀφοῦ δὲν θὰ ξαναϊδῶ τὴν ποθητὴν πατρίδα
ἄς πάρη ὁ ἥρως Πάτροκλος τὴν κόμην μου στόν Ἅδη»
Οι ετοιμασίες προχωρούν, όλα είναι στη θέση τους ώστε η καταληκτήρια πράξη του Πάτροκλου να γίνει σύμφωνα με όλους τους κανόνες. Έχει κληθεί ο Αγαμέμνονας, ο Αχιλλέας σφάζει αρνιά και βόδια και με το λίπος τους σκεπάζει το νεκρό. Επιπλέον στέλνει μαζί του να καούν τέσσερις ίππους, εννέα σκυλιά που τα αποκεφαλίζει, καθώς και δώδεκα αρχοντόπουλα της Τροίας, δώδεκα δὲ Τρώων μεγαθύμων υἱέας ἐσθλοὺς. Ο Αχιλλέας για μια ακόμα φορά θα απευθυνθεί στο νεκρό φίλο, χαῖρέ μοι ὦ Πάτροκλε καὶ εἰν Ἀίδαο δόμοισι (Χαῖρε μου ὦ Πάτροκλε. Καὶ αὑτοῦ ποῦ ἐβρίσκεσαι στὸν Ἅδη) υπενθυμίζοντάς του πως ότι του έταξε το τελειώνει τώρα. Όλα πια είναι έτοιμα για να ανάψει η φωτιά, αλλά, ο Βορέας και ο Ζέφυρος παρά την λιτανεία που τους γίνεται από τον Αχιλλέα για να πνεύσουν, δεν φυσούν. Θα χρειαστεί η παρέμβαση της ευήκοης Ίριδας και οι άνεμοι θα τελέσουν το έργο τους πέφτοντας πάνω στην πυρά. Ο Αχιλλέας μένει ξάγρυπνος όλη τη νύχτα και φωνάζει την ψυχή του άμοιρου Πάτροκλου, ψυχὴν κικλήσκων Πατροκλῆος δειλοῖο. Η ροδοδάχτυλη νυχτοθρεμένη αυγή βρίσκει την πυρά να έχει κάνει το έργο της. Ο Αχιλλέας προστάζει να σβήσουν με κρασί τη φωτιά και να μαζέψουν τα οστά του φίλου που είναι στο κέντρο για να μην μπερδευτούν με των Τρώων που είναι στην άκρη της πυράς, να τα βάλουν σε στάμνα ολόχρυση, χρυσέῃ φιάλῃ, αλλά να μην φτιάξουν τάφο γιατί αυτό θα γίνει όταν τον ακολουθήσει και αυτός, οπότε θα γίνει κοινό το μνημείο.
καὶ τὰ μὲν ἐν χρυσέῃ φιάλῃ καὶ δίπλακι δημῷ
θείομεν, εἰς ὅ κεν αὐτὸς ἐγὼν Ἄιδι κεύθωμαι.
τύμβον δ’ οὐ μάλα πολλὸν ἐγὼ πονέεσθαι ἄνωγα,
ἀλλ’ ἐπιεικέα τοῖον· ἔπειτα δὲ καὶ τὸν Ἀχαιοὶ
εὐρύν θ’ ὑψηλόν τε τιθήμεναι, οἵ κεν ἐμεῖο
δεύτεροι ἐν νήεσσι πολυκλήισι λίπησθε.
[Ψ 243-48]
κ' έκεῖνα εἰς στάμνα ὁλόχρυσην, καὶ διπλωτό κνισάρι
θὰ θέσωμεν ἕως ποῦ κ' ἐγὼ νὰ καταβῶ στὸν Ἅδην·
καὶ τάφος νὰ τοῦ σηκωθῆ πολύ τρανὸς δὲν θέλω,
ἀλλὰ σωστὸς ὡς συνηθοῦν· κατόπιν μέγαν ἄλλον
καὶ ὑψιλὸν θὰ κάμετε ὅσοι Ἀχαιοὶ στὰ πλοῖα
θὰ εὑρεθῆτε ζωντανοὶ κατόπιν ἀπὸ μένα.»
Βλέπουμε πια καθαρά ότι στον Αχιλλέα έχει γίνει συνείδηση το τέλος του που το προσδιορίζει σύντομα και αφήνει εντολή, όσοι Έλληνες θα ζουν να του φτιάξουν το μνημείο που του πρέπει, αφού τον αποθέσουν μαζί με τον Πάτροκλο. Θα ακολουθήσουν αγώνες προς τιμήν του Πάτροκλου όπου οι αγωνιζόμενοι πρέπει να δείξουν ρώμη, ευφυΐα, τέχνη, ευπρέπεια, ευσέβεια, φρόνηση και φιλότιμο, με έπαθλα που καθορίζει ο Αχιλλέας: ίππους, μουλάρια, βόδια, γυναίκες, λέβητες τρίποδες κλπ. Ακόμα και τα άρματα του Σαρπηδόνα που είχε αφαιρέσει ο Πάτροκλος μπαίνουν για βραβεία. Οι αγώνες όμως τελειώνουν και όλοι, συμμετέχοντες και θεατές γυρνούν στις σκηνές και στα πλοία τους και ηρεμούν. Μόνο ο Αχιλλέας δεν λέει να ησυχάσει. Με το χάραμα αρχίζει και πάλι το ανόσιο έργο του, που είναι γι' αυτόν μια τελετουργία προς τιμήν του φίλου που χάθει. Δεν έχει χορτάσει ακόμα αίμα και δεν έχει συγχωρέσει το φονιά τού αγαπημένου του.
ἀλλ’ ὅ γ’ ἐπεὶ ζεύξειεν ὑφ’ ἅρμασιν ὠκέας ἵππους,
Ἕκτορα δ’ ἕλκεσθαι δησάσκετο δίφρου ὄπισθεν,
τρὶς δ’ ἐρύσας περὶ σῆμα Μενοιτιάδαο θανόντος
[Ω 14-18]
τοὺς ταχεῖς ἵππους ἔζενε καὶ ὀπίσω άπὸ τ' ἀμάξι
σφικτόδενε τὸν Ἕκτορα συρτὸν καὶ αφοῦ τρεῖς γύραις
ὁλόγυρα τὸν ἔσερνε στοῦ φίλου του τὸν τάφο

