Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

Irwin Allen Ginsberg (June 3, 1926 – April 5, 1997), a tribute


ΑΛΛΕΝ ΓΚΙΝΣΜΠΕΡΓΚ (1926-1997), ΑΦΙΕΡΩΜΑ
«... η χολή του Γκίνσμπεργκ για το κατεστημένο, και η επανάστασή του ενάντια στην κοινωνία, είναι προϊόντα μεγάλης καταπίεσης...»
Frederick Eckman, Poetry
«Έχει την παραφορά του πληγωμένου εραστή ή του παιδιού, και ο δυναμισμός του βρίσκεται στον τρόπο που ξερνάει αχώνευτες όλες τις βασικές ανάγκες για ελευθερία και συμπόνια κι ακόμα μια γενναία διερεύνηση στο υποσυνείδητο... Φέρνει στην επιφάνεια μια τρομαχτική ψυχολογική πραγματικότητα με μεγάλο ρεαλισμό».
M.L. Rosenthal, Nation
Ο Allen Ginsberg το 1947, (Courtesy National Gallery of Art)
Προλεγόμενα
Το κίνημα των Μπίτνκις ή αν προτιμάται, η Γενιά Μπιτ (Beat Generation) σημάδεψε αποφασιστικά την Αμερική τη δεκαετία 1950-60. Έχει δε να παρουσιάσει σπουδαία έργα, κάτι που δεν έγινε με το επόμενο θα λέγαμε κίνημα των χίπις, -τα παιδιά των λουλουδιών-, ένα κίνημα εφήμερο και χωρίς ουσιαστική συμβολή στον τομέα των τεχνών αφού δεν άφησε πίσω του κανένα σπουδαίο έργο. Ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ, βασικό μέλος της Μπιτ Γενιάς μέσα σ' έναν κόσμο άγονο, οπλισμένος με εγωπάθεια και φιλαρέσκεια στοιχεία που τον εξωθούν να βγει, να ακουστεί, να γράψει και εν τέλει να υπάρξει. Ο Γκίνσμπεργκ, κραυγάζει, ακόμα και στους χαμηλόφωνους στίχους του με αγωνία για τον άνθρωπο. Ζώντας μέσα σε ένα σύστημα που τον συνθλίβει με τον τεράστιο όγκο του, ως ποιητής, θα βρει τον τρόπο όχι μόνο να απαλλαγεί από την ανυπόφορη πίεση αλλά και να την εκμεταλλευτεί. Ειδικά το Ουρλιαχτό, αν και αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, τον Καρλ Σόλομον, είναι στην ουσία ένας θρήνος για όλη ετούτη τη χαμένη γενιά και ένα από τα σπαραχτικότερα κείμενα του Γκίνσμπεργκ και της γενιάς του. Με μια στεγνή, κυνική και άγρια περιγραφή, σπάνια παρασυρμένος από συναισθηματισμούς, ο Γκίνσμπεργκ μεταδίδει στον αναγνώστη του τέτοιο σοκ, που κανένας θρήνος δε θα κατάφερνε να μεταδώσει. Ακόμα και στο αριστουργηματικό Kaddish, ένα ποίημα τραχύ, τρυφερό, αλλά παθιασμένο και συνάμα σκληρό και ανελέητο, αν και αφιερωμένο στη μητέρα του Ναόμι, συνυπάρχουν όλα τα παραπάνω στοιχεία.
Για τον Άλλεν Γκίνσμπεργκ, έχουν γραφτεί και συνεχίσουν να γράφονται πολλά. Το έργο του απασχολεί τους μελετητές και δεν είναι λίγα τα αφιερώματα που συναντά κανείς. Με προσοχή λοιπόν και συναίσθηση, θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε το πορτρέτο του σπουδαίου ποιητή τούτης της σημαντικής γενιάς.
 
 
Allen Ginsberg και Peter Orlovsky
Άλλεν Γκίνσμπεργκ, μια γνωριμία
Ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ, (Irwin Allen Ginsberg) γεννήθηκε στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϋ στις 3 Ιουνίου 1926. Ήταν ο δεύτερος γιος του Λιούις Γκίνσμπεργκ (Louis Ginsberg) δασκάλου και λυρικού ποιητή, και της Ναόμι Γκίνσμπεργκ (Naomi Levy Ginsberg), ρωσίδας μετανάστριας και δραστήριου μέλους του αμερικανικού ΚΚ.
Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκης, όπου το 1943 γνωρίστηκε με τον William S. Burroughs τον Jack Kerouac, τον Neal Cassady και τον Ed White. Η περίοδος της φοίτησής του υπήρξε ταραχώδης αφού τιμωρήθηκε με μια προσωρινή αποβολή από το πανεπιστήμιο λόγο της σεξουαλικής του συμπεριφοράς, αλλά και των πειραματισμών του με ψυχοτρόπες ουσίες που θα συνεχιστούν για πολλά χρόνια. Τον Ιούνιο του 1949, μια σύλληψη για κλοπές που τελικά είχαν διαπράξει φίλοι του, τον οδήγησε στο να καταδικαστεί σε φυλάκιση οκτώ μηνών την οποία θα εκτίσει, μετά από τη φροντίδα των πρώην καθηγητών του Mark Van Doren και Lionel Trilling, στο ψυχιατρικό ινστιτούτο του πανεπιστημίου. Εκεί θα συνδεθεί φιλικά με τον ποιητή Καρλ Σόλομον που βρίσκεται έγκλειστος ακολουθώντας αντικαταθλιπτική θεραπεία.
Η εμφάνισή του στα γράμματα τη δεκαετία του πενήντα ξαναέφερε στο προσκήνιο της αμερικάνικης ποίησης την ελεύθερη και αυθόρμητη παράδοση του Walt Whitman, του William Carlos William, του Hart Crane, και του Ezra Pound, και σήμερα η λυρική δύναμη, οι πολλές φορές ακατέργαστοι τόνοι και οι ανοιχτοί ορίζοντες της ποίησής του αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικό κεφάλαιο της ποιητικής κληρονομιάς των ΗΠΑ.
Το πρώτο του βιβλίο, την ποιητική συλλογή Ουρλιαχτό και άλλα ποιήματα (Howl and Other Poems), το εξέδωσε τριάντα ετών, το 1956, στον οίκο City Lights του Lawrence Ferlinghetti. Το Ουρλιαχτό δημοσιεύτηκε με μία εισαγωγή του William Carlos Williams, (την οποία παραθέτουμε παρακάτω) αλλά πολύ σύντομα απαγορεύτηκε ως άσεμνο. Ακολούθησε μια σειρά δικών για να επιτραπεί τελικά η συνέχεια της κυκλοφορία του και να γίνει το πιο διαδεδομένο και πολυμεταφρασμένο βιβλίο του αιώνα του.
Το 1972 τιμήθηκε με το αμερικανικό Εθνικό Βραβείο Βιβλίου, για τη συλλογή The Fall of America, την επόμενη χρονιά έγινε μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας και Ινστιτούτου Τεχνών και Γραμμάτων, ενώ το 1933 η Γαλλία του απένειμε το μετάλλιο του Chevalier de lordre des Arts et Lettres.
Ταξίδευσε σε όλο τον κόσμο ακούραστα, ακόμη και τα τελευταία χρόνια που αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, διαβάζοντας τα ποιήματά του στη Ρωσία, την Κίνα, την Ευρώπη, και τον Νότιο Ειρηνικό, συνοδεύοντας συχνά τις απαγγελίες του (όπως και ο William Blake) από φορητό αρμόνιο που είχε αγοράσει στο Μπεναρές.
Από το 1974 δίδασκε τα καλοκαίρια ποίηση στο Ινστιτούτο Ναρόπα στο Μπώλντερ του Κολοράντο, στην «Jack Kerouac School of Disembodied Poetics», που είχε ιδρύσει ο ίδιος με την ποιήτρια Anne Waldman.
Ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ πέθανε στις 6 Απριλίου 1977, στο διαμέρισμά του στο Ιστ Βίλλατζ της Νέας Υόρκης.1

Allen Ginsberg και Peter Orlovsky
(πάνω: Παρίσι 1956, μέση: Δεκέμβριος 1957, κάτω: Place St. Germain Παρίσι 1957)

