Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

MENIS KOUMANDAREAS (1931-2014)


Με φόντο τα σχέδια του Μυταρά για την Κυρία Κούλα

ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ (1931-2014)

Αντί προλόγου
Η είδηση του θανάτου -της δολοφονίας πιο σωστά- του Μένη Κουμανταρέα μας γέμισε θλίψη. Ένας ευγενικός και γενναιόδωρος άνθρωπος, ένας σημαντικός συγγραφέας, δεν είναι πια μαζί μας. Δεν είναι πια μαζί μας ως φυσική παρουσία. Μένει όμως ουσιαστικά μαζί μας, με το έργο του.
Ένα αφιέρωμα που γυρόφερνε από παλιά στο μυαλό μας και που είχε αφεθεί αόριστα για το  μέλλον, πρέπει να επισπευσθεί. Εν αναμονή λοιπόν ενός ολοκληρωμένου αφιερώματος στο συγγραφέα, παρουσιάζουμε εδώ -σαν ξόρκι για τούτο το κακό- δυο επιστολές. Η μία είναι ενός φαντάρου προς τον Μένη και εν συνεχεία την απάντηση του Κουμανταρέα.


Ο Μ. Κουμανταρέας ναύτης την περίοδο που υπηρετούσε τη θητεία του


Γράμμα ενός στρατιώτη
Λήμνος
Αξέχαστε φίλε μου Μένη,
Εύχομαι το γράμμα μου να σε βρει με υγεία και κέφια. Σου γράφω απ' το στρατόπεδο. Όλα εδώ είναι άστα να πάρει ο διάολος. Ξεραΐλα, ζέστη και κούραση. Καψόνια δεν έχουμε, μόνο σκοπιές. Κι οι καμπάνες βροχή. Τη θάλασσα τη βλέπουμε από μακριά. Απαγορεύεται το μπάνιο κι ας είναι Μάης. Από μακριά και τα κορίτσια. Οι ντόπιοι τα κρατάνε κλειδωμένα. Σιγά τις παρθένες. Η χούφτα πάει σύννεφο. Σε πεθύμησα. Εσύ; Σκέφτομαι τα λόγια σου στο καφενεδάκι στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας με τσιγάρο και καφέ. Θυμάσαι; Ή μήπως τώρα κάθεσαι εκεί με άλλους; Θα χαλάσεις το στομάχι σου μου 'λεγες. Κι εσύ θα χαλάσεις τα μάτια σου, σου 'λεγα. Πρόσεξε εκεί στη Γερμανία που θα πας μην κοιτάς έτσι περίεργα όπως εδώ γιατί θα φας καμιά μπουνιά και θα δεις τον ουρανό ανάποδα. Μα εσύ δεν παίρνεις από λόγια. Το σπασμένο χέρι πως πάει;
Που να σε είχα εδώ τώρα Μένη! Να δεις τόσους παίδαρους μαζεμένους, κοντοί ψηλοί, άλλοι να τρέχουνε σαν τρελοί κι άλλοι αραχτοί ξεκούμπωτοι. Θα 'κανες δέκα βιβλία. Αλήθεια γράφεις; Τι γράφεις πάλι; Σ' εμάς το ράδιο αρβύλα μιλάει για μεταθέσεις. Περιμένω κι εγώ, μα δε βαριέσαι, χρειάζεται γλείψιμο. Τα βουτυρόπαιδα βέβαια βολεύονται. Αυτοί βλέπεις έχουνε τα μέσα, τις χήνες, τα έχουνε όλα. Χτες βράδυ είχα το νούμερο γερμανικό. Τ' όπλο χάμω, το τρανζιστοράκι στ' αυτί. Έρχεται ένας μαλάκας λοχίας δυο πιθαμές αντράκι και μου κάνει έφοδο. Πήγε να μου πουλήσει νταηλίκι. Θα σε βγάλω αναφορά και τέτοια. Θα μου κλάσεις τ' αρχίδια πήγα να του πω, μα θυμήθηκα τα λόγια σου, κάνε λούφα, και το κατάπια.
Με πήρε τηλέφωνο ο Νίκος. Για τ' αδελφάκι μου σου λέω, όπου να 'ναι πάει φαντάρος κι αυτός. Του είπα να 'θρει να σε βρει στην Αθήνα μόλις κατέβει από το χωριό. Καλύτερα μαζί σου παρά με άλλους. Ξέρεις στα μάτια μοιάζουμε σαν δίδυμα. Αλλού δεν ξέρω. Είναι καλό παιδί, πρόσεξέ τον. Σου έχω εμπιστοσύνη. Α ρε Μένη αξέχαστε! Μετράω τις μέρες ανάποδα μα δεν βγαίνει τίποτα. Η γαμημένη μέρα αργεί. Γράψε μου εκεί που σου γράφω στο φάκελο. Μη ξεχάσεις να βέλεις διμοιρία και λόχο. Καιν πρόσεξε γιατί οι μαλάκες εδώ τα διαβάζουνε όλα. Γι' αυτό κι εγώ δίνω γράμμα σ' ένα εξοδούχο να το ρίξει στη Μύρινα. Αυτά για την ώρα, άλλα δεν έχω. Ανυπομονώ να λάβω γράμμα σου κι έως τότε σου εύχομαι να έχεις καλή υγεία.
Σε φιλώ ο φίλος σου
Μανόλης

