Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Nikos Stangos (1936–2004), a tribute



 

Νίκος Στάγκος (1936–2004), αφιέρωμα
Προλεγόμενα
Για τον Νίκο Στάγκο, μέχρι πρότινος, δεν θα έβρισκε κανείς στα ελληνικά σχεδόν τίποτα στο διαδίκτυο. Αφορμή για να ασχοληθεί μαζί του τούτο το μέσο ήταν η κυκλοφορία στη χώρα μας από τις εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, το φετινό Μάιο, του βιβλίου τού Ντέιβιντ Πλαντ (David Plante), Ο αγνός εραστής. Μια εξομολόγηση, σε μετάφραση-σημειώσεις-επίμετρο Ηλία Μαγκλίνη, (αφιέρωμα του blog στο βιβλίο εδώ).
Ο Νίκος Στάγκος, λοιπόν, γεννημένος και μεγαλωμένος στην Αθήνα, ήταν γιος πολιτικού μηχανικού και αρχιτέκτονα, ποντίου στην καταγωγή πατέρα και κωνσταντινουπολίτισσας μητέρας. Θα μεγαλώσει στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου, μέσα σε μια ζοφερή δηλαδή ατμόσφαιρα -αν και αστικής καταγωγής. Θα ξεκινήσει τις σπουδές του στο σχολείο που σχεδίασε ο πατέρας του, το Κολλέγιο Αθηνών στο Ψυχικό, για να τις συνεχίσει πάνω στη φιλοσοφία από το 1955 έως το 1960, στα Πανεπιστήμια του Ουέσλυαν (Uesleyan), του Κοννέκτικατ (Connecticut) του Ντένισον (Denison) του Οχάιο (Ohio), ολοκληρώνοντάς τες στο Χάρβαρντ (Harvard).
Ο Στάγκος μαζί με τον Νάνο Βαλαωρίτη, τη Μαντώ Αραβαντινού, τον Γιώργο Μακρή, τον Πάνο Κουτρουμπούση αλλά και άλλους, υπήρξε από τους πρωτεργάτες του πρωτοποριακού περιοδικού Πάλι, από το 1961 έως το 1966, όταν το περιοδικό σταμάτησε την έκδοσή του.
Μετά από μια σύντομη παραμονή στην Αθήνα, ο Στάγκος θα εγκατασταθεί, το 1965, μόνιμα στο Λονδίνο, για να εργαστεί σαν επιμελητής εκδόσεων. Εκεί, στην Αγγλική πρωτεύουσα θα γνωρίσει, το 1966, τον 25χρονο Αμερικανό μυθιστοριογράφος, ποιητή και κριτικό Ντέιβιντ Πλαντ. Το ίδιο βράδυ θα γίνουν εραστές, και από εκείνο το βράδυ θα ακολουθήσουν μια κοινή συντροφική ζωή που θα διακοπεί με τον θάνατο του Στάγκου, από καρκίνο, το 2004.