Άλλεν Γκίνσπεργκ, (1926-1997): ένα κερί στο δάσος2
«Μόνο το πολύ έντονο γράψιμο έχει ενδιαφέρον, μέσα απ’ το οποίο ξεπηδά η πορεία μιας ολόκληρης ζωής με αφθονία εικόνων και φροντίδα παρουσίασης και σχεδίου και αισθησιακό μυώνα της ψυχής, ποταμό της σκέψης». Ιδού τι έγραψε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, στο ημερολόγιό του ο ποιητής του Ουρλιαχτού και του Κάντις, ο πατριάρχης και προπαγανδιστής της γενιάς των Μπητ, ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ. Σε μια καλύβα, στο αγρόκτημα Τακαπαλάν, αναζητώντας έναν απέραντο ανεξιχνίαστο θεό, ο ποιητής θα συνεχίσει: «Και το γράψιμο, το χάρισμα να γράφεις τη σκέψη σου, μοιάζει μ’ ένα κερί στο δάσος».3
Πράγματι, το γράψιμο μπορεί να είναι κερί στο δάσος, κάτι τόσο ταπεινό, εσκεμμένα ταπεινό, μια μικρή εστία φωτός, αλλά και επικίνδυνο, συνάμα, καθώς μπορεί να βάλει φωτιά στα δέντρα, να πυρπολήσει μιαν ολόκληρη έκταση. Για τον Γκίνσμπεργκ, όπως, και για τους φίλους του, το γράψιμο ήταν μια περιπέτεια όπως και η περιπέτεια της ζωής. Γεννημένος στις 3 Ιουνίου του 1926, Εβραίος, γιος μιας Ρωσίδας εμιγκρέ, ο Γκίνσμπεργκ θα γίνει ένας αμετάπειστος φυγάς, στην προσπάθειά του να ανακαλύψει το χαμένο κενό της ευαισθησίας, της ελεύθερης ζωής και της έκφρασής της. Όπως αρκετοί ομότεχνοι και ομοϊδεάτες του θα αλλάξει κάμποσα επαγγέλματα και κάμποσες πόλεις, θα μετακινηθεί σε πολλά μήκη και πλάτη αυτού του πλανήτη, επινοώντας και αυτός μια άδολη γεωγραφία των παθών.
«Γυμνάσιο στο Πάτερσον μέχρι τα 17, Κολλέγιο Κολούμπια, Εμπορικό Ναυτικό, Τέξας και Ντένβερ, κλητήρας σ’ εφημερίδα, Τάιμς Σκουέαρ, αμίγκος στη φυλακή, πλύσιμο πιάτων, βιβλιοπαρουσίαση, Μέξικο Σίτυ, μάρκετινγκ, Σατόρι στο Χάρλεμ, Γιουκατάν, και Τσιάπας, τρία χρόνια στη Δυτική Ακτή. Μετά, ταξίδι στην Αρκτική Θάλασσα, την Ταγγέρη, τη Βενετία, Το Άμστερνταμ, το Παρίσι, διάβασα ποιήματα στην Οξφόρδη, το Χάρβαρντ, το Κολούμπια, στο Σικάγο, τα παράτησα, έγραψα το Κάντις το 1959, ηχογραφήθηκα για να μείνουν όταν φύγω, και χάθηκα για λίγο στην Ανατολή».4 Ηδού πως μιλάει ο ίδιος ο Γκίνσπεργκ για την τεθλασμένη διαδρομή του, για την επιλογή του να ακολουθήσει το επιτήδευμα της ζωής. Αφήνει, βέβαια, στο περιθώριο την ακούσια συμμετοχή του σ’ ένα φονικό, τους πειραματισμούς του με το αλκοόλ και τις ουσίες, την ομοφυλοφιλία του την συγκρότηση μιας λογοτεχνικής ομάδας που διατηρούσε επαφές με μικροκακοποιούς, την ερωτοτροπία με τη διασάλευση των αισθήσεων, με την τρέλα, με τη «ρήξη της συνεχείας του πνεύματος».
Ο Γκίνσμπεργκ θα συγκεντρώσει γύρω του τους εκούσιους παρίες της μεταπολεμικής Αμερικής. Είναι τα παιδιά της νύχτας και του μακελειού, αυτοί που ένιωσαν τα αρχικά σκιρτήματα εναντίωσης σε ό,τι αποκαλούσε τότε the Establishment, το Κατεστημένο, ή το Σύστημα – είναι οι γενάρχες αυτού που αποκλήθηκε Αντικουλτούρα. Ο Γκίνσπεργκ πάνω απ’ όλα είναι ποιητής, γιος ποιητή, πατέρας ποιητών. Οι στίχοι του είναι ένα κοσμικό λαχάνιασμα, ασθμαίνοντες γόοι, σφαγμένος λυρισμός, πυρπολημένοι ψίθυροι, μελωδικές κραυγές. Ποιος δεν θυμάται;
Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου,
χαλασμένα από την τρέλα,
λιμασμένα, υστερικά, γυμνά,
να σέρνονται μέσα απ’ τους νέγρικους δρόμους την αυγή
γυρεύοντας μια φλογισμένη δόση,
χίπστρες αγγελοκέφαλοι που καίγονταν για τον αρχαίο,
επουράνιο δεσμό με το αστρικό δυναμό στη μηχανή
της νύχτας
φτωχοί και κουρελήδες με βαθουλωμένα μάτια,
που φτιαγμένοι ξενυχτούσαν καπνίζοντας στο υπερφυσικό
σκοτάδι παγωμένων διαμερισμάτων,
αρμενίζοντας πάνω από τις κορφές των πόλεων αφοσιωμένοι στη τζαζ»
5
Ο Γκίνσμπεργκ καλεί σε μια σύναξη ψυχών. Και, πράγματι, καταφέρνει να αποτελέσει τον πυρήνα μιας εκρηκτικής παρέας: Τζακ Κέρουακ, Ουίλλιαμ Μπάροουζ, Γκρέγκορι Κόρσο, Λώρενς Φερλινγκέτι, Νηλ Κάσαντι, Άλαν Άνσεν. Θα τους ωθεί στο να ζουν όσο πιο ακραία μπορούν και να γράφουν όσο πιο ελεύθερα γίνεται. Θα τους ενθαρρύνει σε κάθε δύσκολη στιγμή, θα επιμελείται και θα διορθώνει και θα ταξινομεί τα γραπτά τους, θα τους συνοδεύει στα ταξίδια τους, θα τους ηχογραφήσει και θα τους φωτογραφίσει, θα γίνει ο μέγας Αρχειοθέτης των πολυσχιδών εκδηλώσεων ενός εξεγερμένου πλήθους.
Όπως επισημαίνει ο Graham Caveney,6 o Γκίνσμπεργκ είναι ένας ποιητής που αποκηρύσσει τον κόσμο γύρω του και θέτει στο κέντρο του το γυμνό του εγώ. Είναι ο ποιητής που επιχειρεί, σχεδόν με κάθε τίμημα, να επικυρώσει την απόφανση του αναρχικού Ντέιβιντ Θορώ: Ο ποιητής γράφει την ιστορία του σώματός του. Το ίδιο του το σώμα γίνεται το πειραματικό εργαστήρι της ποιητικής του, μιας ποιητικής που τείνει σε έναν δαίδαλο «αναπνευστικών ασκήσεων», από όπου θέλει να βρει την έκφρασή της σύνολη η αγωνία τής μεταπολεμικής και η αντίσταση –υποκειμενική και συλλογική- στην αγωνία αυτή.
Πέρα και πάνω από απλώς εξομολογητική, η ποίηση του Γκίνσμπεργκ γίνεται έτσι ένα εκκωφαντικό χρονολόγιο του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, καθώς οι ευαίσθητες κεραίες του ανθρώπου Γκίνσμπεργκ, αυτού του γυμνού εγώ, του απαλλαγμένου από προκαταλήψεις και συμβατικότητες, συλλαμβάνουν τις κρυφές δονήσεις των δεινών αυτής της χρονικής περιόδου και, ταυτοχρόνως, τις τάσεις εναντίωσης στα δεινά αυτά:
«Η φωνή μου αντιλαλεί μες τα κλειστά κουτιά που οι επιστήμονες
Δουλεύουνε με ρομποτένια χέρια και σε δοχεία καλουπιών,
Η φωνή μου αντηχεί πάνω σε θόλους ηλεκτρικούς
Μέσα σε κενό αέρος
Εισχωρώ με πνεύμα θορυβώδικο μες στα βαρέλια σου με καύσιμο
Από ράβδους ραδιενεργούς βαθιά χωμένα μες τη γη πάνω σε
Θρόνους δίχως ήχο και στρώματα από μολύβι
Ω Πυκνότητα».7
Ο Γκίνσμπεργκ επαναφέρει δυναμικά (που σημαίνει και αδέξια, και σπασμωδικά και βλάσφημα) το ρομαντικό εξεγερσιακό πρόγραμμα στην ποίηση των τελευταίων πενήντα χρόνων. Η διαμαρτυρία ενάντια στον Μολώχ του χρήματος, η (σχεδόν εφηβικής μανίας) απόπειρα να αποκατασταθεί η θρυμματισμένη συνείδηση ανάμεσα στο παραγκωνισμένο (την εποχή που άρχισε να γράφει) βίωμα και στο ιστορικό γίγνεσθαι, εντέλει η βροντερή απόπειρα αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στο εγώ και στο εμείς, αντλεί τρόπους και μεθόδους από το λησμονημένο οπλοστάσιο του ρομαντισμού. Ο Γκίνσμπεργκ επιζητεί να είναι εξεργασμένος μαζί με τους άλλους αλλά και να πραγματώνει ανεμπόδιστα, χωρίς φραγμούς και χωρίς νεκρό χρόνο (όπως έλεγαν στη δεκαετία του εξήντα), του εαυτού του, τις επιθυμίες του τα όνειρά του.
«Η μεγάλη συμβολή του Γκίνσμπεργκ στην ποιητική τέχνη του αιώνα», σημειώνει ο Άρης Μπερλής, «είναι πως η τρομαγμένη του ψυχή θυμήθηκε ρυθμούς και εκφορές που είχαν ολότελα ξεχαστεί. Ο λυρικός του λόγος, παρά την ευκολία και την τραχύτητα που (ορθά, συχνά) του αποδίδονται, είναι αυθεντικός, και η ποιητική του αποτελεσματικότητα (στις καλύτερες στιγμές του, απ’ αυτές τελικά θα τον κρίνουμε) αναμφισβήτητη. Κάποιο μυστικό σίγουρα κρύβεται εδώ, στους μεγάλους ακατέργαστους μουσικούς όγκους, που η κριτική (επιτήδεια και δραστική όταν έχει να κάνει με πυκνό λόγο) δεν έχει μπορέσει ακόμη να μας αποκαλύψει».
Ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ, ο Στενογράφος των Ταραχών, του Περασμένου Αιώνα, έσβησε γαλήνια και ειρηνικά, πλάι και ανάμεσα σε φίλους, τον Απρίλιο του 1997. Μπόρεσε να μιλήσει (και αυτός) την όμορφη γλώσσα των καιρών μας.
Του οφείλουμε πολλά.

 
Allen Ginsberg (αρ) και James Franco (δε)
Από την ταινία Howl (2010), των Rob Epstein, Jeffrey Friedman.