Φωτογραφημένος στην Αθήνα τη δεκαετία του '70


Η απάντηση του Μένη Κουμανταρέα

Αθήνα
Μανόλη,
Το γράμμα μου ελπίζω να σε βρει σε καλύτερες συνθήκες. Μα εσύ, ξέρω, είσαι φτιαγμένος ν' αντέχεις. Αφού άντεξες μαζί μου! Τι έγινε με τη μετάθεση, είχες στο μεταξύ κανένα νέο; Σ' ένα γνωστό μου στρατιωτικό που μίλησα, μου είπε: «δύσκολα τα πράγματα, τώρα μάλιστα με τα επεισόδια με τους Τούρκους...» Μου είπε όμως ότι συζητείται σοβαρά μείωση θητείας. Να κάνεις υπομονή. Στο μεταξύ σκέψου το θα κάνεις όταν με το καλό απολυθείς. Αυτή είναι μια καλή σκέψη κι όχι μόνο για να περνάει η ώρα.
Ο αδελφός σου μου τηλεφώνησε προχθές και δώσαμε το ίδιο βράδυ ραντεβού στη Λεωφόρο στο γνωστό στέκι. Του είπα να κρατάει μια αθλητική, πήγα στην ώρα μου μα όλοι είχαν από μια αθλητική στο χέρι. Με βρήκε εκείνος. Ήμουνα, λέει, ο μόνος με γυαλιά! Αυτός παιδί μου, μπορεί να είναι μικρότερός σου αλλά σε περνάει ένα κεφάλι. Φαίνεται καλό παιδί, βέβαια άγουρος ακόμα. Είμαι προσεκτικός κι ας με κατηγορείς για το αντίθετο. Η γροθιά που έφαγα στην Ομόνοια -που το θυμήθηκες!- δεν ήταν από κοίταγμα, εξυπνούλη μου. Απλά προσπάθησα να υπερασπιστώ ένα γνωστό μου παιδί, λίγο κουνιστό και άχαρο είναι αλήθεια, από έναν τύπο που διασταυρωθήκαμε στις σκάλες του Ηλεκτρικού και που τον ξεφώνησε. Που να φανταστώ ότι σε λίγο θα ξαναγυρνούσε και θα ξεσπούσε πάνω μου. Κομπλεξικός. Δεν αποκλείεται κάποιο καθίκι της Στρατονομίας με πολιτικά, ρετάλι της Χούντας κι αυτός. Και να τον δω στο δρόμο δεν θα τον γνωρίσω. Το χέρι μου πάντως είναι τελείως καλά. Οι γιατροί μου έβγαλαν και το σίδερο που είχα μέσα.
Κατά τα άλλα, τα πράγματα είναι όπως τα ξέρεις, γραφείο σπίτι, το μεσημεράκι ύπνος, τ' απόγευμα γράψιμο, το βράδυ βόλτα με φίλους. Το πρωί στη δουλειά πηγαίνω με μαύρους κύκλους στα μάτια. Λες να νομίζουν ότι έφαγα πάλι καμιά γροθιά! Το ταξίδι στη Γερμανία αναβλήθηκε. Καλύτερα. Ξέρω ότι δεν θα έβρισκα τις συνθήκες όπως τότε το '72 στο Βερολίνο. Με ρωτάς αν γράφω. Γράφω και σκίζω. Τίποτα δεν με ικανοποιεί. Από καιρό όμως τριγυρίζει στο μυαλό μου μια ιστορία: η ζωή ενός ποδοσφαιριστή (Βλέπεω τα ματάκια σου να λάμπουνε...) Μη νομίζεις όμως απ' αυτούς τους διάσημους που διαβάζεις στ' αθλητικά. Όχι. Ένα παιδί απλό που ξεκινά απ' τις αλάνες και θέλει να φτάσει ψηλά, να γίνει σταρ της μπάλας, το πρόβλημα με αυτόν, όπως και με πολλούς άλλους, δεν είναι οι τρικέφαλοι και οι τετρακέφαλοι, μα ο χαρακτήρας του, το ξερό του το κεφάλι. Στο τέλος... άλλα δεν σου λέω το τέλος. Καμιά φορά οι αναγνώστες με ρωτάνε: γιατί τα γραπτά μου τελειώνουνε έτσι θλιβερά και άδοξα; Θέλω να τους πω: αν δεν τελείωναν έτσι δεν θα τα διαβάζατε! Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω, φοβάμαι ότι από ποδόσφαιρο δεν ξέρω αρκετά, αν και δεν είναι ο στόχος μου αυτός.. Τι λες, θα με βοηθήσεις;
Σου στέλνω μια τηλεφωνική επιταγή, δεν είναι πολλά αλλά αρκετά να περάσεις για την ώρα. Τους καραβανάδες ασ' τους να βουρλίζονται. Εσύ τη δουλειά σου. Μη δείχνεις ότι τους φοβάσαι κιόλας. Από παρέες πως τα πας; Διάλεξε από τα παιδιά της μονάδας κάποιον που ν' αξίζει να γίνει φίλος σου. Αν είναι και όμορφος τόσο το καλύτερο. Θα έχεις ανταγωνιστή! Μόνο εγώ δεν μπόρεσα να κάνω φίλους στο Ναυτικό που υπηρέτησα. Ίσως γιατί οι φίλοι μου στην πολιτική ζωή παραείναι σημαντικοί και πολύτιμοι για ν' ασχοληθώ με τσόλια. Από περαστικούς φίλους άλλο τίποτα. Ας υπάρχουν κι αυτοί. Γρήγορα θα σβήσουν. Γράψε μου.
Σε φιλώ
Μένης
Πηγή

Οδός Πανός, τχ. 117, αφιέρωμα στον Μένη Κουμανταρέα, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2002.