  
Bertel Thorvaldsen (1789–1838). Ο Πρίαμος, χερσὶν Ἀχιλλῆος λάβε γούνατα καὶ κύσε χεῖρας. Κοπεγχάγη, Thorvaldsens Museum

Ἕκτορος λύτρα
Αυτό γίνεται για δώδεκα ολόκληρες μέρες. Τον νεκρό όμως προστατεύει ο Φοίβος γι' αυτό και δεν παθαίνει τίποτα το σώμα του. Όλες τούτες τις μέρες μεγάλη αναστάτωση έχει γίνει στους θεούς, γι' αυτό και ο Δίας καλεί την Θέτιδα να πει στο γιό της να παραδώσει τον νεκρό. Επιπλέον στέλνει την Ίριδα να πει στον Πρίαμο να πάει να ζητήσει το νεκρό σώμα. Μια εύκολη λύση θα ήταν να στείλουν τον Ερμή να πάρει τον νεκρό Έκτορα, αλλά κάτι τέτοιο θα στερούσε την δόξα του Αχιλλέα, ενώ τώρα του δίνεται η ευκαιρία μόνος του να δώσει τη λύση και να λυτρωθεί. Ο Αχιλλέας πια έχει αρχίσει να ηρεμεί, έχει λυτρωθεί από τον πόνο. Στα πολλά λόγια της μητέρας απαντά καταφατικά.
τῇδ’ εἴη· ὃς ἄποινα φέροι καὶ νεκρὸν ἄγοιτο,
εἰ δὴ πρόφρονι θυμῷ Ὀλύμπιος αὐτὸς ἀνώγει. ·
[Ω 139-40]
«Ἀς γείνη, ἄς λάβη τὸ νεκρὸν ὅποιος τὰ λύτρα φέρη,
ἀφοῦ τοῦ Ὀλύμπου ὁ θεὸς τὸ θέλει τὸ προστάζει
Ο Πρίαμος με στην βοήθεια του Ερμή περνά στο στρατόπεδο των Αχαιών και φτάνει στη σκηνή του Αχιλλέα. Θα τον παρακαλέσει φιλώντας τα χέρια του φονιά του γιου του, χερσὶν Ἀχιλλῆος λάβε γούνατα καὶ κύσε χεῖρας (τὰ γόνατα τοῦ ἀγκάλιασε καὶ τ' άνδροφόνα χέρια), θυμίζοντάς του τον γέρο πατέρα του, μνῆσαι πατρὸς σοῖο θεοῖς ἐπιείκελ’ Ἀχιλλεῦ (θυμήσου τὸν πατέρα σου, ἰσόθεε Πηλείδη), που τον καρτερεί. Του ζητάει να του δωθεί το σώμα του νεκρού παιδιού του. Ο Αχιλλέας που είναι ο πιο στερημένος από πατέρα, βλέπει σε τούτο το ξένο πρόσωπο τον πατέρα του. Ξέρει ότι θα ταφεί εδώ, μακριά, χωρίς εκείνον να τον κλάψει. Εδώ, ουσιαστικά καλείται να χαρίσει στον εχθρό του την τύχη που δεν θα έχει αυτός. Και το κάνει, σαν μεγάλος ήρωας που είναι. Κλαίει μαζί με τον εχθρό και λυτρώνεται αν και γνωρίζει ότι, οὐ γάρ τις πρῆξις πέλεται κρυεροῖο γόοιο· (καὶ τίποτ δὲν ὠφελοῦν τὰ μαῦρα κλάϋματά μας). Εκθέτει στον Πρίαμο, με τον μύθο των δυο πιθαριών, την φιλοσοφία του για τα ανθρώπινα, δειπνεί μαζί του και παρέχει στον βασιλιά του εχθρού την φιλοξενία που του αξίζει. Προστάζει να ετοιμαστεί ο νεκρός και ο ίδιος θα τον μεταφέρει στο νεκρικό κρεβάτι.