Πρόλογος του William Carlos Williams για το Ουρλιαχτό για τον Καρλ Σόλομον8
Πάει καιρός που γνώρισα τον Άλλεν Γκίνσμπεργκ, ήμουν πιο νέος· γιος γνωστού ποιητή, ποιητής κι ο ίδιος, ζούσε στο Πάτερσον του Νιου Τζέρσεϋ, τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε.
Αδύνατο σκαρί, το μυαλό του ανάστατο, αρνιόταν να δεχθεί τη ζωή, έτσι όπως την έβλεπε να διαμορφώνεται μέσα κι ολόγυρα στη Νέα Υόρκη τα πρώτα χρόνια έπειτα από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Μ' έβαζε σ' έγνοιας· έλεγα πως ποτέ του δε θα τα κατάφερνε να ζήσει και να γράψει βιβλία. Το πως κατόρθωσε να κρατηθεί στη ζωή, να κάνει ταξίδια και να συνεχίσει να γράφει, μ' αφήνει κατάπληκτο. Την ίδια έκπληξη δοκιμάζω τώρα που τον βλέπω να δουλεύει και να ολοκληρώνει την τέχνη του.
Και νάτον έπειτα από δεκαπέντε – είκοσι χρόνια, μ' ένα καταπληκτικό ποίημα. Όλα φανερώνουν πως πέρασε πραγματικά μέσ' απ' την κόλαση. Βγήκε στο δρόμο του κάποιον που τον λέγαν Καρλ Σόλομον και μαζί του μοιράστηκε με τα δόντια, ανάμεσα στις βρωμιές τούτης της ζωής, κάτι που μόνο αυτός μπόρεσε να το περιγράψει. Το ουρλιαχτό τού ηττημένου -αν και γι' αυτόν ήτα δεν υπάρχει· τη ζει κι αυτή, σα μια συνηθισμένη, ασήμαντη εμπειρία. Σε τούτο τον κόσμο τίποτα δεν είναι ακίνητο· εκτός από έναν άντρα –αν είναι πραγματικός άντρας.
Ο ποιητής έζησε μ' ολόκληρη την ύπαρξή του τις τρομαχτικές εμπειρίες που ολοζώντανα περιγράφει στις σελίδες που ακολουθούν. Το θαύμα δεν είναι που κατάφερε να επιζήσει, αλλά που μπόρεσε να βρει, εκεί στα τρίσβαθα, ένα φίλο και να τον αγαπήσει κι έπειτα να τραγουδήσει την αγάπη του με τούτα τα ποιήματα δίχως να βλέπει τίποτ' άλλο πέρα απ' αυτή.
Ας λέμε ό,τι θέλουμε· ο Γκίνσμπεργκ είναι σε θέση να μας αποδείξει, οποιαδήποτε ώρα, πως το πνεύμα της αγάπης είναι μοναχό του ικανό να εξευγενίζει τις ζωές μας, ακόμα κι αν έχουμε δοκιμάσει τους έσχατους εξευτελισμούς. Αρκεί μονάχα να 'χουμε το νου, το κουράγιο και την πίστη -και την τέχνη!- ν' αντισταθούμε.
Μονάχα η πίστη στην ποιητική τέχνη μπορεί να πιάσει τούτο τον άνθρωπο απ' το χέρι και να τον φέρει, από το απέραντο νεκροταφείο -ίδιο με το εβραίικο του περασμένου πολέμου- ίσια στο Γολγοθά του· η διαφορά είναι πως το νεκροταφείο βρίσκεται τώρα μέσα στην ίδια τη χώρα μας κι ολόγυρα.
Είμαστε τυφλοί και θα τελειώσουμε τις τυφλές ζωές μας μες την τύφλωση. Κι οι ποιητές είναι καταδικασμένοι, αλλά δεν είναι τυφλοί· βλέπουνε με τα μάτια των αγγέλων. Τούτος εδώ ο ποιητής βλέπει μέσα στους τρόμους, τους ζει ως την πιο μυστική λεπτομέρεια της ποίησής του. Δεν αποφεύγει τίποτα· ίσα-ίσα, το δοκιμάζει ως το τέλος. Το περιέχει. Το διεκδικεί σα να του ανήκε -και θαρρώ πως το κοροϊδεύει και βρίσκει πάντα το χρόνο και τη διαθεσιμότητα για ν' αγαπήσει ένα φίλο που μόνος του τον διάλεξε, και να μιλήσει για τούτη την αγάπη μέσα σ' ένα καλοκαμωμένο ποίημα.
Σηκώστε τους ποδόγυρούς σας, Κυρίες μου· περνάμε από την κόλαση....
William Carlos Williams

Ο Allen Ginsberg στην Ακρόπολη (30 Αυγούστου 1961)
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ9
  • Howl and Other Poems (1956) ISBN 978-0-87286-017-9
  • Kaddish and Other Poems (1961) ISBN 978-0-87286-019-3
  • Empty Mirror: Early Poems (1961)
  • Reality Sandwiches (1963) ISBN 978-0-87286-021-6
  • The Yage Letters (1963) – with William S. Burroughs
  • Planet News, 1961-1967 (1971) ISBN 978-0-87286-020-9
  • Indian Journals: March 1962-May 1963 (1970)
  • First Blues: Rags, Ballads & Harmonium Songs 1971 - 1974 (1975), ISBN 0-916190-05-6
  • The Gates of Wrath: Rhymed Poems 1948–1951 (1972)
  • The Fall of America: Poems of These States (1973) ISBN 978-0-87286-063-6
  • Iron Horse (1973)
  • Allen Verdatim: Lectures on Poetry Politics, Consciousness (1974)
  • Sad Dust Glories: poems during work summer in woods (1975)
  • Mind Breaths (1978) ISBN 978-0-87286-092-6
  • Poems All Over the Place, Mostly ‘70s (1978)
  • Plutonian Ode: Poems 1977–1980 (1982) ISBN 978-0-87286-125-1
  • Collected Poems 1947–1980 (1985)
  • Howl: Original Draft Facsimile, Transcript & Variant Versions, Fully Annotated dy Author, with Contemporaneous Correspondence, Account of First Public Reading, legal Skirmishes, Precursor Texts & Bibliography (1986)· White Shroud: Poems, 1980-85 (1986)
  • Cosmopolitan Greetings Poems: 1986–1993 (1994)
  • Howl Annotated (1995)
  • Illuminated Poems (1996)
  • Selected Poems: 1947–1995 (1996)
  • Death and Fame: Poems 1993–1997 (1999)
  • Deliberate Prose 1952–1995 (2000)
  • Howl & Other Poems 50th Anniversary Edition (2006) ISBN 978-0-06-113745-7
  • The Book of Martyrdom and Artifice: First Journals and Poems 1937-1952 (Da Capo Press, 2006)
  • The Letters of Allen Ginsberg (Philadelphia, Da Capo Press, 2008) ISBN 978-0-306-81463-1
  • The Selected Letters of Allen Ginsberg and Gary Snyder (Counterpoint, 2009)
Έργα του Γκίνσμπεργκ στα ελληνικά
  • Οι επιστολές του Γιαχέ, μτφρ. Γιώργος Γούτας, επιμέλεια: Harris Oliver, Απόπειρα 2010.
  • Ποιήματα, μτφρ. Πάνος Πανασσής, εκδόσεις Εκδοτική Θεσσαλονίκης.
  • Ουρλιαχτό, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδόσεις Ηριδανός.
  • Ουρλιαχτό, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος.
  • Ουρλιαχτό, Γιάννης Λειβαδάς, εκδόσεις Άκρον.
  • Ημερολόγια, μτφρ. Σπύρος Μεϊμάρης, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας.
  • Η σκηνή Μπιτ, εκδόσεις Ερατώ.
  • Σύγχρονη Ποίηση: Άλλεν Γκίνσμπεργκ, μτφρ. Τζένη Μαστοράκη, εκδόσεις Μπουκουμάνης, Αθήνα, 1974.
  • Ουρλιαχτό Καντίς και άλλα ποιήματα, μτφρ. Αρης Μπερλής, εκδόσεις Άγρα.
  • Πλουτώνια Ωδή, μτφρ. Τάσος Σαμαρτζής, εκδόσεις Απόπειρα.
  • Τρεις συνομιλίες, μτφρ. Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης - Κλ. Λυμπέρη, εκδόσεις Printa.
  • Μπλουζ του πορθμού του Μπέρινγκ, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδόσεις Άκρον.
  • Ποιήματα, μτφρ. Αρης Μπερλής, εκδόσεις Σοκόλη- Κουλεδάκη.
  • Ανθολογία μπητ λογοτεχνίας, μτφρ. Γιάννης Τζώρτζης, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος.
    Πηγές και σημειώσεις

    1. Για τη σύνταξη του βιογραφικού του Άλλεν Γκίνσπεργκ αντλήθηκαν στοιχεία από τα βιβλία: Άλλεν Γκίνσπεργκ, Πλουτώνια Ωδή και άλλα ποιήματα, μτφρ. Τάσος Σαμαρτζής, εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2002 και Σύγχρονη Ποίηση: Άλλεν Γκίνσμπεργκ, μτφρ. Τζένη Μαστοράκη, εκδόσεις Μπουκουμάνης, Αθήνα, 1974.
    2. Γιώργος Ίκαρος-Μπαμπασάκης, Κέρουακ, Γκίνσπεργκ, Μπάροουζ, Τρεις συνομιλίες 1922-1969, εκδόσεις Printa, Αθήνα 2001.
    3. Άλλεν Γκίνσπεργκ, Ημερολόγια μτφρ. Σπύρος Μεϊμάρης, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα.
    4. Όπως σημείωση 1.
    5. Από τον τόμο Άλλεν Γκίνσπεργκ, μτφρ. Άρης Μπερλής, εκδόσεις Άκμων.
    6. Graham Caveney, Screaming with Joy: The Life of Allen Ginsberg, εκδόσεις Broadway Books, Νέα Υόρκη 1999.
    7. Άλλεν Γκίνσπεργκ, Πλουτώνια Ωδή και άλλα ποιήματα, μτφρ. Τάσος Σαμαρτζής, εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2002.
    8. Σύγχρονη Ποίηση, Άλλεν Γκίνσμπεργκ, μτφρ. Τζένη Μαστοράκη, εκδόσεις Μπουκουμάνης, Αθήνα, 1974.
    9. Για τη σύνταξη της εργογραφίας του Άλλεν Γκίνσπεργκ, αντλήθηκαν στοιχεία από το βιβλίο: Άλλεν Γκίνσπεργκ, Πλουτώνια Ωδή και άλλα ποιήματα 1977-1980, μτφρ. Τάσος Σαμαρτζής, εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2002, καθώς και από τον επίσημο διαδικτυακό τόπο του Άλλεν Γκίνσπεργκ και τη Βικιπαίδεια.