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Looking at a Greek Vase



Φτερωτό νέο φαντάζονταν οι αρχαίοι Έλληνες τον θεό Έρωτα.
Εδώ, στην εικόνα μας, κυνηγάει νεαρό αγόρι κρατώντας μαστίγιο.

 
Προσεκτικές ματιές σε ένα ελληνικό αγγείο

Ένα αγόρι βρίσκεται πολιορκημένο ανάμεσα σε δυο Έρωτες.
Η όμορφη εικόνα του αγοριού προβάλει μέσα από το μαύρο φόντο. Το αγόρι, που φέρει ελαφρό ιμάτιο, κυνηγάει ένας φτερωτός Έρωτας με μαστίγιο, ενώ ένας δεύτερος από την άλλη μεριά στην οποία κατευθύνεται το αγόρι -παρότι κοιτάζει πίσω- ανοίγει προστατευτικά τα χέρια του για να το αγκαλιάσει. Το ιμάτιο που φέρει το αγόρι δεν καλύπτει τα γεννητικά του όργανα, τα οποία είναι ορατά και στις άλλες δύο μορφές. Συγκρίνεται τη σκηνή με μια βυζαντινή εικόνα ή μια βυζαντινή τοιχογραφία τριών μορφών για να καταλάβετε τη διαφορά για την αντίληψη και προσέγγιση της ίδιας της ζωής και του φιλοσοφικού υπόβαθρού της. Με άλλα λόγια, εδώ ο καλλιτέχνης ζωγραφίζοντας το σώμα θνητού και θεού με όλες τις ομορφιές του και τα φυσικά του χαρίσματα ορατά· είναι σαν να μας παροτρύνει να ζήσουμε, να χαρούμε, να ερωτευτούμε, να επανακινήσουμε τη ζωή. Στο μυαλό μάς έρχεται ένας στίχος της Λ. Νικολακοπούλου «σπρώχτεμαι πίσω στη ζωή». Για τον αρχαίο Έλληνα δεν αποτελούσε βέβαια ντροπή η παρουσίαση του γυμνού σώματος, αυτά μας ήρθαν με τον χριστιανισμό, ο οποίος θέλησε να γεμίζει τον κόσμο ενοχές. Ενοχές για το ίδιο το σώμα μας και τις επιθυμίες που αυτό έχει. Και με ενοχές δεν ζεις ζωή. Μια ζωή γεμάτη τέτοιες ενοχές δεν είναι ζωή, είναι ευθανασία... Αλλά και κάτι ακόμα. Εδώ ο καλλιτέχνης είναι σαν να μας λέει: Κύριοι αυτό είναι τέχνη, όχι πονηρή εικόνα.
Το αγγείο βρέθηκε σε αθηναϊκό τάφο. Η εικόνα είναι βέβαιο ότι ζωγραφίστηκε από τον Δούρι, ο οποίος άφησε το όνομά του ως ζωγράφος σε περίπου σαράντα αγγεία, αν και τούτο το υπογράφει μόνο ως κεραμέας. Η υπογραφή είναι γραπτή, με τον κανονικό τρόπο, πριν το αγγείο μπει στον κλίβανο· ταυτόχρονα προστέθηκε μια ακόμα υπογραφή που αναφέρει ότι ο αρύβαλος ανήκει στον Ασωπόδωρο.
Πρόκειται, χωρίς αμφιβολία, για αγγείο επί παραγγελία, που δωρίστηκε στον Ασωπόδωρο από τον εραστή του, εις ανάμνηση του πρώτου τους ερωτικού κυνηγιού. Δώρο το οποίο ο ιδιοκτήτης του Ασωπόδωρος κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής του, οπότε και μπήκε στον τάφο μαζί του. Αυτό πιθανόν και να είχε ζητηθεί από τον ίδιο, αφού ήταν ένα αγαπημένο του αγγείο. Αυτό δηλώνει αναμφισβήτητα το γεγονός ότι δεν το αποχωρίστηκε ποτέ, αφού το είχε συνδυάσει με όμορφες -αν όχι τις ομορφότερες- ερωτικές στιγμές του. Πώς μπορούσε επομένως να το αποχωριστεί στον Κάτω Κόσμο;
Ο Έρωτας, πανάρχαια γενεσιουργό δύναμη που, ποιητές, ζωγράφοι, γλύπτες και άλλοι καλλιτέχνες απεικόνισαν και ύμνησαν, δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από την αττική αγγειογραφία. Πολλά λοιπόν τα αγγεία στα οποία τούτη η φτερωτή μορφή εικονίζεται.


 
Αττικός ερυθρόμορφος Αρύβαλος. Πρώτο τέταρτο του πέμπτου αι. π.Χ. (περ. 480). Ύψος: 10 εκ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.


Πηγές

Ελληνική Μυθολογία τομοι 5, υπό την γενική εποπτεία Ι.Θ. Κακριδή, Εκδοτική Αθηνών.
Σπάιβι Ρασμούσεν, Προσεκτικές ματιές στα ελληνικά αγγεία, μτφρ. Θεόδωρος Ξένος, εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1997.

