Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2020

«Η ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΞΗΣ», ἕνα ποίημα τῆς Κατερίνας Ἀγγελάκη-Ροὺκ (1939-2020)









Η ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΞΗΣ
Ἡ σάρκα ἔγινε σελίδα
τὸ δέρμα χαρτὶ
τὸ χάδι ἔννοια άφηρημένη
τὸ σῶμα καινούργια θεωρία τοῦ άνύπαρκτου.
Ἀλήθεια, πῶς νὰ περιγράψω
τὴ φύση ὅταν μ᾿ ἔχει ἐγκαταλείψει
καὶ μόνο στὴν πρεμιέρα τοῦ φθινοπώρου
θυμᾶται νὰ μὲ προσκαλέσει καμιὰ φορά;
Ἐλπίζω νὰ βρῶ τὸ θάρρος
μιὰ τελευταία ἐπιθυμία νὰ ἐκφράσω:
γδυτὸ ἕνα ὡραῖο ἀρσενικὸ νὰ δῶ
νὰ θυμηθῶ, σὰν τελευταία εἰκόνα
νὰ κουβαλῶ τὸ ἀντρικὸ σῶμα
ποὺ δὲν εἶναι ὕλη
ἀλλὰ ἡ ὑπερφ
υσικὴ οὐσία τοῦ μέλλοντος.
Γιατὶ αὐτὸ θὰ πεῖ ἡδονή:
ν᾿ ἀγγίζεις τὸ φθαρτὸ
καὶ νὰ παραμερίζεις τὸ θάνατο.





Ἀπὸ τὴ συλλογή, Ἡ ἀνορεξία τῆς ὕπαρξης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Ἀθήνα 2011.



Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2020

Οἱ πολεμιστὲς τοῦ Ριάτσε (Riace Warrior)




 