    Επίσημος διαδικτυακός τόπος για τον Άλλεν Γκίνσπεργκ: http://www.allenginsberg.org/

    Allen Ginsberg, Peter Hale, Chris Ide at Naropa, July 4 picnic, Boulder, CO 1986.
    (photo c. Steve Miles)

    Bob Dylan και Allen Ginsberg

    Eric Drooker και Allen Ginsberg

     
    Από αρ: Allen Ginsberg, Jack Kerouac, Gregory Corso

    Από αρ: Bob Donlin, Neal Cassady, Allen Ginsberg, Robert LaVigne,
    Lawrence Ferlinghetti. Φωτογραφία: Corbis Flaubert

    Allen Ginsberg και Johnny Depp

    Peter Orlovsky και Allen Ginsberg,
    (Νέα Υόρκη 30 Δεκεμβρίου 1963)

    Allen Ginsberg και Gregory Corso

    Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

    «ΣΤΑΓΟΝΕΣ», ένα ποήμα της Μάτσης Χατζηλαζάρου («DROPS», a poem by Matsi Chatzilazarou)


    ΣΤΑΓΟΝΕΣ
    διάκοπα ὣς τόν οὐρανό
    ἀπ' τὰ βάθη τῆς γῆς καί τῶν ὠκεανῶν
    ὣς τό αἷμα
    εἱσδύει μὲς στὸ κόκαλο
    τὸ πεταμένο πίσω ἀπὸ μιὰ μάντρα μὲ τσουκνίδες
    πολύ καιρὸ ἀφοῦ λιώσουν οἱ σάρκες
    ἡ σταγόνα
    κάθε νεροῦ κάθε ὑγροῦ καί χυμοῦ
    ποὺ μᾶς περικλείει προτοῦ γεννηθοῦμε

    φτέρες πλαγκτόν ἥ ἀτόλλ
    εἶναι σημάδια στὶς γλῶσσες ὅπως
    ἡ σταγόνα
    κάθε νεροῦ κάθε ὑγροῦ καὶ χυμοῦ
    ποὺ μᾶς περικλείνει προτοῦ γεννηθοῦμε
    ἀδιάκοπα ὣς τὸν οὐρανὸ
    ἀπ' τὰ βάθη τῆς γῆς καὶ τῶν ὠκεανῶν
    ὣς τὸ στόμα μου
    δίχως τέλος φανερό
    κάθε σταγόνα ποὺ κυλάει ξεχειλίζει
    καὶ πλημμυρίζει καὶ ἐξατμίσεται
    ἕνας διάλογος παλάμη με παλάμη
    καὶ τὰ φύλλα ἀραιώνουνε
    τὸ φῶς εἰσδύει ἕως τοὺς κρυφοὺς λοβοὺς
    μὲς στὴ νωπὴ θαλπωρὴ
    παλάμη μὲ παλάμη
    τὰ βλέμματα εἶναι χνούδι φυλλωσιᾶς
    τὰ λόγια εἶναι οἱ φλέβες της
    ὅταν δὲ σέρνεις πιὰ τ' ἀστέρια
    σὰν τοῦ κατάδικου τοὺς χαλκάδες
    τ' ἀστέρια ποὺ σὲ κρατάνε καθυλωμένο
    μὲ τὸ θάνατο
    ποὺ μᾶς περικλείει προτοῦ γεννηθούμε
    σφουγγάρι τῆς κάθε σταγόνας ποὺ κυλάει καὶ ξεχειλίζει
    καί πλημμυρίζει καὶ ἐξατμίζεται
    σταγόνα δάκρυα γάλα καὶ σπέρμα
    σταγόνες χυμό σταγόνες φαρμάκι
    τόσες σταγόνες ποὺ πλανιοῦνται
    μετρημένες γιὰ κάθε μοίρα
    ἀδιάκοπα ὣς τὸν οὐρανό
    ἀπ' τά βάθη τῆς γῆς καὶ τῶν ὠκεανῶν
    ὣς τὸ αἷμα

    Μάτση Χατζηλαζάρου, ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1944-1985, εκδόσεις Ἴκαρος, Αθήνα 1989

    Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

    ANDREAS AGELAKIS (1940-1991), a tribute


    ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ (1940-1991), ΑΦΙΕΡΩΜΑ
    Γιὰ πόσα ὀνόματα ἔχω νὰ γράψω,
    νὰ δεηθῶ γιὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ χαραμισμένο σῶμα τους,
    γιὰ πόσους ἅγιους καὶ μαρτύρους τῆς ἐκκλησίας μας,
    γιὰ πόσες ἀδελφὲς κρυφὲς μὲ ἀδυναμία στὴν ποίηση
    καὶ, γενικῶς στὶς τέχνες,
    γιὰ πόσους ἄντρακλες ποὺ τό 'λεγε ἡ καρδιὰ τους.
    Ποιὸς, ἐπιτέλους, θὰ βρεθεῖ
    νὰ γράψει τὸ μαρτυρολόγιο τοῦτο,
    ποιὰ πένα ποὺ θὰ στάζει αἷμα
    θὰ δικαιώσει ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀνώνυμους,
    τὶς ἁγιασμένες ἀπ' τὴ στέρηση ζωές τους;1
     
    Προλεγόμενα
    Ο μύθος του Ανδρέα Αγγελάκη παραμένει ακόμα και σήμερα διάχυτος και νωπός. Ο φυσικός του χώρος -ο Πειραιάς- θα είναι πάντα το μνημείο του. Στην ποίησή του θα καθρεφτίζονται τα ερωτικά πάθη των ανθρώπων, εξάλλου η ποίησή του είναι και θα παραμείνει το αγκάθι πάνω στον κορμό του λουλουδιού, η χαρακιά στην καλογιαλισμένη επιφάνεια, το δηλωτικό σύννεφο στον ξάστερο ουρανό μας, η αναμμένη φρυκτωρία στο έρεβος της αναμονής. Αλλά ποιος γνωρίζει ή πολύ περισσότερο έχει διαβάσει -για να μην πούμε μελετήσει- το έργο του στην σημερινή ηλεκτρονική και βουβή εποχή μας; Ελάχιστοι. Κάποια σκόρπια ποιήματά του σε διάφορους διαδικτυακούς τόπους πληκτρολογημένα στο μονοτονικό, -μην βάλουμε τώρα το μυαλουδάκι και κουραστεί με περισπωμένες και δασείες-, άντε και δυο-τρις σειρές για το που γεννήθηκε, και φυσικά από τι πέθανε, -ειδικά αυτό. Οι ποιητικές του συλλογές από καιρό εξαντλημένες, οι εκδοτικοί οίκοι αδιάφοροι για μια συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού του έργου. Οι gay ιστότοποι στους οποίους θα περίμενε να διαβάσει κανείς κάτι -με ελάχιστες εξαιρέσεις- δεν θα βρει τίποτα, τα ενδιαφέροντα εκεί είναι άλλα. Μόνη χαραμάδα το βιβλίο Για τον Ανδρέα Αγγελάκη2 του Βρασίδα Καραλή και ένα αφιέρωμα του Οδός Πανός στο τεύχος 93-94, το Σεπτέμβριο του 1997. Από εκεί και πέρα σιωπή.
    Με το παρόν αφιέρωμα σε καμιά περίπτωση δεν βαυκαλιζόμαστε ότι ερχόμαστε να καλύψουμε το υπάρχον κενό. Πρόκειται για μια μικρή κατάθεση, μια υπόκλιση στον ποιητή. Στον ποιητή που αγωνίστηκε να γίνει συνείδηση, να εδραιωθεί και στη χώρα μας αυτό που αποκαλούμε ομοφυλόφιλη ιδεολογία και κουλτούρα. Με λίγα λόγια θέλουμε να τιμήσουμε τον πρόωρα χαμένο ποιητή, να αναμοχλεύσουμε το ενδιαφέρον για το έργο του, να παρακινήσουμε τους νεότερους για το διάβασμα και τους παλαιότερους για το ξαναδιάβασμα -πιστεύουμε- τούτου του έργου.
     