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Nikos Stangos (1936–2004), a tribute



 

Νίκος Στάγκος (1936–2004), αφιέρωμα
Προλεγόμενα
Για τον Νίκο Στάγκο, μέχρι πρότινος, δεν θα έβρισκε κανείς στα ελληνικά σχεδόν τίποτα στο διαδίκτυο. Αφορμή για να ασχοληθεί μαζί του τούτο το μέσο ήταν η κυκλοφορία στη χώρα μας από τις εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, το φετινό Μάιο, του βιβλίου τού Ντέιβιντ Πλαντ (David Plante), Ο αγνός εραστής. Μια εξομολόγηση, σε μετάφραση-σημειώσεις-επίμετρο Ηλία Μαγκλίνη, (αφιέρωμα του blog στο βιβλίο εδώ).
Ο Νίκος Στάγκος, λοιπόν, γεννημένος και μεγαλωμένος στην Αθήνα, ήταν γιος πολιτικού μηχανικού και αρχιτέκτονα, ποντίου στην καταγωγή πατέρα και κωνσταντινουπολίτισσας μητέρας. Θα μεγαλώσει στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου, μέσα σε μια ζοφερή δηλαδή ατμόσφαιρα -αν και αστικής καταγωγής. Θα ξεκινήσει τις σπουδές του στο σχολείο που σχεδίασε ο πατέρας του, το Κολλέγιο Αθηνών στο Ψυχικό, για να τις συνεχίσει πάνω στη φιλοσοφία από το 1955 έως το 1960, στα Πανεπιστήμια του Ουέσλυαν (Uesleyan), του Κοννέκτικατ (Connecticut) του Ντένισον (Denison) του Οχάιο (Ohio), ολοκληρώνοντάς τες στο Χάρβαρντ (Harvard).
Ο Στάγκος μαζί με τον Νάνο Βαλαωρίτη, τη Μαντώ Αραβαντινού, τον Γιώργο Μακρή, τον Πάνο Κουτρουμπούση αλλά και άλλους, υπήρξε από τους πρωτεργάτες του πρωτοποριακού περιοδικού Πάλι, από το 1961 έως το 1966, όταν το περιοδικό σταμάτησε την έκδοσή του.
Μετά από μια σύντομη παραμονή στην Αθήνα, ο Στάγκος θα εγκατασταθεί, το 1965, μόνιμα στο Λονδίνο, για να εργαστεί σαν επιμελητής εκδόσεων. Εκεί, στην Αγγλική πρωτεύουσα θα γνωρίσει, το 1966, τον 25χρονο Αμερικανό μυθιστοριογράφος, ποιητή και κριτικό Ντέιβιντ Πλαντ. Το ίδιο βράδυ θα γίνουν εραστές, και από εκείνο το βράδυ θα ακολουθήσουν μια κοινή συντροφική ζωή που θα διακοπεί με τον θάνατο του Στάγκου, από καρκίνο, το 2004.
Ο Νίκος Στάγκος στο Λονδίνο, εργάστηκε από το 1967 στον εκδοτικό οργανισμό Penguin Books σαν υπεύθυνος εκδόσεων των βιβλίων ποίησης, τέχνης και αρχιτεκτονικής. Όταν όμως το 1970 οι εκδόσεις άλλαξαν υπεύθυνο και ο εκδοτικός οίκος άρχισε σιγά σιγά να έχει καθαρά εμπορικά μόνο κριτήρια, ο Στάγκος θα τον εγκαταλείψει για να συνεχίσει να εργάζεται ως συνδιευθυντής στις εκδόσεις Thames and Hudson, όπου επιμελήθηκε βιβλία τέχνης από το 1974 έως το θάνατό του.
Ο Στάγκος, δεν θα αργήσει να καταξιωθεί στο εκδοτικό κατεστημένο της βρετανικής πρωτεύουσας, και οι εκδόσεις που θα επιμεληθεί θα τιμηθούν με πολλά βραβεία. Αλλά πέρα από αυτό, γνωστός πια στον εκδοτικό χώρο, θα προωθήσει τη διάδοση της νεοελληνικής λογοτεχνίας στην Αγγλία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η μετάφραση του μυθιστορήματος Το τρίτο στεφάνι του Κώστα Ταχτσή.
Πέραν της δουλειάς του στις εκδόσεις, ο Στάγκος, θα δημοσιεύσει ποιήματά του και μεταφράσεις του σε διάφορα περιοδικά στην Αμερική και στην Αγγλία. Οι μεταφράσεις του στα αγγλικά περιλαμβάνουν:
  • Ανδρέα Εμπειρίκου, Γραπτά (1966) και Ἀργώ ή Πλούς Ἀεροστάτου (1967) εκδόσεις Penguin.
  • Κ.Π. Καβάφη, 14 Ποιήματα (σε μετάφραση με τον Stephen Spender και με 12 χαλκογραφίες του David Hockney (1968), εκδόσεις Penguin.
  • Γιάννη Ρίτσου, Χειρονομίες και άλλα ποιήματα (1971) και Selected Poems (1974), εκδόσεις Penguin.
Άλλες εκδόσεις του συμπεριλαμβάνουν: John Berger, Selected Eassys and Articles: The Look of Things (1972), Concepts of Modern Art (1974) και David Hockney on David Hockney (1976).
Στη Ελλάδα δημοσίευσε ποιήματά του σε ορισμένα περιοδικά. Αλλά ποιήματά του εξέδωσε συγκεντρωμένα και σε δυο συλλογές που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Κέδρος -εξαντλημένες βέβαια και οι δύο προ πολλού- με τίτλο:
  • Ποιήματα, 1966-77, Αθήνα, 1979.
  • Τα οικεία περιβάλλοντα των λέξεων, Αθήνα, 1981.
Εν αναμονή μιας συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του, το blog τιμάει τον ποιητή Νίκο Στάγκο με τούτο το μικρό αφιέρωμα. Αφιέρωμα στη συγγραφή του οποίου σημαντική συμβολή είχαν οι δυο ποιητικές συλλογές του Στάγκου αλλά και το βιβλίο του Ντέιβιντ Πλαντ, από το οποίο καταχωρούμε λίγα αποσπάσματα, αφήνοντας τον ίδιο τον ποιητή αλλά και τον σύντροφό του να μιλήσει.
Πηγή