Ο Νίκος Στάγκος στο Λονδίνο, εργάστηκε από το 1967 στον εκδοτικό οργανισμό Penguin Books σαν υπεύθυνος εκδόσεων των βιβλίων ποίησης, τέχνης και αρχιτεκτονικής. Όταν όμως το 1970 οι εκδόσεις άλλαξαν υπεύθυνο και ο εκδοτικός οίκος άρχισε σιγά σιγά να έχει καθαρά εμπορικά μόνο κριτήρια, ο Στάγκος θα τον εγκαταλείψει για να συνεχίσει να εργάζεται ως συνδιευθυντής στις εκδόσεις Thames and Hudson, όπου επιμελήθηκε βιβλία τέχνης από το 1974 έως το θάνατό του.
Ο Στάγκος, δεν θα αργήσει να καταξιωθεί στο εκδοτικό κατεστημένο της βρετανικής πρωτεύουσας, και οι εκδόσεις που θα επιμεληθεί θα τιμηθούν με πολλά βραβεία. Αλλά πέρα από αυτό, γνωστός πια στον εκδοτικό χώρο, θα προωθήσει τη διάδοση της νεοελληνικής λογοτεχνίας στην Αγγλία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η μετάφραση του μυθιστορήματος Το τρίτο στεφάνι του Κώστα Ταχτσή.
Πέραν της δουλειάς του στις εκδόσεις, ο Στάγκος, θα δημοσιεύσει ποιήματά του και μεταφράσεις του σε διάφορα περιοδικά στην Αμερική και στην Αγγλία. Οι μεταφράσεις του στα αγγλικά περιλαμβάνουν:
  • Ανδρέα Εμπειρίκου, Γραπτά (1966) και Ἀργώ ή Πλούς Ἀεροστάτου (1967) εκδόσεις Penguin.
  • Κ.Π. Καβάφη, 14 Ποιήματα (σε μετάφραση με τον Stephen Spender και με 12 χαλκογραφίες του David Hockney (1968), εκδόσεις Penguin.
  • Γιάννη Ρίτσου, Χειρονομίες και άλλα ποιήματα (1971) και Selected Poems (1974), εκδόσεις Penguin.
Άλλες εκδόσεις του συμπεριλαμβάνουν: John Berger, Selected Eassys and Articles: The Look of Things (1972), Concepts of Modern Art (1974) και David Hockney on David Hockney (1976).
Στη Ελλάδα δημοσίευσε ποιήματά του σε ορισμένα περιοδικά. Αλλά ποιήματά του εξέδωσε συγκεντρωμένα και σε δυο συλλογές που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Κέδρος -εξαντλημένες βέβαια και οι δύο προ πολλού- με τίτλο:
  • Ποιήματα, 1966-77, Αθήνα, 1979.
  • Τα οικεία περιβάλλοντα των λέξεων, Αθήνα, 1981.
Εν αναμονή μιας συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του, το blog τιμάει τον ποιητή Νίκο Στάγκο με τούτο το μικρό αφιέρωμα. Αφιέρωμα στη συγγραφή του οποίου σημαντική συμβολή είχαν οι δυο ποιητικές συλλογές του Στάγκου αλλά και το βιβλίο του Ντέιβιντ Πλαντ, από το οποίο καταχωρούμε λίγα αποσπάσματα, αφήνοντας τον ίδιο τον ποιητή αλλά και τον σύντροφό του να μιλήσει.
Πηγή