    Μικρό βιογραφικό του Ανδρέα Αγγελάκη3
    Ο Ανδρέας Αγγελάκης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1940. Σπούδασε Ελληνική και Αγγλική Φιλολογία στα Πανεπιστήμια της Αθήνας και του Λονδίνου. Δίδαξε στην μέση εκπαίδευση στην Ελλάδα, στην Αμερική και στην Αγγλία. Πρωτοεμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα το 1962 με την ποιητική του συλλογή Ομιλίες του Θεού και της θάλασσας. Ακολούθησαν οι ποιητικές συλλογές: Ο πρίγκιπας των κρίνων, (1964), Οι προτάσεις της αθωότητας, (1967), Ποιήματα χαρισμένα στον Κόντε Διονύσιο Σολωμό, (1971). Σε αυτές τις συλλογές, σε πρωτολειακή βέβαια μορφή, γίνεται εμφανής η έντονα λυρική φύση του Αγγελάκη και ό,τι ο βασικός πόλος του ενδιαφέροντός του είναι ο έρωτας.
    Πέρα από το ποιητικό του έργο ο Αγγελάκης ασχολήθηκε συστηματικά με την μετάφραση ξένων συγγραφέων και ποιητών. Μετάφρασε: Φ. Γ. Λόρκα (Federico García Lorca, 1898–1936), Λέων Τολστόι (Leo Tolstoy, 1828–1910), Χ. Φέρστιν (Harvey Fierstein, 1952–), Γ. Τρακλ (Georg Trakl, 1887–1914), Ε. Έσσε (Hermann Hesse, 1877–1962) κ.α.
    Το 1978 μαζί με τον σκηνοθέτη Αντρέα Βελισσαρόπουλο και τον συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Λουκά Θεοδωρακόπουλο δημιούργησαν το «Απελευθερωτικό Κίνημα Ομοφυλόφιλων Ελλάδας» (ΑΚΟΕ). Αφορμή είχε σταθεί το νομοσχέδιο για τα αφροδίσια, που προέβλεπε φυλακή και εξορία σε όποιον ομοφυλόφιλο αναζητούσε δημόσια ερωτικό σύντροφο. Το ΑΚΟΕ, η πρώτη οργάνωση ΛΟΑΤ στην Ελλάδα, είχε πολεμήσει με όσα μέσα μπορούσε το παρανοϊκό νομοσχέδιο. Ο Αγγελάκης συμμετείχε και στην Συντακτική Επιτροπή του «Αμφί», του πρώτου gay περιοδικού στην Ελλάδα. Στο περιοδικό δημοσίευσε ποιήματά του, λογοτεχνικές και θεατρικέ κριτικές, αλλά και μεταφράσεις σχετικών κειμένων. Πρωτοπαρουσίασε στο ελληνικό κοινό έργα ομοφυλόφιλων συγγραφέων, όπως αποσπάσματα από το Sexual Outlaw του Τζων Ρέτσι (John Francis Rechy, Texas, 1931-) αλλά και έργα όπως Το Φιλί της Γυναίκας-Αράχνης του Εμμάνουελ Πουίγκ (Manuel Puig, 1932-1990) χάρη στον Αγγελάκη βρήκαν τη θέση τους στις στήλες του περιοδικού.
    Την δεκαετία του '80 ασχολήθηκε και με τη συγγραφή θεατρικών έργων, πεζών, αλλά και θεατρικών έργων για παιδιά. Χαρακτηριστικά είναι τα παιδικά έργα του: Ο ερωτευμένος Τρίτωνας και το εξαιρετικό σύνθετο Love Story στο Αγκίστρι. Στα κείμενα αυτά είναι ευδιάκριτο το παιδί που έκρυβε μέσα του σαν ένα απωθημένο όνειρο και το ξαναζούσε τόσο μέσα από τα μάτια των μαθητών του αλλά και μέσα από τούτα τα κείμενα.
    Ο Ανδρέας Αγγελάκης πέθανε στην Αθήνα χτυπημένος από τη μάστιγα του αιώνα το 1991. Όπως λέει και ο Βρασίδας Καραλής στο βιβλίο του Για τον Ανδρέα Αγγελάκη, «ο Πειραιάς θα είναι για πάντα το μνημείο του, εκεί θα βρίσκεται ο μύθος του, διάχυτος στα πάθη των ανθρώπων που ψάχνουν να συντάξουν ένα καινούργιο αλφάβητο των αισθήσεων».4
     
    Το έργο του Ανδρέα Αγγελάκη5
    Στα εικοσιδύο του μόλις χρόνια ο Ανδρέας Αγγελάκης τυπώνει την πρώτη του ποιητική συλλογή Ομιλίες του θεού και της θάλασσας, για την οποία δεν επιθυμούσε να μιλάει καθόλου αργότερα. Εκεί, όμως, το περίεργο θέμα ενός δραματοποιού οράματος εμφανίζεται κυριαρχικό αλλά μαζί με αυτό η αλλόκοτη αίσθηση του μυστηριακού χώρου και χρόνου που βρίσκεται μέσα και γύρω από τα μικρά και τα ασήμαντα. Όπως φαίνεται και στις τρις επόμενες συλλογές του Ο πρίγκιπας των κρίνων, (1964), Οι προτάσεις της αθωότητας, (1967), Ποιήματα χαρισμένα στον Κόντε Διονύσιο Σολωμό, (1971) υπάρχει το πείσμα ενός ασυμβίβαστου, σχεδόν μεσιανικού ιδεαλισμού, μια λατρεία του υπαρκτού, η επιθυμία για την ανακαίνισή του. Υπάρχουν εικόνες ιδανικών φυσικών τοπίων, συμπυκνώνονται κραδασμοί μιας ευαισθησίας που συγκινείται από το ορατό και εγκαταλείπεται στο θαύμα των ανείπωτων. Όλα αυτά αργότερα, μετά το '70 θα αντικατασταθούν από μια ρεαλιστική ματιά ένα πραγματοκρατικό πάθος, έναν σχεδόν επιθετικό κυνισμό, όταν υποτίθεται ότι “ανακαλύπτει” πως είναι ομοφυλόφιλος σαν να μην το ήξερε πριν. Τη δεκαετία αυτή η ποίηση του Αγγελάκη γίνεται οργισμένη εξαγριώνεται γίνεται επιθετική εξαιτίας της εσωτερικής σύγκρουσης του ποιητή και του ανθρώπου.
    Τα πεζά του κάτω από τον ενδεικτικό τίτλο Αλησμόνητα σινεμά (1989) δείχνουν αναμφίβολα το λανθασμένο υπόβαθρο της ποιητικής του γραφής όπου η λατρεία του λούμπεν συνδυάζεται με την μνήμη του κατηχητικού, η επίγεια κόλαση των σαδομαζοχιστικών οργίων με μεταρσιωτικές ιεροτελεστίες θρησκευτικής τάξεως και το μολυσμένο από το AIDS αίμα με τα ποιήματα του Αγίου Ιωάννη του Σταυρού. Αναμφίβολα πρόκειται για ένα από τα ωραιότερα και για τούτο αποκαλυπτικότερα προσωπικά απομνημονεύματα που διαθέτουμε στην πενιχρότατη παράδοση των αυτοβιογραφιών στη γλώσσα μας. Ο Αγγελάκης βέβαια είχε, μετά το 1970, εγκατέλειψε το ναό της θρησκευτικότητας για να τριγυρνάει ανενόχλητος στο προαύλιο της θρησκείας εκεί που οι εκκλησιαζόμενοι θα ανανέωναν τις αμαρτίες τους και επομένως θα προετοιμάζονταν για τη μοναδική απόλαυση του μετανοείν.
    Να πως περιγράφει ο Αγγελάκης τα δικά του Αλησμόνητα σινεμά: «Τα σινεμά αυτά είναι απόλυτα ανδροκρατικοί χώροι, όπως τα παλιά καφενεία πριν τις χαζοχαρούμενες καφετέριες. Έχουν τους δικούς τους κώδικες, τους δικούς τους ανθρώπους, τη δική τους νομοτέλεια. Στοιχειώνονται από μοναξιές, ερημιές, απογοητεύσεις, προσδοκίες. Κυρίως είναι μια λύση πρόσκαιρης ξεχασιάς, μια αναβολή μαύρων σκέψεων, ένα ξόρκι αποτελεσματικό μέχρι ν’ απειλήσει πάλι το κοράκι. Ο κόσμος τους είναι ένα πολύχρωμο φθαρμένο και θαμπό μωσαϊκό, όπως εκείνα των χαμένων πολιτισμών και των κατεστραμμένων πόλεων. Κάτι μυστηριώδες κι ανικανοποίητο πλανιέται στους διαδρόμους και στα καθίσματά τους. Κάποιες ψηφίδες του μωσαϊκού ακόμη λάμπουν, άλλες έσπασαν, αλλού υπάρχουν χάσματα που πρέπει να συμπληρώσεις με τη φαντασία και το ένστικτο. Το αίσθημα που σου γεννάνε τα πορνεία της Πομπηίας με τις τοιχογραφίες τους. Το κοινωνικό στίγμα που επισύρει η προσέλευση στους χώρους αυτούς δεν είναι ικανό να μειώσει την ποιητική τους διάσταση. Έστω».
    Η Μεταφυσική της μιας νύχτας (1982), δίνει με την πιο αδιαφανή ρεαλιστικότητα τι ένιωθε αυτός ο άνθρωπος, πως βίωνε τις ίδιες του τις κινήσεις. Δημόσια Πάρκα, ουρητήρια, σκοτεινά δωμάτια, μαύροι, λευκοί, νέοι, γέροι, -έχεις την εντύπωση ότι μια καινούργια τάξη και ιεραρχία έχει οργανωθεί δίπλα στον ανύποπτο περαστικό, που την οσμίζεται και μερικές φορές γλιστράει για μια βιαστική συνεύρεση μέσα της, αλλά γρήγορα φεύγει και ξαναγυρνάει στην απολαυστική ρουτίνα της καθημερινότητας. Αναμφίβολα εδώ διαβάζουμε κάτι που δεν υπάρχει στον Καβάφη, στον Λαπαθιώτη, στον Παπανικολάου, στον Ρίτσο. Μια σχεδόν απόκρυφη εκείνης φιλυποψίας, που υποσκάπτει την ικανότητα να αγαπάμε και δίνει την εντύπωση ότι ο σκοπός κάθε σχέσης βρίσκεται στην απελπισία της αποτυχίας της, μιας αποτυχίας που προδικάζεται ακόμα και μέσα από την τρυφερή γλώσσα των εξομολογήσεων. Το ερωτικό σώμα απομυθεύεται και ουσιαστικά αφανίζεται κάτω από το άγχος της κατοχής του· έτσι, η ποίηση, κρυφοκοιτάει την εμπειρία μέσα από ένα κάτοπτρο μεταθέσεων και υπαινιγμών που διαλύει την συνοχή του βλέμματος, αποσυσχετίζοντας τον έρωτα από την μαγεία και το μυστήριο που του απέδωσαν οι ρομαντικοί, οι ψυχαναλυτές, και διαιωνίζουν οι ερωτευμένοι.
    Η τελευταία ποιητική συλλογή του Αγγελάκη έχει τίτλο Ο μακρύς μονόλογος της Μαρίας Πολυδούρη (1989). Ο Αγγελάκης επιλέγει να μιλήσει για το δικό του πρόσωπο με το προσωπείο άλλων ποιητών, ουσιαστικά είναι ένας ρομαντικός που απολαμβάνει το φορτίο ενός εαυτού χωρίς πρόσωπο. Η συνάντηση Πολυδούρη και Αγγελάκη αποτελεί μια από τις πιο ευφρόσυνες λογοτεχνικές συμπτώσεις της παιδείας μας. Αποτελεί ταυτόχρονα μια από τις πλέον εύγλωττες εκλεκτικές συγγένειες της σύγχρονης ποίησης, όταν ένα ρεύμα λογοτεχνικής γραφής αποκτάει ξάφνου την συνέχεια και την διαφάνειά του εμφανιζόμενο σε ένα διαφορετικό χώρο συμφραζομένων. Μετά την Πολυδούρη και τους συνοδοιπόρους της ακολούθησε η περιβόητη γενιά του '30, όταν τα πάντα πήραν μια περίεργη στροφή και αντιστροφή· έγιναν ιδεολογικά και μυθολογικά, άχρονα και μεθιστορικά. Η Mezzo voce ποίηση του 1910 και του 1920, διατηρούσε μια ισορροπία συγκεκριμένου και αφηρημένου, θέσπιζε μια αναλογία μεταξύ ορατού και υπεραισθητού.
    Η ποίηση του Αγγελάκη δεν ενδιαφέρεται για τον αναγνώστη της, δεν θέλει να είναι προσιτή, να διατυπώνει ένα όραμα μεταδόσιμο και μεταδοτικό. Ποιο και τι είδους όραμα άλλωστε υπάρχει σε μια κραυγή και σε έναν στεναγμό; Η κραυγή είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης πίεσης, μιας σχεδόν συλλογικής δυσφορίας. Μέσα της λανθάνει ανεξάντλητο και πολύμορφο ένα σύμπαν μετατοπίσεων που δεν δηλώνεται άμεσα και δεν βλέπεται απαραμόρφωτο.. Ο Αγγελάκης ταξιδεύει τον αναγνώστη του στα απόμερα κρησφύγετα αυτού του ανεστραμμένου άκοσμου σύμπαντος, όπου το δράμα, τελικώς ομολογείται.
    Τι βρίσκουμε λοιπόν διατυπωμένο ως ποιητικό υλικό στο έργο του Αγγελάκη; Μιαν έλλειψη, μιαν αφάνιση, κατά την λακανική έννοια, την ανυπαρξία πολιτικής κουλτούρας στην Ελλάδα, την απουσία μεθόδων διοχετεύσεως της ατομικής εμπειρίας στην κοινωνική σφαίρα, όπου η ειδική μαρτυρία θα λάβει διαπροσωπική σημασία και θα καταταγεί δείκτης συλλογικού πολιτισμού. Για τούτο και η ποίησή του είναι τόσο άμυθη και ασύμβολη, τόσο βραχυλογική και άμορφη, μια άσκηση πολλαπλασιασμού των ειδώλων, τη στιγμή που η ψυχή σπαράζεται από τη νοσταλγία μιας πυκνής αφήγησης, που να δίνει ενότητα και όρια στις μεταφυσικές εξάρσεις και τις ηδονοθηρικές υπερβολές ενός ερημίτη που χάθηκε στην μεγάλη πόλη των πειρασμών.
     
    Ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος για τον Ανδρέα Αγγελάκη

    [...] Κατά τη διάρκεια της θητείας μου σαν υπεύθυνου του περιοδικού
    «Αμφί», δηλαδή από το 1979 μέχρι το 1984, ήταν που συνδέθηκα πιο στενά με τον Αντρέα. Παρά την επίσημη ιδιότητά του ως εκπαιδευτικού, ο Αντρέας, διακινδυνεύοντας συχνά την ίδια του τη θέση, έπαιρνε ενεργά μέρος στις δραστηριότητες του Κινήματος ενάντια στο χουντικό νομοσχέδιο που απειλούσε τους ομοφυλόφιλους και συμμετείχε στην Συντακτική Επιτροπή το «Αμφί». Το «Αμφί» είναι κυριολεκτικά γεμάτο από ποιήματά του, από λογοτεχνικές και θεατρικές κριτικές, από μεταφράσεις συναφών κειμένων (είναι ο πρώτος, για παράδειγμα, που έκανε γνωστούς στο ελληνικό κοινό τους ομοφυλόφιλους συγγραφείς Τζων Ρέτσι και Εμμάνουελ Πουίγκ, με αποσπάσματα από τα βιβλία τους: το Sexual Outlaw του πρώτου και Το Φιλί της Γυναίκας-Αράχνης του δεύτερου). Έφτανε στο σημείο να αναθέτει σε μαθητές του, στο Γυμνάσιο, έρευνες γύρω από τα «περιθωριακά έντυπα» μέσα στα οποία βρισκόταν και το «Αμφί», θέλοντας έτσι να διευρύνει την προβληματική τους με την ένταξη των κοινωνικών κινημάτων στο χώρο της. Έπαιζε -εννοείται- κυριολεκτικά κορώνα-γράμματα το κεφάλι του σαν εκπαιδευτικού, αλλά αυτό δεν ήταν δυνατό να τον σταματήσει. Κρατώντας απλώς τα προσχήματα, έβαζε πάντα ψευδώνυμο στα γραφτά του (κυρίως το Ανδρέας Μουσουράκης), όπως έκαναν άλλωστε και οι περισσότεροι συνεργάτες του «Αμφί», που δεν διακινδύνευαν όπως εκείνος τη δουλειά τους, και όπως έκανε κι ένας άλλος αγαπημένος φίλος που χάθηκε άδικα, σχεδόν τζάμπα, ο Γιώργος Ιωάννου, εκπαιδευτικός κι αυτός, που ένα επαινετικό του άρθρο στο περιοδικό «ΑΝΤΙ», για το «Αμφί», του κόστισε, εκτός από τις λυσσαλέες επιθέσεις του αντιδραστικού τύπου, και μια δυσμενή μετάθεση σε κάποια επαρχία, προς γνώσιν και συμμόρφωσιν...6
     
    ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ7

    Ποίηση
    • Ομιλίες του θεού και της θάλασσας, 1962
    • Ο πρίγκιπας των κρίνων, 1964, 1980
    • Οι προτάσεις της αθωότητας, 1967
    • Ποιήματα χαρισμένα στον Κόντε Διονύσιο Σολωμό, 1971
    • Το πύον, 1973
    • Οι εφιάλτες, 1974
    • Το δωμάτιο, 1977
    • Η οδός Θρασυβούλου, 1979, 1984
    • Ερωτικό σώμα, 1981
    • Η μεταφυσική της μιας νύχτας, 1982
    • Καβάφης καθ' οδών, δέκα φαντασιώσεις πάνω στον Καβάφη, 1984
    • Τα ποιήματα του δολοφόνου μου, 1986
    • Ο μακρύς μονόλογος της Μαρίας Πολυδούρη, 1989
    Θέατρο
    • Κυοφορία (Απόπειρα ποιητικού θεάτρου), 1977
    • Τρία gay μονόπρακτα, 1981
    • Ταχυδράματα, 1986
    Πεζογραφία
    • Αλησμόνητα σινεμά, 1989
    Για παιδιά και εφήβους
    • Ανεβάζουμε ένα έργο;, 1985
    • Ο ερωτευμένος τρίτωνας, 1985
    • Σχολικό θέατρο για γυμνάσια και λύκεια, 1986
    • Μια αλεπού στη πλατεία Βάθης, 1986
    • Ποιήματα από την ελληνική μυθολογία, 1987
    • Το τελευταίο φάντασμα, 1988
    Δοκίμιο
    • Κώστας Ταχτσής: Η κοινωνική και ποιητική του περίπτωση, 1989
    Μεταφράσεις
    • Ποιήματα, του Ουίλιαμ Μπλέικ (Blake, William, 1757-1827), 1969, 1983
    • Μικρό ανθολόγιο σύγχρονης ποίησης, 1971
    • Ποιήματα του Φ. Γ. Λόρκα (Federico García Lorca, 1898-1936), 1971, 1980, 1983, 1984
    • Κινέζικη και Ιαπωνική ποίηση, 1974, 1983
    • Δυο παραμύθια του Λέων Τολστόι (Leo Tolstoy), 1977
    • Αμερικάνικη gay ποίηση, 1982
    • Ερωτική τριλογία του Χ. Φέρστιν (Harvey Fierstein), (θέατρο), 1983
    • Ερωτική ποίηση (Αγγλία-Αμερική), 1984
    • Ποιήματα του Γ. Τρακλ (Georg Trak) και του Ε. Έσσε (Hermann Hesse), 1984
    • Ποιητική ανθολογία αποκλίνοντος ερωτισμού, 1988
    Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
    • Ποιητικές συνομιλίες, Οδός Πανός, 2012
    • Σύγχρονη ερωτική ποίηση, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007
    • Τον όρθρον τον ερχόμενον, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (Ε.Λ.Ι.Α.), 1985
    ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ
    Παρουσιάζουμε εδώ ενδεικτικά μια μικρή ανθολογία ποιημάτων του Ανδρέα Αγγελάκη από διάφορες ποιητικές του συλλογές. Στην παρουσίαση τηρήθηκε η ορθογραφία και η στίξη του ποιητή. 
     
    ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ
    Θά μποροῦσα ὧρες ὁλόκληρες νά ρουφῶ
    τήν ἀναπνοή σου ἀμίλητος ἀκούγοντάς σε
    νά μιλᾶς σάν ἦχος βροχῆς σέ λουλούδι
    γιά θέματα ἀδιάφορα. Τόσο λίγο καταλαβαίνει
    ὁ ἕνας τόν ἄλλον, άλλά, ξέρεις φθάνει
    νά βλέπω τό χέρι σου νά γυρνά
    μιά σελίδα βιβλίου μισοφωτισμένο ἀπ' τήν λάμπα
    ἤ τήν πλάτη σου νά σκεπάζει τήν κάμαρα
    καί νά σωπαίνει. Ὁ χρόνος ἔφερε
    αὐτό τό ἀπροσδόκητο μέσα μου:
    σ' ἔκλαψε τίμια καί τώρα σέ νιώθω
    σάν πράσινη φωτιά νά μεγαλώνεις.
    Ἀθόρυβα πού πατᾶ ἠ νύχτα, προνοητική
    γιά ὅ,τι ἀφέθηκε ἀνεκπλήρωτο ἤ ἀνείπωτο.
    Ὁ Πρίγκιπας τῶν κρίνων, Αθήνα, 1980, α' ἔκδοση Αθήνα, 1964

    ΤΟΝΕ ΧΟΡΤΑΣΕ
    Τόνε χόρτασε. Ἀπ' τὰ φιλιὰ μούδιασαν
    τὰ χείλια τους λὲς κι ἤθελαν νὰ ξεριζώσουν
    ὁ ἕνας κομμάτια τοῦ ἄλλου νὰ τὰ κρατήσουν
    σὰν δικιά τους σάρκα καὶ αἷμα.
    Ὕστερα ἠρέμησαν. Κι ἀπόμειναν νὰ κοιτάζονται
    μὲ τρόμο, σὰν ἀγρίμια
    ποὺ βρῆκαν θροφή, νερό καὶ σύντροφο
    καὶ κάθονται νὰ χαροῦνε λίγο ἥλιο,
    νὰ βάλουν σάλιο στὶς πληγές τους,
    νὰ ξεψειρίσουν τὴ γούνα τους,
    ὡστόσο ὅμως κάτι παραμονεύει πίσω ἀπό τὰ φύλλα
    κάποιο πάτημα άκούστηκε, φεύγουν λοξὰ.
    Οἱ ἐφιάλτες, ἐκδόσεις Θ. Καστανιώτη, 1974

    ΜΕ ΠΕΙΡΕΣ
    Μὲ πῆρες κουρέλι χωρὶς ὄνομα,
    χωρὶς πρόσωπο συγκεκρημένο, κάτι σὰν
    τοὺς παλιάτσους στὸ τσίρκο ποὺ βάφονται
    ὅσο πιὸ δυνατὰ μποροῦν γιὰ νὰ πείσουν
    τοὺς ἄλλους ποιοὶ εἶναι καὶ μέσω αύτῶν τὸν ἐαυτό τους,
    άλλὰ πάντα ὅλο καὶ κάτι βρίσκεται νὰ τοὺς προδώσει:
    ἡ ρυτίδα στὸ στόμα ποὺ κατεβαίνει άνελέητη,
    τὸ κοκκινάδι τὸ ὕποπτο καὶ ἰδίως τὸ βλέμμα,
    τὸ βλέμμα ἐκείνου ποὺ πολλοί τὸν ἔφτυσαν,
    πολλοί τοῦ πέταξαν λεμονόκουπες, τὸν λοιδώρησαν.
    Κρύβονται τότε κάτω άπό τὴ σκάλα τοῦ τσίρκου
    καὶ βγάζουν τὸ καθρεφτάκι άπ' τὸ φαρδύ πανταλόνι
    καὶ σιγά σιγά διορθώνονται. Ἄν ρίξουν λίγη
    πούντρα παραπάνω, ἡ λάσπη άπὸ τὸ δάκρυ θὰ κρυφτεῖ.
    Ὅλα έν τάξει κι ὁ Διευθυντὴς τούς παίρνει
    ἀπὸ τὸ χέρι καὶ, νὰ, τὰ φῶτα τὰ χειροκροτήματα.
    Κάπως ἔτσι. Ὅπως ἐσὺ μὲ πῆρες στὴ βρύση
    καὶ μοῦ ἔριξες χοῦφτες νερὸ νὰ φύγουν,
    νὰ φύγουν τὰ ψιμμύθια καὶ νὰ φανοῦν οἱ χαρακιὲς,
    τὸ παρελθὸν μου, ποὺ λένε. Μὲ ἑνοποίησες
    Οἱ ἐφιάλτες, ἐκδόσεις Θ. Καστανιώτη, 1974

    Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΟΥ
    Ἡ ποίησή μου εἶναι, λέει, άμετουσίωτη,
    φαλλική, χυδαία· ὅλο γιὰ γέρους γράφω
    ποὺ τοὺς καταπίνει τὸ σκοτάδι στὰ μπάρ,
    γιὰ ὄσους σαπίζουνε στὸ πεζοδρόμιο, γι' αὐτοὺς
    ποὺ κλέβουνε στὴν τράπουλα τὸ χρόνο κλείνοντας
    τὰ μάτια σὰν κάνουνε ἔρωτα μὲ ὄποιον λάχει,
    γιὰ τὰ σκουλήκια τῆς γῆς, τοὺς βρυκολάκους.
    Τὶ νὰ γίνει, ὑπομονή, θὰ τελειώσει σὲ λίγο ἡ κωμωδία,
    θὰ βρῶ τὸ κουράγιο νὰ τὴν τελειώσω,
    μιὰ κατσαρίδα λιγώτερη δὲ βλάφτει
    Οἱ ἐφιάλτες, ἐκδόσεις Θ. Καστανιώτη, 1974

    ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ
    Άναμέτρησα τή μέρα πού πέρασε – τίποτα.
    Άναμέτρησα τή νύχτα πού θά 'ρθει ἀμείλιχτη,
    ψυχρή μέ τά φαρδειά της νεκροσέντονα.
    Οὔτε μιά μνήμη, ἕνα χαμόγελο – τίποτα.
    Τίποτα.
    Μηχανικά, προβάρω τὰ λόγια πού θά πῶ σέ λίγο.

    «Ναί, χάλασε ὁ καιρός. Καπνίζεται;
    Ὄχι, δέ μένω ἐδῶ κοντά,
    ἤ, μάλλον, μένω. Ἡ καταγωγή μου;
    Ἀπό τή Σύρο. Ναί, ὡραῖο νησί.
    Γιά μιά ὥρα; Ἤ δύο;
    Ναί, σίγουρα τόσα.
    Στήν ἡλικία μου πιά δέν τρέφω αὐταπάτες.
    Φαίνομαι νέος; Τι σημασία ἔχει.
    Ναί, άρκετά εἴπαμε, ἄς πηγαίνουμε.»

    Ξαναδιαβάζω κλασικούς μετά τήν ἔξαψη,
    ὀμπρέλες, λόγια βαθυστόχαστα, ἔρωτες
    (ἄκαιρα πού ἠχεῖ ἡ λέξη...)
    κι ὁ θάνατος στίς ἱστορίες αὐτές τί εὔκολος,
    (δεδικαίωται, γάρ...)
    τί δύσκολος ὅμως σάν τόν πίνεις
    τήν κάθε μέρα
    γουλιά-γουλιά.
    Τά ποιήματα τοῦ δολοφόνου μου, ἐκδόσεις Νεφέλη, 1986

    Η ΠΟΙΗΣΗ
    Ἡ ποίηση δέν ἔρχεται ἀπό πουθενά.
    Εἴτε τό θέλεις, εἴτε ὄχι ὑπάρχει
    χωρίς ὅμως καί νά 'σαι σίγουρος γιά τήν παρουσία της.
    Ἵσως μοιάζει μέ κομμένο χέρι. Σύριζα.
    Ἤ ἴσως ἀκόμα καλλίτερα, μέ τήν ἀφή,
    μέ τήν ἁφή τῶν πολλῶν κορμιῶν
    έκεῖ στίς άποθῆκες στό λιμάνι τοῦ Μανχάταν:
    τίποτα δέ μένει μετά τήν ἐκσπερμάτωση
    κι ὅμως δέν εἶσαι πιά ὁ ἴδιος,
    ἔχεις ἀλλάξει, παραμορφωθεί.
    Ἡ ποίηση μοιάζει μέ τό ἔρεβος τοῦ Μάινσαφτ,
    σβησμένος χρόνος, πρόσωπα κι ἀνάσες.
    Ἡ ποίηση ἔρχεται καταπάνω μας
    τά πλοκάμια της μέ τραβάνε πρός τά κάτω
    βυθίζομαι,
    βυθίζομαι.
    Τά ποιήματα τοῦ δολοφόνου μου, ἐκδόσεις Νεφέλη, 1986

    ΚΑΡΤΕΣΙΑΝΗ ΛΟΓΙΚΗ
    Κάθε κορμὶ ἔχει τὴ δική του κόλαση
    τὸ δικό του καμίνι,
    ἀγκαλιάζει μὲ μιὰ δική του ἀπελπισία,
    σπρώχνει τὸν ἔρωτα ὣς τὸν θάνατο,
    σπρώχνει τὸν ἔρωτα σ' ἕνα δωμάτιο μὲ καθρέφτες,
    ποιός εἶσαι; ποιός εἶναι ὁ ἄλλος;
    μένεις ἀκίνητος, νὰ σὲ χαϊδεύουν, σὰν νεκρός,
    τὸ χρώμα τῶν ματιῶν ἀλλάζει, γίνεται σκοῦρο,
    μαῦρο, μαβὶ τῆς μοναξιᾶς, τοῦ ξένου φιλιοῦ.
    Κάθε κορμί ἔχει τὸν ἱδρώτα του,
    τὴ δική του μεταφυσική,
    ἄχ, μόνο ποὺ πρέπει συνεχῶς νὰ κάνεις ἀναγωγές,
    ἀφαιρέσεις, θεωρίες καὶ τὰ σχετικά,
    εἰδεμὴ βλαστημᾶς τὴν ὥρα καὶ τὴ στιγμὴ
    γι' αὐτὸ τὸ ἀξύριστο μοῦτρο τὸ ἄγνωστο ποὺ ροχαλίζει δίπλα σου
    ἔχοντας ληστέψει τὴν ἀγκαλιά σου καὶ τὸ σπέρμα σου.
    Ἡ μεταφυσική τῆς μιὰς νύχτας, ἐκδόσεις Γνώση, 1982

    ΕΤΣΙ Σ' ΕΨΑΞΑ
    Ἔτσι σ' ἔψαξα, ἀφήνοντας στὴν τύχη τους
    τ' ἄλλα ἐνενήντα ἐννιά,
    κόβοντας δρόμο μέσ' ἄπό λαγκάδια,
    ὕποπτα μοῦτρα, λόγχμες, ἀστυνομικοὺς
    ποὺ μὲ ἀρπάζαν ἀπ' τὸ σακάκι βίαια,
    ποὺ μὲ χτυπούσαν γιὰ νὰ τοὺς πῶ ποῦ πήγαινα,
    τὶ κοίταζα πέρ' ἀπ' αὐτούς,
    πίσω ἀπ' τὸ πάθος ἢ τὴν ταπείνωση,
    στὸ σιγανὸ κλάμα τῆς ἀναζήτησης.
    Καὶ σὲ βρῆκα. Τουρτούριζες μὲς στὴ βροχή,
    εἶχες σφαλήσει τὰ γαλάζια μάτια σου
    κι ἄπλωνες τὸ χέρι στὴ σκοτεινιὰ
    ν' ἀναγνωρίσεις τὸ δικὸ μου,
    τὶ ὡραία νὰ λὲς «κοιμήσου τώρα,
    δὲν θὰ μὲ ξαναχάσεις,
    δὲν θὰ σὲ ξαναχάσω».
    Βαθαίνει ἡ άγκαλιὰ σὰν ἀγαπιέσαι,
    χωράει πολλοὺς ζητιάνους, πολλοὺς ποὺ στερηθήκανε
    τὸν ἔρωτα ἢ δὲν τοὺς φίλησαν ποτέ τους,
    χαμογελᾶνε αὐτοὶ ποὺ δὲν τοὺς χάιδεψε κανένας,
    ζοῦνε ἀνάμεσά μας ὅλοι ἐτοῦτοι,
    ἕνα μπουμπούκι σκάει δειλά. Κοιμήσου.
    Ξέσφιξε τὰ δάχτυλά σου καὶ κοιμήσου.
    Ἐγὼ εἶμ' ἐδῶ.
    Ἡ μεταφυσική τῆς μιὰς νύχτας, ἐκδόσεις Γνώση, 1982

    Η ΚΑΛΗ ΜΝΗΜΗ
    Τί σημασία ἔχει ποὺ βρῆκες ἄλλη ἀγκαλιά,
    τὸν κόρφο τὸ ζεστὸ κάποιας γυναίκας
    καὶ βυθισμένος μὲς στὴ μήτρα της
    δὲν ἔχει μείνει τίποτα γιὰ μένα,
    οὔτε φιλί, οὔτε χάδι,
    νὰ, ὅμως, τώρα ποὺ μέ φώναξες ὅπως παλιὰ
    μὲ τὴ φωνή σου σὰν γυαλὶ σπασμένο,
    ἀνατρίχιασα,
    ἔλιωσε χρυσάφι στὰ νεφρά σου,
    ἔκλεισα τὰ μάτια
    κι ἡ μνήμη ἦρθε νὰ συμπληρώσει τὰ ὑπόλοιπα.
    Ἡ μεταφυσική τῆς μιὰς νύχτας, ἐκδόσεις Γνώση, 1982

    ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙΣ
    Πώς μπορείς νά ξαναμπείς στό δωμάτιο
    πού πρίν λίγο κράταγες ἕνα κορμί ἀγαπημένο;
    Βγαίνουν ἀπ’ τίς γωνίες χέρια καί σέ καλούνε
    φωνές ψιθυρίζουν στό σκοτάδι μισόλογα «ναί», «ὄχι»,
    «σβήσε τό φῶς», «μή», «ξανακοίτα με στά μάτια»
    τό φῶς ἀπ’ τίς βλεφαρίδες σου πηχτό,
    πίσω ἀπ’ τό κουρτινάκι ἕνα γυμνό στήθος
    μόλις κρύφτηκε κι εἶναι χιλιάδες τά φιλιά,
    χίλια τά ὀνόματα, ὦμοι καί ἱδρῶτας,
    ὅλα τά ἔκαψα σάν ἀσημόχαρτο, κανένα πρόσωπο
    δέ μοῦ ἔμεινε στή μνήμη, βγήκα, λέει,
    κάποιο βραδάκι ἔξω -μ’ ἔσπρωχναν
    κι ἄρχισε νά ψιλοβρέχει, ὕστερα μπόρα
    μ’ ἔφερε σέ δρόμο έρημικό χωρίς κανένα
    κι αὐτοί πού στό κορμί μου γνώρισα
    λιώσαν καί στάξαν αἷμα κι ἔσβησαν
    καί φώναξα τότε τ’ ὄνομά σου νά μέ λυπηθείς.
    Ἡ Ὁδός Θρασυβούλου, έκδόσεις Ὁδυσσέας, Ἀθήνα, 1979

    ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ
    Κάποτε, βέβαια, θὰ βρεθῶ κι ἐγὼ -ἄς μὴ γελιόμαστε-
    μὲ κάποιο σουγιὰ μπηγμένο στὰ πλευρά,
    κάποιο σκοινὶ γύρω άπ’ τὸ λαιμό μου,
    παραμορφωμένος ἀπ’ τὰ χτυπήματα τοῦ ἀγνώστου,
    (ἄνεργος; ναυτικός; ψυχοπαθής; τί σημασία ἔχει…).
    Τὰ συρτάρια μου ἄνω κάτω, ροῦχα πεταμένα,
    ὁλόγυμνος σὲ στάση ἄμυνας ἢ παράκλησης
    νὰ κλείσει, νὰ τελειώσει, ἐπιτέλους, τὸ μαρτύριο
    (πού, ἄλλωστε, τὸ περίμενα στὸ βάθος)
    καὶ πιὰ νὰ μείνουν πίσω μου δυὸ τρία ποιήματα,
    μᾶλλον οἱ, τελευταῖοι στίχοι μου,
    πεντέξι σοφὲς ὑποθήκες πίσω ἀπὸ τὴ μάσκα μου.
    Λοιπόν, ἂς ἔχετε τὸ νοῦ σας. Ἂν χαθῶ,
    ἂν δὲν τηλεφωνήσω κι ἐξαφανισθῶ περίεργα,
    μὴν τὸ ἀποδώσετε στὶς γνωστὲς παραξενιές μου.
    Ψάξτε με στὸ λιμάνι, σ’ ἔρημες μαοῦνες,
    σὲ τίποτα θάμνα ἐξοχικά,
    σὲ ὕποπτα, παγωμένα ξενοδοχεία,
    ἀναζητεῖστε με μ’ ἐπιμονή στὶς ἐρημιές,
    ρωτεῖστε πρόσωπα στὰ πάρκα,
    κυρίως, διαβάστε γιὰ τὶς ἔρευνές σας
    προσεκτικά τὰ ποιήματά μου.
    Περιγράφω λεπτομερῶς τοὺς ὑποψήφιους δολοφόνους μου,
    τί μάρκα τσιγάρου καπνίζουν,
    τὸ βλέμμα, τὶς συνήθειες,
    τὴ βραχνάδα τους.
    Ἡ μεταφυσική τῆς μιὰς νύχτας, ἐκδόσεις Γνώση, 1982

    Τα δε βράδια, μετά τα μεσάνυχτα συνήθως,
    όταν διαπερνά η σκιά μου τους θαλάμους,
    κυρίως αν έχει φεγγαράδα
    (εκείνο το βιβλικό φεγγάρι της Αττικής
    που σ' εξοντώνει σχεδόν,
    περίεργο εσείς οι νεώτεροι σαν να ντρέπεστε για το φεγγάρι,
    το αντιμετωπίζεται αρνητικά, σαρκαστικά, θα 'λεγα).
    Έστω. Τότε, λοιπόν, όταν κοιμούνται οι περισσότεροι,
    γιατί άλλοι ασθμαίνουν με ορό στο χέρι
    ή βήχουν, βήχουν στην ιερή σιγή,
    βήχουν και τραντάζεται για μια στιγμή το κτίριο,
    ύστερα ξαναπέφτει στο λήθαργό του,
    μένω για μια στιγμή ακίνητη να δω, να επιλέξω τους θαλάμους.
    Κάποιοι αυνανίζονται κάτω από το σεντόνι
    (επικίνδυνο, περ' απ' την αισθητική του πλευρά),
    άλλοι ροχαλίζουν ή στριφογυρίζουν στα κρεβάτια τους
    κοιτάζοντας τα πεύκα,
    κάνουν αέρα με τα χέρια τους,
    οι τρίχες στα στήθη των ανδρών γεμάτες ιδρώτα,
    το καλοκαίρι σχεδόν γυμνοί, ελκυστικοί τολμώ να πω,
    με μόνο κάλυμμα τα εσώρουχά τους
    και, Θεέ μου, τόσο νέοι, τόσο ερωτικοί,
    γεμάτοι χυμούς που τους πιέζουν.
    [...]
    Ο μακρύς μονόλογος της Μαρίας Πολυδούρη, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1989 (απόσπασμα)
     
    Πηγές και σημειώσεις

    1. «ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ» από τη συλλογή: Ἡ μεταφυσική τῆς μιὰς νύχτας, ἐκδόσεις Γνώση, Αθήνα, 1982.
    2. Για τον Ανδρέα Αγγελάκη, Βρασίδας Καραλής, εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2003
    3. Για τη συγγραφή του βιογραφικού του Ανδρέα Αγγελάκη αντλήθηκαν στοιχεία από τα βιβλία: Ο μακρύς μονόλογος της Μαρίας Πολυδούρη, εκδόσεις Καστανιώτη Αθήνα 1989, Για τον Ανδρέα Αγγελάκη, Βρασίδας Καραλής, εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2003, και το περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 93-94, Σεπτ. 1997.
    4. Όπως σημείωση 1.
    5. Για τη μικρή μας αναφορά στο έργο του Αγγελάκη πολύτιμο βοήθημα στάθηκε το βιβλίο του Βρασίδα Καραλή Για τον Ανδρέα Αγγελάκη, εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2003, αποσπάσματα από το οποίο χρησιμοποιήθηκαν αυτούσια.
    6. Οδός Πανός, τχ. 93-94, Σεπτ. 1997.
    7. Η εργογραφία του Ανδρέα Αγγελάκη ακολουθεί την αναγεγραμμένη στην τελευταία του ποιητική συλλογή Ο μακρύς μονόλογος της Μαρίας Πολυδούρη, εκδόσεις Καστανιώτη Αθήνα 1989. 

    Αφιέρωμα του blog στο Λουκά Θεοδωρακόπουλο: Εδώ