Κείμενο: gayekfansi.blogspot.gr

   
Ο Ντέιβιντ Πλαντ (αριστερά) με τον Νίκο Στάγκο στο Λονδίνο, το 1966-67,
στην αρχή της γνωριμίας τους

Γνωρίζοντας τον Νίκο Στάγκο
Ο Νίκος Στάγκος γεννήθηκε στις 21 Νοεμβρίου του 1936 στην Αθήνα, από γονείς πρόσφυγες. Ο Πατέρας του σπούδασε στο ΜΙΤ πολιτικός μηχανικός και αρχιτέκτονας. Αργότερα θα επέβλεπε τον σχεδιασμό και την ανέγερση του Κολλεγίου Αθηνών στο Ψυχικό, όπου μάλιστα έμεναν οικογενειακώς.
Με τη λήξη του Εμφυλίου, ο Νίκος Στάγκος έγινε δεκτός στο Κολέγιο Αθηνών. Την ίδια εποχή επίσης έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. «Πήγαινε στα θέατρα και πετούσε προκηρύξεις από τον εξώστη» λέει ο σύντροφός του Ντέιβιντ Πλαντ και αυτή τη σκηνή όπως και πολλές άλλες αναφέρονται με μοναδικό τρόπο από τον Πλατ στο βιβλίο του ο Αγνός εραστής. «Σε μια ομιλία του στο Κολλέγιο, ξεκίνησε παίζοντας μουσική του Σοστακόβιτς. Μου έλεγε ακόμα ότι είχαν μια παραδουλεύτρα η οποία είχε κάνει αντάρτισσα. Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών κατάφεραν και βρήκαν ένα κοτόπουλο. Αλλά επειδή κανένας δεν μπορούσε να το σφάξει, το έδωσαν σ’ εκείνη.”Δεν μπορείτε να το σφάξετε;” Τους ειρωνεύτηκε. “Εγώ σφάζω ανθρώπους κάθε βράδυ”».
Αφού αποφοίτησε από το Κολλέγιο, ο Στάγκος πήγε στην Αμερική, στην αρχή στο Οχάιο, μετά στο Κονέκτικατ και έπειτα στο Χάρβαρντ, όπου σπούδασε φιλοσοφία. Επέστρεψε στην Ελλάδα, υπηρέτησε τη θητεία του και άρχισε τις γνωριμίες του με Έλληνες συγγραφείς. «Έγινε φίλος με τον Εμπειρίκο (θα μετάφραζε ποιήματά του), με τον Νάνο Βαλαωρίτη και με τον Κώστα Ταχτσή. Με την παρότρυνση των δύο τελευταίων, συμμετείχε στα πρώτα τεύχη του περιοδικού Πάλι, στο οποίο δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα», λέει ο Ντέιβιντ Πλαντ.
Η σημαντική χρονιά για τον Στάγκο ήταν το 1965, οπότε και μετακόμισε στο Λονδίνο. «Εγώ τον γνώρισα το 1966», εξομολογείτε ο Πλαντ. «Δούλευε στο γραφείο Τύπου της ελληνικής πρεσβείας. Όταν τον γνώρισα το 1966, μου είχε πει ότι η Ελλάδα δεν πήγαινε καλά. Μέναμε μαζί και γνωρίσαμε τον Άλαν Ρος, εκδότη του The London Magazine. Εκεί, τον Αύγουστο του 1966, ο Νίκος δημοσίευσε την “Επιστολή προς την Αθήνα”, μέσω της οποίας καυτηρίαζε τη μαζική φυγή δημιουργικών ανθρώπων από την Ελλάδα εξαιτίας της “μικρότητας και της αδιαφορίας” που επικρατούσε. Όταν η χούντα πήρε την εξουσία, ο Νίκος παραιτήθηκε αμέσως από την πρεσβεία. Κατέβηκε στους δρόμους. Θυμάμαι μια τεράστια διαδήλωση που κατέληξε στην πλατεία Τραφάλγκαρ, με τη Μελίνα να φοράει ένα στενό κόκκινο πουκάμισο και να σηκώνει τα χέρια της καταδικάζοντας τους συνταγματάρχες».
Δίχως καμιά δεύτερη εμπειρία και με τα αγγλικά ως δεύτερη γλώσσα, ο Στάγκος «τόλμησε» να περάσει από συνέντευξη με τον ιδρυτή του Penguin Books, τον σερ Άλεν Λέιν, για μια θέση ως υπεύθυνος της σειράς ποίησης. Ο Πλαντ θυμάται: «Πήρε τη δουλειά, η οποία τον έφερε στο επίκεντρο της λογοτεχνικής στο επίκεντρο της λογοτεχνικής πιάτσας του Λονδίνου. Προσπάθησε σκληρά να εκδοθεί το Τρίτο στεφάνη του Ταχτσή, προκειμένου να προωθήσει τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό. Μετά την πτώση της χούντας, συνέχισε να προωθεί την ελληνική ποίηση, την πεζογραφία και τα εικαστικά έργα του Αντώνη Κυριακούλη.
Ο Λέιν πέθανε το 1970 και στη συνέχεια ο εκδοτικός οίκος φαίνεται πως, για τα υψηλά πρότυπα του Στάγκου τουλάχιστον, πήρε μια πιο εμπορική στροφή. Τελικά παραιτήθηκε και προσλήφθηκε στον Thames & Hudson, στον τομέα των βιβλίων ζωγραφικής. Πολλά από τα βιβλία που επιμελήθηκε ο Στάγκος απέσπασαν διάφορα βραβεία και, για την ακρίβεια, ο Στάγκος έγινε γνωστός στους λονδρέζικους κύκλους ως έξοχος επιμελητής –ελάχιστοι όμως γνώριζαν ότι έγραφε ποίηση.
Ο Thomas Newrath, ιδιοκτήτης των εκδόσεων Thames & Hudson στις οποίες ο Στάγκος εργάστηκε ως επιμελητής για τριάντα χρόνια λέει: «Συνεργάστηκα μαζί του επί τριάντα συνεχή έτη. Ήταν για μένα μια αδελφή ψυχή, όχι απλώς συνεργάτης. Ωστόσο, ανακάλυψα ότι ήταν ποιητής από τον Ντέιβιντ Πλαντ, όχι απ’ τον ίδιο». Ο ίδιος ο Πλαντ λέει σχετικά: «Δεν τον ενδιέφερε να προωθήσει το ποιητικό του έργο στην Ελλάδα διότι σιχαινόταν τα παιχνίδια με εκδότες, κριτικούς κλπ. Πίστευε ότι το έργο του αρκούσε για να μιλήσει από μόνο του. Είχε ένα προσωπικό όραμα κι αυτό του έφτανε».
Ο Newrath συνεχίζει: «Στη δουλειά του ήταν απίστευτα σχολαστικός, αλλά όλη του η ευαισθησία και η προσοχή πήγαινε στους συγγραφείς με τους οποίους εργαζόταν, όχι στον εκδοτικό οίκο. Δεν είχα προβλήματα με αυτό, διότι ήξερα ότι έκανε τρομερή δουλειά. Ήταν κοινωνικός, είχε μιαν αμεσότητα στο λόγο του και ενίοτε μπορούσε να γίνει προκλητικός. Μερικές φορές εύχομαι να κρατούσε το στόμα του κλειστό! Πραγματικά, δεν μασούσε τα λόγια του. Ενώ σχεδόν έκρυβε το γεγονός ότι έγραφε ποίηση, δεν υπήρχε περίπτωση να συζητήσεις μαζί του και να μην μάθεις ποια είναι η άποψή του για οτιδήποτε. Ήταν εξαιρετικά καλλιεργημένος άνθρωπος. Αγαπούσε τον Βάγκνερ και τον Ταρκόφσκι. Με έσερνε σε κάτι μακρόσυρτες ρωσικές ταινίες τις οποίες βαριόμουν, αλλά εκείνος τις λάτρευε».
Ο Νίκος Στάγκος θα φύγει χτυπημένος από τον καρκίνο το 2004. Ο Ντέιβιντ Πλαντ το 2009 θα κυκλοφορήσει το βιβλίο Ο αγνός εραστής (στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 2014 σε μετάφραση Ηλία Μαγκλίνη, από τις εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας). Μια σύντομη, βιωματική, εξομολογητική, αποσπασματική αφήγηση πάνω στη γέννηση ενός έρωτα και κυρίως μιας αγάπης, και βέβαια, στον χωρισμό των δύο εραστών, στο χωρισμό όμως που επιβάλει ο θάνατος. Το κείμενο του Πλαντ είναι σαν εξομολόγηση προς το φάσμα του νεκρού αγαπημένου.
Ο Νίκος Στάγκος, είναι θαμμένος στο Β' Νεκροταφείο Αθηνών. Αξίζει να αναφέρουμε ότι ο Ντέιβιντ Πλαντ για μεγάλα διαστήματα είναι κάτοικος Αθηνών, αφού διαμένει στο ιδιόκτητο διαμέρισμά του στα Εξάρχεια, με σκοπό να βρίσκεται κοντά στον τάφο του αγαπημένου του και να τον περιποιείται. 
Πηγή