Οἱ πολεμιστὲς τοῦ Ριάτσε, ἀφιέρωμα
Ἀντὶ προλόγου
Εἶναι γνωστὸ πὼς ἡ θάλασσα στάθηκε ἀρκετὲς φορὲς προστατευτικὴ ὡς ἀναφορὰ τὴν ἀρχαία τέχνη. Ἔκλεισε προατατευτικὰ μέσα στὴ σκοτεινὴ άγκαλία της πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ἑλληνικοὺς θυσαυροὺς προφυλάσσοντάς τους ἀπὸ τὴν ὀργὴ καὶ τὴ μανία τῶν χριστιανῶν. Ἀλλὰ στάθηκε καὶ ἀνοιχτοχέρα προσφέροντάς μας πολλοὺς ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς ποὺ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια ἔκρυβε μέσα της. Πολλὰ ἀπὸ τὰ χάλκινα κυρίως ἀγάλματα ποὺ σήμερα κοσμοῦν τὶς αἴθουσες τῶν μουσείων μας ἔχουν βρεθεῖ στὴ θάλασσα, εἴτε τυχαῖα, εἴτε κατόπιν ἐρευνῶν τῆς Ἐφορείας Ἐνάλιων Ἀρχαιοτήτων. Τὸ σημαντικότερο ἕως τώρα ἐνάλιο εὕρημα εἶναι βέβαια τὸ «Ναυάγιο τῶν Ἀντικυθήρων» ποὺ φορτωμένο μὲ κάπου τριάντα γλυπτὰ ἦρθε στὸ φῶς τὸ 1900 ἀπὸ τυχαῖο γεγονός, ὅταν Καλύμνιοι σφουγγαράδες τὸ ἐντόπισαν καὶ ἀνέφεραν τὸ εὕρημά τους.
Ἀλλὰ καὶ τὸ 1906 στὰ ἀνοιχτὰ τῆς Μαχντίας, στὴν Τυνησία, ἀνακαλύφθηκε, πάλι τυχαῖα, μεγάλο ναυάγιο φορτωμένο μὲ ἀρχιτεκτονικὰ μέλη καὶ γλυπτά. Εἴκοσι χρόνια ἀργότερα, στὰ νερὰ τοῦ Ἀρτεμισίου θὰ προβάλει τὸ θαυμάσιο χάλκινο ἄγαλμα αὐστηρῆς τεχνοτροπίας ποὺ εἶναι γνωστὸ ὡς ΠοσειδῶνΔίας τοῦ Ἀρτεμισίου καὶ ἔχουμε τὴν τύχη νὰ κοσμεῖ τὸ Ἐθνικό μας Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο στὴν Άθήνα.
Γενικὰ τὰ χάλκινα ἀγάλματα εἶναι σπάνια ἀφοῦ στὸ διάβα τοῦ χρόνου πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ἐκαταστράφησαν γιὰ νὰ γίνουν κρᾶμα μετάλλων γιὰ κάθε χρήση... Ὁ χριστιανισμός, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀνέλαβε τὰ ἰνία τῆς πολυπόθητης γι᾿ αὐτὸν ἐξουσίας καὶ ἀναγνωρίστηκε ὡς ἡ μοναδικὴ ἐπίσημη θρησκεία, δὲν ἄφησε σὲ χλωρὸ κλαρὶ τὰ ἔργα αὐτά. Θὰ θυμίσουμε μόνο τὸ γεγονὸς πὼς τὸ χρυσελεφάντινο ἄγαλμα τοῦ ναοῦ τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς στὴν Ὀλυμπία ποὺ σύρθηκε -κυριολεκτικά- ὡς τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ λιώθηκε στὰ ἐκεῖ καμίνια!
Ἔτσι, πολὺ λίγα εἶναι τὰ ἔργα γλυπτικῆς ποὺ μᾶς σώζονται ἂν τὰ συγκρίνει κανεὶς μὲ ὅσα, γιὰ παράδειγμα, μᾶς περιγράφει ὁ περιηγητὴς τοῦ 2ου μ.Χ. αἰώνα Παυσανίας στὸ πολύτιμο ὁδοιπορικό του.
Γενικὰ στὰ νερὰ τῆς Μεσογείου ἔχουν καταγραφεῖ περισσότερες ἀπὸ σαράντα περιπτώσεις παρόμοιων ὑποθαλάσσιων ἀνακαλύψεων. Γνωστὴ εἶναι καὶ ἡ περίπτωση τοῦ «Πολεμιστῆ τοῦ Γκεντὶ» ποὺ πιθανότατα ἀποτελεῖ πρωτότυπο ἔργο τοῦ σπουδαίου γλύπτη Λυσίππου, ποὺ βρῆκαν τυχαῖα ψαράδες καὶ ποὺ παράνομα μεταφέρθηκε στὶς ΗΠΑ. Πρόσφατα μάλιστα στὸ λιμάνι τοῦ Μπρίντιζι ἀνελκύστηκε φορτίο ποὺ εἶχε διασκορπιστεῖ στὴ θάλασσα καὶ ἀποτελούνταν ἀπὸ 150 θραύσματα χάλκινων ἀγαλμάτων, τὰ ὁποῖα χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸν 4ο μέχρι τὸν 3ο αἰώνα π.Χ.


 

Ἡ ἀνεύρεση
Κοντὰ στὶς ἀκτὲς τοῦ Ἰονίου ἐκεῖ ποὺ τὰ γαλαζοπράσινα νερὰ γίνονται σκουρόχρωμα, ἕνας χάλκινος βραχίονας προεξεῖχε ἀπὸ τὴν χρυσοκόκκινη ἄμμο καὶ τὰ πρασινωπὰ χαλίκια. Ἦταν 16 Αὐγούστου τοῦ 1972.
Ἕνας δύτης, ὁ Στέφανο Μαριτσίνι ἀνακαλύπτει ἐντελῶς τυχαῖα τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ δύο ἀγάλματα σὲ ἀπόσταση περίπου 300 μέτρων ἀπὸ τὴν παραλία τοῦ Ριάτσε, Μαρίνα. Ἡ Ἐφορεία Ἐνάλιων Ἀρχαιοτήτων ἐνημερώθηκε ἄμεσα καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες δύο χάλκινα ἀγάλματα ἀνελκυστήκαν ἀπὸ βατραχανθρώπους τῆς ἀστυνομίας τῆς Μεσσήνης.
Τὰ δύο γλυπτὰ εικονίζουν ἕναν νεαρὸ καὶ ἕναν ἐνήλικα καὶ ὀνομάστηκαν, ἀντίστοιχα, Γλυπτὸ Α καὶ Γλυπτὸ Β. Ἀμέσως ἔγινε ἀντιληπτὸ πὼς πρόκειται γιὰ δυὸ σπανιότατα ἑλληνικὰ πρωτότυπα. Πολλοὶ μελετητὲς συμφωνοῦν στὴν χρονολόγηση τοῦ πρώτου, γύρω στὸ 460 π.Χ. καὶ τοῦ δεύτερου περίπου 30 χρόνια ἀργότερα.
Μιλᾶμε βέβαια γιὰ σημαντικότατη ἀρχαιολογικὴ ἀνακάλυψη, ἀλλὰ παράλληλα καὶ γιὰ τὴν ἀπαρχὴ δύσκολων ἐρωτημάτων. Καὶ πρῶτα - πρῶτα, ποῦ εἶναι τὸ ναυάγιο; Οἱ ἔρευνες ποὺ διενεργήθησαν τὴν ἑπόμενη χρονιὰ ἀπὸ ἕναν ἐκ τῶν μεγαλυτέρων Ἰταλῶν ἀρχαιολόγων, τὸν Νίνο Παμπόλια, δὲν κατόρθωσαν νὰ τὸ ἐντοπίσουν. Βρέθηκαν μόνο 28 μολύβδινοι κρίκοι, ποὺ πιθανότατα χρησιμοποιούνταν γιὰ τὰ πανιά, καθὼς καὶ ἕνα ἀκατέργαστο τμῆμα ξύλου, καταφαγωμένο ἀπὸ θαλάσσιους ὀργανισμούς, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς καρίνας. Γιὰ τὸν Λαμπόλια, τὰ δυὸ χάλκινα ἀγάλματα πρέπει νὰ ρίχτηκαν στὴ θάλασσα, μαζὶ μὲ ἕνα μέρος τῶν ἰστίων προκειμένου νὰ ἐλαφρύνει κάποιο σκάφος ποὺ κινδύνευε νὰ βυθιστεῖ. Τὸ σκάφος βυθίστηκε πιὸ μακριά ἢ προσέκρουσε στὴν ἀκτή. Γιὰ ἄλλους, τὸ ναυάγιο διαλύθηκε καὶ διασκορπίστηκε στὰ κύματα.
Ἔντονες συζητήσεις ἔχουν ξεσπάσει μεταξὺ τῶν μελετητῶν ἀναφορικὰ μὲ τὴν προέλευση τῶν ἀγαλμάτων καὶ τὴν ταυτότητα τοῦ καλλιτέχνη ἢ τῶν καλλιτεχνῶν ποὺ τὰ δημιούργησαν.
Γίνεται λόγος γιὰ τὸν μεγάλο Φειδία, γιὰ τὴ σχολὴ τοῦ Πραξιτέλους, τοῦ Πυθαγόρα, τοῦ μεγάλου χαλκουργοῦ ἀπὸ τὸ Ρήγιο τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας. Ἄλλοι ισχυρίζονται πὼς πρόκειται γιὰ ἀφιερώματα τῶν Ἀργείων στοὺς Δελφοὺς καὶ τὰ ἀποδίδουν στὸν Ἀλκαμένη καὶ στὸν Ἀργεῖο γλύπτη Ἀγελάδα. Παράλληλα ζητεῖται ἡ συνδρομή τῶν μαρτυριῶν τῶν ἀρχαίων συγγραφέων, ὥστε νὰ ἀποδοθοῦν τὰ δυὸ χάλκινα ἀγάλματα στὸν ἕναν ἥ στὸν ἄλλον. Πρὸς τὸ παρόν, πρόκειται γιὰ ἀδιέξοδες ἀντιπαραθέσεις, δεδομένου ὅτι τὸν 5ο αἰώνα π.Χ. στὸν ἑλληνικὸ κόσμο δραστηριοποιοῦνταν χιλιάδες γλύπτες καὶ ὁμάδες ἐργασίας, γιὰ τοὺς ὁποίους οἱ ἀρχαῖοι θεώρησαν σκόπιμο νὰ καταγράψουν κυρίως παράξενες ἱστοριοῦλες ἢ παράδοξα σχετικὰ μὲ τὴν τεχνικὴ δεινότητα λίγων καλλιτεχνῶν.
Τὰ δυὸ χάλκινα ἀγάλματα μεταφέρθηκαν στὴν Φλωρεντία ὅπου ὑπέστησαν μακρὲς ἐπεμβάσεις ἀποκατάστασης. Ἔφτασε αἰσίως τὸ 1980 καὶ μόνο τότε εἶχαν πλέον ὁλοκληρωθεῖ οἱ ἐργασίες, ἔτσι ποὺ ἦρθε ἡ ὥρα καὶ οἱ δυὸ «Πολεμιστὲς τοῦ Ριάτσε», ὅπως ὀνομάστηκαν, ἐκτέθηκαν στὸ κοινό, Σήμερα ὁ ἐπισκέπτης μπορεῖ νὰ θαυμάσει τὰ δυὸ ἀριστουργήματα τῆς ἀρχαίας ἐλληνικῆς γλυπτικῆς στὸ Ἀρχαιολογικό Μουσεῖο τοῦ Ρηγίου τῆς Καλαβρίας (Reggio di Calabria), χῶρο ὅπου καὶ ἐκτίθονται μόνιμα.

 

Τὰ γλυπτὰ
Οἱ δυὸ ἥρωες ἐμφανίζονται μὲ ὅλη τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴ ζωντάνια τους, μὲ τὰ ἔνθετα μάτια ἀπὸ πέτρα καὶ ὑαλοπολτό, τὶς θηλὲς καὶ τὰ χείλη ἀπὸ κόκκινο χαλκό, καὶ τὰ δόντια ἀπὸ ἄργυρο νὰ ἀκτινοβολούν πίσω ἀπὸ τὴ θεατρικότητα καὶ τὸ ἔντονο πάθος ποὺ ἀποπνέουν οἱ μορφές τους, μορφὲς ποὺ ξεπερνοῦν τὸ ὕψος τῶν δύο μέτρων.
Ἐρχόμαστε στὸ 1984, στιγμὴ ποὺ πιὰ καταλάγιασε τὸ μεγάλο κύμα δημοτικότητας τῶν δύο χάλκινων ἀγαλμάτων. Συζητιόταν λοιπὸν τότε νὰ ἀποσταλοῦν στὸ Λὸς Ἄντζελες προκειμένου νὰ ἐκτεθοῦν ἀκεῖ μὲ ἀφορμὴ τοὺς Ὀλυμπιακούς Ἀγῶνες ποὺ φιλοξενούσε ἡ πόλη. Μιὰ ἐπιστημονικὴ ἐπιτροπή, ἐπιφορτισμένη μὲ τὸ καθήκον νὰ ἐκτιμήσει τὴ δυνατότητα μεταφορᾶς τους, ἔδωσε -εὐτυχῶς- ἀρνητικὴ ἀπάντηση, μιὰ καὶ στὸ ἐσωτερικὸ τῶν ἀγαλμάτων βρίσκονται σὲ ἐξέλιξη διαδικασίες διάβρωσης. Τὰ ἀγάλματα περιείχαν ἀκόμα τὸ ἀρχικὸ χυτευτικὸ σύντηγμα ποὺ ἔπλασαν οἱ Ἕλληνες γλύπτες, τὸ ὁποῖο ἀφαιρέθηκε γιατὶ ἐπιδροῦσε στὸ μέταλλό τους.
Ὅλα τὰ παραπάνω ἀναφέρονται σὲ καθαρὰ ἐγκυκλοπαιδικὲς πληροφορίες γύρω ἀπὸ τὰ δύο χάλκινα ἀγάλματα. Ἀλλὰ ποιοὶ μπορεῖ νὰ εἶναι οἱ δυὸ μορφὲς ποὺ εἰκονίζονται πάνω τους. Ὁ ἀκαδημαϊκὸς Χρύσανθος Χρήστου, στὸ βιβλίο του ὑπὸ τὸν τίτλο: Περικλῆς καὶ Ἐφιάλτης. Οἱ ἀνδριάντες τοῦ Ριάτσε ὡς τυραννοκτόνοι, (ἔκδοση τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν 2004) ὑποστηρίζει τὴν ἐκδοχὴ καὶ λέει πὼς πρόκειται γιὰ τὸν Περικλή καὶ τὸν Ἐφιάλτη. Ἄλλοι πάλι μιλοῦν καὶ ἰσχυρίζονται πὼς τὰ δυὸ γλυπτὰ εἰκονίζουν τὸν Μιλτιάδη καὶ τὸν Κόρδο. Ὁ Ἰταλὸς ἱστορικὸς Paolo Moreno ὑποστηρίζει πὼς ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μορφὲς ἀπὸ τοὺς Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας.
Δὲν μποροῦμε, καὶ δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ ἀντικρούσουμε τὴν ἐργασία τοῦ κυρίου Χρήστου καὶ τῶν ἄλλων μελετητῶν. Μὲ τὰ χρόνια πιστεύουμε πὼς καὶ ἄλλες ἐργασίες θὰ δοῦν τὸ φῶς καὶ εὐελπιστοῦμε, ἄλλα, νέα εὑρήματα, νὰ ρίξουν φῶς καὶ νὰ ἀποκαλύψουν μυστικὰ ποὺ μέχρι σήμερα παραμένουν ἑρμητικὰ σφραγισμένα.
Ἁπλά, τελειώνοντας τοῦτο τὸ κείμενο θὰ θέλαμε νὰ κάνουμε μιὰ μικρὴ νύξη καὶ νὰ ποῦμε πώς, πιθανόν -λέμε πιθανόν- νὰ μὴν μιλᾶμε γιὰ κάποιους γνωστούς. Ἐξάλλου τί δουλειὰ θὰ εἶχαν τὰ ἀγάλματα Ἑλλήνων πολιτικῶν ἡγετῶν νὰ συρθοῦν στὴν Ἰταλία! Πιθανόν –λέμε πάλι, πιθανόν- ἡ λύση νὰ εἶναι πολὺ ἁπλή. Τόσο ἁπλὴ ποὺ μᾶς διαφεύγει.
Μὲ λίγα λόγια πιστεύουμε πὼς ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ ἕνα ἐρωτικὸ ζευγάρι πολεμιστῶν τοῦ Θηβαϊκοῦ κύκλου, προγόνων τοῦ Ἱεροῦ Λόχου. Ἐραστὴ καὶ ἐρωμένο. Ἕνα ἐρωτικὸ ζευγάρι δύο «ἀγνώστων» Ἕλλήνων πολεμιστῶν. Ἡ ρώμη, τὰ ὄλκιμα, γεμάτα ὑγεία καὶ ἐνέργεια σώματά τους στὰ ὁποῖα ἀποδίδονται λεπτομερῶς μύες, φλέβες, καὶ ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἀνθρώπινης ἀνατομίας, αὐτὸ μᾶλλον ὑποδεικνύουν. Καὶ βέβαια τὸ γεγονὸς πὼς οἱ δυὸ πολεμιστὲς εἰκονίζονταν μὲ πλήρη ἐξολισμὸ: ἀσπίδες, ξίφη, κράνη καὶ δόρατα. Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ γιὰ νὰ τὰ δεῖ κανεὶς καὶ νὰ τὰ ἐντάξει στὴ μελέτη του θὰ πρέπει πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα νὰ «βγεῖ» ἀπὸ τὰ ὅρια ποὺ τοῦ παρέχουν οἱ γνώσεις τῶν ἀντίστοιχων περγαμηνῶν -τὶς ὁποῖες «βαρέως» φέρει- καὶ βέβαια νὰ εἶναι ποιητής, -ἂν θέλει νὰ καταλήγει σὲ συμπεράσματα ποὺ θὰ ταρακουνοῦν καὶ ὄχι σὲ «κοινὰ ἀποδεχτὲς» λύσεις...
Διόλου τυχαῖο ποὺ ἀκόμα καὶ σήμερα στὴν Ἑλλάδα δὲν ἔχει τυπωθεῖ σὲ βιβλίο μιὰ μελέτη γιὰ τὴν ὁμοφυλοφιλία στὴν ἀρχαιότητα! Ἐννοοῦμε ντόπια μελέτη καὶ ἔκδοση, γιατὶ ὅ,τι ἔχουμε πάνω σὲ αὐτὸ τὸ θέμα εἶναι μεταφράσεις ξένων μελετητῶν. Συγνώμη ἀλλὰ ξεχάσαμε -ἡ ἡλικία βλέπετε- ὑπάρχει τὸ βιβλίο τοῦ Ἀδώνιδος Γεωργιάδη...




Ἐπιλεκτικὴ Βιβλιογραφία
Γιαλούρης Νικόλαος, Ἀρχαῖα γλυπτὰ - Ἑλληνικὴ Τέχνη, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1990.
Θουκιδίδου, Ἱστορία, μετ. Φιλ. Παππᾶς, Ἐκδόσεις Ἐπιστημονικὴ Ἑταιρεία τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων «Πάπυρος», Ἀθήνα 1954.
Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, συλλογικό, τόμ. Α᾿ - Β᾿, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1990.
Ἰωάννου Ἐρν. Ζεγκίνη, Τὸ Ἄργος διὰ μέσου τῶν Αἰώνων, 3η ἔκδοσις, Ἀθήνα 1996.
Κοκκίνης, Σπύρος, Τὰ Μουσεῖα τῆς Ἑλλάδας, Ἐκδόσεις Βιβίοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας», Ἀθήνα 1979.
Κοφινιώτου Ἰωάννου Κ., Ἱστορία τοῦ Ἄργους ἀπὸ τῶν Ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ἡμῶν, Ἐν Αθῆναις, Τυπογραφεῖον ὁ «Παλαμήδης» 1892· ἐπανέκδοση ὑπὸ τὸν ἴδιο τίτλο, Ἑκδόσεις Ἐκ Προοιμίου 2008.
Κροντηρᾶ Λήδα, Ἀθήνα τοῦ Περικλῆ, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν 1990.
Μπένγκτσον Χέρμαν, Ἱστορίας τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδας, μετ. Ἀνδρέας Γαβρίλης, Ἐκδόσεις Μέλισσα, Ἀθήνα 1979.
Robinson Charles - Alexader & Botsford George - Willis, ρχαία Ἑλληνικὴ Ἱστορία, μετ. Σωτηρίου Ε. Τσιτσώνης, Ἐκδόσεις Μορφωτικὸ Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης, Ἀθήνα 2008.
Χρήστου Χρύσανθος Α. Περικλῆς καὶ Ἐφιάλτης. Οἱ ἀνδριάντες τοῦ Ριάτσε ὡς τυραννοκτόνοι, Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 2004.

© κειμένου: www.gayekfansi.blogspot.com - μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος.
© φωτογραφιῶν: στοὺς φωτογράφους καὶ στὸ ρχαιολογικό Μουσεῖο τοῦ Ρηγίου τῆς Καλαβρίας (Reggio di Calabria).










Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2020

«Mephisto» τοῦ Klaus Mann



 



Τὸ Μεφίστο τοῦ Κλάους Μὰν κυκλοφορεῖ σὲ νέα μετάφραση ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις Ἕρμα
Ὁ Κλάους Μὰν (Klaus Mann) ἔγραψε τὸ ἔργο Μεφίστο (Mephisto) τὸ 1936, τρία χρόνια δηλαδὴ μετὰ τὴν ἀνάλυψη τῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὸν Χίτλερ καὶ τοὺς ναζί. Τὸ ἔργο ἐκδόθηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὸν ἴδιο χρόνο ἀπὸ τὸν ἐκδοτικὸ οἴκο «Κβέριντο», στὸ Ἄμστερνταμ καὶ μάλιστα στὰ γερμανικά.
Ἀκολούθησαν μεταφράσεις του σὲ πολλὲς γλῶσσες, μέχρι σήμερα ἔντεκα συνολικά. Στὴ Γερμανία κυκλοφόρησε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 1956 ἀπὸ τὸν ἐκδοτικὸ οἴκο «Ἀνασυγκρότηση», στὸ Ἀνατολικό Βερολίνο. Ἀκολούθησαν δίκες ἀφοῦ ὁ Πέτερ Γκόρσκι, θετὸς γιὸς καὶ κληρονόμος τοῦ ἡθοποιοῦ Γκούσταβ Γκρύντγενς, -ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὸν μυθιστορηματικὸ ἥρωα τοῦ ἔργου- ὑπέβαλλε μήνυση καὶ ζητοῦσε τὴν ἀπαγόρευση τῆς κυκλοφορίας τοῦ ἔργου. Στὴ Δυτικὴ Γερμανία κυκλοφόρησε μόλις τὸ 1981 ἀπὸ τὸν ἐκδοτικὸ οἴκο «Rowohlt», χωρὶς νὰ λείψουν καὶ ἐκεῖ οἱ δικαστικοὶ ἀγῶνες ἐναντίον του. Περισσότερα γιὰ τὴ δικαστικὴ μάχη, γνωστὴ ὡς «Δίκη τοῦ Μεφίστο», ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν Κλάους Μὰν ὁ ἀναγνώστης μπορεῖ νὰ βεῖ στὸ ἀφιέρωμά μας στὸν συγγραφέα (κλὶκ ἐδῶ).
Τὸ μυθιστόρημα τοῦ Κλάους Μὰν Μεφίστο, κυκλοφόρησε στὴ χώρας τὸ 1982 ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Εὐρωεκδοτική, μὲ τίτλο: Μεφίστο - Μυθιστόρημα μιᾶς καριέρας, σὲ εἰσαγωγὴ καὶ μετάφραση τοῦ Α. Ἡλιόπουλου. Τριανταεπτὰ χρόνια μετὰ τὴν πρώτη κυκλοφορία του, τὸ ἐμβληματικὸ ἔργο τοῦ Κλάους Μὰν κυκλοφορεῖ καὶ πάλι στὴ γλώσσα μας ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις Ἕρμα, σὲ μετάφραση τῆς Σοφίας Αὐγερινοῦ.
Στὸ ὀπισθόφυλλο τῆς νέας ἔκδοσης διαβάζουμε:
Τὸ Μεφίστο τοῦ Κλάους Μάν, δημοσιευμένο τὸ 1936, ἐντάσσεται πλέον στὰ κλασικὰ ἔργα τῆς γερμανικῆς λογοτεχνίας τοῦ Μεσοπολέμου. Ἐμπνευσμένο ἀπὸ τὸν γνωστό μύθο τοῦ Φάουστ, τὸ Μεφίστο αποτελεῖ τὴν προκλητικὴ τοιχογραφία μιᾶς ἔντονης καὶ ταραχώδους ἐποχῆς, ποὺ ὁδήγησε τελικὰ στὴν ἐπικράτηση τοῦ ναζισμοῦ.
Ὁ Χέντρικ Χέφγκεν, ἕνας πολὺ ταλαντοῦχος καὶ φιλόδοξος ἠθοποιὸς τοῦ θεάτρου στὴ Γερμανία τῆς Δημοκρατίας τῆς Βαϊμάρης, ὑπέρμαχος τῆς ἐλευθερίας καὶ τῶν σοσιαλιστικῶν ἰδεῶν, ἔχει ἕναν καὶ μοναδικὸ στόχο: νὰ διαπρέψει στὰ μεγάλα θέατρα τῆς Γερμανίας, καὶ ἰδιαίτερα στὴ σκηνὴ τοῦ Βερολίνου. Ἡ ἄνοδος, ὅμως, τοῦ Χίτλερ στὴν ἐξουσία καὶ ἡ συνακόλουθη ροὴ τῶν γεγονότων θέτει σὲ δοκιμασία τὰ ὅρια καὶ τὶς ἀντοχές του. Ὁ Χέφγκεν ἀρχίζει σταδιακὰ νὰ ἀπαρνεῖται τὶς ἰδέες του καὶ τὰ ἀγαπημένα του πρόσωπα καὶ συνομολογεῖ μὲ τὸ Κακό. Ἡ ματαιοδοξία του ὑπερισχύει τῶν πάντων. Ὅμως, οἱ ἠθικές συνέπειες τῆς προδοσίας του τὸν κατατρύχουν, μετατρέποντας τὸ ὄνειρο σὲ ἕναν φρικτὸ ἐφιάλτη.
Ἡ σχέση τέχνης καὶ πολιτικῆς, ἐξουσίας καὶ ἠθικῆς, οἱ κοινωνικὲς καὶ ἱστορικὲς προϋποθέσεις ποὺ ἔκαναν δυνατὴ τὴν ἐπικράτηση τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ καὶ τὸ δριμὺ «κατηγορῶ» ἐναντίον του εἶναι μερικὰ ἀπὸ τὰ θέματα μὲ τὰ ὁποῖα ἀναμετρᾶται ὁ Κλάους Μὰν στὸ Μεφίστο. Ἀρκετοὶ ἥρωες τοῦ ἔργου παραπέμπουν σὲ ὑπαρκτὰ πρόσωπα, γεγονὸς ποὺ δημιούργησε πολλὲς ἀντιδράσεις καὶ τὴν περίφημη «Δίκη τοῦ Μεφίστο», τὴ γνωστότερη λογοτεχνικὴ δίκη στὴ μεταπολεμικὴ Γερμανία.

«Πιστεύω εἰλικρινὰ ὅτι ὁ Κλάους Μὰν ἦταν ἀπὸ τοὺς πιὸ ταλαντούχους συγγραφεῖς τῆς γενιᾶς του, ἴσως καὶ ὁ καλύτερος ἀπ' ὅλους...»
Τόμας Μαν





Ἀφιέρωμα τοῦ blog στὸν Κλάους Μὰν: Κλὶκ ἐδῶ