Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

SAPPHO, a tribute



 
Σαπφώ, νωπογραφία απο την Πομπηία. 
Αρχαιολογικό Μουσείο Νάπολης. (φωτό: gayekfansi.blogspot)



ΣΑΠΦΩ Η ΛΕΣΒΙΑ (617 με 612 - 560 με 570 π.Χ.), αφιέρωμα
ὁ μὲν κάλος ὄσσον ἴδην πέλεται <κάλος>
ὀ δὲ κἄγαθος αὔτικα <κὔστερον> ἔσσεται

ὁ ὄμορφος εἶν' ὄμορφος ὅσο μπροστά σου στέκει
μὰ ὁ ἀγαθὸς εἶν' ὄμορφος κι' ἀργότερα καὶ πάντα
(μετ. Παναγής Λεκατσάς)
Προλεγόμενα
Το να γίνει ένα αφιέρωμα στην σπουδαία αρχαία Ελληνίδα ποιήτρια Σαπφώ, ήταν στα πρώτα σχέδια τούτου του blog. Πως όμως μπορείς να μιλήσεις για τη δέκατη μούσα, όπως την αποκαλούσε ο Πλάτωνας,1 όταν δεν έφτασε έως τις μέρες μας παρά μόνο ένα της ποίημα. Μια ωδή 28 στίχων στην Αφροδίτη, μαζί με σκόρπια σπαράγματα από το έργο της; Το τελευταίο μάλιστα ανακαλύφθηκε μόλις το 2004, ενώ το 2014 είχαμε την τύχη να δούμε άλλα δυο ποιήματά της να έρχονται στο φως. Αλλά πάλι πως μπορείς να μιλήσεις για ένα τόσο χαρισματικό πλάσμα που ακόμα και ένα σωζόμενο ποίημά της είναι ικανό να καταδείξει το μέγεθος της δημιουργού του; Εδώ πρέπει να αναφέρουμε και να τονίσουμε ότι τα βιβλία της κάηκαν τον 11ο αιώνα στην Κωνσταντινούπολη, γιατί οι πατέρες –ξέρετε αυτά τα υστερικά ανέραστα γεροντάκια- θεώρησαν ότι διέφθειραν τους πιστούς!!
Από την άλλη βέβαια μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι για την Σαπφώ έχουμε πλήθος ιστορικές μαρτυρίες, από τον Ηρόδοτο, τον Αθήναιο, τον Πλούταρχο κλπ. Και πάλι όμως μιλάμε για σκόρπιες πληροφορίες, γραμμένες αιώνες μετά, που δεν είναι ικανές να σκιτσάρουν ένα πλήρες πορτραίτο της ποιήτριας. Τουλάχιστον όχι τόσο όσο αν είχαμε στα χέρια μας το σύνολο -ή τουλάχιστον μέρος- του έργου της. Δεν μιλάμε βέβαια για τις κατοπινές αναφορές στο όνομά της, μια και οι περισσότερες κινούνται στο πλαίσιο της λοιδορίας, αλλά και στο να δημιουργηθεί ένα αρνητικό κλίμα γύρω από το όνομα Σαπφώ έτσι ώστε να επιτευχθεί μια -καθ' όλα επιθυμητή- αναστολή οποιασδήποτε ομοφυλοφιλικής προτίμησης. Αυτά τα οφείλουμε βέβαια στη «θρησκεία της Αγάπης». Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που η ποιήτρια παρουσιάστηκε με τα μελανότερα χρώματα, σαν ένα ανήθικο, διεφθαρμένο άτομο, σαν φρικτό παράδειγμα προς αποφυγή. Κατά το Μεσαίωνα το όνομά της καλύπτεται από ένα πέπλο μυστηρίου και θα αντιμετωπιστεί συγκεχυμένα σαν ένα ακόμα άτομο από την Ελλάδα που έγραψε ποίηση. Η Αναγέννηση και ο Ουμανισμός θα την αντιμετωπίσουν βέβαια με λατρεία και θα σεβαστούν το όνομά της μια και θα την θεωρήσουν σαν την ενσάρκωση της άφθαρτης ποιητικής δόξας.
Η Παλατινή Ανθολογία περιέχει πλήθος εγκωμιαστικών επιγραμμάτων, ο Κάτουλος μιμείται και μεταφράζει την ωδή ᾶ 2, ο Οβίδιος γράφει την xv Ηρωίδα του επιστολή της Σαπφούς προς τον Φάωνα όπου διαφαίνεται λεπτομερέστερη γνώση του έργου της, ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς την χαρακτηρίζει ως πρότυπον ευγενούς και ωραίου ύφους, ο δε περίφημος συγγραφέας του Περί ύψους παραθέτει σχετικά μεγάλα αποσπάσματα εξαίροντας την τέχνη της. Η πρώτη έκδοση έργων της θα πραγματοποιηθεί το 1554 από τον Henri Etienne στο Παρίσι όταν σε μια έκδοση του Ανακρέοντα συμπεριέλαβε και ποιήματα του Αλκαίου και της Σαπφούς. Είναι ενδιαφέρον να αναφερθεί ότι οι μετέπειτα εκδόσεις των ποιημάτων της προσπαθούσαν να απαλλάξουν την ποιήτρια από όλο το ρύπο των διαδόσεων περί ομοφυλοφιλίας, επικεντρώνοντας στο ότι ήταν παντρεμένη και είχε μια κόρη, αλλά και να θέσουν στο κέντρο του ενδιαφέροντος το έργο της.
Η πληροφορία ότι είχε μια κόρη δεν είναι παρά ένα συμπέρασμα από κάποια αποσπάσματα ποιημάτων της. Το πιθανότερο είναι η Κλεΐς να ήταν ένα ακόμα από τα κορίτσια του κύκλου της. Επιπλέον, η αλήθεια είναι ότι, το ότι ήταν παντρεμένη αναφέρεται μόνο στη Σούδα.
Το όνομα της Σαπφούς είναι γνωστό στα πέρατα του κόσμου. Και δεν μιλάμε μόνο για το σήμερα. Ο σύγχρονός της Μυτιληνιός ποιητής Αλκαίος θα γράψει για την ποιήτρια το στίχο: ἰοπλόκ' ἄγνα μελλιχόμμειδε Σάπφοι (στεφανωμένη με βιολέτες, ιερή, γλυκοχαμογελούσα Σαπφώ). Ο Στράβωνας2 θα τη χαρακτηρίσει θαυμαστὸν τὶ πράγμα και υποστηρίζει πως δεν υπήρξε γυναίκα εφάμιλλή της στον ποιητικό χώρο. Από την αρχαιότητα ακόμα το όνομα Σαπφώ αντηχούσε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη τού μέχρι τότε γνωστού κόσμου. Ήταν συνώνυμο της ποιήτριας, έτσι ακριβώς όπως, όταν έλεγαν ποιητής εννοούσαν τον Όμηρο. Τούτη η ποιήτρια δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τις σημερινές –και πολλές φορές ατάλαντες- διασημότητες. Όπως είπαμε η φήμη της έφτασε σε κάθε γωνιά, είδε τη μορφή της να τυπώνεται σε νομίσματα, να ζωγραφίζεται σε αγγεία, ψηφιδωτά, τοιχογραφίες, να στήνονται αγάλματα σε πλατείες προς τιμήν της, όπως αυτά στις Συρακούσες και την Πέργαμο. Απέκτησε φανατικούς θαυμαστές, αλλά όπως ήταν πολύ φυσικό, δεν έλειψαν και οι εχθροί.
Η προσωπικότητα και το έργο της αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για μια μεγάλη μερίδα καλλιτεχνών. Ο ζωγράφος Ζακ-Λουί Νταβίτ, ο μεγάλος γλύπτης Εμίλ-Αντουάν Μπρουντέλ θα ασχοληθούν μαζί της, αλλά και συνθέτες όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Νίκος Ξυδάκης, η Αγγελική Ιονάτος, ο Δημήτρης Παπαδημητίου θα μελοποιήσουν στίχους της. Ο πρώτος θα μελοποιήσει το ποίημά της «Κέλομαί σε Γογγύλα» που περιέχεται στον κορυφαίο δίσκο τραγουδιών που κυκλοφόρησε ποτέ σε τούτη τη χώρα, το Μεγάλο Ερωτικό. Τραγούδι που ερμήνευσε μοναδικά η Φλερύ Νταντωνάκη. Ο δεύτερος θα μελοποιήσει σειρά ποιημάτων της στη σπουδαία σύνθεση και απόδοση του Οδυσσέα Ελύτη στο δίσκο Γρήγορα η ώρα πέρασε (CD, UNIVERSAL, 060251 1709679 0), με ερμηνεύτρια την Ελευθερία Αρβανιτάκη αλλά και τον ίδιο τον Ξυδάκη. Αλλά και η συνθέτρια και κιθαρίστρια Αγγελική Ιονάτος θα μελοποιήσει την σπουδαία Λεσβία ποιήτρια στο δίσκο της Sappho de Mytilene, (CD, AUVIDIS CHORUS AC 6168) με ερμηνεύτρια την ίδια και την Νένα Βενετσάνου.
Η Σαπφώ είχε την τύχη να γεννηθεί σε μια κοινωνία που φαίνεται πως η θέση της γυναίκας ήταν αναγνωρισμένη. Γύρω από τη ζωή και το έργο της όμως υπάρχει ένας μύθος. Πολλοί τη θέλουν να ερωτοτροπεί με γυναίκες, άλλοι αναφέρουν ότι είχε τραγικό τέλος για χάρη ενός άντρα. Πού ακριβώς βρίσκεται η αλήθεια δεν μπορούμε να το πούμε με ακρίβεια, απλά θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε ένα πορτρέτο τούτου του «ευαίσθητου και θαρρετού πλάσματος», όπως τη χαρακτηρίζει ο Ελύτης, όσο πιο τεκμηριωμένα μας επιτρέπει η βιβλιοθήκη μας και οι γνώσεις μας.



Σαπφώ και Αλκαίος. Αττικός κρατήρας, γύρω στα 470 π.Χ. 
Αγγείο του κύκλου του ζωγράφου Βρύγου. Γλυπτοθήκη του Μονάχου.


Η πολιτική κατάσταση στη Λέσβο
Πριν όμως προχωρήσουμε σε ένα όσο το δυνατόν πληρέστερο βιογραφικό της ποιήτριας, θεωρούμε απαραίτητο να αναφερθούμε στην πολιτική κατάσταση της Λέσβου την εποχή εκείνη.
Στη Λέσβο λοιπόν το θαυμάσιο κλίμα και η έφορος γη, αλλά προ παντός η θάλασσα που ήταν η μεγάλη γέφυρα επικοινωνίας με όλα τα γνωστά τότε μέρη, έκαναν τους κατοίκους να αναπτύξουν τις ασχολίες τους, το εμπόριο, την διάνοιά τους, αλλά πέρα από αυτό φαίνεται πως οι κάτοικοι τούτου του νησιού είχαν προικιστεί με μια ιδιαίτερη ψυχή, μια ιδιαίτερη ενέργεια για δραστηριότητές, αλλά και με έναν ξεχωριστό τρόπο σκέψης.
Η άνοδος της εμποροναυτικής τάξης άνοιξε μια περίοδο όπου οι νέοι κατέχοντες άρχισαν να εναντιώνονται κατά της παλιάς άρχουσας αριστοκρατίας. Και οι δυο ποιητές Σαπφώ και Αλκαίος φαίνεται να είναι αναμεμειγμένοι στους αγώνες αυτούς, η ποίηση μάλιστα του Αλκαίου αντηχεί, θα λέγαμε, τη σφοδρότητά τους.
Από το 660 π.Χ. μέχρι το 620 π.Χ. μετά από σφοδρές λαϊκές ταραχές κατηγορήθηκε ο θεσμός της βασιλείας ως πολιτικός θεσμός και ο λαός θέτει φανερά το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας. Από το 620 π.Χ. μέχρι το 621 π.Χ., πρώτο έτος της Ολυμπιάδας κατά την οποία εγεννήθη η Σαπφώ, συνέβησαν δύο μεγάλες εξεγέρσεις όπου οι εμποροναυτικοί, ως λαϊκή πρωτοπορία κατάλαβαν την εξουσία. Η ιστορική μνήμη βέβαια των γεγονότων τούτων είναι θολή. Περί το 612 π.Χ. όμως καταλαμβάνει την εξουσία ο τύραννος Μέλαγχρος, που ανατρέπεται τελικά από τον Πιττακό, με τη συνδρομή των αδελφών του ποιητή Αλκαίου.
Τον Πιττακό μετά από λίγο διαδέχεται ο τύραννος Μύρσιλος του οποίου τον θάνατο μετά από λίγο ψάλλει ο Αλκαίος με άγρια χαρά. Εδώ φαίνεται πως οι αριστοκρατικοί κατέλαβαν εκ νέου για λίγο την εξουσία. Μιλάμε για το 596/5 π.Χ., χρονιά που ο Αλκαίος, ο αδελφός του Αντιμενίδας, η Σαπφώ και πλήθος άλλων αριστοκρατών που ήταν αναμεμιγμένοι στα γεγονότα παίρνει το δρόμο της εξορίας. Συγκεκριμένα η Σαπφώ για την Σικελία, όπως μας πληροφορεί η μοναδική πηγή, το Πάριον Μάρμαρο (βλέπε παρακάτω), αν και αγνοούμε τους λόγους που την οδήγησαν τόσο μακριά και όχι σε ένα άλλο γειτονικό νησί ή σε κάποια περιοχή της στερεάς Ελλάδας. Ένα μάλιστα από τα διασωθέντα ποιήματά της μπορεί να θεωρηθεί ως προσευχή στην Ήρα κατά την αναχώρησή της.
Ένα νέο κίνημα που οργανώθηκε από τον Αλκαίο το 591/0 π.Χ. ανέτρεψε το υπάρχον καθεστώς έτσι οι αριστοκρατικοί ανέλαβαν για λίγο την εξουσία για να την παραλάβει τελικά λίγο μετά με ένα νεότερο κίνημα των εμποροναυτικών με επικεφαλής τον Πιττακό που ανέτρεψε τους αριστοκρατικούς θέτοντας τέρμα στις πολιτικές διενέξεις και επιδιώξεις τους. Ο Πιττακός γύρω το 600 π.Χ. λοιπόν εξελέγη αἰσυμνήτης (δια παμψηφίας), έτσι η Λέσβος έχοντας έναν λαοπρόβλητο ηγέτη επιδόθηκε εις την αναμόρφωση των πεπαλαιωμένων θεσμών. Έτσι δεν έμεινε πολύ στη Σικελία η Σαπφώ μια και φαίνεται πως το 586-585 π.Χ. επέστρεψε στην αγαπημένη της Λέσβο.


 
Νόμισμα του 1ου - 2ου μ.Χ. αιώνα, που έκοψε η πόλις της Ερεσού για να τιμήσει την Ερεσία ποιήτρια Σαπφώ, Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης.


Χρονολογικός πίνακας
1200-1000 π.Χ. : Μετανάστευση των Δωριέων.
Γύρω στα 880 π.Χ. : Τέλος της ελληνικής μετανάστευσης και αποικιστικής κίνησης. Η Λέσβος αποικίζεται από τους Αιολείς.
776 π.Χ. : Καθιέρωση καταλόγου Ολυμπιονικών και χρονολόγηση με βάση τις Ολυμπιάδες.
Γύρω στα 750-700 π.Χ. : Όμηρος και Ησίοδος.
Περίπου από το 750 π.Χ. : Ελληνικός αποικισμός, κυρίως στη δυτική Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα, ίδρυση Κύμης, Συρακουσών.
Περίπου 700 510 π.Χ. : Αρχαϊκή εποχή της Ελλάδας, άνθηση του αριστοκρατικού ιδεώδους. Καλλιέργεια και ανάπτυξη του ατόμου: εποχή λυρικής ποίησης και της (παλαιότερης λεγόμενης) τυραννίδας. Ο χορικο-λυρικός ποιητής Τέρπανδρος από τη Λέσβο βγαίνει νικητής του μουσικού αγώνα στη Σπάρτη.
Γύρω στο 650 π.Χ. : Γέννηση του λυρικού ποιητή Αρχίλοχου.
625 π.Χ. : Ο χορικο-λυρικός ποιητής Αλκμάν δημιουργεί στη Σπάρτη.
Γύρω στο 620 π.Χ. : Γέννηση στη Λέσβο του λυρικού ποιητή Αλκαίου.
Γύρω στο 617-612 π.Χ. : Γέννηση της Σαπφώς στην Ερεσό ή στη Μυτιλήνη της Λέσβου επί βασιλείας Αλυάττη της Λυδίας.
Γύρω στο 612 π.Χ. : Καταλαμβάνει την εξουσία ο τύραννος Μέλαγχρος.
610-607/6 π.Χ. : Πόλεμος του Σιγείου. Αρχηγός ο Πιττακός. Γύρω στο 610 π.Χ. ο Μυρσίλος τύραννος της Μυτιλήνης.
Γύρω στα 604 π.Χ. : Απόπειρα κατά του Μυρσίλου από αριστοκρατική ομάδα του κύκλου του Αλκαίου και της Σαπφούς, υποστηριζόμενη από τον Πιττακό. Αποτυχία της απόπειρας, ο Πιττακός προσχωρεί στο κόμμα του Μυρσίλου. Φυγή ή μάλλον εξορία των στασιαστών αριστοκρατών μαζί με τη Σαπφώ και τον Αλκαίο στην Πύρρα.
Γύρω στα 600 π.Χ. : Θάνατος του Μυρσίλου, ο Πιττακός αναλαμβάνει την εξουσία στη Μυτιλήνη. Τύραννος της Κορίνθου ο Περίανδρος.
Γύρω στα 598-590 π.Χ. : Απέλαση των αντιπάλων του Πιττακού, η Σαπφώ εξόριστη στη Σικελία, ο Αλκαίος στην Αίγυπτο.
594 π.Χ. : Άρχων και νομοθέτης στην Αθήνα ο Σόλων.
590-580 π.Χ. : Αισυμνητεία Πιττακού.
Γύρω στο 586-585 π.Χ. : Επιστροφή των εξόριστων στη Μυτιλήνη. Η Σαπφώ σχηματίζει το δικό της κύκλο με τις κοπέλες της.
Γύρω στο 570 π.Χ. : Θάνατος του Πιττακού.
560 π.Χ. : Θάνατος του βασιλιά Αλυάττη της Λυδίας, άνοδος του Κροίσου στη εξουσία. Ο Πεισίστρατος τύραννός της Αθήνας.
Γύρω στα 570-560 π.Χ. : Θάνατος της Σαπφούς.
510-506 π.Χ. : Ανατροπή της τυραννίδας στην Αθήνα και εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Τέλος της αρχαίας εποχής στην Ελλάδα. 


  
Η Σαπφώ με μαθήτριές της. Αττική υδρία, γύρω στα 440-420 π.Χ.
Αγγείο του κύκλου τουυ ζωγράφου Πολύγνωτου. Αθήνα Αρχαιολογικό Μουσείο.


Σαπφώ, μια γνωριμία
Από τη γραπτή παράδοση για την ποιήτρια Σαπφώ (Ψάπφω στην αιολική διάλεκτο, και κατά την επιγραφή προς τιμήν της σε νομίσματα της Μυτιλήνης, Ψάπφω ή Ψάπφα, ενώ τα νομίσματα της Ερεσσού φέρουν το γνωστό σε μας όνομα Σαπφώ που διαδόθηκε στην Ελλάδα και κατέληξε σε Σαφφώ και τέλος σε Σαφώ), οι άμεσες πηγές λοιπόν ως αναφορά το βίο της είναι το Πάριο χρονικόν,3 ο Οξυρρυγχιανός πάπυρος4 (nο 1800) και το άρθρον στο Λεξικό της Σούδας.
Η Σαπφώ φαίνεται να γεννήθηκε κάπου ανάμεσα στο 617 και το 612 π.Χ. στη Λέσβο. Αναφορές υπάρχουν και για την Ερεσσό, όπως το λεξικό της Σούδας.5 Ο Αθήναιος,6 ο Στράβωνας7 και ο πάπυρος όμως τοποθετούν την γέννησή της στη Μυτιλήνη. Την πρώτη εκδοχή βεβαιώνουν τα νομίσματα της Ερεσσού και ο Διοσκουρίδης.8 Την δεύτερη τα νομίσματα της Μυτιλήνης και ο Ηρόδοτος. Η καταγωγή της ήταν από αριστοκρατική οικογένεια και μπορεί να γίνουν κάποιες νύξεις για αρχέγονα πελασγικά φύλα. Ο πατέρας της που τον έχασε –όπως αναφέρει ο Οβίδιος-9 όταν ήταν έξι χρονών, λεγόταν Σκαμανδρόνυμος,10 όνομα που παραπέμπει στον ποταμό Σκάμανδρο, το γνωστό ομηρικό ποτάμι της περιοχής της Τροίας, που μαζί του αναμετρήθηκε ο Αχιλλέας. Η μητέρα της λεγόταν Κλεΐς ή Κλεύις, μια και υπάρχει εκτός της μαρτυρίας του παπύρου και μια άλλη ενός επιγράμματος, τῶν εἰς Πίνδαρον Σχολίων.11 Η Σαπφώ, είχε παντρευτεί τον Κερκύλα, έναν πλούσιο ευγενικής καταγωγής από την Άνδρο, με τον οποίο απέκτησε μια κόρη που είχε το όνομα της γιαγιάς της Κλεΐς, αυτά αναφέρει στο σχετικό λήμμα και το λεξικό της Σούδας.12 Το όνομα της κόρης της Κλεΐς όμως αναφέρει και η Σαπφώ σε δυο της ποιήματα.13 Η πληροφορία βέβαια ότι είχε μια κόρη που την έλεγαν Κλεΐς δεν είναι παρά ένα συμπέρασμα από κάποια αποσπάσματα ποιημάτων της. Το πιθανότερο είναι η Κλεΐς να ήταν ένα ακόμα από τα κορίτσια του κύκλου της, μια φίλη της και όχι κόρη της, όπως αναφέρει ο Hans Licht.14 Επιπλέον το ότι ήταν παντρεμένη με τον Κερκύλα από την Άνδρο αναφέρεται μόνο από τη Σούδα. Να αναφέρουμε εδώ ότι Άνδρος είναι η πόλη των Ανδρών, ενώ το Κερκύλας προέρχεται από την λέξη κέρκος που σημαίνει το ανδρικό μόριο. Πιθανόν λοιπόν αυτά να είναι στοιχεία από την Αττική κωμωδία.
Η Σαπφώ είχε τρία αδέλφια. Ο αμέσως μικρότερός της Λάριχος που εξασκούσε το επάγγελμα του οινοχόου κατά τις συνεδριάσεις του Πρυτανείου στη Μυτιλήνη. Τούτο το επάγγελμα μπορεί σήμερα να φαντάζει αδιάφορο και απλό, εκείνη την εποχή όμως αποτελούσε αξίωμα που προοριζόταν για γόνους αριστοκρατικών οικογενειών που διέθεταν μια ωραία εμφάνιση, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Αθήναιος.15 Για τον επόμενο τον Ερίγυιο, μόνο το όνομά του μας είναι γνωστό. Ο τρίτος αδελφός της, ο Χάραξος, ταξιδεύοντας για εμπορικούς σκοπούς στη Ναύκρατη, την ελληνική αποικία της Αιγύπτου, έμπλεξε με μια γνωστή εταίρα, την Δωρίχα –που μας είναι γνωστή και με δεύτερο όνομα, Ροδώπις- σπαταλώντας μαζί της την περιουσία του. Τα ονόματα των δυο αδελφών της Χάραξος και Λάρισος, αναφέρει σε ποίημά της που βρέθηκε πρόσφατα. Για τον Χάραξο ο Ηρόδοτος μας παραδίδει ότι ως έμπορος κρασιού, ταξίδευε πολύ και προσθέτει το μπλέξιμό του με την εταίρα που, κάνοντάς της όλα τα χατίρια σπατάλησε την περιουσία του.
Έζησε την ίδια εποχή με τον Λέσβο ποιητή Αλκαίο, με τον οποίο εικονίζονται μαζί σε ερυθρόμορφο αγγείο από τον Ακράγαντα -και μάλιστα τις υποβάλει τα σέβη του- και τον πολιτικό Πιττακό που συγκαταλέγεται στους επτά σοφούς. Οι πολιτικές αναταραχές στη Λέσβο, όπως αναφέραμε αναλυτικά πιο πάνω, στάθηκαν πιθανότατα η αιτία να πάρει η Σαπφώ, όπως και άλλοι αριστοκράτες, το δρόμο της ξενιτειάς –της εξορίας- και να εγκατασταθεί με τον άντρα της στη Σικελία. Αντίστοιχα ο Αλκαίος θα καταφύγει στην Αίγυπτο. Το 586-585 επιστρέφει με την κόρη της στη Μυτιλήνη, αφού έχει χάσει τον άντρα της.
Επανερχόμενη στη Μυτιλήνη, μετά την κατάλυση της τυραννίας, επί Πιττακού, η Σαπφώ δημιούργησε έναν κύκλο από συντρόφισσες που τους παράδιδε μαθήματα και που αποτελούσε γι’ αυτές τον μέντορά τους. Οι περισσότερες από αυτές είχαν έρθει από πόλεις της Μικράς Ασίας. Ατθίς, Ανακτορία από τη Μίλητο, Γογγύλα από την Κολοφώνα, Ευνείκα από τη Σαλαμίνα (μάλλον της Κύπρου), Αρινώτα, Τελεσίππα, Μεγάρα, Ιράννα, Μνασιδίκα από τη Φώκαια, Γυριννώ, Ηρώ από τη Γυάρο, είναι μερικά από τα ονόματα που γνωρίζουμε. Τα κορίτσια στον κύκλο ετούτο της Σαπφούς διδάσκονταν τις μουσικές τέχνες, τους καλούς τρόπους και τις οικιακές εργασίες κι επέστρεφαν σπίτια τους όταν ήταν έτοιμες να παντρευτούν. Ο χορός και το τραγούδι ήταν μια ακόμα ασχολία των κοριτσιών αφού χόρευαν και τραγουδούσαν σε γιορτές των θεών για τις οποίες η Σαπφώ συνέθετε λατρευτικά τραγούδια.
Η Σαπφώ συνέθετε μόνο στην λεσβιακή-αιολική διάλεκτο τα λυρικά της ποιήματα. Αυτό βέβαια δεν στάθηκε εμπόδιο να διαδοθούν τα ποιήματά της στον ευρύτερο ελληνικό γλωσσικό χώρο. Το συνολικά έργο της Σαπφούς συγκεντρώθηκε και ταξινομήθηκαν από τους Αλεξανδρινούς φιλολόγους σε εννιά βιβλία σύμφωνα με τη μετρική τους μορφή. Αυτό αναφέρεται και στο λεξικό της Σούδας.
Σχεδόν όλα τα σωζόμενα ποιήματα της Σαπφούς είναι κλητικοί ύμνοι, ωδές, ελεγείες, θρήνοι, επιγράμματα και επιθαλάμια. Έχουν ερωτικό χαρακτήρα και αναφέρονται άμεσα στις σχέσεις της με τα κορίτσια του κύκλου της. Αποτελούν δε μπορεί να πει κανείς, τα ωραιότερα δείγματα ερωτικού πάθους και ποιητικής ευαισθησίας. Τα ποιήματα της Σαπφώς μελοποιούνταν. Τα τραγουδούσαν με συνοδεία συνήθως κάποιου έγχορδου (φόρμιγξ, λύρα, κιθάρα, βάρβιτος, πηκτίς, μάγαδις). Η ίδια η Σαπφώ ονομάζει το όργανό της «χέλυ φωνάεσσα», μια και το ηχείο αρχικά ήταν φτιαγμένο από καύκαλο χελώνας. Η Σούδα αναφέρει βέβαια πως η Σαπφώ εφεύρε το πλήκτρο και τον μιξολύδιο τρόπο στη μουσική αν και στις παραστάσεις σε αγγεία τη βλέπουμε να κρατάει λύρα. 

 
  
Antoine-Jean Gros, Η Σαπφώ πέφτει από το βράχο στη Λευκάδα. 1812

Το τέλος
Τα γηρατειά και το θάνατος είναι το αντίθετο του ανθού της νιότης και η Σαπφώ δεν θα διστάσει να τα τραγουδήσει και μάλιστα πολύ εύστοχα. Για το τέλος της δεν έχουμε ακριβή στοιχεία. Αν όμως σκεφτούμε πως ο θάνατος του Πιττακού εντοπίζεται κάπου το 560 με 570 π.Χ. η σύγχρονή του Σαπφώ πρέπει να πέθανε την ίδια περίπου εποχή. Εδώ οφείλουμε να αναφέρουμε ότι μια παράδοση και ένας μύθος θέλει την Σαπφώ να αυτοκτόνησε για χάρη ενός περιφρονημένου έρωτά της. Λέγεται πως είχε ερωτευθεί τον Φάωνα, έναν ωραίο νεαρό άντρα, αλλά αυτός δεν ανταποκρίθηκε στο ερωτικό της κάλεσμα, έτσι αυτή αυτοκτόνησε πέφτοντας από βράχο στη φουρτουνιασμένη θάλασσα της Λευκάδας. Το θέμα του Φάωνα αναπτύσσεται στην νεώτερη αττική κωμωδία, αλλά και στον Οβίδιο που φαίνεται πως αντιγράφει την παράδοση γύρω από το θάνατό της. Πιθανότατα όμως το όλο θέμα να παρερμηνεύτηκε αφού υπήρχε ποίημα της Σαπφούς που υμνούσε την ομορφιά του νεαρού Φάωνα. Αλλά ας δούμε τα πράγματα λίγο πιο αναλυτικά.
Το όνομα Φάωνας, που σημαίνει τον φωτεινό αυτόν που φωτίζει, ετυμολογικά φαίνεται να ταυτίζεται με τον Φαέθωνα, τον γιο της Ηώς και του Κέφαλου για τον οποίο ο Ησίοδος (Θεογ. 984. Κ.ε.) μας παραδίδει την ιστορία ότι η Αφροδίτη τον άρπαξε από τη γη πάνω στον ανθό της νιότης του για να τον κάνει φύλακα και ήρωα του ναού της. Από Έλληνες και Ρωμαίους συγγραφείς16 ο Φάων παρουσιάζεται επανειλημμένα να έχει σχέση με την Αφροδίτη και τη Λέσβο. Ασκεί μάλιστα το επάγγελμα του περαματάρη μεταξύ Λέσβου και Ιωνίας. Μια μέρα, μας παραδίδει ο μύθος, πέρασε απέναντι μια γριά βοηθώντας την και μάλιστα χωρίς να της πάρει χρήματα. Εκείνη του φανερώνεται στη συνέχεια με την πραγματική της μορφή που δεν είναι άλλη από την Αφροδίτη και του χαρίζει ένα δοχείο με μύρο, δώρο που του εξασφάλιζε την αγάπη των γυναικών μια και τον έκανε τον ωραιότερο από όλους του θνητούς. Ο θρύλος αυτός είχε ξεπεράσει τα σύνορα της Λέσβου. Ο Φάωνας μάλιστα μας παρουσιάζεται σε παραστάσεις αγγείων, ως συνοδός της θεάς σε αντιπαράθεση με τον Άδωνι, ενώ ο Ίμερος και ο Πόθος σέρνουν το άρμα της.
Τόσο ο Φάων όσο και ο Άδωνις περιβάλλονται από γυναικείες μορφές. Επομένως ο Φάων ήταν σαν τον Άδωνη, ένας ήρωας της Αφροδίτης και πιθανόν να είχε τα χαρακτηριστικά ενός δαίμονα της βλάστησης όπως ακριβώς και εκείνος. Γνωρίζουμε πως η Σαπφώ έγραψε άσματα για τον Άδωνι συμμετέχοντας στην λατρεία του. Μια σύντομη αρχαία μαρτυρία μας αναφέρει ότι έγραψε άσματα και προς τιμήν του Φάωνα που δυστυχώς δεν μας σώζονται.
Ο Φάων με τη Σαπφώ συνδέθηκαν για πρώτη φορά στη Αττική κωμωδία. Μας είναι γνωστοί αρκετοί τίτλοι κωμωδιών όπως «Φάων» και «Σαπφώ» από χαμένα κομμάτια του 4ου και 3ου αιώνα. Τον 4ο αιώνα βρίσκουμε τον Φάωνα ερωμένο της Σαπφούς στην κωμωδία. Αν και εκείνη την εποχή γνώριζαν καλά ποιος ήταν ο Φάωνας, έβρισκαν πολύ ενδιαφέρον να μπλέξουν ερωτικά τον «εθνικό άγιο» της Λέσβου με την «εθνική τους ποιήτρια».
Στους μετέπειτα χρόνους ο Φάωνας μεταγράφτηκε σε έναν όμορφο νέο εκφυλίζοντας έτσι τον αρχικό μύθο και η φαντασία δεν άργησε να πλέξει τούτο το ειδύλλιο του νέου με την ξακουστή ποιήτρια. Ειδύλλιο μονομερές, χωρίς ανταπόκριση και έτσι να έχουμε το τραγικό τέλος της Σαπφούς που πέφτει από το γνωστό βράχο της Λευκάδας. Ο Οβίδιος μάλιστα βάζει τη Σαπφώ να γράφει ένα απελπισμένο τελευταίο γράμμα στο σκληρόκαρδο νέο που καταλήγει ότι: θα γυρέψει στ’ άγρια κύματα της Λευκάδας το θάνατο αν δεν δεχθεί τον έρωτά της. Η Λευκάδα συνδέθηκε με το τέλος της Σαπφούς πάλι χάρη στην Αττική κωμωδία που έμπλεξε κάποιο χαρακτηριστικό σημείο των ποιημάτων της Σαπφούς και μεταπλάθοντάς το έφτιαξε το τέλος που γνωρίζουμε. Το πήδημα από το ακρωτήριο της Λευκάδας είχε καθαρτήριο χαρακτήρα. Η παράδοση μάλιστα λέει ότι από το βράχο της Λευκάδας κατακρημνίζονταν στην θάλασσα κατάδικοι που τους παρείχαν όμως το μέσω να σωθούν αφού κάτω στη θάλασσα τους περίμεναν άνθρωποι με βάρκες που αν σώζονταν τους απομάκρυναν. Στην Ελλάδα υπήρχαν πολλοί τέτοιοι βράχοι, αλλά ο πιο γνωστός ήταν της Λευκάδας. Με το πέρασμα του χρόνου τα σημεία αυτά θεωρήθηκαν και καθαρτήριοι χώροι για τα ερωτικά πάθη της ψυχής όπως είναι ο πόνος που προκαλεί ένας ατυχής έρωτας.
Η Σαπφώ πιθανότατα πέθανε στη Μυτιλήνη σε βαθιά γεράματα. Απλά δεν γνωρίζουμε τίποτα για το τέλος της που δείχνει να ήταν ένα ήσυχο και ειρηνικό, ενταγμένο στον κύκλο της ζωής, τέλος.

   
Προτομή με επιγραφή ΣΑΠΦΩ ΕΡΕΣΙΑ.
Ρωμαϊκό αντίγραφο, Μουσείο Καπιτωλίου Ρώμη.

Τα δυο νέα ποιήματα
Το 2014 ο κόσμος της ποίησης -και όχι μόνο- είχε την εξαιρετική τύχη να έρθουν στο φως δυο νέα ποιήματα της Σαπφούς. Τούτο συνέβη όταν ο ιδιοκτήτης ενός αρχαίου φθαρμένου παπύρου, που χρονολογείται στον 3ο αιώνα μ.Χ., κοιτώντας το κείμενο και διαπιστώνοντας ότι σε αυτό διακρινόταν ελληνική γραφή, συμβουλεύτηκε το γνωστό μελετητή Dirk Obbink. Ο παγκοσμίου φήμης παπυρολόγος Δρ Obbink, δεν πίστευε στα μάτια του μια και αμέσως διέκρινε και συνειδητοποίησε με τι είχε να κάνει. Δυο άγνωστα ως τώρα ποιήματα της Σαπφούς είχαν έρθει στο φως.
Το πρώτο -και καλύτερα σωζόμενο ποίημα- αναφέρει τα ονόματα Χάραξος και τον Λάριχος, που γνωρίζουμε πως ήταν αδέλφια της, μα ποτέ ως τώρα δεν υπήρχε αναφορά γι' αυτούς στα γραπτά της. Ο καθηγητής Henrichs αναφερόμενος στα δυο αυτά αντρικά ονόματα δήλωσε: «Θα υπάρξουν ατέρμονες συζητήσεις σχετικά με το Χάραξο και το Λάριχο, οι οποίοι μπορεί να είναι ή να μην είναι αδέλφια της Σαπφούς». Στο ποίημα γίνεται αναφορά στην ιδιότητα του Χάραξου ως εμπόρου, γεγονός που επιβεβαιώνει και ο ιστορικός Ηρόδοτος, δυο αιώνες μετά τη Σαπφώ.
Το δεύτερο ποίημα απευθύνεται στη θεά Αφροδίτη. Πιθανόν -μια και είναι δυσανάγνωστο- το ποίημα να αποτελεί επίκληση στη θεά του έρωτα για βοήθεια στην απόκτηση κάποιου αγαπημένου της προσώπου.



Σαπφώ, υδατογραφία της Φωτεινή Στεφανίδη. 
Από το λεύκωμα, Σαπφώ, δώδεκα ποιήματα. Απόδοση Φωτεινή Στεφανίδη, εκδόσεις Σίγμα, Αθήνα 2004.


Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης γιὰ τὴ Σαπφώ
Δυόμισι χιλιάδες χρόνια πίσω, στὴ Μυτιλήνη, βλέπω ἀκόμη τὴ Σαπφὼ σὰν μιὰ μακρινὴ ἐξαδέλφη ποὺ παίζαμε μαζὶ στοὺς ἴδιους κήπους, γύρω ἀπό τὶς ἴδιες ροδιές, πάνω ἀπ’ τὶς ἴδιες στέρνες. Λιγάκι μεγαλύτερη στὰ χρόνια, μελαχρινή, μὲ λουλούδια στὰ μαλλιὰ κι ἕνα κρυφὸ λεύκωμα γεμάτο στίχους, ποὺ δὲν μ’ ἄφησε ν’ ἀγγίξω ποτέ.
Βέβαια εἶναι ποὺ ζήσαμε στὸ ἴδιο νησί. Ποὺ εἶχαμε τὴν ἴδια αἴσθηση τοῦ φυσικοῦ κόσμου, τὴ χαρακτηριστική, ποὺ ἐξακολουθεῖ ἀναλλοίωτη ἀπὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα ἴσαμε σήμερα νὰ παρακολουθεῖ τὰ τέκνα τῖς Αἰολίδας. Ἀλλὰ πάνω ἀπ’ ὅλα εἶναι ποὺ δουλέψαμε -στὰ μέτρα του ὁ καθένας- μὲ τὶς ἴδιες έννοιες, γιὰ νὰ μὴν πῶ περίπου μὲ τὶς ἴδιες λέξεις: μὲ τὸν οὐρανό καὶ τὴ θάλασσα, τὸν ἥλιο καὶ τὴ σελήνη, τὰ φυτὰ καὶ τὰ κορίτσια, τὸν ἔρωτα. Μιὰ συζυγία, μισὴ στὸν οὐρανό καὶ μισή στὴν ἀθανασία, εὐδιάκριτη ἐὰν ὄχι τίποτε ἄλλο. Ἄς μοῦ συγχωρεθεῖ, λοιπόν, νὰ μιλήσω γιὰ τὴ Σαπφὼ σὰν γιὰ μιὰ σύχρονή μου. Στὴν ποίηση, ὅπως καὶ στὰ ὄνειρα, δέν γερνάει κανένας.
Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ κάνει ἐντύπωση στὴ Σαπφὼ εἶναι ἡ πίστη ποὺ δείχνει στὴν ποιητικὴ ἰδέα, ἡ ἀντίληψή της ὅτι γράφοντας γίνεται μέτοχος ἀθανασίας. «Μνάσεσθαι τινά φαμι καὶ ὕστερον ἀμμέων» δηλώνει, καὶ αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ ὁ Ὅμηρος δὲν τὸ εἶχε, ἴσως, σκεφθεῖ ποτέ. Σὰν νά ‘ξερε ἀπὸ τότε ἡ ποιήτρια ὅτι καὶ τὰ ἐννέα δέκατα τοῦ ἔργου της νὰ ἐξαφανίσει ὁ χρόνος, ἐκείνη, σὰν αἴσθηση ζωῆς, θὰ ἐπιβιώσει. Ὅπως καὶ ἔγινε. Καλύτερο παράδειγμα γιὰ τὴν ἰσχύ ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει ὁ ποιητικὸς λόγος δὲν ὑπάρχει. Στροφὲς ἀκρωτηριασμένες, μισοὶ στίχοι, σπασμένες λέξεις, ἕνα τίποτε· κι ἀπ’ αὐτὸ τὸ τίποτε, ἕνα θαύμα: μιὰ ὁλοκληρωμένη προσωπικότητα, μὲ τὰ ἰδιαίτερά της χαρακτηριστικά, τὸν ἀτομικό της μύθο καὶ ὀλόκληρο τὸν φυσικὸ καὶ τὸν ἀνθρώπινο διάκοσμο τοῦ πολιτιστικοῦ χώρου ὅπου ἀναπτύχθηκε. Τόσο θὰ ἔλεγες, μεγάλος εἶναι ὁ μαγνητισμὸς ποὺ εξαπολύουν οἱ λέξεις, φτάνει ν’ ἀποσπασθούν ἀπὸ τὸν ἄξονα τῆς χρησιμοθηρικῆς τους ὐποτέλειας.
[…] Οἱ ιστορικοὶ ἔχουν μιλήσει γιὰ τὸν ἐξαιρετικὰ ἐκλεπτυσμένο καὶ πλούσιο συνάμα τρόπο ζωῆς ποὺ εἶχε ἀναπτύξει ἡ Λέσβος στὸν 7ο καὶ στὸν 6ο αἰώνα· ἕνα κράμα ἠθῶν ἐλευθέρων καὶ θεσμών βασισμένων σὲ πρότυπα λατρείας, ὅπου ἡ φύση καὶ ὁ ἔρωτας εἴχανε προεξάρχουσα θέση. Ἂν προσθέσει κανένας ὅτι στὴν ἀντικρινή Ἀσιατικὴ ἐνδοχώρα, ὄχι καὶ τόσο μακριά, ὑπῆρχε ἡ Λυδία, μὲ τὶς Σάρδεις τὶς περίφημες γιὰ τὰ ψιμύθια καὶ τὶς γυναικείες ἀμφιέσεις, θὰ καταλάβει πῶς κοντὰ στὸ Παρίσι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οἱ γυναίκες τῆς Μυτιλήνης μπορούσανε νὰ μιλοῦν ὅπως μίλησε ἡ Σαπφώ. Τὸ σπίτι της ἀσφαλώς εἶχε κάποιαν ἀναλογία μὲ τὰ «φιλολογικὰ σαλόνια» τῆς προπολεμικῆς Εὐρώπης. Ἕνα κέντρο γιὰ τὴ μετεκπαίδευση τῶν κοριτσιῶν τῆς καλῆς κοινωνίας, ἕνα εἶδος ἀνώτερης Σχολής ἢ Ὠδείου, ὅπου οἱ πιὸ ἀναπτυγμένες νέες τοῦ νησιοῦ ἔβρισκαν τὴν εὐκαιρία νὰ τελειοποιηθοῦν στὸ χορό, στὸ τραγούδι, στὴν ποίηση, στοὺς λεπτοὺς τρόπους. Ἦταν γραφτὸ μερικὲς ἀπ’ αὐτές, ἡ Ἀτθίς, ἡ Ἀνακτορία, ἡ Γογγύλα, ἡ Γυρίννω, ἡ Μνασιδίκα, νὰ φτάσουν ὣς ἐμᾶς τυλιγμένες μ’ ἕνα χρυσὸ νέφος θάμβους καὶ ὀμορφιᾶς.
Στὸ περίφημο ἀπόσπασμα ποὺ μᾶς διασώθηκε γιὰ τὴν Ἀνακτορία (ἕως προσθὲς νομίζαμε ὅτι πρόκειται γιὰ κάποιον Ἀριγνώτα), ἕνα ἀπὸ τὰ ὡραιότερα ἀποσπάσματα, γιὰ νὰ μὴν πῶ τὸ ὡραιότερο, ἡ μορφὴ τῆς ἡρωίδας –ποὺ βρίσκεται μακριὰ στὶς Σάρδεις- ἀναδύεται χάρη σὲ μιὰ πρωτότυπη τεχνική, ἀπὸ τὸν τρόπο μόνο ποὺ μιλᾶ γι’ αὐτήν ἡ ποιήτρια στὴν πιὸ ἀγαπημένη της φίλη. Ὅσο προχωρούμε τόσο νοιώθουμε τὸ ποίημα νὰ γεμίζει ἀπό τὸ μυστήριο μιᾶς γυναικείας μορφῆς ποὺ μήτε ἀκοῦμε, μήτε βλέπουμε, παρά μαντεύουμε μονάχα μεσ’ ἀπὸ μιὰ διάθλαση αἰσθημάτων ἐξαιρετικά τρυφερῶν, σταλμένων μὲ τὸ φεγγάρι στὴν ἀντικρινή ἀκτὴ καὶ ξαναφερμένων μαζὶ μὲ τὴ φωνὴ της ἀπωλεσμένης ποὺ ἠ νύχτα, μὲ τὰ χιλιάδες αὐτιά της, μιὰ «νὺξ πολύως», ἀγωνίζεται νὰ συλλάβει πάνω ἀπὸ τά κύματα.
Εἶναι σὲ μιὰ τέτοια στιγμὴ ποὺ μποροῦμε ν' ἀποτιμήσουμε ὁλόκληρη τὴ λυρικὴ ἀξία τῆς Σαπφοῦς κι ὄχι στὰ «ποικιλόθρον' ἀθάνατ' Ἀφροδίτα» οὔτε, πολὺ περισσότερο, στα ξεφτισμένα ἀπὸ τὴν κατοπινή χρήση κοσμητικά ἐπίθετα, τὰ «βροδοδάκτυλος» καὶ τὰ «χρυσοπέδιλος». Σ' αὐτὰ, ὅπως ἐπίσης καὶ σὲ μερικὲς γνωμικὲς ἐκφράσεις ποὺ δὲν ἔχασαν ἴσαμε σήμερα τὸ ἀντίκρισμά τους στὴ ζωὴ καὶ ποὺ, ἴσως, δὲν θὰ τὶς περίμενε κανεὶς ἀπὸ μιὰ γυναίκα:
οὐ δύνατον γένεσθαι λῶστ' ὀν' ἀνθρώπωι
πεδέχην δ' ἄρασθαι
                                 τ' ἐξ ἀδοκήτω.
Τέτοιο πλάσμα εὐαίσθητο καὶ θερεττὸ συνάμα δὲν μᾶς παρουσιάζει συχνὰ ἡ ζωή. Ἕνα μικροκαμωμένο, βαθυμελάχρινο κοτίτσι, ἕνα «μαυροτούκαλο», ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα, ποὺ, ὡστόσο, ἔδειξε ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ ἑρνημεύσει ἕνα κύμα ἢ ἕνα ἀηδόνι καὶ νὰ πεῖ «σ' ἀγαπῶ» γιὰ νὰ συγκινηθεῖ ἡ ὑφήλιος.
Ὀδυσσέα Ἐλύτη, CΑΠΦΩ ΕΛΥΤΗC, ἐκδόσεις Ἴκαρος, Ἀθήνα 1984. 


 
 
John William Godward , Στις μέρες της Σαπφούς, (In the Days of Sappho).


Σαπφώ και ομοφυλοφιλία
ἦλθες, κάλ' ἐπόησας, ἔγω δὲ σ' ἐμαιόμαν
ὂν δ'ἔψυξας ἔμαν φρένα καιομέναν πόθωι

ἧλθες μου, καλὰ ποὔκανες· κι' ἐγώ σε λαχταροῦσα
καὶ τὴν ψυχὴ μου ἐδρόσισες ποὺ καίονταν ἀπ' τὸν πόθο.
(μετ. Παναγής Λεκατσάς)
Η Σαπφώ μεγάλωσε σε μια κοινωνία όπου οι γυναίκες είχαν την ευκαιρία να αρθρώσουν λόγο, να ασχολούνται με τις τέχνες και να έχουν σαφώς δηλωμένες πολιτικές πεποιθήσεις. Η άποψη πως πίσω από την ομοφυλοφιλία της Σαπφούς βρίσκονται οι αττικοί κωμωδιογράφοι οι οποίοι αναζητούσαν προσωπικότητες για σάτιρα, δεν μπορεί να ερμηνεύσει πλήρως την όλη υπόθεση. Γνωρίζουμε ότι η Σαπφώ ήταν παντρεμένη αλλά πολύ σύντομα χήρεψε.
Σε καιρούς σκοτεινούς όπου η ομοφυλοφιλία θεωρούνταν έγκλημα, αμάρτημα και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο, ήταν πολύ εύκολο να κατηγορείς ένα πρόσωπο, το έργο του οποίου δεν συμβάδιζε με την τρέχουσα ηθική ,για αισχρότητα και ανηθικότητα. Στα πλαίσια αυτά, εξάλλου, ρίχτηκε και το έργο της Σαπφούς στην πυρά. Το λεξικό Σούδα λοιπόν, αναφερόμενο στον γυναικείο κύκλο της ποιήτριας, κάνει λόγο περί αἰσχρᾶς φιλίας. Το 1922 είδαν το φως κάποια παπυρικά κείμενα,17 έτσι σε μια βιογραφία της σε αυτά σε αυτά διαβάζουμε: κ[α]τηγόρηται δ' ὑπ' ἐν[]ω[ν] ὡς ἄτακτος οὖ[σα] τὸν τρόπον καὶ γυναικε[ράσ]τρια (έχει κατηγορηθεί από μερικούς ως άτακτη και γυναικεράστρια). Τα μειωτικά σχόλια παίρνουν και δίνουν. Ο Τατιανός -χριστιανός φανατικός τυφλωμένος και καθόλου φωτισμένος- διατυπώνει έναν ιδιαίτερα μειωτικό χαρακτηρισμό για την ποιήτρια: καὶ ἡ μὲν Σαπφὼ γύναιον πορνικὸν ἐρωτομανὲς καὶ τὴν ἑαυτῆς ἀσέλγειαν ᾄδει.
Ο σοφιστής του 2ου αι. μ.Χ. Μάξιμος ο Τύριος παραβάλλει τη σχέση της Σαπφούς με τις μαθήτριές της με τη σχέση του Σωκράτη με τους μαθητές του: «Της Λεσβίας ποιήτριας ο έρωτας τι άλλο είναι από την ερωτική τέχνη του Σωκράτη; Και οι δύο καλλιέργησαν την φιλία, η Σαπφώ με γυναίκες, ο Σωκράτης με άνδρες. Και οι δύο ομολογούσαν πως μπροστά στην ομορφιά, οπουδήποτε και να την έβρισκαν, δεν είχαν την δύναμη να αντισταθούν…». Δηλαδή σύμφωνα με τον Μάξιμο Τύρο μεταξύ των μαθητριών και της Σαπφούς εκαλλιεργείτο έρωτας αισθητικός, φιλοσοφημένος, του σωματικού κάλους, όπως ο Σωκρατικός έρως. Ο Τατιανός,18 στο σύγγραμμά του που τολμά να το αποκαλεί προ Έλληνας -ποιους άραγε;- θα μιλήσει περιφρονητικά και υβριστικά γι' αυτήν χαρακτηρίζοντάς την «γύναιον πορνικόν ἐρωτομανές» που «τὴν ἐαυτής ἀσέλγειαν ἄδει».
Παρατηρούμε δηλαδή μια προσπάθεια υποτίμησης του έργου της Σαπφούς και μέσω αυτού της γυναίκας ποιήτριας που ελεύθερα εκφράζεται γι' αυτό που νοιώθει και αισθάνεται. Λες και η ποίηση μπαίνει σε καλούπια. Με πρώτους τους αττικούς κωμωδιογράφους (Αντιφάνης, Άμφις, Έφιππος), αναπτύσσεται και σιγά-σιγά καθιερώνεται μια λογοτεχνική παράδοση που επιτέθηκε στην ερωτική ποίηση της Σαπφούς. Σκοπός ήταν να γελοιοποιήσει την ποιήτρια. Τούτο ενισχύθηκε αργότερα από τη νέα θρησκεία στην οποία οι πρόδηλες -τουλάχιστον στα ποιήματά της-σεξουαλικές προτιμήσεις και ποιητικές αναφορές τής Σαπφούς φαίνονταν κολάσιμες. Τουλάχιστον! Έτσι έφτασαν μέχρι τού να καταστρέψουν το έργο της. Αλλά η ρητορεία των ηθικολόγων δεν δίστασε ούτε στιγμή να διαστρεβλώσει και τα στοιχεία προκειμένου να υπηρετήσει την νέα επικρατούσα ηθική του χριστιανισμού και των φανατικών οπαδών του, αλλά και να λοιδορήσει και να δημιουργήσει την επιθυμητή αναστολή οποιασδήποτε τέτοιας προτίμησης.
Για το χαρακτήρα του κύκλου των κοριτσιών που η Σαπφώ έφτιαξε στην Μυτιλήνη, όταν γύρισε από τη Σικελία, δεν είμαστε σε θέση να μιλήσουμε με ακρίβεια. Τούτη η Ακαδημία γυναικών έχει περάσει από το μικροσκόπιο πολλών μελετητών. Άλλοι μιλούν για σχέση δασκάλου μαθητή, άλλοι για κάτι το διαφορετικό κλπ. Σίγουρα δεν μπορεί να παρομοιαστεί σαν τη διευθύντρια ενός σχολείου θηλέων, έτσι δηλαδή όπως την είδε ο Wilamowitz. Σίγουρα μιλάμε για κάτι τελείως διαφορετικό. Άλλοι, μελετώντας τις επικλήσεις της Σαπφούς στην θεά Αφροδίτη διατύπωσαν την άποψη ότι ήταν ιέρειες της θεάς. Άλλοι στηριζόμενοι σε εθνολογικές και ανθρωπολογικές μελέτες την παρουσιάζουν σαν αρχηγό μιας ομάδας κοριτσιών. Επίσης μίλησαν για ένα θίασο των Μουσών και παρουσιάζουν την Σαπφώ σαν διευθύντρια κάποιας μουσικής Ακαδημίας.
Το πιθανότερο είναι η ομάδα αυτή να ήταν ιδιωτικού χαρακτήρα, χωρίς κάποια φιλοδοξία για διακρίσεις και επαγγελματισμό. Δεν μιλάμε δηλαδή για θίασο, για σχολή, πολύ δε περισσότερο για Ακαδημία. Εξάλλου η Σαπφώ, ως ποιήτρια, μόνο κάτι πέρα και έξω από συμβάσεις θα μπορούσε να δημιουργήσει. Ο λόγος συγκέντρωσης πιθανόν να ήταν για να ακούσουν την ποιήτρια, τα ποιήματα, να τραγουδήσουν, να εξασκηθούν στα επιθαλάμια κλπ. Αν θέλουμε να μιλήσουμε με σύγχρονη ορολογία θα μπορούσαμε να πούνε ότι επρόκειτο για ένα είδος σαλονιού –όπως πολύ επιτυχημένα αναφέρει ο Ελύτης. Δεν προσδίδουμε δηλαδή ρόλο παιδαγωγού και ιέρειας στη Σαπφώ. Στη Λέσβο –και αυτό είναι πολύ σημαντικό- υπήρχαν τέτοιοι κύκλοι γυναικών και μας είναι γνωστά ονόματα που τους διεύθυναν όπως αυτά της Ανδρομέδας και της Γοργώς, αλλά αυτοί οι κύκλοι ήταν πάντα σε ιδιωτική βάση και αποσκοπούσαν στην καλλιέργεια των γυναικών.
Σε αυτόν τον σαπφικό κύκλο κύρια θεότητα είναι η Αφροδίτη, που σύμφωνα με τον Παυσανία συγγενεύει με τις Χάριτες.19 Εξάλλου το κάλος και η σαγήνη που παρέχουν οι Χάριτες ξυπνά τον ερωτικό πόθο, έτσι η σύνδεση Αφροδίτης-Χαρίτων προκύπτει από μόνη της. Μην ξεχνάμε ότι ο Ίμερος και ο Πόθος είναι οι ακόλουθοι των Χαρίτων όπως και της Αφροδίτης.
Κλείνοντας τούτη τη σύντομη αναφορά σε ένα θέμα που πρέπει να διερευνηθεί διεξοδικά και αναλυτικά να αναφέρουμε αυτό που λέει ο Παναγής Λεκατσάς στην εισαγωγή της μετάφρασής του: «Οἱ ὑπερασπίζοντες τὴν ποιήτριαν ἔχουν τόσον ἄδικο ὅσο καὶ ἐκεῖνοι ποὺ τὴν κατηγοροῦν. Διότι ἡ προσωπικότης αὐτῆς εἶναι ἐξόχως ἠθική, ἡ πραγματικότης δὲ τῶν παρὰ φύσην ἐρώτων της οὐδόλως διαταράσσει τὴν ἠθικήν της συγκρότησιν, Εἰς μίαν διαυγῆ ἀφέλειαν τῆς γενετησίας ζωῆς, ὅταν κάθε αἰσθησιακὴ ἀπόλαυσις ἐθεωρεῖτο δώρημα τοῦ θείου καὶ ὅταν οἱ παιδεραστικοὶ ἔρωτες εὕρισκον πλήρη ἠθικήν δικαίωσιν, κατὰ τί οἱ ἀνάπηροι παρθενεραστικοὶ ἔρωτες θὰ διατάρασσον τὴν ἠθικήν συγκρότησιν ἑνὸς χαρακτήρος;» 20


  
Εξώφυλλα δίσκων με μελοποιήσεις της Σαπφούς


Βιβλία για τη Σαπφώ στα ελληνικά (επιλογή)
Arthur Weigall, ΣΑΠΦΩ Η ΛΕΣΒΙΑ, Η δεκάτη Μούσα, εκδόσεις: Ενάλιος, 2001
Ροβήρος Μανθούλης, Σαπφώ, η Λεσβία ντερμπεντέρισα, εκδόσεις Αιγόκερως, 2008
Παναγιώτης Φραγκέλης, Η αληθινή Σαπφώ (2 τόμοι), εκδόσεις Ελεύθερη Σκέψις, 2004
Bernard Ledwidge, Η παράφορη Σαπφώ, Τον κρυφό πόθο των κοριτσιών να σβήνεις, εκδόσεις Ηλέκτρα, 2005.
Η ποιήτρια Σαπφώ και ο Λευκάτας, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, 2009.
Γιάννης Κορδάτος, Η Σαπφώ και οι κοινωνικοί αγώνες στη Λέσβο, εκδόσεις Επικαιρότητα, 1997.
Ελευθερία Αναγνωστάκη-Τζαβάρα, Η Σαπφώ του έρωτα, εκδόσεις Ίδμων, 2001.
Θέλξις. Δεκαπέντε μελετήματα για τη Σαπφώ, εκδόσεις Σμίλη, 2004
Marion Giebel, Σαπφώ, εκδόσεις Πλέθρος, 1994.
Ντίνα Τάκαρη, Σαπφώ η Δέκατη Μούσα Μύθος και Πραγματικότητα, εκδόσεις Καλέντης, 1995.
Μαρία Φράγκου, Σαπφώ η θνητή Μούσα, εκδόσεις Σαββάλας 2003.


Lawrence Alma-Tadema, Σαπφώ και Αλκαίος, 1881.


Η Σαπφώ στις εικαστικές τέχνες
Παρουσιάζουμε εδώ έναν μικρό κατάλογο με έργα, γλυπτά και αγγεία που δημιούργησαν καλλιτέχνες εμπνεόμενοι από την Λεσβία ποιήτρια Σαπφώ.
1. Αλκαίος και Σαπφώ, ερυθρόμορφος κάλαθος του 470 π.Χ. ύψος 0,20 μ. εικονογραφημένος από τον Αθηναίο αγγειογράφο Βρύγο, βρέθηκε στον Ακράγαντα της Σικελίας. (Αρχ. Συλ. Μονάχου).
2. Έρως και Σαπφώ, αγγείο της Λουκανίας της Ιταλίας του 450 - 400 π.Χ. όπου ο φτερωτός Έρωτας στεφανώνει την καθήμενη Σαπφώ (Συλλογή Middleton).
3. Η Σχολή της Σαπφούς, κατά πρόσφατη περιγραφή της Ψηφιακής Συλλογής του Υπουργείου Πολιτισμού: «Αττική ερυθρόμορφη υδρία (440 - 430 π. Χ.) από τη Βάρη Αττικής. Συγκολλημένο από πολλά όστρακα. Η ποιήτρια Σαπφώ, καθισμένη, διαβάζει από τον κύλινδρο (βιβλίο) κάποιο ποίημά της σε τρεις φίλες-μαθήτριες που την πλαισιώνουν. Έργο της ομάδας του Πολυγνώτου. Ύψος 0,39 μ. (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, κωδικός Κ/ΕΑΜ/Α1/512)».
4.- Χάλκινη προτομή Σαπφούς του 350 π.Χ. από το Ηράκλειο Καμπανίας, έργο του Αθηναίου χαλκουργού Σιλανίωνος.
5. Ορειχάλκινο άγαλμα της Σαπφούς του 4ου π. Χ. αιώνα από τον Πειραιά, πιθανά αντίγραφο αγάλματος του Σιλανίωνος (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών).
6. Σφραγιδόλιθος δακτυλιδιού με τη Σαπφώ, 1ος μ.Χ. αιώνας. (Μουσείο Τριρ Πρωσίας).
7. Προτομή με επιγραφή ΣΑΠΦΩ ΕΡΕΣΙΑ, ρωμαϊκό αντίγραφο (Μουσείο Καπιτωλίου Ρώμης).
8. Πίνακας «Παρνασσός» του Raffaello Sanzio, το 1511, στην Αίθουσα της Υπογραφής του Βατικανού όπου εικονίζονται ο Απόλλων, οι εννέα Μούσες, ποιητές όπως οι Όμηρος, Αλκαίος, Βιργίλιος, Οράτιος και η κατά τον Πλάτωνα δεκάτη Μούσα Σαπφώ δαφνοστεφανωμένη, καθισμένη σε βράχο δίπλα σε τρεχούμενο νερό πηγής, επιδεικνύοντας με το αριστερό χέρι έναν πάπυρο που αναγράφει: SAPPHO, ενώ με το δεξί ανασηκώνει πεντάχορδη αιολική άρπα.



Σαπφώ, υδατογραφία της Φωτεινή Στεφανίδη. 
Από το λεύκωμα, Σαπφώ, δώδεκα ποιήματα. Απόδοση Φ. Στεφανίδη, εκδόσεις Σίγμα, Αθήνα 2004.


Επίλογος
Ότι και να γράψει κανείς για τούτο το πλάσμα θα είναι λίγο. Έτσι κάπου εδώ το αφιέρωμα τούτο ολοκληρώνεται. Ούτως ή άλλως η Σαπφώ κατέχει μια κορυφαία θέση τόσο στην ελληνική όσο και στην παγκόσμια λογοτεχνία. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα ήρθαν στο φως μέσα από τη φιλόξενη και στοργική άμμο της αιγυπτιακής ερήμου πολυάριθμα παπυρικά ευρήματα, έτσι έχουμε στην κατοχή μας κάτι περισσότερο από την έμμεση παράδοση και τα αποσπάσματα που δεν έπιαναν πάνω από μια γραμμή.
Στα πλαίσια του δυνατού προσπαθήσαμε να δώσουμε ένα όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένο πορτραίτο της ποιήτριας όχι μόνο όπως οι πηγές το παρουσιάζουν αλλά όπως η φαντασία μας πινελιά-πινελιά το αναπλάθει και προσπαθεί στον άδειο καμβά να σκιτσάρει τη μορφή της.


Πηγές

1. Σε ένα επίγραμμα, που αποδίδεται στον Πλάτωνα, η Σαπφώ αποκαλείται δέκατη Μούσα : Ἐννέα τὰς Μούσας φασίν τινες · ὡς ὀλιγώρως. Ἠνίδε καὶ Σαπφὼ Λεσβόθεν ἡ δεκάτη. (Α. Ρ. 9, 506).
2. Στράβωνας, 13,2,3.
3. Πάριον Μάρμαρο (εποχ. 36=605-591 π.Χ.): ἀφ' οὖ Σαπφὼ ἐγ Μυτιλήνης εἰς Σικελίαν ἔπλευσε φυγούσα [... -25Β. ἄρχον]τος Ἀθήνησι μὲν Κριτίου τοῦ προτέρου, ἐν Συρακούσσαις δὲ γαμόρων κατεχόντων τὴν ἀρχήν...
4. P. Oxy., xv. 1800: περὶ Σαπφ]οῦς. [Σαπφὼ τὸ μὲν γένος] ἦν Λε[σβία, πόλεως Μυτ]ιλήνης, [πατρὸς δὲ Σκαμ]ανδρω[ύμου. Ἀδελφοὺς δ']ἔσχε τρεῖς, [Ἐρ]ί[γυιον καὶ Λα]ριχον, πρεσβύτατον δὲ Χάρ]αξον, ὃς πλεύσας ε[ἰς Αἴγυπτον] Δώριχα τινί προσο[μιλητ]ὴς κατεδαπάντησεν εἰς ταύτην πλεῖστα· τὸν δὲ Λάριχον <νέον> ὄντα μᾶλλον ἠγάπησεν. Θυγατέρα δ' ἔσχε Κλεῒν ὁμώνυμον τῆ ἑαυτῆς μητρὶ.Κ[α]τηγόρηται δ' ὑπ' ἐν[ί]ω[ν] ὡς ἄτακτος οὖ[σα] τὸν τρόπον καὶ γυναικε[ράσ]τρθια. Τὴν δὲ μορφὴν [εὐ]καταφρόνητος δοκεῖ γε[γον]ένα[ι κα]ὶ δυσειδεστάτη[[ν]]. [τ]ὴν μὲν γὰρ ὄψιν φαιώδης [ὑ]πῆρχεν, τὸ δὲ μέγεθος μεικρὰ (sic) παντελῶς. Τὸ δ' αὐτὸ [συ]μβέβηκε καὶ περὶ τὸν [....]ν ἐλάττων [..] γεγονα[.........]....... ην περιτ[.............] ὥς]περ Χαμελαίον [........]τιος ἐπλαήθ[η........] ἀπ' αὐτοῦ λέγει [.... Αἰολίδι] διαλέκτω κεχρ[η.....] γέγραφεν δὲ βυβλ[ία ἐννέα μὲν] λυρικά, ἐλεγείω[ν
4. Βλέπε σχετικά με τη γέννησή της και Σκιαδάς (4), 94.
5. [...] Λεσβία ἐξ Ἐρεσσοῦ, λυρική.
6. Αθήναιος, 10.423 e.
7. Στράβωνας, 617.
8. A. P. Vii. 409.
9. Horoid., xv. 61-2.
10. Σκάμανδρος ἢ Σκαμανδρόνυμος = ὁ ἔχων τὸ ὄνομα τοῦ Σκαμαάνδρου. Κατά τὸν Puech (Reinach AS σελ. 164) εἰς τὸ ὄνομα τοῦτο ὑπάρχει ἀπήχησις τῶν κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους σχέσεων τῆς Λέσβου μετὰ τῆς Τρωάδος, τὸ ἄλλο δὲ ὄνομα Κάμων ἴσως εἶναι οἰκογενεικαὸν ὑποχωριστικὸν τοπυ Σκαμανδρόνυμος. Αλλά και ο Ηρόδοτος αναφέρει : ἀνδρὸς Μυτιληναίου Χαράξου τοῦ Σκαμανδρονύμου παιδὸς, ἀδελφοῦ δὲ Σαπφοῦς τῆς μουσοποιοῦ. (Ηρόδοτος, 2, 135).
11. τομ. Ι σελ. 10 Drachmann.
12. Λεξικό Σούδας: Σ α π φ ὼ Σίμωνος, οἱ δὲ εὐνομίνου (Εὐμήνου? Bernh), οἱ δὲ Ἠεριγύου, οἱ δὲ Ἐκρύτου, οἱ δὲ Σήμου,μ, οἱ δὲ Κάμωνος, οἱ δὲ ἐτάρχου, οἱ δὲ Σκαμανρδονύμου, μητρὸς δὲ Κλειδὸς, Λεσβία ἐξ Ἐρεσσοῦ, λυρική.
Γεγονυῖα κατὰ τὴν μβ' Ὀλυμπιάδα (=612/1-609/8) ὅτε καὶ Ἀλκαῖος ἦν καὶ ἀδελφοὶ τρεῖς, Λάριχος, Χάραξος, Ευρύγυιος.
Ἐγαμήθη δὲ ἀντρὶ Κερκύλα πλουσιότατοω, ὁρμωμένω ἀπὸ Ἄνδρου καὶ θυγατέρα ἐποιήσατο ἐξ αὐτοῦ, ἣ Κλεὶς ὠνομάσθη. Ἑταῖραι δὲ αὐτῆς καὶ φίλαι γεγόνασι τρεῖς, Ἀτθὶς Τελεσίππα Μέγαρα, πρὸς ἃς καὶ διαβολὴν ἔσχεν αἰσχρᾶς φιλίας.
Μαθήτριαι δὲ αὐτῆς Ἀνακτορὶα Μιλισία, Γογγύλα Κολοφωνία, Ευνίκα Σαλαμινία.
Ἔγραψε δὲ μελῶν λυρικῶν βιβλία θ' καὶ πρώτη πλῆκτρων εὗρεν, ἔγραψε δὲ καὶ ἐπιγράμματα καὶ ἐλεγεῖα καῖ ἰάμβους καὶ μονωδίας.
13. ἔστι μοι κάλα πάϊς χρυσίοισιν ἀνθέμοισιν
ἐμφέρη ἔχοισα μόρφαν Κλέις ἀγάπατα,
ἀντίτᾶς ἐγωυδὲ Λυδίαν παῖσαν ἐράνναν
σοὶ δ᾽ ἔγω, Κλέϊ, ποικίλαν
14. Hans Licht, Η ερωτική ζωή των Αρχαίων Ελλήνων, μτφρ. ομάδα Κάκτου, εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2008.
15.  Αθήναιος, 10,4 25 α.
16. Παλαίφ., π. Απίστ. 48: ταχὺς ἦν ἐκεῖνος (ο γέρων Φάως) καὶ διακομίσαι (διὰ τοῦ πλοίου του τὴν μετημφισμένην Ἀφροδίτην) καὶ διακομίσαι ἀπαιτῆσαι. Τὶ οὖν ἐπὶ τούτοις ἡ θεὸς ; ἀμεῖψαι φασι τὸν ἄνθρωπον καὶ ἀμείβεται νεότητι καὶ κάλλει τὸν γέροντα. Οὗτος ὁ Φάων ἐστίν, ἐφ' ὧ τὸν ἔρωτα αὐτῆς ἡ Σαπφὼ πολλάκις ἐμελοποίησεν. Αιλιαν. Π. Ι. Xii 18 : τὸν Φάωνα κάλλιστον ὄντα ἀνθρώπων ἡ Ἀφροδίτη ἐν θριδάκιναις ἔκρυψε. Αθήν., ii 69: Καλλίμαχος ... φησὶν ὅτι ἡ Ἀφροδίτη τὸν Ἄδωνιν ἐν θριδακίνη κρύψειεν...
17. Ρ. Oxy. 1800.
18. Τατιανός, Προς Έλληνας, 33.
19. Παυσανίας, 6, 24, 7.
20. Άπαντα αρχαίων συγγραφέων: Ησίοδος, Σαπφώ, εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα 1975.



 
Η Σαπφώ με μαθήτριές της. Λεπτομέρεια Αττικής ερυθρόμορφης υδρίας γύρω στα 440-420 π.Χ.


ΠΟΙΗΜΑΤΑ (επιλογή)

(εἰς Ἀφροδίτην)

Ποικιλόθρον᾽ ἀθανάτ᾽ Ἀφρόδιτα,
παῖ Δίος δολόπλοκε, λίσσομαί σε,
μή μ᾽ ἄσαισι μηδ᾽ ὀνίαισι δάμνα,
πότνια θῦμον· �

ἀλλὰ τύιδ᾽ ἔλθ᾽, αἴ ποτα κἀτέρωτα
τὰς ἔμας αὔδας ἀίοισα πήλοι
ἔκλυες, πάτρος δὲ δόμον λίποισα
χρύσιον ἦλθες �

ἄρμ᾽ ὐπασδεύξαισα· κάλοι δέ σ᾽ ἆγον
ὤκεες στροῦθοι περὶ γᾶς μελαίνας
πύκνα δίννεντες πτέρ᾽ ἀπ᾽ ὠράνω αἴθε-
ρος διὰ μέσσω
·

αἶψα δ᾽ ἐξίκοντο, σύ δ᾽, ὦ μάκαιρα,
μειδιαίσαισ᾽ ἀθανάτωι προσώπωι
ἤρε᾽, ὄττι δηὖτε πέπονθα κὤττι
δηὖτε κάλημμι �

κὤττι μοι μάλιστα θέλω γένεσθαι
μαινόλαι θύμωι. τίνα δηὖτε Πείθω
μαῖσ᾽ ἄγην ἐς σὰν φιλότατα, τίς σ᾽, ὦ
Ψάπφ᾽, ἀδίκησι; �

καὶ γὰρ αἰ φεύγει, ταχέως διώξει,
αἰ δὲ δῶρα μὴ δέκετ᾽, ἀλλὰ δώσει,
αἰ δὲ μὴ φίλει, ταχέως φιλήσει
κωὐκ ἐθέλοισα.�
ἔλθε μοι καὶ νῦν, χαλέπαν δὲ λῦσον
ἐκ μερίμναν, ὄσσα δέ μοι τέλεσσαι
θῦμος ἰμέρρει, τέλεσον, σὺ δ᾽ αὔτα
σύμμαχος ἔσσο.


ἀθάνατη Ἀφροδίτη τοῦ Διὸς κόρη ποὺ σὲ
φανταχτερὸ κάθεσαι θρόνο κι ὅλο στήνεις
παγίδες τῆς ἀγάπης· ἐσένα Δέσποινα παρακαλῶ
μὴ νὰ χαρεῖς μὴ ρίχνεις ἄλλο βάρος
ἀπό καημούς καὶ πίκρες στην ψυχή μου �
ἀλλ' ἀδῶ πάλι ἔλα σὰν ποὺυ κάποτε καὶ μόνο
ἄν ἤθελες λιγάκι ἀκούσει ἀπὸ μακριὰ
νὰ σοὺ φωνάζω ἀπόκριση ἔδινες κι εὐθὺς τὸ
χρυσαφένιο τοῦ πατρὸς σου ἀνάκτορο ἄφηνες
γιὰ νὰ 'ρθεις � ἅρμα ζεύοντας· κι ἂ πόσο
ὡραῖα τῆς ἀστραπῆς σ\ε πήγαιναν πετούμενα
κατὰ τῆς γῆς τὴ σκοτεινάγρα·
καὶ πως τὰ πυκνοπούπουλα φτερά τους
ἀπὸ τοῦς οὐρανοὺς ψηλὰ χτυπώντας ἔδιναν
μιὰ νὰ σχίσουν τοῦς αἰθέρες � κι εὐθὺς νὰ
φτάσουν· τότε ποῦ ἐσὺ στ' άλήθεια θεὰ
μακαρισμένμη· ἐσὺ μ' ἕνα χαμόγελο στὸ
ἀθάνατό σου πρόσωπο ζητοῦσες λέει τὶ νά 'παθα
- τὶ νά παθα νὰ μάθεις· γιὰ ποιὰν αἰτία
σὲ φώναζα κοντά μου � τί νά ναι πάλι
ἐκεῖνο ποῦ ζητᾶ ἠ τρελὴ καρδιά μου: «ποιὰ
νά ναι πάλι αὐτὴ ποὺ τῆν Πειθὼ ἱκετεύεις
νὰ σοῦ φέρει πίσω; ποιὰ νὰ πονέσεις σ' ἔκανε
Σαπφώ μου � γιατὶ κι ἂν ἐστοχάστη
νὰ σ' ἀφήκει – πίσω σου θὰ τὴν κάνω ἐγὼ
νὰ τρέχει· κι ἂν τὰ δῶρα σου κάνει πὼς
τ' ἀρνιέται – κεινη νὰ δεῖς ποὺ θὰ σοῦ τὰ
φορτώνει πάλι· κι ἂν σοῦ λέει πὼς πιὰ δὲν
σ' ἀγαπάει θὰ σ' ἀγαπήσει εὐθὺς θέλει
δὲ θέλει» � ἔλα λοιπὸν άκόμα μιὰ φορνὰ μὲ
λυτρώσεις άπ' τὰ βάσανά μου· νὰ γίνουν
ὅσα λαχταρᾶ ἡ ψυχή μου· σύμμαχο πάντα
νὰ σ' χω στὸ πλευρὸ μου.
(μετάφραση: Ὀδυσσέα Ἐλύτη)



[.].ε.[. . . . . κ]έλομαι σ᾽ ἀ[είδην
[Γο]γγύλαν [Ἄβ]ανθι λάβοισα μα.[. .]
[πᾶ]κτιν, ἆς σε δηὖτε πόθος τ.[. . . .
      ἀμφιπόταται

τὰν κάλαν· ἀ γὰρ κατάγωγις αὔτα[ς σ᾽
ἐπτόαισ᾽ ἴδοισαν, ἔγω δὲ χαίρω·
καὶ γὰραὔτα δήπο[τ᾽] ἐμέμφ[ετ᾽ ἄγνα
      [Κ]υπρογέν[ηα,
ὠς ἄραμα[ι. . . . .

τοῦτο τῶ[πος. . . . .
[β]όλλομα[ι. . . . .
      . . . . . 


γύρνα πάλι κοντά μου σ' ἐξορκίζω Γογγ
λα· τὸ χιτώνα φορώντας τὸ λαυκὸ σὰ γάλα
πάλι φανεώσου· ὄμορφη νὰ 'ξερες τὶ λα
χτάρες μοῦ γεννᾶς ἔτσι ντυμένη! Καὶ πῶς
νιώθω χαρούμενη ποὺ ὄχι ἐγὼ μὰ ἡ θεά μας
ἡ ἴδια σοῦ τὸ λέει· σὰ νὰ σὲ μαλώνει· ποὺ
τόσα χρόνια τὴν παρακαλῶ καὶ τὴν παρα
καλῶ � Γογγύλα· λὲς κι ἕνας πόθος μὲ
πιάνει νὰ πεθάνω καὶ τὶς ὄχθες ὅπου ἀνθεῖ
ὁ λωτὸς μέσα στὴ δρόσο ν' ἀντικρίσω
τοῦ Ἀχέροντα.
(μετάφραση: Ὀδυσσέα Ἐλύτη)



ὑακίνθω μὲν ἄνθει � διαφθεῖρον τὰς
ὄψεις � πάρθενον ἀδύφωνον � μέλι
φωνοι � εὐ]μορφο[τέρα � ὄπταις ἄμμε
ἔγω δ' ἐπὶ μολθάκαν τύλαν
κασπολεώ μέλεα � τό μέλημα [τὦ]μον.

Θαμπωτικὴ λαμποκοπὴ � σὰν τοῦ γιακίνθου
τ' ἄνθος � παρθένα μὲ γλυκιὰ φωνὴ
φωνὴ γλυκιὰ σὰ μέλι � ὀμορφότερη ἀκόμη
φωτιὲς μοῦ ἀνάβεις � κι ἐγὼ σὲ
πουπουλένιο στρῶμα τὸ κουρασμένο σου κορμὶ
θὰ τὸ ξαπλώσω � μόνη μου ἔγνοια.
(μετάφραση: Ὀδυσσέα Ἐλύτη)



Ἔρος δηὖτέ μ' ὀ λυσιμέλης δόνει
γλυκόπικρον ἀμάχανον ὄρπετον
Ἀτθισοὶ δ' ἔμεθεν μὲν ἀπήχθετο
φροωτίσδηνἐπὶ δ' Ἀνδρομέδαν πόται
τὶς δ' ἀγροΐω τις θέλγει νόον... οὐκ
ἐπισταμένα τὰ βράκε' ἔλκην ἐπὶ τὼν σφύρων;


πάλι πάλι ὁ ἔρωτας· μὲ παιδεύει
καὶ πῶς νὰ τὸν παλέψω Ἀτθίδα μου· ποὺ
αὐτὸς μὲ τὰ φαρμάκια καὶ τὶς γλύκες του
μοῦ κόβει τὰ ἥπατα τὸ τέρας! � κι ἐσὺ
πάει μὲ βαρέθηκες· κάνεις φτερὰ τὸι ξέρω
γιὰ τὴν Ἀνδρομέδα � ποιὰ 'ναι λοιπὸν αὐτὴ
ποὺ σὲ ξετρέλανε ἡ χωριάτα ποὺ μήτε
κὰν πῶς νὰ κρατήσει τὸ φουστάνι της
πάνω ἀπὸ τὸν ἀστράγαλο δὲν ξέρει;
(μετάφραση: Ὀδυσσέα Ἐλύτη)



ἀπὺ] Σαρδ[ίων
πόλ]λακι τυῖδε [ν]ῶν ἔχοισα· �

ὠς πε[δε]ζώομεν· β[εβάω]ς
ἔχεν σὲ θέα<ι>σ᾽ ἰκέλαν Ἀριγνώται σᾶι
δὲ μάλιστ᾽ ἔχαιρε μόλπαι. �

νῦν δὲ Λύδαισιν ἐνπρέπεται γυναίκεσσιν ὤς ποτ'
ἀελίω δύντιος ἀ Fροδοδάκτυλος [σελάννα] �
πάντα περ[ρ]πέχοισ' ἄστρα φάος
δ' επίσχει θάλασσαν ἐπ᾽ ἀλμύραν ἴσως
καὶ πολυανθέμοις ἀρούραις. �

ἀ δ᾽ [ἐ]ερσα κάλα κέχυται, τεθάλαισι δὲ Φρόδα
κἄπαλ' ἄνθρυσκα καὶ μελίλωτος ἀνθέμωδης �

πόλλα δὲ ζαφοίταισ᾽ ἀγάνας
ἐπιμνάσθεισ᾽ Ἄτθιδος ἰμέρωι λέπταν
ποι φρένα, κῆρ [δ᾽] ἄσαι βόρηται· �

κῆθυ δ᾽ ἔλθην ἄμμ' ὄξυ βόαι τὰ δ' ου νῶνντ'
ἄ[.π]υστα νὺξ πολύω[ς] γαρύ[ει δι'
]ἄλος π[...



Πολλὲς φορὲς ἀπό τὶς μακρινές τὶς Σάρδεις
ἐδῶ σ’ εμάς γυρίζει ὁ λογισμός της· �
ἐδῶ ποὺ σὰν θεὰ φανερωνόταν μαγεμένη
ἀπ’ τὸ γλυκό τραγούδι σου! � τώρα μέσα
στὶς ἄλλες γυναίκες τῆς Λυδίας ὄμορφη
ξεχωρίζει καθώς ὅταν ὁ ἥλιος ἔχοντας βασιλέψει
πιὰ ἡ σελήνη μ’ ἕνα κόκκινο θάμπος ξεπροβάλλει �
ὅλα τ’ ἀστέρια γύρω της νὰ εξαφανίσει·
κι ἕνα φέγγος ἀπλώνει ὣς πέρα στ’ ἀλμυρό τὸ πέλαγος
καὶ στοὺς ἀγρούς μὲ τὰ χιλιάδες ἄνθη, �
τότε ποὺ ἡ δρόσο λαμπερὴ σταλάζει·
ζωντανεύουν τὰ ρόδα καὶ
τὸ τρυφερὸ μυρώνι καὶ τὸ ζαμπάκι μὲ τὴ
δυνατὴ εὐωδιά· � ὡστόσο ἐκείνη μὲ βαριὰ
καρδιὰ ὁλοένα πάει κι ἔρχεται κι ὁ νοῦς
της στὴν Ἀτθίδα τὴν ἀπαλὴ ποὺ τὴν ποθεῖ
καὶ πιὰ μαράζωσε ἡ ψυχὴ της � ἄκου φων
νάζει μὲ φωνὴ μεγάλη ἐκεῖ κι ἐμεῖς νὰ πᾶμε·
νὰ σμίξουμε μαζί της· κι ἡ νύχτα ποὺ 'ναι
ὅλη αὐτιά νὰ ξαναπεῖ πασχίζει ἐπάνω
ἀπὸ τὰ κύματα ποὺ μᾶς χωρίζουν τὸ
κάλεσμά της τὸ κρυφὸ καὶ τὸ ἀνεξήγητο...
(μετάφραση: Ὀδυσσέα Ἐλύτη)



ἀμφὶ δ' ἄβροισιν λασίοισ' εὖ Fε πύκασεν �
δαύοις ἀπάλας ἐτάρας ἐν στὴ θέσην
νύκτα αὐτῆ γενέσθαι διπλασίαν �
αἴθ ἔγω χρυσοστέφαν' Ἀφροδίτα τόνδε τὸν πάλον λαχοίην.


κι ἀνάμεσα σὲ μαλακὰ σκεπάσματα χνουδάτα
μὲ προσοχὴ τὴν πλάγιασε � ἂ νὰ 'ταν
πάντα τὸ κεφάλι ν' ἀκουμπᾶς σὲ τὲτοιας
φιλενάδας τρυφερῆς τὰ στήθη �
νὰ κράταγε γιὰ μένα δυὸ φορὲς ἡ νύχτα
ἐτούτη � νὰ 'ταν χρυσὴ Ἀφροδίτη μου τέτοια
μιὰ μοίρα νὰ μοῦ λάχει ἐμένα! 
(μετάφραση: Ὀδυσσέα Ἐλύτη)



Δέδυκε μὲν ἀ σελάννα καὶ Πληίαδες·
μέσαι δὲ νύκτες, παρὰ δ᾽ ἔρχετ᾽ ὤρα·
ἔγω δὲ μόνα κατεύδω � ἀλγεσίδωρος �
μυθόπλοκος � Ἔρος δ' ἐτίναξέ μοι φρένας
ὠς ἄνεμος κὰτ ὄρος δρύσιν ἐμπέτων.


γρήγορα ἡ ὥρα πέρασε· μεσάνυχτα κοντεύουν·
πάει τὸ φεγγάρι πάει κι ἡ Πούλια βασιλέψανε·
καὶ μόνο ἐγὼ κείτομαι δῶ μονάχη
κι ἔρημη � ὁ Ἔρωτας ποὺ βάσανα μοιράζει
ὁ Ἔρωτας ποὺ παραμύθια πλάθει �
μοῦ ἄρπαξε τὴν ψυχή μου καὶ τὴν τράνταξε
ἴδια καθὼς ἀγέρας ἀπὸ τὰ βουνά
χυμάει μέσα στοὺς δρῦς φυσομανώντας.
(μετάφραση: Ὀδυσσέα Ἐλύτη)



τεθνάκην δ᾽ ἀδόλως θέλω.
ἄ με ψισδομένα κατελίμπανεν

πόλλα, καὶ τόδ᾽ ἔειπ[ὤιν'
ὠς δεῖνα πεπ[όνθ]αμεν,
Ψάπφ᾽· ἦ μάν σ᾽ ἀέκοισ᾽ ἀπυλιμπάνω.

τὰν δ᾽ ἔγω τάδ᾽ ἀμειβόμαν·
«χαίροισ᾽ ἔρχεο κἄμεθεν
μέμναισ᾽, οἶσθα γάρ, ὤς σε πεδήπομεν.

αἰ δὲ μή, ἀλλά σ᾽ ἔγω θέλω
ὄμναισαι [. . .] [. . .]αι [. . .] καὶ
ὀσ[
^ – ^ ^] καὶ κάλ᾽ ἐπάσχομεν·

πό[λλοις γὰρ στεφάν]οις ἴων
καὶ βρ[όδων πλο]κίων τ᾽ ὔμοι

καὶ [^ –] παρ᾽ ἔμοι περεθήκαο

καὶ πόλλαις ὐπαθύμιδας
πλέκταις ἀμφ᾽ ἀπάλαι δέραι
ἀνθέων ἐ[ράτων] πεποημέναις.

καὶ πόλλω[ι λιπάρως] μύρωι

βρενθείωι [τε κάλον χρόα
ἐξαλ<ε>ίψαο κα[ὶ βασ]ιληίωι,

καὶ στρώμν[αν ἐ]πὶ μολθάκαν
ἀπάλαν παρ[^]α[.]ονων
ἐξίης πόθο[ν – ^ ^]ανίδων,


«νὰ 'χα πεθάνει τὸ 'χα πιὸ καλὰ μὰ τὴν
ἀλήθεια»· ἔκλαιγε μὲ λυγμοὺς ἐκείνη κι
ἔτοιμη πιὰ νὰ φύγει � μοῦ εἴπε:
«ἄχου Σαπφώ Σαπφώ μου τὶ κακὸ
καὶ τοῦτο ποὺ μᾶς βρῆκε·
δὲν τὸ 'θελα στ' ὁρκίζομαι νὰ
χωρίσουμε ποτὲ»· � ποὺ ἐγὼ τότε
ἀποκρίθηκα: «πήγαινε στὸ καλὸ
καὶ πότε πότε νὰ μὲ θυμάσαι κι ἐμένα
ποὺ τὸ ξέρεις τὶ λατρεία σοῦ εἴχα· �
ἢ ἂν ὄχι ἄσε με μιὰ στιγμὴ νὰ σοῦ
θυμίσω κεῖνα ποῦ μοιάζει νὰ 'χεις
λησμονήσει ποῦ ζήσαμε μαζί·�
πόσα στεφάνια κρόκους ρόδα μενεξέδες
καθισμένη στὸ πλάι μου δὲν δοκίμαζες �
καὶ πόσες αρμαθιὲς ὁλόγυρα στὸν
τρυφερὸ λαιμὸ σου ἀπὸ λουλούδια
ὑπέροχα πλεγμένες δὲν περνούσες· �
τὶ κοῦπες ἄρωμα βασιλικὸ καὶ
βρένθειο ἄδειζες πάνω στὰ ὄμορφα
μαλλιὰ σου· � κι ὕστερα σ' ἁπαλὸ
στρῶμα ξαπλωμένη κολλητά μου
θυμήσου πῶς ἔσβηνες τὴ δίψα σου...»
(μετάφραση: Ὀδυσσέα Ἐλύτη)



ὑμήναον ὦ τὸν Ἀδώνιον � κατθνα[ί]σκει
Κυθέρη' ἄβρος Ἄδωνις· τὶ κε θεῖμεν;
καττυπτεσθε κέραι καὶ κατερείκεσθε
κίθωνας � οἴαν τάν ὐακίνθον ἐν ὤρεσι
ποιμένες ἄνδρες πόσσι καταστεί
βοισι χάμαι δὲ τε πόρφυρον ἄνθος...


τὸν ὑμέναιο ψάλλετε· τὸ τραγούδι τοῦ Ἄδωνι
παθαίνει ὁ Ἄδωνις ὁ τρυφερὸς ἄχ
Κυθερία παθαίνει· καὶ τώρα τὶ θὰ κάνουμε;
κορίτσια ἐμπρὸς ἐλάτε· σκίστε τὰ ροῦχα σας·
τὸ στίθος σας χτυπάτε! � ὃώς πάνω στὰ βουνὰ
κάποτε τὸν ὑάκινθο βλέπεις μὲ τὰ ποδάρια τους
βοσκοὶ νὰ τὸν πατάνε· κείτεται καταγῆς
τὸ πορφυρό λουλούδι 
(μετάφραση: Ὀδυσσέα Ἐλύτη)
 


ἧλθες, κάλ' ἐπόησας, ἔγω δὲ σ' ἐμαιόμαν
ὄν δ' ἔψυξας ἔμαν φρένα πόθωι�
ἠράμαν μὲν ἔγω σέθεν, Ἄτθι, πάλαι ποτά
σμίκρα μοι παϊς ἔμμεν' ἐφαίνετο κἄχαρις�
γάλακτος λευκοτέρα �
ὕδατος ἀπαλωτέρα�
πηκτίδων ἐμμελεστέρα�
ἴππου γαυροτέρα�
ῤόδων ἀβροτέρα�
ἰματίου ἐανοῦ μαλακωτέρα�
χρυσοῦ τιμιωτέρα


ἧρθες, καλὰ ποὺ ἔκανες, ποὺ τόσο σὲ ζητοῦσα·
δρόσισες τὴν ψυχούλα μου, ποὺ ἔκαιγε ὁ πόθος�
Πάει καιρὸς ποὺ κάποτε σ' ἀγάπησα Ἀτθίδα·
μὰ τότε μοῦ 'μοιζες μικρὸ κι ἀθῶο κοριτσάκι�
κι ἀπὸ τὸ γάλα πιὸ λευκὴ�
κι ἀπ' τὸ νερὸ πιὸ ἀπαλὴ�
ἀπ' τὶς λύρες πιὸ μελωδικὴ�
ἀπ' τὸ ἄλογο πιὸ περήφανη�
ἀπ' τὰ ρόδα πιὸ τρυφερὴ�
κι ἀπὸ τὸ πέπλο τὸ λεπτὸ πιὸ μαλακή�
κι ἀπ' τὸ χρυσάφι πιὸ ἀκριβὴ
(μετάφραση: Σωτήρης Κακίσης)



[Ἔρ-]
μας γ' εἴσηλθ' ἐπ' ὀ[νοίρατος μ'· ἔγω δέ]
εἶπον· Ὦ δέσποτ' ἔπ[παν ὀλώλομεν·]
οὐ μὰ γὰρ μάκαιραν [ἔγωγ']
οὖδεν ἄδομ' ἔπαρθ' ἄγα[ν ἔτ' ὄλβω,]
κατθάνης δ' ἴμερός τις [ἔχει με καὶ]
λωτίνοις δροσέοντας [ὄχ-]
θοις ἴδην Ἀχέρ[οντος]


ἧρθε καὶ τρύπωσε ὁ Ἐρμής στὸ ὄνειρό μου μέσα·
καὶ τοῦ εἶπα ἀφεντάκο μου, πῶς χάθηκε ἡ ζωὴ μου·
καὶ δὲ γελῶ, δὲν χαίρομαι, μήτε τὰ πλούτη θέλω·
μὰ κάποιος πόθος μὲ βαστᾶ, ζητάω νὰ πεθάνω,
τὶς ὑγρὲς νὰ δῶ, μὲ τοὺς λωτοὺς, τοῦ Ἀχέροντα τὶς ὄχθες

(μετάφραση: Σωτήρης Κακίσης)
 

Charles-August Mengin, Σαπφώ.


Η Σαπφώ με μαθήτριές της. Αττική υδρία, γύρω στα 440-420 π.Χ.
Αγγείο του κύκλου του ζωγράφου Πολύγνωτου. Αθήνα Αρχαιολογικό Μουσείο. 
 


Ernst Stückelberg, Σαπφώ, 1897.


Γιώργος Σταθόπουλος, Σαπφώ.


Σαπφώ και Αλκαίος. Λεπτομέρεια Αττικού κρατήρα, γύρω στα 470 π.Χ. 
Αγγείο του κύκλου του ζωγράφου Βρύγου. Γλυπτοθήκη του Μονάχου.