Κείμενο: gayekfansi.blogspot.gr

   
Ο Ντέιβιντ Πλαντ (αριστερά) με τον Νίκο Στάγκο στο Λονδίνο, το 1966-67,
στην αρχή της γνωριμίας τους

Γνωρίζοντας τον Νίκο Στάγκο
Ο Νίκος Στάγκος γεννήθηκε στις 21 Νοεμβρίου του 1936 στην Αθήνα, από γονείς πρόσφυγες. Ο Πατέρας του σπούδασε στο ΜΙΤ πολιτικός μηχανικός και αρχιτέκτονας. Αργότερα θα επέβλεπε τον σχεδιασμό και την ανέγερση του Κολλεγίου Αθηνών στο Ψυχικό, όπου μάλιστα έμεναν οικογενειακώς.
Με τη λήξη του Εμφυλίου, ο Νίκος Στάγκος έγινε δεκτός στο Κολέγιο Αθηνών. Την ίδια εποχή επίσης έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. «Πήγαινε στα θέατρα και πετούσε προκηρύξεις από τον εξώστη» λέει ο σύντροφός του Ντέιβιντ Πλαντ και αυτή τη σκηνή όπως και πολλές άλλες αναφέρονται με μοναδικό τρόπο από τον Πλατ στο βιβλίο του ο Αγνός εραστής. «Σε μια ομιλία του στο Κολλέγιο, ξεκίνησε παίζοντας μουσική του Σοστακόβιτς. Μου έλεγε ακόμα ότι είχαν μια παραδουλεύτρα η οποία είχε κάνει αντάρτισσα. Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών κατάφεραν και βρήκαν ένα κοτόπουλο. Αλλά επειδή κανένας δεν μπορούσε να το σφάξει, το έδωσαν σ’ εκείνη.”Δεν μπορείτε να το σφάξετε;” Τους ειρωνεύτηκε. “Εγώ σφάζω ανθρώπους κάθε βράδυ”».
Αφού αποφοίτησε από το Κολλέγιο, ο Στάγκος πήγε στην Αμερική, στην αρχή στο Οχάιο, μετά στο Κονέκτικατ και έπειτα στο Χάρβαρντ, όπου σπούδασε φιλοσοφία. Επέστρεψε στην Ελλάδα, υπηρέτησε τη θητεία του και άρχισε τις γνωριμίες του με Έλληνες συγγραφείς. «Έγινε φίλος με τον Εμπειρίκο (θα μετάφραζε ποιήματά του), με τον Νάνο Βαλαωρίτη και με τον Κώστα Ταχτσή. Με την παρότρυνση των δύο τελευταίων, συμμετείχε στα πρώτα τεύχη του περιοδικού Πάλι, στο οποίο δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα», λέει ο Ντέιβιντ Πλαντ.
Η σημαντική χρονιά για τον Στάγκο ήταν το 1965, οπότε και μετακόμισε στο Λονδίνο. «Εγώ τον γνώρισα το 1966», εξομολογείτε ο Πλαντ. «Δούλευε στο γραφείο Τύπου της ελληνικής πρεσβείας. Όταν τον γνώρισα το 1966, μου είχε πει ότι η Ελλάδα δεν πήγαινε καλά. Μέναμε μαζί και γνωρίσαμε τον Άλαν Ρος, εκδότη του The London Magazine. Εκεί, τον Αύγουστο του 1966, ο Νίκος δημοσίευσε την “Επιστολή προς την Αθήνα”, μέσω της οποίας καυτηρίαζε τη μαζική φυγή δημιουργικών ανθρώπων από την Ελλάδα εξαιτίας της “μικρότητας και της αδιαφορίας” που επικρατούσε. Όταν η χούντα πήρε την εξουσία, ο Νίκος παραιτήθηκε αμέσως από την πρεσβεία. Κατέβηκε στους δρόμους. Θυμάμαι μια τεράστια διαδήλωση που κατέληξε στην πλατεία Τραφάλγκαρ, με τη Μελίνα να φοράει ένα στενό κόκκινο πουκάμισο και να σηκώνει τα χέρια της καταδικάζοντας τους συνταγματάρχες».
Δίχως καμιά δεύτερη εμπειρία και με τα αγγλικά ως δεύτερη γλώσσα, ο Στάγκος «τόλμησε» να περάσει από συνέντευξη με τον ιδρυτή του Penguin Books, τον σερ Άλεν Λέιν, για μια θέση ως υπεύθυνος της σειράς ποίησης. Ο Πλαντ θυμάται: «Πήρε τη δουλειά, η οποία τον έφερε στο επίκεντρο της λογοτεχνικής στο επίκεντρο της λογοτεχνικής πιάτσας του Λονδίνου. Προσπάθησε σκληρά να εκδοθεί το Τρίτο στεφάνη του Ταχτσή, προκειμένου να προωθήσει τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό. Μετά την πτώση της χούντας, συνέχισε να προωθεί την ελληνική ποίηση, την πεζογραφία και τα εικαστικά έργα του Αντώνη Κυριακούλη.
Ο Λέιν πέθανε το 1970 και στη συνέχεια ο εκδοτικός οίκος φαίνεται πως, για τα υψηλά πρότυπα του Στάγκου τουλάχιστον, πήρε μια πιο εμπορική στροφή. Τελικά παραιτήθηκε και προσλήφθηκε στον Thames & Hudson, στον τομέα των βιβλίων ζωγραφικής. Πολλά από τα βιβλία που επιμελήθηκε ο Στάγκος απέσπασαν διάφορα βραβεία και, για την ακρίβεια, ο Στάγκος έγινε γνωστός στους λονδρέζικους κύκλους ως έξοχος επιμελητής –ελάχιστοι όμως γνώριζαν ότι έγραφε ποίηση.
Ο Thomas Newrath, ιδιοκτήτης των εκδόσεων Thames & Hudson στις οποίες ο Στάγκος εργάστηκε ως επιμελητής για τριάντα χρόνια λέει: «Συνεργάστηκα μαζί του επί τριάντα συνεχή έτη. Ήταν για μένα μια αδελφή ψυχή, όχι απλώς συνεργάτης. Ωστόσο, ανακάλυψα ότι ήταν ποιητής από τον Ντέιβιντ Πλαντ, όχι απ’ τον ίδιο». Ο ίδιος ο Πλαντ λέει σχετικά: «Δεν τον ενδιέφερε να προωθήσει το ποιητικό του έργο στην Ελλάδα διότι σιχαινόταν τα παιχνίδια με εκδότες, κριτικούς κλπ. Πίστευε ότι το έργο του αρκούσε για να μιλήσει από μόνο του. Είχε ένα προσωπικό όραμα κι αυτό του έφτανε».
Ο Newrath συνεχίζει: «Στη δουλειά του ήταν απίστευτα σχολαστικός, αλλά όλη του η ευαισθησία και η προσοχή πήγαινε στους συγγραφείς με τους οποίους εργαζόταν, όχι στον εκδοτικό οίκο. Δεν είχα προβλήματα με αυτό, διότι ήξερα ότι έκανε τρομερή δουλειά. Ήταν κοινωνικός, είχε μιαν αμεσότητα στο λόγο του και ενίοτε μπορούσε να γίνει προκλητικός. Μερικές φορές εύχομαι να κρατούσε το στόμα του κλειστό! Πραγματικά, δεν μασούσε τα λόγια του. Ενώ σχεδόν έκρυβε το γεγονός ότι έγραφε ποίηση, δεν υπήρχε περίπτωση να συζητήσεις μαζί του και να μην μάθεις ποια είναι η άποψή του για οτιδήποτε. Ήταν εξαιρετικά καλλιεργημένος άνθρωπος. Αγαπούσε τον Βάγκνερ και τον Ταρκόφσκι. Με έσερνε σε κάτι μακρόσυρτες ρωσικές ταινίες τις οποίες βαριόμουν, αλλά εκείνος τις λάτρευε».
Ο Νίκος Στάγκος θα φύγει χτυπημένος από τον καρκίνο το 2004. Ο Ντέιβιντ Πλαντ το 2009 θα κυκλοφορήσει το βιβλίο Ο αγνός εραστής (στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 2014 σε μετάφραση Ηλία Μαγκλίνη, από τις εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας). Μια σύντομη, βιωματική, εξομολογητική, αποσπασματική αφήγηση πάνω στη γέννηση ενός έρωτα και κυρίως μιας αγάπης, και βέβαια, στον χωρισμό των δύο εραστών, στο χωρισμό όμως που επιβάλει ο θάνατος. Το κείμενο του Πλαντ είναι σαν εξομολόγηση προς το φάσμα του νεκρού αγαπημένου.
Ο Νίκος Στάγκος, είναι θαμμένος στο Β' Νεκροταφείο Αθηνών. Αξίζει να αναφέρουμε ότι ο Ντέιβιντ Πλαντ για μεγάλα διαστήματα είναι κάτοικος Αθηνών, αφού διαμένει στο ιδιόκτητο διαμέρισμά του στα Εξάρχεια, με σκοπό να βρίσκεται κοντά στον τάφο του αγαπημένου του και να τον περιποιείται. 
Πηγή


Για την σύνταξη του κειμένου αντλήθηκαν στοιχεία από τα βιβλία:
Ντέιβιντ Πλαντ, Ο αγνός εραστής. Μια εξομολόγηση, μετάφραση-σημειώσεις-επίμετρο: Ηλίας Μαγκλίνης, εκδόσεις: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2014.
Νίκος Στάγκος Ποιήματα, 1966-77, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1979.
Νίκος Στάγκος, Τα οικεία περιβάλλοντα των λέξεων , εκδόσεις Κέδρος 1981.

 

Ποιήματα του Νίκου Στάγκου
Η πρώτη ηλικία
Στον κήπο με τις φιστικές, τα πεύκα, τη μητέρα μου,
στέκομαι μέσα στα παρτέρια της
εγώ.
Στο βάθος του, στη σκοτεινή γωνιά,
κάτω από το δέντρο που μαραίνεται αργά
και σίγουρα μαζί μου,
πέφτουν νεκρά πουλιά απ' τα κλαδιά του,
ριζώνουν κόκαλα πουλιών στις πέτρες,
ανάμεσα στις πέτρες γκρίζες αράχνες πλέκουνε ιστούς,
παραμονεύουν όνειρα σε κάθε χαραμάδα,
είναι πάντα σκοτάδι,
σκουλήκια μεγαλώνουν μέσα στην υγρασία,
το χώμα είναι όλο φτερά,
τίποτα δε φυτρώνει
κάτω από το βάρος των νεκρών πουλιών
που λιώνουν ασταμάτητα μέσα στοι μαύρο χὼμα.

Το σκοτεινό του κήπου
κρύβει μες στο σκοτάδι του
το δέντρο που μαραίνεται μαζί μου αργά και σίγουρα.

Ανάμεσα στις φιστικές, τα πεύκα, τα παρτέρια της μητέρας
       μου,
έπαιζα μόνος με τα δόντια των ονείρων μου,
έπεσα μόνος μες τα δόντια τους,
μες τους ιστούς που έπλεκαν τριγύρω μου.


Ντέιβιντ Πλαντ και Νίκος Στάγκος, Λονδίνο, 1966.


Η δεύτερη ηλικία
Πέφτουν στον κήπο τα παιχνίδια, σα νερό, απ' τα παράθυρα,
λιώνουν αγγίζουν τη γη,
μαζεύονται νερό στους λάκκους
τριγύρω στους κορμούς των δέντρων..
Τα δόντια των τροχών τους ανεμίζουν στα κλαδιά.

Κοιτώ μες στο νερό των λάκκων τα παράθυρα·
το φως δεν πέφτει στα παράθυρα,
βγαίνει απ' αυτά και χύνεται στον κήπο,
μαζεύεται στους λάκκους,
λάμπει στα μάτια μου.

Το βράδυ μεγαλώνουν οι σκιές των δωματίων κάτω απ' τα
      έπιπλα,
τρίζαν, ψιθύριζαν λόγια ανείπωτα.
Στο σπίτι αυτό,
στις άδειες κάμαρες που πάλλονται από τη φροντίδα της,
γεννήθηκαν οι πρώτες υποψίες.

Μόνος μου εγώ επαναλάβαινα:
Το ωραίο είναι ωραίο από μόνο του.




Ο ορισμός του ωραίου
Στο σκοτεινό βάθος του κήπου
αγάπησα το σώμα του το άγνωστο,
έπλεξα ιστούς τριγύρω του,
αγκάλισα τους ορισμούς, καθόρισα τα όριά του.

Έπλασα το σκοτάδι του
κουλούριασα τη σκέψη μου
σκέφτηκα την καταστροφή
απλώθηκα ξαπλώθηκα

τον έκανα συνένοχο
μάρανα τα λουλούδια του
κύλησα στα αυλάκια του
άπλωσα τα σκοτάδια του

ξέπλυνα τις μολύνσεις του
ξεπέρασα τα όριά του
ξεχύθηκα σαν το νερό στους λάκκους
πήρα φωτιά και έκαψα.

Βαριά βαριά τα σύννεφα
πέφτουν πάνω στον κήπο

κλωστές κλωστές τα σύννεφα
βογγούν σαν πεθαμένοι

βάζουν νερό
βάζουν φωτιά

πνίγουν τα χαμομήλια
σκεπάζουν τα νεκρά πουλιά

πλημμύρα στα όνειρά μου
ξεβράζουν την καταστροφή

σκοτώνουν τα απατηλά
και δημιουργούν το ωραίο.

Το ωραίο είναι ωραίο μόνο του
στον κήπο που μαράθηκε.

Στον κήπο που ξεχάστηκε
λάμπει το ωραίο τώρα.




Το ωραίο δεν ορίζεται
Οι περιστάσεις καθορίζουν τη φύση του
ανάλογα με το πώς στέκονται άλλα πράγματα τριγύρω του:
το φως του, οι σχέσεις του με τα έξω,
ένα αίσθημα, αληθινό την ώρα που το έλεγες
κι ίσως μετά ανύπαρκτο.

Ενώ το ωραίο είναι ωραίο μόνο τουλάχιστον,
χωρίς ιστούς, χωρίς συσχέτιση
με ότι είναι έξω των ορίων του.
Τίποτε δεν κινείται μες στο φως του.

Το ωραίο είναι ωραίο μόνο του,
το ωραίο είναι πάντα ωραίο μόνο του,
το ωραίο είναι πάντα μόνο του,
το ωραίο είναι ανύπαρκτο όταν δεν είναι μόνο του.

Λόγια δε λέγονται
ψίθυροι ακούγονται
χέρια δεν αγκαλιάζουν

χείλια που δεν κινούνται
μάτια που δεν κοιτάζουν
φτερά δεν φτερουγίζουν

τα δέντρα δεν μαραίνονται
χοροί που δεν χορεύτηκαν
τραγούδια ατραγούδητα

οράματα αόρατα
μέρες που δε νυχτώνουν
και νύχτες αξημέρωτες

μαλλιά δεν αρμενίζουν
κύματα δεν αφρίζουν
ο πόθος είναι εκπλήρωση

ο πόνος είναι ηδονή
έρχομαι φεύγω στέκομαι
σε βλέπω μες τα μάτια

το καλοκαίρι χιόνισε
και το χειμώνα μ' έλουσε ο ιδρώτας σου
ποτάμια που σταμάτησαν

όνειρα που δεν ξύπνησαν
λουλούδια που δεν άνθησαν
χέρια που δε χαιρέτισαν

κινήσεις που δεν έγιναν
κορίτσια ετοιμοθάνατα
άλογα που δεν έτρεχαν

αγόρια που δεν γδύθηκαν
μικρά παιδιά μοιρολογούν
τραγούδια ετοιμοθάνατων

ήχοι που δεν ακούγονται
μια μουσική ακίνητη
τα βήματα βουλιάζουν

τα σώματα σαν πάγοι σε στέρεο νερό
η ιστορία ξεχάστηκε και γίνηκε προβλέψεις αστρολόγων
το μέλλον είναι παρελθόν

ο χρόνος είναι άχρονος
ο χώρος είναι άχωρος
ο τόπος είναι άτοπος

το τέλος του παραμυθιού είναι η αρχή του. 


 


Τελευταίος μονόλογος του εσωτερικού εραστού
Φώτισε το πρώτο φως του δειλινού, σαν μέσα σε μια κάμαρα
όπου αναπαυόμαστε και που, χωρίς σχεδόν δικαιολογία,
       νομίζουμε
ότι ο κόσμος της φαντασίας είναι το έσχατο καλό.

Αυτή, λοιπόν, είναι η πιο έντονη συνάντηση.
Σ’ αυτή τη σκέψη συγκεντρωνόμαστε,
μέσα απ’ όλες τις αδιαφορίες, σ’ ένα πράγμα:

πάνω σ’ ένα μοναδικό πράγμα, ένα μοναδικό κάλυμμα
σφιχτά περιτυλίγοντάς μας, αφού είμαστε φτωχοί, μια ζέστη,
ένα φως, μια δύναμη, η θαυμαστή επίδραση.