αὐτὸς τόν γ’ Ἀχιλεὺς λεχέων ἐπέθηκεν ἀείρας,
σὺν δ’ ἕταροι ἤειραν ἐυξέστην ἐπ’ ἀπήνην.
[Ω 589-90]
.... τον σήκωσε ὁ Πηλείδης
ὁ ἴδιος καὶ τὸν ἄπλωσε στὸ νεκρικό κρεββάτι
καὶ οἱ σύντροφοι τὸν ἔβαλαν εἰς τὸ λαμπρὸ ἀμάξι
Ο Αχιλλέας έχει πια λυτρωθεί από το μένος και την οδύνη. Παραδίδει το σώμα του νεκρού Έκτορα, ένα σώμα που τόσο κακοποίησε, τυφλωμένος από το μίσος και τον πόνο. Ο Όμηρος με την περιγραφή τούτων τον τελευταίων σκηνών αφήνει τον Αχιλλέα του ήρεμο και γαλήνιο να γέρνει να κοιμηθεί και να περιμένει το τέλος του. Ένα τέλος που θα τον φέρει πιο κοντά στον αγαπημένο του Πάτροκλο. Μήπως όλα δεν τα έκανε γι' αυτό ακριβώς το σκοπό; Να βρεθεί κοντά στον έρωτά του, όπου και αν αυτός είναι.

 
Nikolai Ge (1831–1894). Ο Αχιλλέας θρηνεί πάνω στο σώμα του Πάτροκλου, 1855 (Πηγή)

Επίλογος
Υπάρχουν πράγματα, επιθυμίες, σκέψεις και αισθήματα κρυμμένα στα βάθη της ψυχής και της καρδιάς των ηρώων, που ο ποιητής γνωρίζει αλλά ούτε δικαιούται ούτε και θέλει να πει ξεκάθαρα. Ούτως ή άλλως δεν μας εισάγει στην ιδιωτική συναισθηματική σφαίρα της ζωής των ηρώων, αν και ο Έρωτας στον Όμηρο είναι πάντα παρόν. Τα πάντα όμως μένουν στο στάδιο της απλής εξωτερικής ένδειξης. Όσα και αν γραφτούν για τούτο τον Ποιητή αλλά και για τον ήρωά του θα είναι λίγα. Αφήνουμε λοιπόν κάπου εδώ τον ήρωά μας που έχοντας συνειδητοποιήσει την θνητότητά του, αναμένει τη στιγμή που θα διαβεί με το κεφάλι ψηλά της πύλες του Άδη για να συναντήσει εκείνον που μαζί του έζησε ολόκληρη τη ζωή του και που τώρα έχει γίνει σκιά.
Σημειώσεις

© κειμένου www.gayekfansi.blogspot.gr, με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος