Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

Antinous (111-130 AD), a tribute



 
Ο Αντίνοος, περ. 130-138 π.Χ.
Μάρμαρο Πάρου. Ύψος 1,80 μ. Δελφοί, Αρχαιολογικό Μουσείο


Αντίνοος, (111 130 μ.X.), αφιέρωμα
Προλεγόμενα
Για τον Αντίνοο, τον νεαρό Έλληνα, μορφή που μας είναι οικεία λόγω των πολλών σωζόμενων αναπαραστάσεών του σε αγάλματα, γνωρίζουμε ελάχιστα. Και αυτό γιατί οι πηγές γύρω από τον βίο του σιωπούν, γιατί όπως φαίνεται, το μόνο που ενδιέφερε τους καταγραφείς και μελετητές ήταν το να τον παρουσιάσουν απλά σαν τον ακόλουθο του Αδριανού. Έτσι, αφαιρετικά και γενικά. Μέχρι εδώ. Ο νεαρός όμως δεν παύει να είναι μια ξεχωριστή μορφή στην ιστορία και σαν τέτοια θα πρέπει να τον δούμε. Εξάλλου η πράξη του τέλους του δείχνει μια προσωπικότητα που, παρά το νεαρό της ηλικία του, φανερώνει ισχυρό ψυχικό σθένος και αποφασιστικότητα, αρετές που δεν συναντάτε συχνά σ’ αυτές τις ηλικίες.
Τούτος ο έφηβος είναι το σύμβολο του μεταίχμιου από τον παλιό μυστηριακό και μυστικιστικό κόσμο των θεών, στον κόσμο της νέας θρησκείας, που σύντομα θα εξαπλωθεί δείχνοντας τα δόντια της και θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να σβήσει οτιδήποτε το παλιό και κατά τη γνώμη της ανίερο. Λες και η ανθρωπότητα δεν υπήρξε πριν από αυτήν. Μάταιη προσπάθεια, μια και ο παλιός κόσμος θα διεκδικήσει και θα πάρει –χρόνια μετά βέβαια- ό,τι του ανήκει.
Αλλά τούτος ο νέος, που είναι και ο τελευταίος θεός του Ελληνορωμαϊκού Πανθέου, έχει περάσει στην ιστορία και θα παραμείνει για μας το όμορφο αγαλμάτινο αγόρι με το ονειροπόλο βλέμμα, που είναι σαν να ατενίζει με τα παιδικά του μάτια όχι μόνο το δικό του θλιβερό τέλος, αλλά και έναν κόσμο που δύει χωρίς επιστροφή.



Ο Αντίνοος των Δελφών. περ. 130-138 π.Χ.


Το ιστορικό πλαίσιο, ο αυτοκράτορας Αδριανός
Θεωρούμε όπως πάντα σημαντικό, να εντάξουμε το πρόσωπο το οποίο μας ενδιαφέρει στο παρόν αφιέρωμα, στο ιστορικό του πλαίσιο. Δεν είναι βέβαια εύκολο, αλλά θα προσπαθήσουνε μέσα στα στον περιορισμένο χώρο τούτου του αφιερώματος να δώσουμε το ιστορικό στίγμα της εποχής και ουσιαστικά να σκιτσάρουμε το πορτραίτο του αυτοκράτορα Αδριανού, μια και τούτος ο σημαντικότατος ηγέτης ξεχωρίζει από όλους όσους πέρασαν από τους θρόνους Ρώμης και Βυζαντίου, αφού άφησε πίσω του ένα σπουδαίο έργο σε όλους τους τομείς. Να φανταστεί κανείς ότι το υδραγωγείο της Αθήνας που ήταν δικό του έργο, έφερνε το πολύτιμο ύδωρ στην πόλη των Αθηνών ως και το 1930!!
Η ιστορική περίοδος πριν, αλλά, κυρίως, μετά τη γέννηση του Χριστού, είναι ένα κομμάτι της ιστορίας που βέβαια δεν διδάσκεται στα σχολειά μας. Από την ρωμαϊκή αυτοκρατορία και τους διωγμούς που έκανε στους χριστιανούς -αυτό πρέπει να μείνει κυρίως στα παιδιά για την περίοδο αυτή, οι κακοί Ρωμαίοι και οι καλοί χριστιανοί- περνάμε στο ένδοξο Βυζάντιο, λες και δεν υπάρχει μια σκοτεινή όσο και άκρως ενδιαφέρουσα ενδιάμεση περίοδος. Αλλά αυτό είναι ένα κομμάτι που ο καθένα οφείλει να μελετήσει μόνος του, και που εδώ δεν μπορούμε να επεκταθούμε και να δούμε για παράδειγμα γιατί ο Ιουλιανός, αυτός ο κορυφαίος, αξιέπαινος και επιτυχημένος αυτοκράτορας, δεν μας είναι γνωστός για το έργο του των δύο χρόνων όλων κι όλων που κυβέρνησε -όσο πρόλαβε δηλαδή- αλλά τον ξέρουμε σχεδόν όλοι ως παραβάτη. Αλήθεια παραβάτη σε τι;
Αλλά ας αρχίσουμε να κοιτάμε την περίοδο που μας ενδιαφέρει.
Ο Αδριανός (πλήρες όνομα Πόπλιος Αίλιος Τραϊανός Αδριανός, Publius Aelius Traianus Hadrianus), ο οποίος γεννήθηκε στις 24 Ιανουαρίου του 76 μ.Χ. ανέβηκε στο θρόνο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 117 μ.Χ., σε ηλικία 41 ετών, παίρνοντας την σκυτάλη από τον Τραϊανό, τον οποίο είχε εξάδελφο. Σε αυτό το χρίσμα είχε την αμέριστη βοήθεια και υποστήριξη του στρατού και της Συγκλήτου. Αλλά κυρίως είχε την τύχη να είναι ευνοούμενος της συζύγου του εξαδέλφου του Τραϊανού, Πλωτίνας. Ο Αδριανός έτρεφε φιλελληνικά αισθήματα και από μικρός ήταν γνώστης της ελληνικής γραμματείας. Του είχε μάλιστα δοθεί και το προσωνύμιο «Γκρεκούλους» (δηλαδή το Ελληνάκι) γι’ αυτή του την κλίση. Ο Αδριανός όμως ήταν ουμανιστής και θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει κανείς σαν «Μεγάλο Έλληνα». Ήταν όμως και στωικός και επικούρειος φιλόσοφος.
Ως Αυτοκράτορας ο Αδριανός φημίζεται για μια σειρά μέτρων που ανακούφισαν το λαό, όπως η διαγραφή των καθυστερούμενων φόρων, που τον έκαναν αγαπητό. Επιπλέον, μείωσε τη δουλεία, εξανθρώπισε τον νομικό κώδικα και απαγόρευσε τα βασανιστήρια. Σχεδόν όλη η βασιλεία του συνέπεσε με ειρηνική περίοδο, έτσι του δόθηκε η ευκαιρία να ασχοληθεί με έργα ειρήνης, αλλά και θωράκισης της Αυτοκρατορίας, όπως τα τείχη που κατασκεύασε κατά μήκος των συνόρων, με πιο σπουδαία και γνωστά αυτά της Βρετανίας, του Δούναβη και του Ρήνου.
Κατάφερε όμως να εξασφαλίσει τις κατακτήσεις του προκατόχου του Τραϊανού στη Μεσοποταμία, και να συνάψει ειρήνη με τους Πάρθους. Αλλά κυρίως, κατάφερε να καταστείλει την εξέγερση των Εβραίων που είχε ξεκινήσει επί Τραϊανού, και να τους περιορίσει. Τους είχε μάλιστα απαγορεύσει να επισκέπτονται την Ιερουσαλήμ –την οποία μετονόμασε Αιλία Καπιτωλίνα- επί ποινή θανάτου.
Ο Αδριανός είχε ουσιαστικά να κυβερνήσει και να διαχειριστεί μια αχανή και αρκετές φορές ταραχώδη αυτοκρατορία. Έτσι ήταν πολύ φυσικό να βρίσκεται συνέχεια σε κίνηση και να αναγκάζεται να ταξιδεύει, να επιβλέπει, να ελέγχει και να δίνει οδηγίες για τα μεγάλα δημόσια έργα που κατασκευάζονταν στα διάφορα μέρη της. Και πραγματικά είναι αξιόλογα τα έργα υποδομής που έγιναν επί βασιλείας του. Βιβλιοθήκες, υδραγωγεία, λουτρά, θέατρα, ναοί, είναι μερικά από αυτά. Ο ίδιος πίστευε μάλιστα πως η αυτοκρατορία θα θωρακισθεί καλύτερα από τους εχθρούς της με έργα υποδομής, παρά με κατακτητικούς πολέμους.
Το φθινόπωρο του 124 μ.Χ. ο Αδριανός θα έρθει για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Θα λάβει μέρος και θα μυηθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια. Στην Αθήνα, φτάνει τον Μάρτιο του 125 μ.Χ. Θα γίνει Αθηναίος πολίτης και δεν θα διστάσει να εφοδιάσει την πόλη με μια σειρά από σπουδαία έργα. Χτίζει τείχος που χωρίσει την νέα από την παλιά πόλη. Όλοι σήμερα ξέρουμε την Αψίδα του Αδριανού ή Πύλη του Αδριανού που ουσιαστικά είναι μέρος αυτού του τείχους. Φτιάχνει την Βιβλιοθήκη του Αδριανού που σώζεται μέχρι σήμερα. Αποπερατώνει το Ναό του Ολυμπίου Διός, που σημειωτέων, είχε ξεκινήσει να ανεγείρεται πριν από περίπου 600 χρόνια -επί Πεισιστράτου- και σήμερα μας είναι γνωστός ως Στύλοι του Ολυμπίου Διός.
Δεν έμεινε όμως μόνο σε αυτά τα έργα. Το σημαντικότερο και ευεργετικότερο έργο που έκανε στην πόλη των Αθηνών ήταν το Αδριάνειο Υδραγωγείο. Ένα έργο που παρέμεινε σχεδόν το μόνο μέσο ύδρευσης της πόλης μέχρι και το 1930. Επιπλέον, διαπλάτυνε την οδό μεταξύ Κορίνθου και Μεγάρων, γνωστός μας ως Κακιά σκάλα. Δεν θα έχει όμως επιτυχή έκβαση η προσπάθειά του να ενώσει όλες τις ημιαυτόνομες ελληνικές πόλεις-κράτοι, σε Ελλάδα και Ιωνία, υπό το «Πανελλήνιον», ένα είδος περιφερειακής βουλής.
Η βασιλεία του Αδριανού χαρακτηρίζεται από μια περίοδο ακμής και πολιτισμού. Ο Αδριανός υπήρξε ο αυτοκράτορας που πάνω απ’ όλα ήταν προστάτης των τεχνών και των γραμμάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Βίλλα του Αδριανού στο Τίβολι ήταν ένα ζωντανό μουσείο.
Ο Αδριανός πέθανε στις 10 Ιουλίου 138 σε ηλικία 62 ετών στην πατρική του οικία στην Ιταλική. 

 
 Ο Αντίνοος των Δελφών, φωτό: Φώτης Διογένης

Αντίνοος, μια σύντομη γνωριμία
Ο Αντίνοος γεννήθηκε στο Βιθύνιο (Κλαυδιούπολη) της Βιθυνίας στης 27 Νοεμβρίου του 111 μ.Χ., από γονείς ποιμένες. Ήταν ένα αγόρι με εξαίσιο κάλος.
Το 123, ο Αδριανός φτάνει στη Μαυριτανία. Η επίσκεψή του θα είναι σύντομη μια και φεύγει για την Παρθία που πληροφορίες τη θέλουν να προετοιμάζεται και πάλι για πόλεμο. Φτάνοντας στον Ευφράτη θα έρθει σε διακανονισμό με τον βασιλιά των Πάρθων, Χοσρόη Α'. Κατόπιν σπεύδει στον Εύξεινο Πόντο για να ελέγξει την άμυνα κατά μήκος της ακτής. Ιδρύει την Αδριανούπολη, και περνάει το χειμώνα στη Νικομήδεια, πρωτεύουσα της Βηθυνίας. Ο σεισμός που έχει προκαλέσει πολλές καταστροφές στην πόλη θα κάνει τον Αδριανό να σταθεί πολύ γενναιόδωρος μαζί της και να αρχίσει ένα μεγάλο αριθμό έργων ανοικοδόμησης της πόλης. Ακριβώς τότε ο Αδριανός επισκέφτηκε την Κλαυδιούπολη, όπου θα γνωρίσει τον πανέμορφο νεαρό Έλληνα Αντίνοο. Έμεινε εμβρόντητος από την ομορφιά του νέου και τον πήρε μαζί του. Αν και οι πηγές δεν αναφέρουν τίποτα για το χρόνο συνάντησής τους, οι απεικονίσεις του Αντίνοου που τον παρουσιάζουν ως νέο άντρα και οι οποίες χρονολογούνται λίγο πριν ο νέος πεθάνει, τον παρουσιάζουν στην ηλικία των είκοσι περίπου ετών. Είναι λοιπόν πιθανόν ο νέος να ήταν τότε 13 -14 ετών. Δεν γνωρίζουμε αρχικά αν ο Αδριανός πήρε μαζί του το νέο ή τον έστειλε στη Ρώμη για να εκπαιδευτεί ως ακόλουθός του, αν και πιθανότατα δεν θα μπορούσε να αποχωριστεί τον όμορφο νεανία. Εξάλλου κάποιο στοιχείο θα υπήρχε από την περίοδο που ο Αντίνοος θα εκπαιδεύονταν στην Ρώμη, Οπότε πρέπει μάλλον να αποκλείσουμε την πιθανότητα αυτή.
Ο Αντίνοος έκτοτε συνόδευε τον Αδριανό σε όλες του τις περιοδείες. Έγινε σύντροφος και ερωμένος του.
Ο νεαρός Αντίνοος αυτοκτόνησε πέφτοντας στα νερά του Νείλου στις 30 Οκτωβρίου του 130 π.Χ. σε ηλικία μόλις 19 ετών, ενώ περιόδευαν μαζί με τον αυτοκράτορα στην Αίγυπτο. Ουσιαστικά αυτοθυσιάστηκε μια και πίστευε στην παλιά παράδοση που ήθελε την πράξη του αυτή να βοηθάει για να ζήσει ο αυτοκράτορας περισσότερα και καλύτερα χρόνια. Ήταν βαθιά μέσα του ριζωμένη η πεποίθηση πως ο χαμός του θα έδινε μακροζωία στον προστάτη του. Υπάρχουν βέβαια και άλλες εκδοχές για το τέλος του Αντίνοου που μιλούν για ατύχημα, φόνο, ή ακόμα και θρησκευτική θυσία.
Ο θάνατός του βύθισε τον αυτοκράτορα σε μια απέραντη και βαθιά λύπη, φέρνοντάς τον στα όρια της απελπισίας. 

 
Ο Αντίνοος των Δελφών. περ. 130-138 π.Χ.

Αντίνοος, ο τελευταίος Έλληνας θεός
Ο Αδριανός, γνώστης και ένθερμος οπαδός του ελληνικού ιδεώδους, συντετριμμένος από το θάνατο του ερωμένου του, ζήτησε τη συμμετοχή ολόκληρης της αυτοκρατορίας στο πένθος. Έδωσε διαταγή να στηθούν εικονιστικά αγάλματά του νεαρού Έλληνα και προτομές σε όλους τους λατρευτικούς χώρους, στα ιερά, καθώς και σε πολλές πόλεις σε κάθε γωνιά της αυτοκρατορίας. Επίσης αναγέρθηκαν ναοί προς τιμήν του στην Βιθυνία, την Μαντίνεια και στην Αθήνα και οργανώθηκαν γιορτές για να τον τιμήσουν. Τα Αντινόεια εν άστει γιορτάζονταν στην Αθήνα στη Ελευσίνα (Αντινόεια εν Ελευσίνι), στην Μαντίνεια, στην Βιθυνία, στην Αίγυπτο και σε άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας. Έτσι ο άτυχος και πρόωρα χαμένος Αντίνοος, κόσμησε με το κάλος του τους χώρους αυτούς, αλλά και λατρεύτηκε σαν θεός.
Ο Ηρόδοτος μάς αναφέρει ότι οι Αιγύπτιοι θεωρούσαν αφηρωισμένους όσους πνίγονταν στον Νείλο, έτσι η θεοποίηση φαίνεται να βασίστηκε στην αιγυπτιακή θρησκεία, αλλά πέρα από την παράδοση της Αιγύπτου, ο Αδριανός που φαίνεται πως έφερε πολύ βαριά την ευθύνη για το τραγικό τέλος του ερωμένου του, δεν μπορούσε παρά να τον παραδώσει στην αιωνιότητα έτσι όπως ακριβώς τον γνώρισε και τον αγάπησε. Νέο και όμορφο. Μην λησμονούμε ότι λίγους αιώνες πριν ο Μέγας Αλέξανδρος επιχείρησε να κάνει ακριβώς το ίδιο για τον μονάκριβο φίλο του Ηφαιστίωνα.
Αλλά ο Αδριανός δεν έμεινε μόνο σε αυτά, διέταξε και έτσι καθιερώθηκαν προς τιμήν του Αντίνοου αγώνες που τελούνταν κάθε χρόνο. Επιπλέον φτιάχτηκαν εκατοντάδες σφραγιδόλιθοι που φέρουν το κεφάλι του νέου, και κόπηκαν ρωμαϊκά νομίσματα προς τιμήν του Αντίνοου, στα οποία αναπαρίστατο η παράσταση του αγάλματος και καλούνταν με την προσωνυμία «προπυλαίος», δηλαδή αυτός που βρισκόταν έμπροσθεν της πύλης. Τέλος, για να τιμήσει τη μνήμη του έκτισε στην Αίγυπτο την Αντινοούπολη ή Αντινόη, πόλη που ιδρύθηκε πάνω στα ερείπια της Μπέσα, εκεί δηλαδή που ο νέος πέθανε και που σήμερα ελάχιστα ερείπια της πόλης μάς σώζονται, μια και τα υλικά της χρησιμοποιήθηκαν για να χτιστεί πλησίον της ένα εργοστάσιο ζάχαρης!
Το 125 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Αδριανός επισκέφτηκε τη Μαντίνεια, στην Αρκαδία, η οποία από το 223 π.Χ. ονομαζόταν Αντιγόνεια, προς τιμήν του Βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονου, μια και οι Μακεδόνες είχαν καταλάβει τότε την περιοχή. Ο Αδριανός θα φανεί ιδιαίτερα γενναιόδωρος με τους Μαντινείς. Θα επαναφέρει την ονομασία Μαντίνεια, θα ανοίξει και θα θέσει ξανά σε λειτουργία το ιερό του Ίππιου Ποσειδώνα που οι Μακεδόνες είχαν κλείσει κ.ά. Αργότερα, το 130 μ.Χ. οι Μαντίνειοι μαθαίνοντας τον θάνατο του Αντίνοου για να τιμήσουν τον αυτοκράτορα και καθώς υπήρχε ισχυρός δεσμός ανάμεσα στη Μαντίνεια και την πατρίδα του Αντινόου, την Βιθυνία, θα αναγείρουν ναό και θα θεσπίσουν προς τιμήν του χαμένου Αντίνοου τα Αντινόεια, πανελλήνιους αθλητικούς αγώνες. Αυτό ενισχύει την άποψη που θέλει τον Αντίνοο να ακολουθεί τον Αδριανό κατά την εκεί επίσκεψή του. Οι Μαντινείς δηλαδή, είχαν γνωρίσει τον νεαρό καθώς και τη σχέση του με τον Αυτοκράτορα.
Η λατρεία του Αντίνοου ήταν τόσο ισχυρή που ακόμα και τον Ε' μ.Χ. αιώνα λατρεύονταν ως θεός. Η νέα θρησκεία όμως που είχε πια για τα καλά ανδρωθεί και γίνει καθεστώς -κάτι που από την πρώτη στιγμή διακαώς επιθυμούσε- άρχισε να επιβάλλεται παντού. Έτσι, από θέση ισχύος τώρα πια, επιτέθηκε με σφοδρότητα σε κάθε τι που ήταν πέρα και έξω από αυτήν, χωρίς να σέβεται ούτε καν τα κηρύγματα του ίδιου του ιδρυτή της. Έτσι, αλλού δια της βίας, αλλού με τους νόμους των αυτοκρατόρων -βλέπε τον Ιουστιάνειο Κώδικα για παράδειγμα- αλλού με τη φοβέρα κράτους και εκκλησίας, προσπάθησε να σβήσει την παλιά λατρεία των θεών. Μια λατρεία που αντιστάθηκε γενναία, για να λάβει σήμερα από την ανθρωπότητα τη θέση που της αξίζει.     

Δελφοί 1893. Η ανακάλυψη του Αντίνοου,

Ο Αντίνοος των Δελφών, ή, Η ιστορία ενός αγάλματος
Το 130 μ,Χ., όπως αναφέραμε, ο διάσημος για την ομορφιά του νέος, Αντίνοος, πνίγηκε στα νερά του Νείλου.
Στους Δελφούς, ιερό που ο αυτοκράτορας Αδριανός είχε ευεργετήσει, στήθηκε ένα από τα ωραιότερα λατρευτικά αγάλματα (πορτρέτα) του νεαρού Αντίνοου. Το άγαλμα στήθηκε στο ιερό των Δελφών με απόφαση των αμφικτυόνων και του ιερέα Αριστότιμου.
Συγκεκριμένα, το άγαλμα του νέου που χρονολογείται το 130-135- π.Χ., στήθηκε και λατρεύτηκε μέσα στο ιερό των Δελφών. Πιθανότατα, αρχικά το άγαλμα να είχε στηθεί στην είσοδο του ιερού, μια και στα ρωμαϊκά νομίσματα που κόπηκαν προς τιμήν του, αναφέρεται με την προσωνυμία «προπυλαίος» και αργότερα να μεταφέρθηκε στο σημείο που βρέθηκε, σ' ένα είδος παρεκκλησίου κοντά στο ναό του Απόλλωνα.
Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως τούτο το άγαλμα του νεαρού Αντίνοου, το 1893, κατά τη διάρκεια ανασκαφών στον αρχαιολογικό χώρο των Δελφών. Το άγαλμα βρέθηκε αν και με σπασμένο το γόνατο, πολύ καλά διηρημένο, όρθιο πάνω στο βάθρο του, δίπλα στον τοίχο ενός πλινθόκτιστου δωματίου, πίσω από το ναό του Απόλλωνα. Η εξαιρετική διατήρηση και η λαμπρότητα του αγάλματος οφείλονται στην στίλβωση του μαρμάρου με ειδικό λάδι, τεχνική που ήταν χαρακτηριστική και διαδεδομένη για τα λατρευτικά αγάλματα της εποχής του Αδριανού. Τα χέρια του αγάλματος από τους αγκώνες και κάτω, λείπουν.
Σε αδρές γραμμές, αν θέλαμε να περιγράψουμε τη στάση του αγάλματος θα λέγαμε ότι το κεφάλι του νέου με την μελαγχολική ομορφιά, γέρνει ευλαβικά και με περισυλλογή στο πλάι. Τα πυκνά μαλλιά του πέφτουν και καλύπτουν απαλά το μέτωπο και τα μάγουλα, προσδίδοντας στην μορφή του έναν πένθιμο τόνο. Επιπλέον, ο παρατηρητικός επισκέπτης μπορεί να διακρίνει τις τρύπες στις οποίες κάποτε στερέωναν το δάφνινο από χαλκό στεφάνι, από το οποίο σώζεται μόνο η ταινία. Τα ματιά του, όπως αναφέρει ο επιφανής αρχαιολόγος Γιάννης Μηλιάδης «εκφράζουν μια βαθιά μελαγχολία, σα να καθρέφτιζαν ακόμα στην υγρότητά τους το ποτάμι που βρήκε το θάνατο ο μυστικόπαθος νέος».1 Το κορμί του με την ηρωική-θεϊκή γυμνότητα θέλει να πλησιάσει τις αθλητικές κλασικές μορφές, αλλά δεν έχει την πνοή των προτύπων του, που νοσταλγικά αναζητεί η τέχνη του αδριάνειου κλασικισμού. Ο Αντίνοος, με το ονειροπόλο βλέμμα του, είναι σαν να ατενίζει όχι μόνο το δικό του πρόωρο τέλος, αλλά και έναν κόσμο που δύει χωρίς επιστροφή
Ο Αντίνοος παριστάνεται –φυσικά- νέος με εξιδανικευμένα χαρακτηριστικά και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξέλιξης του πορτραίτου μια και όλα τα χαρακτηριστικά του παραπέμπουν ευθέως στην Αρχαία Ελλάδα. Αποτελεί όμως και ένα χαρακτηριστικό δείγμα της εποχής του μια και ενσαρκώνει το όλο πνεύμα των αυτοκρατορικών χρόνων για την τάση τής τέχνης που δεν είναι άλλη από την επάνοδο στα αρχαία ελληνικά πρότυπα.
Ο Μανόλης Ανδρόνικος γράφει για το άγαλμα αυτό:
Το άγαλμα του Αντίνοου των Δελφών είναι ένα από τα καλύτερα πορτραίτα του πανέμορφου αυτού νέου. Ύστερα από το θάνατό του ο αυτοκράτορας Αδριανός που τον είχε πολύ αγαπήσει, τον θεοποίησε και διέταξε να στηθεί το άγαλμά του σε αναρίθμητες πόλεις της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Έτσι σήμερα η μορφή τού νέου αυτού με την μελαγχολική ομορφιά, που ενσαρκώνει τον κόσμο των αυτοκρατορικών χρόνων, με την εξωτερική δύναμη και ωραιοπάθεια που καλύπτει την ουσιαστική φθορά του αρχαίου κόσμου, βρίσκεται στις πιο απομακρυσμένες περιοχές της Μεσογείου, από την Αφρική και την Ελλάδα και από τη Συρία ως την δυτική Ευρώπη.2


Αδριανός και Αντίνοος

Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, Αδριανού Απομνημονεύματα3
Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ στο αριστουργηματικό της έργο Αδριανού Απομνημονεύματα, μιλάει για την προσωπικότητα και τη μορφή του Αντίνοου αλλά κυρίως για την προσωπικότητα του Αδριανού. Σαν μεγάλη συγγραφέας που είναι, η γραφή της αποπνέει και αναπλάθει την ατμόσφαιρα της εποχής και το κλίμα των ημερών που ο νέος βρήκε άδοξο τέλος. Στο έργο αφηγητής είναι ο Αδριανός. Παρουσιάζουμε εδώ δυο χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
Το προηγούμενο βράδυ, ο Λούκιος με είχε καλέσει να δειπνήσω στο σκάφος του. Πήγα, το δειλινό. Ο Αντίνοος αρνήθηκε να με συνοδεύσει. Τον άφησα στην πρύμη, στο κατώφλι της καμπίνας μου, να παίζει ξαπλωμένος απάνω στην λεοντή του αστραγάλους με τον Χαρβία. Μισή ώρα αργότερα, όταν έπεφτε η νύχτα, άλλαξε γνώμη, και φώναξε ένα βαρκάκι. Μ’ ένα μονάχα κωπηλάτη ανέβηκε αντίθετα στο ρεύμα τη σημαντική απόσταση που μας χώριζε από τις άλλες βάρκες. Η είσοδός του στη σκηνή, όπου δινόταν το δείπνο, διέκοψε τις ζητωκραυγές που είχανε σαν αιτία τους τα τσακίσματα κάποιας χορεύτριας. Ήταν παράξενα μασκαρεμένος μέσα σ’ ένα μακρύ συριακό φόρεμα, λεπτό σαν επιδερμίδα καρπού, ολόσπαρτο από άνθη και χίμαιρες. Για να κωπηλατεί πιο άνετα, είχε κατεβάσει το δεξί ώμο του. Οι στάλες του ιδρώτα τρεμοπαίζανε πάνω σε κείνο το λείο στήθος. Ο Λούκιος του πέταξε μια γιρλάντα, που την έπιασε στον αέρα. Η σχεδόν παράφωνη χαρά του δεν τον πρόδωσε ούτε στιγμή, ενισχυμένη μόλις από μια κούπα ελληνικό κρασί. Επιστρέψαμε με τη δική μου βάρκα που την πηγαίνανε έξι κωπηλάτες. Από ψηλά μας ξεπροβόδησε το δηκτικό «καληνύχτα» του Λούκιου. Η άγρια ευθυμία του διαρκούσε. Αλλά το πρωί, άγγιξα ένα πρόσωπο παγωμένο από τα δάκρυα. Δυσανασχετώντας, τον ρώτησα γιατί κλαίει. Μου δικαιολογήθηκε ταπεινά, προβάλλοντας σα δικαιολογία την κούραση. Το δέχτηκα εκείνο το ψέμμα. Ξανακοιμήθηκα. Πέρασε την πραγματική αγωνία του μέσα σ’ αυτό το κρεββάτι, στ πλάι μου.
Μόλις είχε φτάσει το ταχυδρομείο από τη Ρώμη. Πέρασα τη μέρα μου διαβάζοντάς το και γράφοντας απαντήσεις. Όπως συνήθως, ο Αντίνοος πηγαινοερχόταν σιωπηλός μέσα στο δωμάτιο. Δεν ξέρω σε ποιαν ακριβώς στιγμή βγήκε αυτό το όμορφο λαγωνικό από τη ζωή μου. Κατά τη δωδέκατη ώρα, μπήκε αναστατωμένος ο Χαρβίας. Αντίθετα μ’ όλους του κανονισμούς, ο νεαρός άντρας είχε εγκαταλείψει το σκάφος χωρίς να καθορίσει ούτε το σκοπό, ούτε τη διάρκεια της απουσίας του. Είχαν περάσει τουλάχιστον δυο ώρες από την αναχώρησή του. Ο Χαρβίας αναλογιζόταν παράξενες φράσεις που είχαν ειπωθεί την παραμονή, μια παραγγελία που του είχε αφήσει το ίδιο εκείνο το πρωί, και που μ’ αφορούσε. Μου εξομολογήθηκε τους φόβους του. Κατεβήκαμε βιαστικοί ως την όχθη. Από ένστικτο ο γέρος παιδαγωγός κατευθύνθηκε προς έναν μικρό ναό που βρισκόταν στην παραλία, ένα μικρό οίκημα, απομονωμένο, παράρτημα του ναού που είχαν επισκεφθεί παρέα με τον Αντίνοο. Πάνω σε μια τράπεζα προσφοράς υπήρχαν ακόμα, οι στάχτες κάποιας θυσίας. Ο Χαρβίας έχωσε μέσα τους το δάχτυλό του και τράβηξε άθικτη σχεδόν, μια μπούκλα κομμένα μαλλιά.
Δε μας έμενε πια παρά να ψάξουμε την ακτή. Μια σειρά από δεξαμενές που θα έπρεπε να χρησίμευαν άλλοτε σε ιερές τελετές, συγκοινωνούσαν με ένα μυχό του ποταμού. Στην όχθη της τελευταίας, ο Χαρβίας διάκρινε μέσα στο σούρουπο που έπεφτε γοργά ένα διπλωμένο ρούχο, σάνδαλα. Κατέβηκα τα γυαλιστερά σκαλοπάτια. Ήταν ξαπλωμένος στο βυθό, είχε βουλιάξει κιόλας μέσα στο βούρκο του ποταμού. Με τη βοήθεια του Χαρβία, κατάφερα ν’ ανασηκώσω εκείνο το κορμί που βάραινε κιόλας σαν πέτρα. Ο Χαρβίας φώναξε τους βαρκάρηδες που αυτοσχεδίασαν ένα πάνινο φορείο. Ο Ερμογένης, που στείλαμε να φωνάξουμε, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο από το να πιστοποιήσει το θάνατο. Εκείνο το τόσο υπάκουο κορμί, αρνιότανε να ξαναζεσταθεί, να ξαναζήσει. Τον μεταφέραμε στο σκάφος. Όλα κατέρρεαν. Όλα μοιάζαν να σβήνουνε. Ο Ολύμπιος Δίας, ο Παντοκράτορας ο Σωτήρας του Κόσμου, είχανε σωριαστεί, και δεν έμενε παρά ένας ψαρομάλλης άνθρωπος που έκλαιγε με λυγμούς πάνω στη γέφυρα μιας βάρκας.
Δυο μέρες αργότερα, ο Ερμογένης κατάφερε να με κάνει να σκεφτώ την κηδεία. Το τυπικό της θυσίας που είχε διαλέξει ο Αντίνοος σαν πλαίσιο του θανάτου του, μου έδειχνε το δρόμο που έπρεπε ν’ ακολουθήσω. Δε θα πήγαιναν χαμένες αυτές οι ώρες και αυτές οι ημέρες που συνέπιπταν με την κάθοδο του Όσιρη μέσα στον τάφο. Πέρασα στην άλλη όχθη, στην Ερμούπολη, στους ταριχευτές. Είχα δει πως δούλευαν οι όμοιοί τους στη Αλεξάνδρεια. Ήξερα τους εξευτελισμούς που θα επιβάλανε σ’ αυτό το κορμί. Αλλά το ίδιο τρομακτική ήτανε και η πυρά, που θάψηνε και θα καρβούνιαζε αυτό το σώμα που αγαπήθηκε και η γη όπου σαπίζουν οι νεκροί. Διασχίσαμε γρήγορα το ποτάμι. Κουβαριασμένος σε μια γωνιά της καμπίνας της πρύμης ο Ευφορίωνας ολόλυζε σιγανά δεν ξέρω πιο πένθιμο αφρικανικό θρήνο. Εκείνο το πνιχτό και βραχνό τραγούδι μού φαινόταν σα δικιά μου σχεδόν κραυγή. Μεταφέραμε το νεκρό μέσα σε μια αποστειρωμένη αίθουσα, που μου έφερε στο νου την κλινική του Σάτυρου. Βοήθησα τον εκμαγέα ν’ αλείψει με λάδι το πρόσωπο προτού ρίξει το κερί. Όλες οι μεταφορές βρίσκανε ξανά ένα νόημα. Κράτησα αυτή την καρδιά μέσα στα χέρια μου. Όταν την άφησα το αδειασμένο κορμί δεν ήταν πια παρά μια προπαρασκευή ταριχευτή, πρώτο στάδια ενός αποτροπιαστικού αριστουργήματος, πολύτιμο συστατικό, δουλεμένο μ’ αλάτια και με πολτούς μύρρας που ο αέρας κι’ ο ήλιος δε θ’ αγγίζανε ποτέ πια.
Στην επιστροφή, επισκέφτηκα το ναό κοντά στον οποίο είχε γίνει η θυσία. Μίλησα με τους ιερείς. Ανακαινισμένο το ιερό τους θα γινόταν .ένας τόπος προσκυνήματος για όλη τη Αίγυπτο. Πιο πλούσιο το κολλέγιό τους, πιο μεγάλο, θ’ αφιερω4νότανε στο εξής στη λατρεία του θεού μου. Ακόμα και στις λιγότερο εκστατικές στιγμές μας, ποτέ δεν αμφέβαλλα πως αυτή η νεότητα ήτανε θεϊκή. Η Ελλάδα και η Ασία, θα τον τιμούσανε με τον τρόπο μας, με αγώνες, με χορούς, με τελετουργικές προσφορές στα πόδια ενός λευκού και γυμνού αγάλματος. Η Αίγυπτος που παραστάθηκε στην αγωνία του, θα είχε κι’ αυτή το μέρος της στην αποθέωση. Θα είχε τον πιο σκοτεινό τον πιο μυστικό, τον πιο σκληρό ρόλο. Αυτή η χώρα, θα έπαιζε πλάι του το ρόλο του ταριχευτή. Για αιώνες ιερείς με ξυρισμένα κεφάλια θ’ απαγγέλλανε λιτανείες που θα μνημονεύανε αυτό το όνομα, που δεν θα ‘χε αξία γι’ αυτούς, αλλά που για μένα κλείνει τα πάντα μέσα του. Κάθε χρόνο, η ιερή βάρκα θα περιέφερε αυτό το ομοίωμα στο ποτάμι. Κάθε πρώτη του μήνα της Αθύρ, μοιρολογητές θα βαδίζουν πάνω σ’ αυτή την όχθη, όπου έχω βαδίσει. Κάθε ώρα έχει το άμεσο καθήκον της, το πρόσταγμά της πάνω στις άλλες. Το πρόσταγμα της στιγμής ήτανε να διεκδικήσω από το θάνατο το λίγο που μου απόμενε. Ο Φλέγωνας συγκέντρωσε στην όχθη τούς αρχιτέκτονες και τους μηχανικούς της ακολουθίας μου. Ψυχωμένος από ένα είδος μεθύσι που διατήρησε την ενάργειά μου, τους έσερνα πίσω μου πάνω στους πετρωμένους λόφους, τους εξηγούσα τα σχέδιά μου, την ανέγερση τειχών μήκους σαράντα πέντε σταδίων. Χάραζα πάνω στην άμμο το σημείο της αψίδας του θριάμβου, τον τόπο του τάφου. Η Αντιγόνη θα γεννιόταν. Θα ήταν ήδη σα να νικάς το θάνατο, το να επιβάλεις σ’ αυτή τη θλιβερή γη μια πολιτεία ολότελα ελληνική, ένα οχυρό που θα ενέπνεε το σεβασμό στους νομάδες της Ερυθραίας, μια νέα αγορά πάνω στο δρόμο για τις Ινδίες. Ο Αλέξανδρος είχε γιορτάσει την κηδεία του Ηφαιστίωνα με καταστροφές και εκατόμβες. Το έβρισκα ωραιότερο να προσφέρω στον εκλεκτό μία πόλη, όπου η λατρεία του θα ήταν αιώνια ανακατεμένη με την κίνηση στις δημόσιες πλατείες, όπου το όνομά του θα ξαναρχόταν στις εσπερινές συζητήσεις καθώς οι νεαροί άντρες θα πετάνε γιρλάντες ο ένας στον άλλο την ώρα των συμποσίων. Αλλά η σκέψη μου σκόνταφτε σε ένα σημείο. Μου φαινόταν αδύνατο να εγκαταλείψω αυτό το κορμί σε ξένο έδαφος. Όμοια με τον άνθρωπο που δεν είναι βέβαιος για τον επόμενο σταθμό του και κρατάει δωμάτια σε πολλά ξενοδοχεία μαζί, του παρήγγειλα κι ένα μνημείο στη Ρώμη, στην όχθη του Τίβερη, κοντά στον δικό μου τον τάφο. Σκεφτόμουν, ακόμα, τον αιγυπτιακό ναό που είχα χτίσει, από ένα καπρίτσιο, μέσα στην έπαυλη, και που ξαφνικά αποδεικνυόταν τραγικά χρήσιμος. Ορίσαμε την ημέρα της ταφής, που θα γινόταν μετά από δύο μήνες που απαιτούσαν οι ταριχευτές. Ανάθεσα στον Μεσομήδη να συνθέσει τα νεκρικά χορικά. Αργά, μέσα στη νύχτα γύρισα στο καράβι. Ο Ερμογένης μου ετοίμασε ένα καταπραϋντικό για να κοιμηθώ. […]
Εξακολουθήσαμε ν’ ανεβαίνουμε τα νερά του ποταμού, εγώ όμως ταξίδευα πάνω στα ύδατα της Στυγός. Στα στρατόπεδα των αιχμαλώτων, στις όχθες του Δούναβη, είχα δει, άλλοτε, άθλιους, που πλαγιασμένοι πλάι στον τοίχο, χτυπούσαν ασταμάτητα το κούτελό τους πάνω σ’ αυτόν με μια άγρια κίνηση, παράλογη και γλυκιά, επαναλαμβάνοντας αδιάκοπα το ίδιο πάντοτε όνομα. Στις σπηλιές του Κολοσσαίου μού είχαν δείξει λιοντάρια που μαραζώνανε γιατί τους είχανε πάρει το σκύλο με τον οποίο είχανε μάθει να ζουν. Συγκέντρωσα τις σκέψεις μου. Ο Αντίνοος ήταν νεκρός. Παιδί, είχα ουρλιάξει πάνω στο πτώμα του Μαρουλλίνου, το κατακομματιασμένο από τις κουρούνες, αλλά όπως ουρλιάζει τη νύχτα ένα ζωντανό στερημένο από λογική. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει, αλλά το ορφανό των δώδεκα χρόνων που είμουνα τότε δεν είχε παρατηρήσει τίποτα άλλο έξω από την αταξία του σπιτιού, τα κλάματα της μητέρας του και τον ίδιο τον τρόμο του. Δεν είχε μάθει τίποτα από τα μαρτύρια που είχε περάσει ο νεκρός. Η μητέρα μου είχε πεθάνει πολύ αργότερα, προς την εποχή της αποστολής μου στην Παννονία, δεν θυμόμουν ακριβώς την ημερομηνία. Ο Τραϊανός δεν ήταν παρά ένας άρρωστος που έπρεπε να πείσω να κάνει μια διαθήκη. Δεν είχα δει την Πλωτίνα να πεθαίνει. Ο Αττιανός, είχε πεθάνει κι’ αυτός. Ήταν ένας γέροντας. Στους δακικούς πολέμους, είχα χάσει συντρόφους που πίστευα πως αγαπούσα φλογερά. Αλλά ήταν νέοι, η ζωή και ο θάνατος ήταν εξίσου μεθυστικοί και εύκολοι. Ο Αντίνοος ήταν νεκρός. Θυμόμουν τις κοινοτοπίες που τόσο συχνά λέγονται, πως πεθαίνουμε σ’ όλες τις ηλικίες, πως όσους πεθαίνουνε νέοι τους αγαπάνε οι θεοί. Είχα κάνει, και ‘γω μιαν εξευτελιστική κατάχρηση λέξεων. Είχα μιλήσει για θανάτους στον ύπνο μας, για θανάτους από πλήξη. Είχα μεταχειριστεί τη λέξη αγωνία, τη λέξη πένθος, τη λέξη χαμός. Ο Αντίνοος ήταν νεκρός.
Ο Έρωτας , ο πιο σοφός από τους θεούς… αλλά ο Έρωτας δεν ευθυνότανε γι’ αυτές τις αμέλειες, γι’ αυτές τις σκληρότητες γι’ αυτήν την αδιαφορία που ανακατεύεται με το πάθος όπως η άμμος με το χρυσάφι που παρασύρει ένας ποταμός, γι’ αυτήν τη χυδαία τύφλωση ενός υπερβολικά ευτυχισμένου ανθρώπου, που γερνά. Πως μπορούσα να είμαι τόσο αναίσθητα ικανοποιημένος; Ο Αντίνοος ήταν νεκρός. Μακριά από το ν’ αγαπώ υπερβολικά, όπως, αναμφίβολα, ισχυρίζεται αυτή τη στιγμή ο Σερβιανός στη Ρώμη, δεν είχα αγαπήσει αρκετά, για ν’ αναγκάσω εκείνο το παιδί να ζήσει. Ο Χαρβίας, που με την ιδιότητα του ορφικού μύστη αντιμετώπιζε την αυτοκτονία σαν έγκλημα, επέμενε στην πλευρά της θυσίας αυτού του τέλους. Δοκίμαζα και ‘γω ένα είδος τρομερής χαράς, όταν έλεγα με τον εαυτό μου ότι αυτός ο θάνατος ήταν δώρο. Αλλά μόνον εγώ αναλογιζόμουν πόση πίκρα κόχλαζε στο βάθος της γλυκύτητας, πόση απελπισία κρυβόταν μέσα στην απάρνηση, ποιο μίσος ανακατεύεται με τον έρωτα. Ένα ταπεινωμένο πλάσμα, μου πετούσε στα μούτρα την αφοσίωσή του. Ένα παιδί, φοβισμένο μήπως τα χάσει όλα, είχε βρει αυτόν τον τρόπο για να με δέσει μαζί του για πάντα. Αν είχε ελπίσει να με προστατέψει μ’ αυτή τη θυσία του, θα πρέπει, να αισθανόταν πολύ λίγο αγαπητός για να μην καταλάβει πως το χειρότερο των δεινών θα ‘τανε να τον χάσω.


 
Διάφορα αγάλματα του Αντίνοου.
Συνολικά υπολογίζεται πως στήθηκαν πάνω από 150 αγάλματα του νὲου.

Σόνια Ζαχαράτου, Τα νερά στα μάτια σου4
Το αφήγημα Τα νερά στα μάτια σου της Σόνιας Ζαχαράτου, όπως διαβάζουμε και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου περιγράφει το ακραίο πάθος και τη σαρωτική δύναμη του έρωτα του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αδριανού με το νεαρό Αντίνοο.
Το κείμενο παρακολουθεί, μέσα από τις αναμνήσεις του Αντίνοου, τους δύο εραστές στην απροσδόκητη γνωριμία τους, στις μακρινές περιπλανήσεις τους, στις μεθυστικές απολαύσεις τους, στις φιλοσοφικές αναζητήσεις τους, στις νυχτερινές ερωτικές διαδρομές τους, στην άκρατη ζήλια και την καταστροφή που, αναπόφευκτα, επιφέρει.
Στο έργο αφηγητής είναι ο νεαρός Αντίνοος. Παρουσιάζουμε εδώ ένα μικρό απόσπασμα:
Πάνω στο σώμα μου κυλάει ο Νείλος. Τα μικρά και τα μεγάλα γεγονότα των νερών του. Μα ό,τι κι αν συμβαίνει γύρω, η δική μου σκέψη σαν βέλος με ταχύτητα ιλίγγου διαπερνά τον παρελθόντα χρόνο και με φέρνει κοντά σου. Πιάνομαι τότε από την άκρη του αυτοκρατορικού μανδύα σου και παίρνω δύναμη. Υπάρχω. Είμαι. Κι άλλοτε μπερδεύομαι στα πόδια σου για να εμποδίσω μιαν αιφνίδια παραφορά σου κι άλλοτε πάλι ισορροπώ πάνω στο βλέμμα σου· βλέμμα, γερακίσα σαϊτιά για τους αντιπάλου, κούπα μέλι για τους φίλου, μπούσουλας αλλά και σύμπαν ανεξάντλητο για μένα.
«Κοίταξέ με»
Σκόρπιες φάσεις σου και λέξεις σου θυμάμαι κι ακροβατώ διαρκώς στα ίδια και στα ίδια. Εξαντλώ σχολαστικά τ' αλλοτινά σπουδαία ή ελάχιστα που ύφαναν τη ζωή μας. Τις λεπτομέρειες και της πιο μικρής σου κίνησης. Τα δευτερόλεπτα και της πιο ασήμαντής σου έκφρασης. Τις αποχρώσεις και του πιο ανεπαίσθητου ήχου σου. Και, από μια ψευδαίσθηση ευτυχίας ορμώμενος, στέκομαι...
«Στάσου πλάι μου!»
..ξαναστέκομαι πλάι σου.
Ξαναμπαίνω περιδεής στις πόλεις της αυτοκρατορίας που διαβήκαμε μαζί, ένα βήμα πίσω σου για να σε προσέχω. Ξαφνιάζομαι και συγκινούμαι, καθώς βλέπω μπουλούκια τους λαούς να σε περικυκλώνουν και να σε επευφημούν για τα σπουδαία έργα σου, που άλλαξαν τη ζωή τους. Να σε ευγνωμονούν για την ανθρωπιά, τη μεγαλοσύνη και τη γενναιοδωρία σου. Να σου προσφέρουν, δοξάζοντάς σε, τα αγαθά των τόπων τους κι εσύ να τους τα επιστράφεις με μια κίνηση απλή, πολλαπλασιάζοντάς τα.
Ξαναβλέπω να σε προσκυνούν ωσάν θεό, Αδριανέ, μαζί με τους θεούς τους για την πίστη σου στα ιερά και απαραβίαστα, στους δημοκρατικούς θεσμούς, στη δημόσια αρετή και στην ειρήνη. Θερμαίνομαι και τώρα ακόμα από τους φλογερούς λόγους σου μπροστά στα πολυεθνή ακροατήρια, για την ευσέβεια και την προσήλωση που όλοι πρέπει να τρέφουν απέναντι στους νόμους και στην πατρίδα. Από τους εμπνευσμένους λόγους σου για κάθε τι πνευματικό, δίκαιο και ωραίο. Από τη φιλοσοφημένη επιμονή σου στην ύψιστη τέχνη της ζωής. Από τη φροντίδα σου απέναντι σε κάθε πολίτη ανήσυχο, απόκληρο, αποκαμωμένο.
Κι αφήνοντας τη σκέψη να ξεστρατίσει από τις εικόνες με τα μεγάλα πλήθη, περιπλανιέμαι στο αχανές πάθος μου για εσένα. Νοσταλγώ τις νύχτες τις δικές μας. Τις γεμάτες ψιθυρίσματα, όρκους, σχέδια, ποίηση και μουσική. Και ξεχνιέμαι. Και ονειροπολώ. Και γελώ. Και μελαγχολώ. Και σε ραίνω με ψιχάλες ποταμίσιες. Κι ο ελαφρύς κυματισμός του νερού μού φέρνει το άρωμά σου. Κια κάνω πείσματα και νάζια μικρού παιδιού. Και σε αποζητώ. Και κλαίω που πια δεν μπορώ να σε αγγίξω. Αλλά κλαίω και από υπερηφάνεια για όσα αξιώθηκα να ζήσω. Κλαίω, όπως όταν θριαμβευτή σε αγκάλιαζα, με δάφνινα στεφάνια στολισμένο και μου έλεγες...
«η νίκη μου, για σένα και μόνο!»
Ρουφούσα πάντα την ομορφιά της ζωής με ευλάβεια· το ξέρεις.
Ήμουν θιασώτης της προσηλωμένος από τότε που μου την έμαθες εσύ. Αφή με αφή. Φιλί με φιλί. Λέξη με λέξη. Ανάσα με ανάσα. Βλέμμα με βλέμμα. Βήμα με βήμα. Γι' αυτό σκιρτώ, και σήμερα ακόμα, μπροστά στην ομορφιά που μου προσφέρει ο τόπος. Εδώ, μέσα στο ποτάμι, όταν ο ήλιος δοξαστικά λαμπρύνει τις φοινικιές αλλά και τον κοντινό ορυζώνα· τον ορυζώνα που, τις ώρες του μεσημεριού, αντανακλά στον ουρανό αστραποβόλα νερά και φύλλα πράσινα. Στον ουρανό νερά και φύλλα... Το μεσημέρι, που κατάχαμα κοιτά κι εμένα ο ήλιος. Που με υποχρεώνει, με το ανελέητο φως του, να ξαναπιάσω το νήμα της αλήθειας. Της αλήθειας μου, που είχα πλάσει σαν αλήθεια και πραγματικότητα, για να μου αρέσει. Επειδή, έτσι.
Επειδή...
«το σώμα σου είναι φτιαγμένο από φως... Πόσο σε θέλω!»
...μου ψιθύριζες τρυφερά.
Κι έπειτα, το σούρουπο, καθώς ο ήλιος προχωρά στην άλλη μεριά του ορίζοντα, πορφυρός επανέρχομαι. Και πάνω σε αυτό το σώμα, που έλεγες ότι είναι φτιαγμένο από φως, στέκονται οι ηλιαχτίδες, τριαντάφυλλα. Στο σώμα μου. Το σώμα μου. Ανθίζει το σώμα μου τριαντάφυλλα, που δεν ξέρω πως έφτασαν ίσαμε εδώ, αφού αυτά τα μάζευα στην προηγούμενη πατρίδα.
Εκεί. Μακριά. Πέρα από τη θάλασσα που απλώνεται σαν ουρανός ανάστροφος και πέρα από τα πολύμορφα νησιά του Ομήρου. Εκεί, που με βρήκες λερωμένο με χώματα να τρυγώ το αμπέλι, ένα απαλό απόγευμα στο τέλος του καλοκαιριού.
Εκεί. Στην πατρίδα τη δική μου. Στην πατρίδα, την αλλού διάσπαρτη με βράχια και άγονες κατωφεριές και την αλλού μελίρρυτη. Με λιόδεντρα ασημοπράσινα, λεύκες θροϊστές, κουκουναριές με βαριά κλαδιά, πευκώνες βαθύσκιωτους, μεστωμένα κυπαρίσσια.
Εκεί.
Εγώ εκεί.
Το σώμα μου εδώ εκεί.


Πηγές του αφιερώματος

1. Ποιήματα, μεταφράσεις και άρθρα του Γιάννη Μηλιάδη, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη. Αθήνα, 2013.
2. Τα ελληνικά Μουσεία, Μανόλης Ανδρόνικος, Εκδοτική Αθηνών, 1974.
3. Αδριανού απομνημονεύματα, Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, μετ. Ιωάννα Χατζηνικολή, εκδόσεις Χατζηνικολή, Αθήνα.
4. Τα νερά στα μάτια σου, Σόνια Ζαχαράτου, εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2012.

Επιπλέον στοιχεία αντλήθηκαν από τους τόμους:
Ελληνική τέχνη - Αρχαία γλυπτά, Νικόλαος Γιαλούρης, Εκδοτική Αθηνών, 1990.
Ρωμαϊκή ιστορία, Francesco Bertolini, μετ. Σπυρίδωνος Λάμπρου, εκδόσεις Παρασκήνιο, Αθήνα 2003.
Ρωμαϊκή ιστορία, Rostovtzeff Michael Ivanovitch, μετ. Β. Καλφόγλου, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1984.
Θεολογία των Ρωμαίων, Claudio Rutilio, μετ. Ανδρέου Γιάννης, εκδόσεις Ανοιχτή Πόλη, Αθήνα 1997.
 
Το φωτογραφικό υλικό του παρόντος αφιερώματος αντλήθηκε από το διαδίκτυο. Όπου μας ήταν γνωστό γίνεται αναφορά στους φωτογράφους, στους οποίους και ανήκουν πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα των φωτογραφιών τους.



Αντίνοος. Παρίσι. Μουσείο Λούβρου.


 Ο Αντίνοος των Δελφών. περ. 130-138 π.Χ.

 
 Ο Αντίνοος των Δελφών. περ. 130-138 π.Χ.


Ο Αντίνοος των Δελφών. περ. 130-138 π.Χ.


 Ο Αντίνοος των Δελφών. περ. 130-138 π.Χ.


 
Προτομή του Aντινόου 130-138 μ.X. Βρέθηκε στην Πάτρα.
Αθήνα. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.


O αυτοκράτορας Αδριανός και ο Αντίνοος,. Λονδίνο. Βρετανικό Μουσείο.


Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

George Gordon Noel Byron, (1788-1824), a tribute




Λεπτομέρεια πορτρέτου του Λόρδου Μπάυρον (1836), από τον Richard Westall
National Portrait Gallery, Λονδίνο
 

Λόρδος Μπάυρον, (Λονδίνο, 22 Ιανουαρίου 1788 – Μεσολόγγι, 19 Απριλίου 1824), αφιέρωμα
Προλεγόμενα
Δεν συνηθίζω να κάνω αναφορές και να γράφω εδώ οτιδήποτε σχετίζεται με προσωπικά μου βιώματα, γιατί απλούστατα δεν πιστεύω πως αυτά ενδιαφέρουν κανέναν. Ούτε καν εμένα τον ίδιο, τώρα πια. Αξίζει όμως τον κόπο να αναφερθώ σε ένα και μοναδικό που σχετίζεται με το πρόσωπο τού παρόντος αφιερώματος.
25 Μαρτίου λοιπόν γυρνώντας σπίτι αργά το βράδυ, μετά από μια αρκετά κουραστική μέρα, είπα να δώσω στον εαυτό μου την ευκαιρία ν’ απολαύσει δυο σουβλάκια αγνοώντας το φαγητό που είχα φτιάξει για γεύμα και το υπόλοιπό του με περίμενε. Πέρασα λοιπόν από τη μικρή γειτονική ψησταριά, καλησπέρισα τον Δημήτρη, παρήγγειλα τα δυο σουβλάκια και ανέμενα παρέα με τρεις φοιτητές να ετοιμαστούν οι παραγγελίες μας. Φανταστείτε το χώρο μικρό, παραδοσιακό, με λίγα τραπεζάκια μέσα, τυλιγμένα στα λευκά τους τραπεζομάντιλα, μια και το κρύο δεν επέτρεπε ακόμα τραπεζάκια έξω. Κάπου ψηλά στον τοίχο η αναρτημένη οθόνη μιας τηλεόρασης έλεγε τις ειδήσεις κάποιου καναλιού, και έτσι, για να διανθιστεί η ειδησιογραφία του, κάποιος δημοσιογράφος προσπαθούσε με τις πενιχρές του γνώσεις -αντλημένες σίγουρα από την Βικιπαίδεια- να κάνει ρεπορτάζ και να μιλήσει για τον μεγάλο φιλέλληνα Μπάυρον. Σε μια άκρη ένα νεαρό ζευγάρι μιλούσε χαμηλόφωνα έχοντας τελειώσει το δείπνο του, και στο βάθος του μαγαζιού η παρέα δύο εξηντάχρονων (περίπου) έπινε τις μπύρες της και συζητούσε ρίχνοντας κλεφτές ματιές και στην μικρή οθόνη. Κάποια στιγμή, καθώς η τηλεόραση συνέχιζε να μιλά για τον Μπάυρον, ακούω τον έναν να λέει: «Ναι, ήρθε γιατί τον ενδιέφερε η Ελλάδα, καλά… δε λέτε ότι εδώ έβρισκε να τον γαμάνε». Στο λεπτό γυρίζω και του απαντάω. «Καλά, όλοι οι γαμιάδες τότε στο Μεσολόγγι είχανε μαζευτεί;» Άχνα!!
Αυτά λοιπόν. Ας πάμε όμως τώρα στα σοβαρά.
Σαν σήμερα, 92 χρόνια πριν, στις έξι η ώρα το απόγευμα -ακριβώς- ο Λόρδος Μπάυρον άφηνε την τελευταία του πνοή στο Μεσολόγγι.
Ένα αφιέρωμα στον Λόρδο Μπάυρον μπορεί να φαντάζει –αρχικά- σχετικά εύκολο. Αν δούμε όμως τι ακριβώς γνωρίζουμε για τούτο τον ποιητή, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως πέρα από τον μεγάλο φιλέλληνα Μπάυρον έτσι όπως λίγο-πολύ τον μάθαμε στο σχολείο μας, και τον θυμόμαστε κάθε 25η Μαρτίου, δεν φαίνεται να γνωρίζουμε περισσότερα. Δεν ξέρω μάλιστα πόσοι Έλληνες έχουν καθίσει να διαβάσουν έργα του Μπάυρον, για να μην μιλήσω για μελέτες και αναλύσεις γύρω από τη ζωή και το έργο του. Καλά για την gay κοινότητα δεν κάνω καν κουβέντα. Τους αρκεί να γνωρίζουν ότι είχε ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Ως εκεί!
Ο Μπάυρον εκπροσωπεί το κίνημα του ρομαντισμού αφού υπήρξε ένας από τους πυλώνες του. Ήταν θα μπορούσαμε να πούμε γεννημένος ρομαντικός πριν καλά-καλά το κίνημα ρίξει στέρεες βάσεις, αλλά ήταν παράλληλα και δημιουργός του. Δεν θα ήταν καθόλου παράλογο να ορίζαμε τον Μπάυρον ως το πρότυπο του ρομαντικού ποιητή, δηλαδή στο λεξικό στη λέξη Ρομαντικός να γράφαμε: βλέπε Μπάυρον! Ευφυής κληρονόμος της gothic λογοτεχνίας, μεγάλος διανοητής με αντισυμβατικές και ρηξικέλευθες απόψεις για τη ζωή, τον έρωτα, την γνώση, την Παιδεία, θα αναζητήσει μια ουτοπία. Την ουτοπία αυτή θα του την δώσει η Ελλάδα. Μια Ελλάδα που πάλευε –και ακόμα παλεύει- να απελευθερωθεί από τον Τουρκικό ζυγό –τώρα βέβαια από άλλο ζυγό- αλλά και από τους ίδιους τους Έλληνες που δεν μπορούν να κάνουν ούτε βήμα χωρίς διχόνοιες, μίση και αλληλοσπαραγμούς.
Ένα αφιέρωμα στο Μπάυρον, λογικά, θα έπρεπε να περιλαμβάνει πολλαπλάσιο αριθμό σελίδων. Εμείς εδώ όμως θα προσπαθήσουμε απλά να σκιαγραφήσουμε ένα πορτρέτο του και να αναφερθούμε σε περιστατικά της ζωής του που οι περισσότεροι βιογράφοι του περνούν στα γρήγορα, ή δεν αναφέρουν καθόλου, μια και ο Φιλέλληνας Μπάυρον έχει ως τώρα αναλυθεί και σκιτσαριστεί αρκετά καλά σε μια πληθώρα κειμένων.

Ο Βύρων με αλβανική ενδυμασία. Πορτρέτο του Thoman Phillips
National Portrait Gallery, Λονδίνο.


Γνωρίζοντας τον Λόρδο Μπάυρον
Ο Λόρδος Μπάυρον (George Gordon Byron, 6th Baron Byron,) γεννήθηκε στην οδό Hollis Street του Λονδίνου μια μέρα του Γενάρη του 1788. Ήταν γιος του πλοιάρχου του Αγγλικού Βασιλικού Ναυτικού, Τζον Μπάιρον (Captain John «Mad Jack» Byron), και της δεύτερης συζύγου του, της σκωτσέζας αριστοκράτισσας Κάθριν Γκόρντον (Catherine Gordon). Ο πατέρας του με την πρώτη του σύζυγο είχε αποκτήσει και μια κόρη, την Αυγούστα.
Ο Μπάυρον δηλαδή, ανήκε σε αριστοκρατική οικογένεια από την πλευρά της μητέρας του, που ήταν απόγονος του βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδου Γ'. Η Κάθριν Γκόρντον όμως αναγκάστηκε να πουλήσει περιουσιακά στοιχεία και τίτλους για να καλύψει τα υπέρογκα χρέη του συζύγου της. Επομένως ο Λόρδος Βύρων που τα πρώτα χρόνια (1794 - 1798), διέμενε με την μητέρα του στην περιοχή Αμπερντήν (Aberdeen) της Σκωτίας, τα πέρασε μάλλον φτωχικά. Εκεί είναι που έμαθε και τα πρώτα του γράμματα, στο εκεί «Grammar School».
Στα δέκα του όμως χρόνια, τον Μάϊο του 1798, ο ποιητής κληρονομεί από τον αδελφό του παππού του, Ουίλιαμ Μπάιρον τον τίτλο του Λόρδου, αλλά και την πολύ μεγάλη περιουσία του στο Νόττινχαμσαϊρ (Nottinghamshire). Ο πατέρας του βέβαια, το 1790, θα τους εγκαταλείψει και θα φύγει στην Γαλλία. Ένα χρόνο μετά τους ανακοινώνεται ότι βρέθηκε νεκρός, πιθανόν από αυτοκτονία.
Θα ακολουθήσουν σπουδές -αφού από το καλοκαίρι του 1798 μαζί με τη μητέρα του μετακόμισαν στο Σάουθγουελ (Southwell) του Νόττινχαμ- στο σχολείο «Χάροου» («Harrow», 1801 – 1804) που ολοκληρώνονται στο «Trinity College» του Καίμπριτζ δίνοντας στον Μπάυρον μια πολύ καλή μόρφωση.
Ο Μπάυρον γεννήθηκε με παραμορφωμένο το δεξί του πόδι. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να χωλαίνει. Αυτό του το ψεγάδι φαίνεται να το είχε αντισταθμίσει η φύση, χαρίζοντάς του ένα αγγελικό πρόσωπο.
Η φύση όμως είχε προίκιση τον Μπάυρον με έναν χαρακτήρα και μια καρδιά που δεν αντιστεκόταν σε κανέναν ερωτικό πειρασμό. Σχέσεις ετεροφυλοφιλικές, σχέσης ομοφυλοφιλικές, σχέσεις αιμομικτικές δεν θα τον αφήσουν σε ησυχία. Από μικρός θα ερωτευτεί την μακρινή του ξαδέλφη Μάργκαρετ Πάρκερ (Margaret Parker) η οποία θα γίνει η αιτία για να γράψει και να της απευθύνει το πρώτο του ερωτικό ποίημα. Αλλά και η μακρινή εξαδέλφη του Μαίρυ Ντάφ (Mary Duff) και η εξαδέλφη του Μαίρη Τσάγουορθ (Mary Chaworth), δεν θα γλυτώσουν από την ερωτική πολιορκία του ποιητή.
Στο κολέγιο θα γνωρίσει τον Γουίλλιαμ Μπανκς αλλά και τον Τσάρλς Σκίννερ Μάθιους, έναν συμφοιτητή του που είχε μυηθεί στον ομοφυλοφιλικό έρωτα αλλά δεν φαίνεται η σχέση αυτή να προχώρησε πολύ, αν και από την Ελλάδα του 1811 έγραψε στον Χόμπχαουζ ότι αλληλογραφούσε με τον Μάθιους, και μάλιστα του περιέγραφε τις ερωτικές του περιπέτειες. Και οι δυο συμφοιτητές του ήταν γνωστοί σε φοιτητικούς κύκλους και προκαλούσαν πολλές συζητήσεις για το σεξ μεταξύ ενηλίκων ανδρών και εφήβων που έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στον αρχαίο κόσμο και ιδίως στην Αθήνα των κλασικών χρόνων. Αλλά και με την αδελφή του Αυγούστα ο Μπάυρον θα συνάψει ερωτικό δεσμό, καρπός του οποίου θα είναι η κόρη τους Μεντόλα Λη.
Η πρώτη του ποιητική συλλογή Κομμάτια Φυγάδες (Fugitive Pieces) κυκλοφόρησε Το 1806, όταν ο Μπάυρον ήταν μόλις 18 χρονών. Ο σάλος που προκλήθηκε από εκκλησιαστικούς κύκλους θα αναγκάσει τον ποιητή να αποσύρει την συλλογή και να επανέλθει με άλλες, δύο χρόνια μετά.
Το 1809 ο Λόρδος Μπάυρον παρέα με το φίλο του Τζων Χόμπχαουζ (John Cam Hobhouse, 1786 – 1869) αναχωρεί από το Λονδίνο για την Ανατολή, με σταθμούς σε Πορτογαλία, Ισπανία και Μάλτα. Στην περίοδο αυτή θα αρχίζει και το ποίημά του Προσκύνημα του Τσάϊλντ Χάρλοντ (Childe Harold's Pilgrimage), γράφοντας τα πρώτα κάντος.
Θα αντικρίζει πρώτη φορά την Ελλάδα στα ανοιχτά του Πατραϊκού κόλπου και συνεχίζοντας το ταξίδι θα φτάσουν στην Πρέβεζα και από εκεί στα Γιάννενα και εν συνεχεία στο Τεπελένι όπου θα παραμείνουν τέσσερεις μέρες. Εκεί θα συναντήσει τον Αλή Πασά τουλάχιστον τρείς φορές. Από το Τεπελένι κατηφορίζουν συνοδεία ανθρώπων του Αλή Πασά. Θα περάσουν ξανά από τα Γιάννενα για να καταλήξουν και πάλι στην Πρέβεζα. Η πόλη ήταν ανάστατη από τις φήμες ότι ληστές κάνουν επιδρομές στα γύρω χωριά, έτσι αποφασίστηκε να φύγουν με πλοίο για την Πάτρα. Το πλοίο του όμως ναυάγησε και βρέθηκαν σε μια ακτή του Σουλίου. Ο θρύλος του ανυπόταχτου Σουλίου και του Χορού του Ζαλόγγου ήταν γνωστός στον Μπάυρον, έτσι όταν περισυλλέχθηκαν αυτός και ο Χόμπχαουζ από Σουλιώτες οι οποίοι τους περιποιήθηκαν και μάλιστα τους έδωσαν οδηγούς να τους οδηγήσουν ασφαλείς στη Πρέβεζα, και πάλι δια ξηράς, ο Μπάυρον είχε την ευκαιρία να έχει μια πρώτη προσωπική επαφή με το αδούλωτο στοιχείο της Ελλάδας. Εδώ ο Μπάυρον θα έχει την ευκαιρία να ακούσει τα κλέφτικα τραγούδια των αδούλωτων Σουλιωτών, αν και για να είμαστε ακριβείς ο Αλή Πασάς την περίοδο που αναφερόμαστε είχε καταφέρει να υποτάξει μετά από σκληρό αγώνα το Σούλι. Από εκεί προχώρησαν, πάντα δια ξηράς, προς το Λουτράκι περνώντας και ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στο Μεσολόγγι. Είναι η πόλη που ο Μπάυρον θα τελειώσει τη ζωή του, αλλά τότε, κανείς ακόμα δεν το γνωρίζει. Από εκεί φτάνουν στην πόλη των Πατρών και συνεχίζουν παράλληλα με τον κορινθιακό κόλπο για να καταλήξουν στη Βοστίστα –το σημερινό Αίγιο- και να φιλοξενηθούν εκεί από τον Αντρέα Λόντο. Ο κακός καιρός τους ανάγκασε μάλιστα να παραμείνουν φιλοξενούμενοι του Λόντου για τέσσερεις μέρες.
Στο σπίτι του Λόντου το ενδιαφέρον του Μπάυρον θα τραβήξει ένας νεαρός άντρας με τον οποίο φαίνεται να συνδέθηκε ανοιχτά μαζί του. Όταν συναντήθηκε αργότερα μαζί του τον περιέγραφε στον Χόμπχαουζ ως «ο πολυαγαπημένος μου Ευστάθιος» και «η αγαπημένη μου ψυχή». Επιστρέφοντας έξι μήνες αργότερα χωρίς τον Χόμπχαουζ πήρε μαζί του τον Ευστάθιο, αλλά το ειδύλλιο φαίνεται να κατέληξε απότομα και άδοξα παρά την θερμή ανταπόκριση του νεαρού. Μετά τη Βοστίστα ο Μπάυρον με τον Χόμπχαουζ θα συνεχίσει για τα Σάλωνα, τη σημερινή Άμφισσα. Επισκέπτονται τους Δελφούς, την Χαιρώνεια αναζητώντας το Πολυάνδριο του Ιερού Λόχου των αρχαίων Θηβών, και καταλήγουν στις 25 Δεκεμβρίου, ανήμερα τα Χριστούγεννα, να αντικρίσουν πρώτη φορά την Ακρόπολη των Αθηνών.
Αφού μείνουν στην Αθήνα, συνεχίζουν το ταξίδι τους σε Σμύρνη, Έφεσο και ανηφορίζουν με σκοπό να συναντήσουν την ομηρική Τροία. Φτάνουν Κωνσταντινούπολη το 1810 και εν συνεχεία ο Μπάυρον χωρίς τον Χόμπχαουζ επιστρέφει στην Αθήνα όπου παραμένει φιλοξενούμενος στη μονή των Καπουτσίνων στην Πλάκα. Εκεί γνωρίζει και ερωτεύεται τον νεαρό σπουδαστή Νικολό Ζιρό, του οποίου η αδελφή ήταν παντρεμένη με τον Λουιζιέρη, Ναπολιτάνο ζωγράφο και συνεργάτη του Έλγιν. Μαζί με τον Ζιρό ταξιδεύουν στην Ολυμπία. Ο Μπάυρον θα επισκεφτεί την Τριπολιτσά και θα συναντηθεί με τον Βελή Πασά, γιο του Αλή, θα του παραδώσει μάλιστα και γράμμα του πατέρα του. Στις 17 Ιουλίου του 1811 επιστρέφει στην Αγγλία. Την πρώτη Αυγούστου χάνει τη μητέρα του την οποία δεν προλαβαίνει να δει.
Στις 27 Φεβρουαρίου του 1812 ο Λόρδος Βύρωνας μιλάει για πρώτη –και τελευταία- φορά από το βήμα της Βουλής των Λόρδων και στις 29 Φεβρουαρίου κυκλοφορούν τα δυο πρώτα κάντος του Τσάιλντ Χάρολντ. Το έργο θα τον κάνει μέσα σε μια νύχτα διάσημο: «Ξύπνησα ένα πρωί και βρήκα τον εαυτό μου διάσημο», γράφει ο ίδιος χαρακτηριστικά.
Στις 2 Ιανουαρίου του 1815 παντρεύεται την Άννα Ισαβέλλα Μίλμπαγκ ή «Αναμπέλλα» (Anne Isabella Milbanke, 1792 – 1860). Θα αποκτήσει μαζί της μια κόρη, αλλά ένα χρόνο μετά η γυναίκα του θα τον εγκαταλείψει παίρνοντας μαζί της και τη θυγατέρα τους. Η τυπική διάλυση του γάμου τους, η υποκρισία της αγγλικής κοινωνίας και το όλο κλίμα είναι έτσι διαμορφωμένα που ο Μπάυρον παίρνει την απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα. Ουσιαστικά την αποχαιρετά για πάντα, αφού δεν θα την ξαναδεί ποτέ ξανά, αλλά αυτό δεν το γνωρίζει τότε. Πρώτος σταθμός η βίλα Ντιοντάρι στις όχθες της λίμνης της Γενεύης παρέα με το ζεύγος Σέλλεϋ. Συγκεκριμένα το καλοκαίρι του 1816 θα το περάσει παρέα με τον ποιητή Πέρσυ Σέλλεϋ (Percy Bysshe Shelley, 1792 – 1822) την μετέπειτα γυναίκα του Μαίρη Γκόντουιν (Mary Godwin, 1797 – 1851), και την Κλαίρη Κλαιρμόν Γκόντγουϊν (Clara Mary Jane Clairmont, 1798 – 1879). Είναι η εποχή που διαβάζοντας ιστορίες φαντασμάτων θα δώσουν την υπόσχεση σε ένα χρόνο ο καθένας τους να γράψει από μια τέτοια ιστορία. Ο Μπάυρον βέβαια δεν θα ανταποκριθεί και θα σταματήσει νωρίς το μικρό Απόσπασμα που ξεκίνησε και που ωστόσο θα δημοσιευτεί το 1919. Ο συνοδός και γιατρός του Πολυντόρυ θα γράψει τον Βρυκόλακα, και φυσικά, η Μαίρη Σέλλεϋ θα γράψει τον αριστουργηματικό Φραγκενστάϊν, ο σύγχρονος Προμηθέας.
Στη συνέχεια ο Μπάυρον θα αποκτήσει μια τρίτη κόρη από τη σχέση του με την Μαίρη Γκόντουιν, την Clara Allegra.
Θα εγκατασταθεί αρχικά στη Βενετία αφού περάσει ένα μικρό διάστημα από τη Ρώμη, όπου το 1818 θα αρχίζει το πρώτο άσμα του Δον Ζουάν. Ακολουθεί μια ακόμη θυελλώδη σχέση με την παντρεμένη κόμισα Τερέζα Γκουιτσιόλι.
Εδώ το 1820 θα έχει ενεργό πολιτική δράση και θα συμμετέχει στην αντιπαπική και αντικατοχική επαναστατική κίνηση των Ιταλών επαναστατών, των «Καρμπονάρων», παρακινημένος από τον προσωπικό του φίλο κόμη Πιέτρο Γκάμπα (Pietro Gamba, 1801 – 1828), η οποία θα αποτύχει. Με παπική έγκριση η Τερέζα θα χωρίσει τον Κόμη Γκουιτσιόλι και ο Μπάυρον αφήνει την Ραβέννα και ανταμώνει ξανά με την Τερέζα στην Πίζα.
Το 1823 το Φιλελληνικό Κίνημα του Λονδίνου εξασφαλίζει σημαντικό δάνειο για την επαναστατημένη Ελλάδα και κρίνει ότι ο ποιητής είναι ο ποιο κατάλληλος εντολοδόχος της υπόθεσης. Ο Λόρδος Βύρωνας που εκείνη την περίοδο –από όσο διαβάζουμε σε διάφορα γράμματά του- ταλαντεύονταν ανάμεσα στην Ισπανία την Ελλάδα και την Λατινική Αμερική, δέχεται την πρόταση με ενθουσιασμό. Αν και το σχέδιό του ήταν να αναχωρήσει για την Ζάκυνθο, τελικά στις 13 Ιουλίου του 1823 αναχωρεί από τη Γένοβα με το πλοίο που είχε το συμβολικό όνομα «Ηρακλής» για την Κεφαλονιά. Θα επιλέξει την Κεφαλονιά κάτω από τις πιέσεις του Μπράουν, αφού ο εκεί Ύπατος Αρμοστής συνταγματάρχης Τσαρλς Τζέιμς Νάπιερ, ήταν γνωστός του Μπράουν αλλά και γνωστός φιλέλληνας, που κρατούσε μια στάση ανοχής απέναντι στην Ελληνική Επανάσταση, μια και τα νησιά του Ιονίου βρίσκονταν τότε κάτω από Αγγλική κατοχή, και ως γνωστόν η ηγεσία της Αγγλίας ήταν εχθρική σε οποιοδήποτε επαναστατικό κίνημα τολμούσε να ανδρωθεί και να απαιτήσει νέα τάξη πραγμάτων στην Ευρώπη. Θα φτάσει στην Κεφαλονιά στις 3 Αυγούστου. Θα βοηθήσει τους εκεί εγκαταστημένους πρόσφυγες από τη Χίο και το Μοριά που ζουν σε συνθήκες οικτρής πείνας.
Θα παραμείνει στην Κεφαλονιά έως το Νοέμβριο προσπαθώντας να βρει μια άκρη σε πιο μέρος της Ελλάδας πρέπει να πάει. Ο εμφύλιος που έχει ξεσπάσει στην Ελλάδα δεν βοηθάει στο να αποφασίσει. Από την αρχή διευκρινίζει ότι δεν επιθυμεί να συμμαχήσει με καμία φατρία και ότι οι Έλληνες πρέπει ενωμένοι να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά τους και να συνεχίσουν τον Αγώνα. Στις 22 Νοεμβρίου αναχωρεί τελικά για το Μεσολόγγι και αναγκάζεται εκ των πραγμάτων να συνεργαστεί με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο που βρίσκεται εκεί. Ο Μάρκος Μπότσαρης με τον οποίο είχε επικοινωνήσει όσο βρισκόταν στην Κεφαλονιά, είχε την ατυχία να πέσει αγωνιζόμενος.
Στο Μεσολόγγι ο Μπάυρον θα προβεί σε μια σειρά από πράξεις βοηθώντας έμπρακτα των Αγώνα των Ελλήνων:
Παραδίδει τα χρήματα και τα πολεμοφόδια που κουβαλούσε. Δίνει χρήματα και συντηρεί τα πληρώματα των σπετσιώτικων καραβιών που είναι αγκυροβολημένα και φυλάνε την είσοδο του Μεσολογγίου. Στο Μεσολόγγι εκείνη την περίοδο είχαν συγκεντρωθεί ένας αριθμός από Σουλιώτες πολεμιστές –που δεν ήταν ακριβώς όλοι τους Σουλιώτες- που ούτε λίγο ούτε πολύ τρομοκρατούσαν την πόλη. Ο Μπάυρον πληρώνει και συντηρεί μια ομάδα από 250 Σουλιώτες πολεμιστές που τους θεωρεί τους γενναιότερους. Αναγκάζεται όμως στη συνέχεια να τους διώξει, μετά τα επεισόδια που δημιουργούν, κρατώντας τους 80 από αυτούς για προσωπική φρουρά. Καλεί και φέρνει από τον Λονδίνο τον Άγγλο πυροτεχνουργό Γουίλιαμ Πάρρυ για να επιμεληθεί μέρος της οχύρωσης, να στήσει μηχανουργείο αλλά και να προσφέρει τις γνώσεις του στον Αγώνα. Χρηματοδοτεί την έκδοση της πρώτης εφημερίδας στην Ελλάδα τα Ελληνικά Χρονικά, αλλά και μιας άλλης του Telegrafo Greco που κυκλοφορούσε γραμμένη στα ιταλικά και αποτελούσε συμπλήρωμα των Χρονικών. Και τα δύο έντυπα τελούν όμως κάτω από την αυστηρή λογοκρισία του Μαυροκορδάτου και του Μπάυρον –πράγμα περίεργο για το ελεύθερο πνεύμα του ποιητή.
Η υγεία του δεν είναι σε καλή κατάσταση. Μια κρίση που είχε όσο βρισκόταν στην Κεφαλονιά επανήλθε δριμύτερη στις 15 Φεβρουαρίου. Αν και φαίνεται να συνήλθε, ουσιαστικά μετά από αυτή την κρίση ο Μπάυρον είχε πτωτική πορεία. Ένας περίπατος με το άλογο στις 9 Απριλίου φέρνει ένα κρυολόγημα που θα του επιδεινώσει την υγεία. Στις 10 Απριλίου δηλώνει ότι αισθάνεται καλύτερα και βγαίνει παρέα με τον Γκάμπα πάλι για ιππασία όπου τους πιάνει βροχή. Στις 13 Απριλίου, ο Πάρρυ τον πείθει να φύγει για την Ζάκυνθο για να προστατεύσει την εύθραυστη υγεία του. Δεν προλαβαίνει όμως αφού η επιδείνωση είναι ραγδαία. Λέει τα τελευταία του λόγια «Θέλω να κοιμηθώ» και πέφτει σε λήθαργο. Πεθαίνει στις 19 Απριλίου.
Στις 22 Απριλίου ο Σπυρίδων Τρικούπης διάβασε σε δημόσια τελετή πάνω στην εκτεθειμένη σωρό του Μπάυρον έναν υμνητικό αλλά και εξεζητημένο επικήδειο. Σε εκδήλωση πένθους ρίχτηκαν 37 κανονιοβολισμοί από την ανατολή του ηλίου -μία κάθε λεπτό- αριθμός συμβολικός που αντιστοιχούσε στα χρόνια του Μπάυρον. Στις 14 Μαΐου γίνεται γνωστός ο θάνατός του στο Λονδίνο. Η αδελφή του Αυγούστα παρέα με τον φίλο του Χομπχάουζ καίνε τα χειρόγραφα Απομνημονεύματά του στερώντας έτσι από την ανθρωπότητα την δυνατότητα να ακουστεί η φωνή και η σκέψη του ποιητή και αφήνοντας τον κάθε μελετητή να διαστρεβλώνει την πραγματικότητα.
Η καρδιά του ποιητή θάφτηκε στο Μεσολόγγι. Το σώμα του τοποθετήθηκε στο πλοίο «Φλόριντα» που είχε μεταφέρει από την Αγγλία τα χρήματα της πρώτης δόσης του πρώτου δανείου (40.000.000 λύρες) και που για λόγους ασφαλείας ναυλοχούσε στη Ζάκυνθο. Στις 29 Ιουνίου η σωρός του έφτασε στην Αγγλία. Στις 12 Ιουλίου τελέστηκε η νεκρική τελετή για το Λόρδο Μπάυρον και στις 16 Ιουλίου το σώμα του τοποθετήθηκε στην προγονική κρύπτη στο κοιμητήριο της εκκλησίας της «Αγίας Μαρίας Μαγδαληνής» («St. Mary Magdalene») στο Χάκνωλ (Hucknall) του Νόττινχαμ.
Η Ελλάδα θρήνησε το θάνατο του ποιητή και το εξελληνισμένο όνομα Βύρων δόθηκε σε πολλούς Έλληνες και συνεχίσει να δίνεται μέχρι σήμερα. Πολλοί μάλιστα δρόμοι διάφορων ελληνικών πόλεων πήραν το όνομά του, καθώς και ένα προάστιο της Αθήνας πάνω από το Παγκράτι που σήμερα αποτελεί τον Δήμο Βύρωνα. Άγαλμα του ποιητή από τον αναπαριστά να στεφανώνεται από την Ελλάδα, στίθηκε στο Ζάππειο, σε σημείο που αντικρίζει την Ακρόπολη.
Ο Εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός θα γράψει μία μακρά ωδή αποτελούμενη από 166 τετράστιχες στροφές για να τιμήσει την μνήμη του με τίτλο «Εἰς τὸν θάνατον τοῦ Λόρδου Μπάϋρον».
Λευτεριά, γιὰ λίγο πάψε
νὰ χτυπᾶς μὲ τὸ σπαθί.
Τώρα σίμωσε καὶ κλάψε
εἰς τοῦ Μπάιρον τὸ κορμί..
Για τους ενδιαφερόμενος, ολόκληρη η ωδή εδώ
Τέλος ο φίλος του και συμπολεμιστής του Γκάμπα που ήταν παρόν τις τελευταίες εκατό μέρες που ο Μπάυρον έμεινε στο Μεσολόγγι, όταν έφυγε συγκλονισμένος και πήγε στην Αγγλία, σύνταξε μια λεπτομερή καταγραφή των γεγονότων που αφορούσαν τον ερχομό και την παραμονή του Μπάυρον στην Ελλάδα, η οποία μέχρι σήμερα αποτελεί μια πολύτιμη πηγή πληροφοριών. Μιλάμε για το A narrative of lord Byron's last journey to Greece.


Ο Λόρδος Μπάυρον, έγχρωμη λιθογραφία άγνωστου καλλιτέχνη.


Χρονολόγιο Λόρδου Μπάυρον
1643. Ο σερ Τζων Μπάυρον ονομάζετε Λόρδος από τον βασιλιά Κάρολο τον Πρώτο.
1755. Γέννηση του Τζων Μπάυρον, πατέρα του Λόρδου Βύρωνα.
1765. Γέννηση της Κάθριν Γκόρντον του Γκάιτ, μητέρας του Λόρδου Βύρωνα.
1779. Η Λαίδη Κόνυερς, Αμέλια Ντ’ Αρσύ, παντρε’υεται τον Τζων Μπάυρον.
1784. 26 Ιανουαρίου: Γέννηση της Αυγούστας, ετεροθαλούς αδελφής του Λόρδου Βύρω να.
1785. 13 Μαΐου: Ο Τζων Μπάυρον ξαναπαντρεύεται. Παίρνει για σύζυγό του την Κάθριν Γκόρντον του Γκάιτ. 13 Νοεμβρίου: Γέννηση της Καρολίνας Πόνσονμπυ, μετέπειτα Καρολίνας Λαμπ.
1786. 27 Ιουλίου: Γέννηση του Τζων Καμ Χομπχάουζ, φίλου του Λόρδου Βύρωνα.
1788. 22 Ιανουαρίου: Γεννιέται στο Λονδίνο ο Λόρδος Βύρων, ο Έκτος Λόρδος Μπάυρον.
1791. Πεθαίνει ο πατέρας του ποιητή στην Γαλλία όπου βρίσκεται αφού έχει εγκαταλείψει την γυναίκα του και τον μικρό Μπάυρον, σε ηλικία τριάντα έξι χρονών –ηλικία που πεθαίνουν οι Μπάυρον.
1792. 17 Μαίου: Γέννηση της Αναμπέλλας Μίλμπανκ, μετέπειτα γυναίκας του Λόρδου Βύ ρωνα. 4 Αυγούστου: Γεννιέται ο ποιητής και φίλος του Μπάυρον, Πέρσυ Σέλλεϋ.
1797. 30 Αυγούστου: Γεννιέται η Μαίρη Γκόντουιν, κατοπινή γυναίκα του Σέλεϋ και συγ γραφέας του γνωστού μυθιστορήματος Φραγκενστάιν, ο σύγχρονος Προμηθέας.
1798. 27 Απριλίου: Γέννηση της Κλαίρης Γκάιρμον, μετέπειτα ερωμένης του Λόρδου Μπάυρον με την οποία απέκτησε και μια κόρη.
19 Μαΐου: Στα δέκα του χρόνια ο ποιητής κληρονομεί από τον αδελφό του παππού του, Ουίλιαμ Μπάιρον τον τίτλο του Λόρδου, αλλά και την πολύ μεγάλη περιουσία του στο Νόττινχαμσαϊρ (Nottinghamshire).
1899. Γέννηση της Τερέζας Γκάμπα, μετέπειτα Κόμισσας Γκουιτσιόλι με την οποία ο Μπάυρον συνδέθηκε ερωτικά όταν διέμενε στην Ιταλία.
1799. Μπαίνει εσωτερικός στο σχολείο του Ντάλβιν, έξω από το Λονδίνο.
1801. Εγγραφή του δεκατριάχρονου Λόρδου Βύρωνα στο Χάρροου.
1803. Μένει στο Νόττιγχαμ και στο Άνεσλυ.
1804. Μένει στο Σάουθγουελ, στο σπίτι της μητέρας του.
1805. Οκτώβριος: Τελειώνει το Χάρροου και μπαίνει στο κολλέγιο Τρίνιτυ του Πανεπι στημίου Καίμπριτζ.
1806. Ο φοιτητής του Καίμπριτζ ετοιμάζει μια συλλογή από ποιήματα. Γνωρίσει τον Γουίλ λιαμ Μπανκς και τον Τσάρλς Σκίννερ Μάθιους, συμφοιτητές του που έχουν μυηθεί στον ομοφυλοφιλικό έρωτα και που συχνά προκαλούν στους φοιτητικούς κύκλους συζητήσεις για το θέμα.
1807. Μάρτιος: Ο Λόρδος εκδίδει τις Ώρες τεμπελιάς. 17 Αυγούστου: Η Αυγούστα Μπά υρον παντρεύεται τον Τζωρτζ Λη, αντισυνταγματάρχη των Δραγόνων.
1808. Ιανουάριος-Αύγουστος: Καίμπριτζ και Λονδίνο. Σεπτέμβριος: Ο ποιητής εγκαθί σταται στον πύργο του, στο Αβαείο του Νιούστηντ.
1809. 22 Ιανουαρίου: Γιορτή στο Νιούστηντ για την ενηλικίωσή του.
13 Μαρτίου: Ο Λόρδος Βύρων μπαίνει στη Βουλή των Λόρδων.
16 Μαρτίου: Δημοσιεύεται το σατιρικό του Άγγλοι ποιητές και Σκώτοι Επικριτές.
11 Ιουλίου: Ο Λόρδος Βύρωνας αναχωρεί από το Λονδίνο παρέα με το φίλο του Χο μπχάουζ για την Πορτογαλία, την Ισπανία και γενικά την Ανατολή.
1-12 Σεπτεμβρίου: Μένουνε στη Μάλτα. Αρχίζει τον Τσάιλντ Χάρολντ. 23 Σεπτεμ βρίου: Αντικρίζει πρώτη φορά την Ελλάδα και αυτό γίνεται στα ανοιχτά του Πα τραϊκού κόλπου. Συνεχίζουν το ταξίδι τους για την Πρέβεζα. Φτάνουν μετά από 10 μέρες στα Γιάννενα. Από εκεί φτάνουν στο Τεπελένι. Συναντιέται με τον Αλή Πασά τουλάχιστον τρεις φορές. Φεύγει από το Τεπελένη συνοδεία ανθρώπων του Αλή Πασά με προορισμό την Πρέβεζα και από εκεί με πλοίο για την Πάτρα. Ναυαγούν όμως στις ακτές του Σουλίου, και ναυαγοί περισυλλέγονται από Σουλιώτες που τους περιποιούνται και τους συνοδεύουν ξανά στην Πρέβεζα. Από εκεί οδικός με προορισμό το Λουτράκι περνούν από Μεσολόγγι και καταλήγουν στην Πάτρα. Από εκεί πηγαίνουν στη Βοστίτσα –το σημερινό Αίγιο- φιλοξενούμενοι του Αντρέα Λόντου. Θα συνεχίσουν για τα Σάλωνα (σημερινή Άμφισσα), τους Δελφούς και τη Χαιρώνεια. Στην διαδρομή αυτή έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με έλληνες Κλέφτες και Αρματολούς και ακούει τα τραγούδια τους.
25 Δεκεμβρίου, Χριστούγεννα: Ο Λόρδος Βύρωνας φτάνει για πρώτη φορά στην Αθήνα.
1810. Ιανουάριος, Φεβρουάριος: Δέκα εβδομάδες παρέα με τον Χομπχάουζ στην Αθήνα. Αναχωρεί για τη Σμύρνη και «ανηφορίζει» στα παράλια της Μικράς Ασίας με σκοπό να φτάσει και να βρει την ομηρική Τροία.
8 Μαΐου: Περνάει κολυμπώντας τον Ελλήσποντο, από τη Σηστό στην Άβυδο.
14 Μαΐου: Φτάνει στην Κωνσταντινούπολη.
1811. Ιανουάριος: Ο Λόρδος Βύρωνας, μόνος του τώρα –ο Χομπχάουζ αναχωρεί για την Αγγλία- γυρνάει στην Αθήνα και μένει στο μοναστήρι των Καπουτσίνων, πλάι στο μνημείο του Λυσικράτη στην Πλάκα. Γνωρίζεται και συνδέεται ερωτικά με τον δε καπεντάχρονο Νικολό Ζιρό, σπουδαστή του οποίου η αδελφή ήταν παντρεμένη με τον Λουιζιέρη, Ναπολιτάνο ζωγράφο και συνεργάτη του Έλγιν. Ο Ζιρό είχε γεννη θεί στην Ελλάδα και μιλούσε απταίστως τα ελληνικά. Ήταν όμως κατά το ένα ήμισυ Ιταλός και κατά το υπόλοιπο Γάλλος. Μάιος: Επισκέπτεται μαζί με τον Νικολό την Αρχαία Ολυμπία, αρρωσταίνει σοβαρά και διαμένει στην Πάτρα κάτω από τις φρο ντίδες του Νικολό. Επιστρέφουν στην Αθήνα. Επισκέπτεται την Τριπολιτσά και γί νεται δεκτός από τον Βελή Πασά, γιο του Αλή στον οποίο παραδίδει γράμμα του πα τέρα του.
17 Ιουλίου: Επιστρέφει στην Αγγλία. 1 Αυγούστου: Θάνατος της μητέρας του Λόρ δου Βύρωνα.
1812. 27 Φεβρουαρίου: Ο Λόρδος Βύρωνας μιλάει για πρώτη -και τελευταία- φορά από το βήμα της Βουλής των Λόρδων.
29 Φεβρουαρίου: Εκδότης του γίνεται ο Τζων Μάρραιη. Βγάζει τα δυο πρώτα κάντος του Τσάιλντ Χάρολντ. 10 Μαρτίου: «Ξύπνησα ένα πρωί και βρήκα τον εαυτό μου διάσημο.
25 Μαρτίου: Η Λαίδη Καρολίνα Λαμπ κάνει απογευματινό χορό στο Μέλμπουρυ Χάουζ. Ανάμεσα στους καλεσμένους είναι ο Λόρδος Βύρωνας, η μις Μίλμπανκ, η Λαίδη Τζέρσεϋ, ο Λόρδος Κίνναιρ, η μις Έλφινστον κ.ά. Πρώτο ερωτικό γράμμα της Λαίδης Καρολίνας Λαμπ στον Λόρδο Βύρωνα.
Οκτώβριος: Ο ποιητής ζητάει σε γάμο τη μις Μίλμπανκ κι αυτή αρνείται. Επι σκέπτεται τη Λαίδη Όξφορντ, στο Έϋγουντ, και μένει μαζί κοντά της ως τις 15 Νο εμβρίου. Κάνει τη διαθήκη του και αφήνει το βασικό του κληροδότημα κάπου 7.000 λίρες -πέρα από την οικογένειά του- στον Νικολά Ζιρό.
1813. Νέα φιλοξενία στο Έϋγουντ. Μάιος: Εκδίδεται ο Γκιαούρ.
28 Ιουνίου: Η λαίδη Όξφορντ φεύγει για την Ευρώπη και τερματίζεται έτσι ο δε σμός της με τον Μπάυρον. Η Αυγούτσα Λη έρχεται στο Λονδίνο.
Ιούλιος-Αύγουστος: Ο ποιητής και η αδελφή του Αυγούστα μένουν μαζί.
6 Ιουλίου: Επεισόδιο με τη Λαίδη Καρολίνα Λαμπ στο χορό της Λαίδης Χέτκοτ.
Δεκέμβριος: Εκδίδει τη Νύφη της Αβύδου και γράφει τον Κουρσάρο.
1814. Ιανουάριος-Φεβρουάριος: Τρεις εβδομάδες στο Νιούστην με την Αυγούστα.
28 Μαρτίου: Μένει στο Άλμπανυ.
15 Απριλίου: Γεννιέται η κόρη του Μεντόλα Λη, καρπός της ερωτικής σχέσης του Λόρδου Βύρωνα και της ετεροθαλούς αδελφής του Αυγούστας. Αύγουστος: Εκδίδει τον Λάρα.
15 Σεπτεμβρίου: Ο ποιητής ζητάει για δεύτερη φορά σε γάμο τη μις Μίλμπανκ κι εκείνη δέχεται. Αρραβωνιάζονται.
Δεκέμβριος: Γράφει τις Εβραϊκές μελωδίες. Παραμονές Χριστουγέννων φεύγει από το Λονδίνο με τον Χομπχάουζ και πάνε στο Σήαμ της Αναμπέλλας.
1815. 2 Ιανουαρίου: Ο Λόρδος Βύρωνας παντρεύεται την Αναμπέλλα Μίλμπανκ.
28 Μαρτίου: Το ζευγάρι εγκαθίσταται στο Λονδίνο, στον αριθμό 3 του Πικαντίλλυ Τέρρας.
29 Ιουλίου: Ο Λόρδος Βύρωνας κάνει τη διαθήκη του που είναι ευνοϊκή για την Αυ γούστα Λη.
15 Νοεμβρίου: Η αδελφή του Αυγούστα έρχεται και μένει στο Πικαντίλλυ Τέρρας.
10 Δεκεμβρίου: Γεννιέται η Άντα Μπάυρον, επίσημη κόρη του ποιητή.
1816. 15 Ιανουαρίου: Η γυναίκα του εγκαταλείπει το Λονδίνο μαζί με την κόρη του Άντα και πάνε στο Κίρκμπυ Μάλλορυ.
2 Φεβρουαρίου: Ο Λόρδος Βύρωνας μαθαίνει πως η γυναίκα του θέλει να τον χωρί σει.
Φεβρουάριος: Εκδίδεται η Παρισίνα.
17 Μαρτίου: Ο ποιητής αποδέχεται έναν φιλικό χωρισμό. Γράφει το Έχε γεια στη γυναίκα του.
14 Απριλίου, Κυριακή του Πάσχα: Η Αυγούστα Λη αποχαιρετάει τον αδελφό της.
23 Απριλίου: Ο Ποιητής με τους δυο φίλους του Χομπχάουζ και Σκροπ Νταίηβις φτάνουν στο Ντόβερ.
25 Απριλίου: Ο Λόρδος Βύρωνας αναχωρεί με πλοίο για την Οστάνδη και, όπως θα αποδειχτεί, χαιρετάει για πάντα την Αγγλία.
3 Μαΐου: Ο Ποιητής Πέρσυ Σέλλεϋ μαζί με την Μαίρη Γκόντουιν και την Κλαίρη Κλαιρμόν φεύγουν για τη Γενεύη. Μάιος: Γράφεται το τρίτο κάντο του Τσάιλντ Χάρολντ.
25 Μαΐου: Ο Λόρδος Βύρωνας φτάνει στην Ελβετία και μένει στο ξενοδοχείο Σεσε ρόν της Γενεύης. Ιούνιος: Εγκαθίσταται στη Βίλα Ντιοτάτ.
23 Ιουνίου: Με τον Πέρσυ Σέλλεϋ, οι δυο τους, κάνουν πάνω σε θαλαμηγό το γύρο της λίμνης της Γενεύης.
27 Ιουνίου: Μετά από καταιγίδα καταφεύγουν στο Ουσύ, όπου ο ποιητής γράφει τον Φυ λακισμένο της Σιγιόν. Ιούλιος: Έχει έτοιμο το τρίτο κάντο του Τσάιλντ Χάρολντ.
17-29 Σεπτεμβρίου: Ο Λόρδος Βύρωνας με το φίλο του Χομπχάουζ τριγυρίζει τις Άλπεις και εμπνέεται τον Μάνσφρεντ.
Νοέμβριος: Βαφτίζεται η κόρη του Άντα στην Αγγλία και η Αυγούστα Λή, που θα γι νόταν Νονά, αποκλείεται από την τελετή. Ο Λόρδος Βύρων έρχεται στην Ιταλία και πάει να μεί νει στην Βενετία.
Δεκέμβριος: Ο Πέρσυ Σέλλεϋ παντρεύεται την Μαίρη Γκόντγουιν.
1817. 12 Ιανουαρίου: Μια ακόμη κόρη. Γεννιέται η Αλλάγκρα, κόρη του Λόρδου Βύρωνα και της Κλαίρης Κλαιρμόν.
Φεβρουάριος: Ολοκληρώνεται ο Μάνφρεντ. 29 Απριλίου-16 Μαΐου: Επίσκεψη στη Ρώμη.
Ιούνιος-Οκτώβριος: Γράφει το τέταρτο κάντο του Τσάιλντ Χάρολντ και τον Μπέπ πο.
Νοέμβριος: Πουλιέται το Νιούστηντ στον παλιό γνώριμο συνταγματάρχη Ουάιλ ντμαν.
1818. Σεπτέμβριος: Γράφει το πρώτο κάντο του Δον Ζουάν.
1819. Ιανουάριος: Γράφει το δεύτερο κάντο του Δον Ζουάν. Απρίλιος: Ο Λόρδος Βύρω νας γνωρίζει την δεκαεννιάχρονη κόμισσα Τερέζα Γκουιτσιόλι στο σπίτι της Κόμισ σας Μπεντσόνι.
Τέλος Μαΐου: Πηγαίνει στη Ραβέννα για την Κόμισσα Γκουιτσιόλι.
18 Σεπτεμβρίου: Ο Λόρδος Βύρωνας και η νεαρή Κόμισσα φεύγουν μαζί για τη Βε νετία. Νοέμβριος: Ο ποιητής τελειώνει το τρίτο και αρχίζει το τέταρτο κάντο του Δον Ζουάν.
1820. Μάρτιος: Είναι πάλι πίσω στη Ραβέννα και γράφει την Προφητεία του Δάντη. Απρί λιος: Συμμετέχει στην αντιπαπική και αντικατοχική επαναστατική κίνηση των «Καρμπονάρων.
12 Ιουλίου: Παπική έγκριση χωρισμού της Τερέζας και του Κόμη Γκουιτσιόλι με περιοριστικούς όρους για την Τερέζα.
Νοέμβριος: Ο Λόρδος Βύρωνας τελειώνει και το πέμπτο κάντο του Δον Ζουάν φι λοξενούμενος πάντα του Γκουιτσιόλι.
1821. 24 Φεβρουαρίου: Οι Ιταλοί επαναστάτες αποτυγχάνουν. Μάιος-Ιούλιος: Γράφονται ο Σαρδανάπαλος και ο Κάιν.
29 Οκτωβρίου: Ο Λόρδος Βύρωνας αφήνει την τη Ραβένα και ανταμώνει ξανά με την Τερέζα στην Πίζα.
Νοέμβριος: Αρχίζει τον Μεταμορφωμένο Παραμορφωμένο.
1822. Φεβρουάριος: Γράφεται το έκτο, έβδομο και όγδοο κάντο του Δον Ζουάν. 20 Απρι λίου: Πεθαίνει η μικρή Αλλέγκρα που την είχε στείλει ο πατέρας της στο μοναστήρι του Μπανιακαβάλλο.
8 Ιουλίου: Ο Πέρσυ Σέλλεϋ πνίγεται στον κόλπο Λέρίτσι.
16 Αυγούστου: Το πτώμα του Σέλλεϋ βρίσκεται αγνώριστο και καίγεται στην ακτή μπροστά στον Λόρδο Βύρωνα.
Αύγουστος: Γράφεται το ένατο, το δέκατο και το ενδέκατο κάντο του Δον Ζουάν. Σεπτέμβριος: Διαμένει στη Γένοβα.
1823. Μάιος: Το Φιλελληνικό Κίνημα του Λονδίνου εξασφαλίζει σημαντικό δάνειο για την επαναστατημένη Ελλάδα και κρίνει ότι ο ποιητής είναι ο ποιο κατάλληλος εντολο δόχος της υπόθεσης. Ο Λόρδος Βύρωνας δέχεται την πρόταση με ενθουσιασμό.
13 Ιουλίου: Αναχωρεί από τη Γένοβα με το πλοίο «Ηρακλής».
3 Αυγούστου: Φτάνει στην Κεφαλονιά. Εκεί έχουν εγκατασταθεί και ζουν σε συν-θή κες οικτρής πείνας πρόσφυγες από τη Χίο και το Μοριά. Ο Μπάυρον βοηθάει στην πράξη τις οικογένειες αυτές. Μια χήρα που προερχόταν από εύπορη οικογένεια της Πάτρας ζητάει να τον ακολουθήσει με τις τρεις κόρες της και τον ένα της γιο. Ερωτεύεται και στη συνέχεια παίρνει μαζί του τον έφηβο γιο της χήρας Λουκά Χα λανδριτσάνο. Παραμένει στο νησί της Κεφαλονιάς συνολικά τέσσερεις μήνες, μέχρι να αποφασίσει σε πιο μέρος της Ελλάδας θα πάει, αλλά και με ποιόν εκπρόσωπο της Προσωρινής Ελληνικής Κυβέρνησης θα έρθει σε επαφή, μια και ο εμφύλιος στην Ελλάδα έχει ήδη ξεσπάσει.
22 Νοεμβρίου: Αναχωρεί τελικά για το Μεσολόγγι, αποφασισμένος να ενταχθεί και να δουλέψει για τον Αγώνα των Ελλήνων συνεργαζόμενος στο πλευρό του Αλέξαν δρου Μαυροκορδάτου.
1824. 5 Ιανουαρίου: Οι Έλληνες μαχητές χαιρετίζουν την άφιξή του στο Μεσολόγγι. Πα ραδίδει τα χρήματα και τα υπόλοιπα που έχει επιφορτιστεί να φέρει. Συντηρεί με δικά του χρήματα τα πληρώματα των σπετσιώτικων καραβιών που είναι αγκυροβο λημένα και φυλάνε την είσοδο του Μεσολογγίου. Πληρώνει και συντηρεί μια ομάδα από 250 Σουλιώτες πολεμιστές που τους θεωρεί τους γενναιότερους πολεμιστές. Αναγκάζεται στη συνέχεια να τους διώξει μετά τα επεισόδια που δημιουργούν, και κρατά τους 80 από αυτούς για προσωπική του φρουρά. Καλεί και φέρνει από τον Λονδίνο τον Άγγλο πυροτεχνουργό Γουίλιαμ Πάρρυ για να επιμεληθεί μέρος της οχύρωσης, να στήσει μηχανουργείο αλλά και να προσφέρει τις γνώσεις του στον Αγώνα. Χρηματοδοτεί την έκδοση της πρώτης εφημερίδας στην Ελλάδα τα Ελληνικά Χρονικά, αλλά και μιας άλλης του Telegrafo Greco που κυκλοφορούσε γραμμένο στα ιταλικά και αποτελούσε συμπλήρωμα των Χρονικών. Και τα δύο έντυπα τελούν όμως κάτω από την αυστηρή λογοκρισία του Μαυροκορδάτου και του Μπάυρον.
22 Ιανουαρίου: Γράφει το τελευταίο του ποίημα: Σήμερα κλείνω τα τριάντα έξι μου χρόνια.
15 Φεβρουαρίου: Παθαίνει επιληπτική κρίση. 9 Απριλίου: Κρυολογεί μετά από έναν περίπατο με το άλογο.
10 Απριλίου: Δηλώνει ότι αισθάνεται καλύτερα και βγαίνει παρέα με τον Γκάμπα πάλι για ιππασία όπου τους πιάνει βροχή.
11 Απριλίου: Αρχίζει στο Ανατολικό η δίκη του Καραϊσκάκη που ούτε λίγο ούτε πολύ κατηγορείται από τον Μαυροκορδάτο για «εσχάτη προδοσία». Ότι, με λίγα λόγια, συνωμότησε με τον Ομέρ Βρυώνη για να του παραδώσει το Μεσολόγγι. Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο επίσκοπος Πορφύριος της Άρτας.
13 Απριλίου: Ο Πάρρυ πείθει τον Μπάυρον να φύγει για την Ζάκυνθο για να προ στατεύσει την εύθραυστη υγεία του.
18 Απριλίου: Επιδεινώνεται η κατάστασή του. Λέει τα τελευταία του λόγια «Θέλω να κοιμηθώ» και πέφτει σε λήθαργο.
19 Απριλίου: Θάνατος του Λόρδου Βύρωνα.
22 Απριλίου: Ο Σπυρίδων Τρικούπης διαβάζει σε δημόσια τελετή πάνω στην εκτε θειμένη σωρό του Μπάυρον έναν υμνητικό αλλά και εξεζητημένο επικήδειο.
14 Μαΐου: Το Λονδίνο μαθαίνει το θάνατό του.
17 Μαΐου: Καίγονται με επιθυμία της αδελφής του Αυγούστας και του φίλου του Χο μπχάουζ τα Απομνημονεύματά του.
25 Μαΐου: Ο νεκρός Λόρδος Βύρων τοποθετείται στο πλοίο «Φλόριντα» που είχε μεταφέρει από την Αγγλία τα χρήματα της πρώτης δόσης του πρώτου δανείου (40.000.000 λύρες) και που για λόγους ασφαλείας ναυλοχεί στη Ζάκυνθο.
29 Ιουνίου: Η σωρός του φτάνει στην Αγγλία.
12 Ιουλίου: Νεκρική τελετή για το Λόρδο Βύρωνα.
16 Ιουλίου: Βάζουν το σώμα του στην προγονική κρύπτη του Χάκναλ Τόρκαρντ.
1828. 25 Ιανουαρίου: Θάνατος της Λαίδης Καρολίνας Λαμπ.
1832. Φεβρουάριος: Θάνατος τη; Μαίρης Ανν Τσάγουωρθ – Μάστερ.
1835. Η κόρη του Βύρωνα Άντα παντρεύεται τον το Λόρδο Ουίλλιαμ Κινγκ.
1837. Θάνατος της Λαίδης Φράνσις Ουέμπστερ.
1849. 28 Αυγούστου: Πεθαίνει η κόρη του Βύρωνα Μεντόρα στα τριανταπέντε της χρόνια.
1851. 1 Φεβρουαρίου: Θάνατος της Μαίρης Σέλλεϋ.
26 Φεβρουαρίου: Ο Τζων Καμ Χομπχάουζ γίνεται Λόρδος Μπράουτον.
12 Οκτωβρίου: Πεθαίνει η αδελφή του Λόρδου Βύρωνα Αυγούστα σε ηλικία εξήντα εφτά ετών.
1852. 27 Νοεμβρίου: Θάνατος της Άντας στα τΟ Λόρδος Μπάυρον, έγχρωμη λιθογραφία άγνωστου καλλιτέχνηριάντα έξι της χρόνια. Την θάβουν δίπλα στον πατέρα της στον Χάκναλ Τόρκαρντ.
1860. 16 Μαΐου: Πεθαίνει η γυναίκα του ποιητή σε ηλικία εξήντα δύο χρονών.
1869. Θάνατος του Λόρδου Μπράουτον (Χομπχάουζ) στα 83 του χρόνια.
1873. Πεθαίνει η μαρκησία Ντε Μπουασύ (Τερέζα Γκουιτσιόλι) σε ηλικία 73 ετών.
1879. Θάνατος της Καλίρης Κλαιρμον.
1900. 22 Ιανουαρίου: Ο Έλι Ταϊγφέ, εγγονός του από τη Μεντόρα, πεθαίνει την ίδια μέρα που γεννήθηκε ο Λόρδος Βύρων.

Πηγές

Για την σύνταξη του αφιερώματος στον Λόρδο Μπάυρον αντλήθηκαν στοιχεία από τις μελέτες που παρουσιάζουμε στη συνέχεια.
© κειμένου, gayekfansi.blogspot.gr, με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος.




Έργα του Λόρδου Μπάυρον στα ελληνικά
  • Τσάιλντ Χάρολντ, μετ. Μαρία Κεσίση, εκδόσεις Σπανός – Βιβλιοφιλία, Αθήνα, 1977.
  • Κάιν, μετ. Έλενα Αναστασάκη, εκδόσεις Οδός Πανός – Σιγαρέτα, Αθήνα, 2014
  • Κάιν, μετ. Μίνως Βολανάκης, Εκδόσεις Bibliotheque, Αθήνα, 2013.
  • Κάιν, μετ. Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη, εκδόσεις Ανεμοδείκτης- Ροδινού Μαριάννα, Αθήνα, 2006.
  • Επιστολές από την Ελλάδα, 1809-1811 και 1823-1824, μετ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, Εκδόσεις Ιδεόγραμμα, Αθήνα, 1996.
  • Μάνφρεντ Ένα δραματικό ποίημα, μετ. Δημήτρης Ζάχος, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα, 2011.
  • Ντον Ζουάν, Άσματα, 9-16, (3 τόμοι), μετ. Μαρία Κεσίση, εκδόσεις Σπανός – Βιβλιοφιλία, Αθήνα, 1981.
  • Ο Γκιαούρ, μετ. Αικατερίνη Δοσίου, εκδόσεις Παρασκήνιο, Αθήνα, 1967.
  • Ο φυλακισμένος του Σιγιόν και άλλα διαλεχτά ποιήματα, μετ. Θανάσης Γιαπιτζάκης, εκδόσεις Μπουκουμάνης, Αθήνα, 1988.
  • Φρανκενστάιν - Ο βρυκόλακας - Ένα απόσπασμα (των Μαίρη Σέλεϋ -  Τζων Πολιντόρι -  Λόρδος Βύρων αντίστοιχα), μετ. Θάνος Σακκέτας, εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα, 1995.
  • Ο βρυκόλακας, Ένα απόσπασμα, μετ. Λίλιαν Stead-Δασκαλοπούλου, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα.
  • Αγάπη για την ελευθερία την Ελλάδα και τη φύση (Επιλογές από την ποίησή του), εκδόσεις Ταξιδευτής, Αθήνα, 2008.
  • Επιλογές από επιστολές, ημερολόγια και ποιήματα, μετ. Ειρήνη Βρης, εκδόσεις Οδός Πανός – Σιγαρέτα, Αθήνα, 1993.
  • Η κατάρα της Αθήνας, μετ. Πάνος Καραγιώργος, εκδόσεις  Κυριακίδη Αφοί Α.Ε. Αθήνα, 1995.
  • Μάνφρεντ, μετ. Αθανάσιος Οικονόμου, εκδόσεις Οδός Πανός – Σιγαρέτα, Αθήνα, 2006.
  • Ο κουρσάρος, μετ. Λεωνίδας Ραζέλος, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 1990.
  • Χ Ποιήματα Poems, μετ. Γιάννης Γ. Μπαζός, εκδόσεις Σοφίτα, Αθήνα, 2014.




Έργα για τον Λόρδο Μπάυρον στα ελληνικά
Μελέτες
  • Έντνα Ο' Μπράιαν, Λόρδος Μπάιρον: Οι έρωτές του, μετ. Σοφία Σκουλικάκη, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2010.
  • Αλέκος Κουτσούκαλης, Λόρδος Μπάιρον Η ζωή, το έργο και η επαναστατική δράση του, εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 1990.
  • Μάριος Βύρων Ραΐζης, Η ποίηση του Μπάιρον, εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 1994.
  • Πάνος Τριγάζης, Μπάϊρον εναντίον Έλγιν, εκδόσεις Ταξιδευτής, Αθήνα 2004.
  • Χάρολντ Νίκολσον, Μπάιρον, το τελευταίο ταξίδι, μετ. Βαγγέλης Κατσάνης, εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2004.
  • Ρόντερικ Μπήτον, Ο πόλεμος του Μπάιρον, μετ. Κατερίνα Σχινά, εκδόσεις Πατάκης, Αθήνα 2015.
  • Βασίλης Ρωμούδης, Λόρδος Μπάυρον, εκδόσεις Μαλλιάρης Παιδεία, Αθήνα, 2005.
  • Αντρέ Μωρουά, Λόρδος Μπάυρον μετ. Λήδα Παλαντίου, εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα, 1997.
  • Αναστάσιος Παπασταύρος, Λόρδος Μπάυρον. Από τα Γιάννενα στην αθανασία, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα, 2006.
  • Φρέντερικ Πρόκος, Μπάυρον τα χειρόγραφα του Μεσολογγίου, μετ. Παναγιώτης Σκόνδρας, εκδόσεις Αστάρτη, Αθήνα, 2003.
  • Γιώργος Βαφόπουλος, Ο θρύλος του Μπάυρον, εκδόσεις Ροές, Αθήνα, 1990.
  • Ευγενία Κεφαλληναίου, Τα μάρμαρα του Παρθενώνα και το κατηγορώ του Μπάυρον, εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 2003.
  • Κάιν (Δράμα σε τρεις πράξεις) Μεταφυσικά σχόλια του Φαμπρ ντ Ολιβέ, εκδόσεις Τετρακτύς, Αθήνα, 2002.
  • Atchley S. C., Ο λόρδος Βύρων στην Ελλάδα
  • Conte Pietro Gamba, Ο λόρδος Βύρων στην Ελλάδα, μετ. Μπάμπης Άννινος, εκδόσεις Βεργίνα, 2007.
Μυθιστορήματα
  • John Crowley, Το μυθιστόρημα του Λόρδου Μπάϊρον. Η χώρα του δειλινού, μετ. Νάσος Κυριαζόπουλος, εκδόσεις Χαρλένικ Ελλάς, Αθήνα, 2007.
  • Τομ Χόλλαντ, Το μυστικό του λόρδου Μπάιρον, μετ. Σπύρος Πιέρρης, εκδόσεις Δέκα, Αθήνα, 2005.
  • Χαιρόπουλος Χρήστος, Ο λόρδος Βύρων και η κόρη των Αθηνών, εκδόσεις Μοντέρνοι καιροί.


(Αρ) Ο Jonny Lee Miller ως Λόρδος Μπάυρον στην ταινία του BBC, Byron.
(Δε)Ο Βύρων με αλβανική ενδυμασία. Λεπτομέρεια πορτρέτου του Thoman Phillips.

Ο Λόρδος Μπάυρον, σκηνή από επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς «1821».

Ο Μάνος Βακούσης ως Λόρδος Μπάυρον στην ταινία του Νίκου Κόυνδουρου, 
Μπάυρον Μπαλάντα σε έναν δαίμονα (1992)


Σύμπλεγμα αγαλματος που παριστά τον Μπάυρον να στεφανώνεται από την  Ελλάδα. Ζάππειο, Αθήνα


Οι γονείς του Λόρδου Μπάυρον, Captain John «Mad Jack» Byron, Catherine Gordon


Ο Λόρδος Μπάυρον νεκρός στο Μεσολόγγι, πίνακας του Joseph Denis Odevaere


Δύο γραμματόσημα της Ελληνικής Δημοκρατίας αφιερωμένα στον Λόρδο Βύρωνα


Ο Λόρδος Μπάυρον, πορτρέτο άγνωστου καλλιτέχνη.


Ο Λόρδος Μπάυρον με ελληνική φορεσιά.
Έργο άγνωστου καλλιτέχνη περ. 1830. Μουσείο Μπενάκι, Αθήνα.


Ο Λόρδος Μπάυρον, πορτρέτο του Thomas Phillips


 
Πορτρέτο του Λόρδου Μπάυρον (1836), από τον Richard Westall
National Portrait Gallery, Λονδίνο


Υπογραφή του Λόρδου Μπάυρον.