Για την σύνταξη του κειμένου αντλήθηκαν στοιχεία από τα βιβλία:
Ντέιβιντ Πλαντ, Ο αγνός εραστής. Μια εξομολόγηση, μετάφραση-σημειώσεις-επίμετρο: Ηλίας Μαγκλίνης, εκδόσεις: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2014.
Νίκος Στάγκος Ποιήματα, 1966-77, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1979.
Νίκος Στάγκος, Τα οικεία περιβάλλοντα των λέξεων , εκδόσεις Κέδρος 1981.

 

Ποιήματα του Νίκου Στάγκου
Η πρώτη ηλικία
Στον κήπο με τις φιστικές, τα πεύκα, τη μητέρα μου,
στέκομαι μέσα στα παρτέρια της
εγώ.
Στο βάθος του, στη σκοτεινή γωνιά,
κάτω από το δέντρο που μαραίνεται αργά
και σίγουρα μαζί μου,
πέφτουν νεκρά πουλιά απ' τα κλαδιά του,
ριζώνουν κόκαλα πουλιών στις πέτρες,
ανάμεσα στις πέτρες γκρίζες αράχνες πλέκουνε ιστούς,
παραμονεύουν όνειρα σε κάθε χαραμάδα,
είναι πάντα σκοτάδι,
σκουλήκια μεγαλώνουν μέσα στην υγρασία,
το χώμα είναι όλο φτερά,
τίποτα δε φυτρώνει
κάτω από το βάρος των νεκρών πουλιών
που λιώνουν ασταμάτητα μέσα στοι μαύρο χὼμα.

Το σκοτεινό του κήπου
κρύβει μες στο σκοτάδι του
το δέντρο που μαραίνεται μαζί μου αργά και σίγουρα.

Ανάμεσα στις φιστικές, τα πεύκα, τα παρτέρια της μητέρας
       μου,
έπαιζα μόνος με τα δόντια των ονείρων μου,
έπεσα μόνος μες τα δόντια τους,
μες τους ιστούς που έπλεκαν τριγύρω μου.


Ντέιβιντ Πλαντ και Νίκος Στάγκος, Λονδίνο, 1966.


Η δεύτερη ηλικία
Πέφτουν στον κήπο τα παιχνίδια, σα νερό, απ' τα παράθυρα,
λιώνουν αγγίζουν τη γη,
μαζεύονται νερό στους λάκκους
τριγύρω στους κορμούς των δέντρων..
Τα δόντια των τροχών τους ανεμίζουν στα κλαδιά.

Κοιτώ μες στο νερό των λάκκων τα παράθυρα·
το φως δεν πέφτει στα παράθυρα,
βγαίνει απ' αυτά και χύνεται στον κήπο,
μαζεύεται στους λάκκους,
λάμπει στα μάτια μου.

Το βράδυ μεγαλώνουν οι σκιές των δωματίων κάτω απ' τα
      έπιπλα,
τρίζαν, ψιθύριζαν λόγια ανείπωτα.
Στο σπίτι αυτό,
στις άδειες κάμαρες που πάλλονται από τη φροντίδα της,
γεννήθηκαν οι πρώτες υποψίες.

Μόνος μου εγώ επαναλάβαινα:
Το ωραίο είναι ωραίο από μόνο του.




Ο ορισμός του ωραίου
Στο σκοτεινό βάθος του κήπου
αγάπησα το σώμα του το άγνωστο,
έπλεξα ιστούς τριγύρω του,
αγκάλισα τους ορισμούς, καθόρισα τα όριά του.

Έπλασα το σκοτάδι του
κουλούριασα τη σκέψη μου
σκέφτηκα την καταστροφή
απλώθηκα ξαπλώθηκα

τον έκανα συνένοχο
μάρανα τα λουλούδια του
κύλησα στα αυλάκια του
άπλωσα τα σκοτάδια του

ξέπλυνα τις μολύνσεις του
ξεπέρασα τα όριά του
ξεχύθηκα σαν το νερό στους λάκκους
πήρα φωτιά και έκαψα.

Βαριά βαριά τα σύννεφα
πέφτουν πάνω στον κήπο

κλωστές κλωστές τα σύννεφα
βογγούν σαν πεθαμένοι

βάζουν νερό
βάζουν φωτιά

πνίγουν τα χαμομήλια
σκεπάζουν τα νεκρά πουλιά

πλημμύρα στα όνειρά μου
ξεβράζουν την καταστροφή

σκοτώνουν τα απατηλά
και δημιουργούν το ωραίο.

Το ωραίο είναι ωραίο μόνο του
στον κήπο που μαράθηκε.

Στον κήπο που ξεχάστηκε
λάμπει το ωραίο τώρα.




Το ωραίο δεν ορίζεται
Οι περιστάσεις καθορίζουν τη φύση του
ανάλογα με το πώς στέκονται άλλα πράγματα τριγύρω του:
το φως του, οι σχέσεις του με τα έξω,
ένα αίσθημα, αληθινό την ώρα που το έλεγες
κι ίσως μετά ανύπαρκτο.

Ενώ το ωραίο είναι ωραίο μόνο τουλάχιστον,
χωρίς ιστούς, χωρίς συσχέτιση
με ότι είναι έξω των ορίων του.
Τίποτε δεν κινείται μες στο φως του.

Το ωραίο είναι ωραίο μόνο του,
το ωραίο είναι πάντα ωραίο μόνο του,
το ωραίο είναι πάντα μόνο του,
το ωραίο είναι ανύπαρκτο όταν δεν είναι μόνο του.

Λόγια δε λέγονται
ψίθυροι ακούγονται
χέρια δεν αγκαλιάζουν

χείλια που δεν κινούνται
μάτια που δεν κοιτάζουν
φτερά δεν φτερουγίζουν

τα δέντρα δεν μαραίνονται
χοροί που δεν χορεύτηκαν
τραγούδια ατραγούδητα

οράματα αόρατα
μέρες που δε νυχτώνουν
και νύχτες αξημέρωτες

μαλλιά δεν αρμενίζουν
κύματα δεν αφρίζουν
ο πόθος είναι εκπλήρωση

ο πόνος είναι ηδονή
έρχομαι φεύγω στέκομαι
σε βλέπω μες τα μάτια

το καλοκαίρι χιόνισε
και το χειμώνα μ' έλουσε ο ιδρώτας σου
ποτάμια που σταμάτησαν

όνειρα που δεν ξύπνησαν
λουλούδια που δεν άνθησαν
χέρια που δε χαιρέτισαν

κινήσεις που δεν έγιναν
κορίτσια ετοιμοθάνατα
άλογα που δεν έτρεχαν

αγόρια που δεν γδύθηκαν
μικρά παιδιά μοιρολογούν
τραγούδια ετοιμοθάνατων

ήχοι που δεν ακούγονται
μια μουσική ακίνητη
τα βήματα βουλιάζουν

τα σώματα σαν πάγοι σε στέρεο νερό
η ιστορία ξεχάστηκε και γίνηκε προβλέψεις αστρολόγων
το μέλλον είναι παρελθόν

ο χρόνος είναι άχρονος
ο χώρος είναι άχωρος
ο τόπος είναι άτοπος

το τέλος του παραμυθιού είναι η αρχή του. 


 


Τελευταίος μονόλογος του εσωτερικού εραστού
Φώτισε το πρώτο φως του δειλινού, σαν μέσα σε μια κάμαρα
όπου αναπαυόμαστε και που, χωρίς σχεδόν δικαιολογία,
       νομίζουμε
ότι ο κόσμος της φαντασίας είναι το έσχατο καλό.

Αυτή, λοιπόν, είναι η πιο έντονη συνάντηση.
Σ’ αυτή τη σκέψη συγκεντρωνόμαστε,
μέσα απ’ όλες τις αδιαφορίες, σ’ ένα πράγμα:

πάνω σ’ ένα μοναδικό πράγμα, ένα μοναδικό κάλυμμα
σφιχτά περιτυλίγοντάς μας, αφού είμαστε φτωχοί, μια ζέστη,
ένα φως, μια δύναμη, η θαυμαστή επίδραση.

Εδώ, τώρα, ξεχνούμε ο ένας τον άλλο και τους εαυτούς μας.
Αισθανόμαστε την ασάφεια μιας τάξης, ενός όλου,
μιας γνώσης, αυτού που κανόνισε τη συνάντηση,

μέσα στο ζωτικό του πλαίσιο, στο νου.
Λέμε πως ο Θεός κι η φαντασία είναι ένα.
Πόσο υψηλά εκείνη η υψηλότατη λαμπάδα φωτίζει το σκο-
      τάδι…

Από το ίδιο αυτό φώς, από τον κεντρικό νου,
φκιάνουμε μια κατοικία στον αέρα του δειλινού,
όπου το να ‘μαστε εκεί μαζί είναι αρκετό.
Wallace Stevens



Ο Ντέιβιντ Πλαντ (δεξιά) με τον Νίκο Στάγκο στο σπίτι τους στην Πάρο.


Απόλυτη εκκαθάριση
«Voilà, Messieurs, Les spectacles que
Dieu donne à L’ Univers… »
Βλέπει τις εικόνες επάνω στους τοίχους.
Δείγμα μόνο της αλήθειας.
Αλλά ποτέ κανείς δεν μένει ικανοποιημένος.
Η αλήθεια δεν ικανοποιεί.

Σε κάποιο αόριστο δωμάτιο ξενοδοχείου
οι γραμμικές κηλίδες όταν τις τόνισε
το σούρουπο ήταν μέρες και νύχτες

κι έξω πάνω στη θάλασσα
η επιθυμία επέμενε να ‘ναι ένα όνειρο στο σπίτι
σύννεφο ή πουλί αποκοιμισμένο μες στη γούρνα
απεραντολόγων νερών.

Μέρες που ένα αργό άλογο
Σε όχθες καναλιού μοιάζει άσχετο και η αλήθεια:
Το πιο καλό στην πιο καλή μορφή του
Χρόνου σε σχέση με άλλο χρόνο.

Υπόμενε ξανά το να εκτοπίζεται το φως
το να δύει εξοργισμένο
«έτσι μεγάλο είναι το θάρρος του,
έτσι τεράστια η ευφυΐα του,
έτσι λαμπρά τα πεπρωμένα του.

Σα ένας αητός που τον βλέπει κανείς πάντα
είτε πετώντας στα μεσούρανα
ή κατερχόμενο σε βράχο
να ρίχνει διαπεραστικές ματιές τριγύρω
για να επιπέσει με μια τέτοια βεβαιότητα στο θύμα του
ώστε ν’ αποφύγει κανείς τα νύχια του
όσο και τα μάτια του».

Πόσο πιο ευκρινές θα ήταν
Αν άσκοπα τριγύριζε, χωρίς να φαντάζεται πολλά
(τη γούνα μιας γάτα στον ήλιο):
Ας μετατοπιστεί η στύλη των μορφών,
Ας αυτό-προσθέτει κι ας αυτό-αφαιρεθεί
(ραβδιά, αριθμοί, γράμματα)
Και ούτω καθ’ εξής μέχρι μέσου βαθμού…

Μέχρι δωματίου σε κάποια πόλη
το αποτέλεσμα μιας συναντήσεως εκεί
αγκαλιάσματα, χωρίσματα
προς την ανήσυχη όψη
παιχνιδιών που τα συμμάζεψαν μια μέρα για τελευταί φορά.

«Συμμαζεύω παιδικά πράγματα.
Γι’ αυτό ήρθα εδώ
κι έμεινα τρία χρόνια
καταλήγοντας τώρα σ’ ένα βέβαιο
τέλος ή άνθηση όπως το ‘λεγαν μερικοί».

Παίζοντας το φως που φυσομανούσε
με την ύστατή του βεβαιότητα
την αυστηρότητα του καμπύλου του χαμόγελου
«σαν τον αητό
Που κρέμεται και κρέμεται, μετά πέφτει».
John Ashbery
«Absolute Clearance» στη συλλογή Self –Portrait in a Convex Mirror, 1957

Πηγή

Νίκος Στάγκος Ποιήματα, 1966-77, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1979.




Το αγγλικό και το ελληνικό εξώφυλλο του βιβλίου του Ντέιβιντ Πλαντ, Ο αγνός εραστής. Μια εξομολόγηση.

 
Εξώφυλλα εκδόσεων σε μετάφραση και επιμέλεια Νίκου Στάγκου