Εδώ, τώρα, ξεχνούμε ο ένας τον άλλο και τους εαυτούς μας.
Αισθανόμαστε την ασάφεια μιας τάξης, ενός όλου,
μιας γνώσης, αυτού που κανόνισε τη συνάντηση,

μέσα στο ζωτικό του πλαίσιο, στο νου.
Λέμε πως ο Θεός κι η φαντασία είναι ένα.
Πόσο υψηλά εκείνη η υψηλότατη λαμπάδα φωτίζει το σκο-
      τάδι…

Από το ίδιο αυτό φώς, από τον κεντρικό νου,
φκιάνουμε μια κατοικία στον αέρα του δειλινού,
όπου το να ‘μαστε εκεί μαζί είναι αρκετό.
Wallace Stevens



Ο Ντέιβιντ Πλαντ (δεξιά) με τον Νίκο Στάγκο στο σπίτι τους στην Πάρο.


Απόλυτη εκκαθάριση
«Voilà, Messieurs, Les spectacles que
Dieu donne à L’ Univers… »
Βλέπει τις εικόνες επάνω στους τοίχους.
Δείγμα μόνο της αλήθειας.
Αλλά ποτέ κανείς δεν μένει ικανοποιημένος.
Η αλήθεια δεν ικανοποιεί.

Σε κάποιο αόριστο δωμάτιο ξενοδοχείου
οι γραμμικές κηλίδες όταν τις τόνισε
το σούρουπο ήταν μέρες και νύχτες

κι έξω πάνω στη θάλασσα
η επιθυμία επέμενε να ‘ναι ένα όνειρο στο σπίτι
σύννεφο ή πουλί αποκοιμισμένο μες στη γούρνα
απεραντολόγων νερών.

Μέρες που ένα αργό άλογο
Σε όχθες καναλιού μοιάζει άσχετο και η αλήθεια:
Το πιο καλό στην πιο καλή μορφή του
Χρόνου σε σχέση με άλλο χρόνο.

Υπόμενε ξανά το να εκτοπίζεται το φως
το να δύει εξοργισμένο
«έτσι μεγάλο είναι το θάρρος του,
έτσι τεράστια η ευφυΐα του,
έτσι λαμπρά τα πεπρωμένα του.

Σα ένας αητός που τον βλέπει κανείς πάντα
είτε πετώντας στα μεσούρανα
ή κατερχόμενο σε βράχο
να ρίχνει διαπεραστικές ματιές τριγύρω
για να επιπέσει με μια τέτοια βεβαιότητα στο θύμα του
ώστε ν’ αποφύγει κανείς τα νύχια του
όσο και τα μάτια του».

Πόσο πιο ευκρινές θα ήταν
Αν άσκοπα τριγύριζε, χωρίς να φαντάζεται πολλά
(τη γούνα μιας γάτα στον ήλιο):
Ας μετατοπιστεί η στύλη των μορφών,
Ας αυτό-προσθέτει κι ας αυτό-αφαιρεθεί
(ραβδιά, αριθμοί, γράμματα)
Και ούτω καθ’ εξής μέχρι μέσου βαθμού…

Μέχρι δωματίου σε κάποια πόλη
το αποτέλεσμα μιας συναντήσεως εκεί
αγκαλιάσματα, χωρίσματα
προς την ανήσυχη όψη
παιχνιδιών που τα συμμάζεψαν μια μέρα για τελευταί φορά.

«Συμμαζεύω παιδικά πράγματα.
Γι’ αυτό ήρθα εδώ
κι έμεινα τρία χρόνια
καταλήγοντας τώρα σ’ ένα βέβαιο
τέλος ή άνθηση όπως το ‘λεγαν μερικοί».

Παίζοντας το φως που φυσομανούσε
με την ύστατή του βεβαιότητα
την αυστηρότητα του καμπύλου του χαμόγελου
«σαν τον αητό
Που κρέμεται και κρέμεται, μετά πέφτει».
John Ashbery
«Absolute Clearance» στη συλλογή Self –Portrait in a Convex Mirror, 1957

Πηγή

Νίκος Στάγκος Ποιήματα, 1966-77, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1979.




Το αγγλικό και το ελληνικό εξώφυλλο του βιβλίου του Ντέιβιντ Πλαντ, Ο αγνός εραστής. Μια εξομολόγηση.

 
Εξώφυλλα εκδόσεων σε μετάφραση και επιμέλεια Νίκου Στάγκου