Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2018

Ἕνα ποίημα τοῦ Ναπολέοντα Λαπαθιώτη






ΧΑΡΩΠΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΡΝΑ Η ΩΡΑ
Χρυσῆ μου ἀγάπη, ἄν ἤξερες τί μέλι εἶσαι γιὰ μένα...
Τὰ μπουμπουκάκια τὰ ὄμορφα, τὰ μοσχομυρισμένα.
καὶ τὸ λευκὸ τ᾿ ὁλόλευκο καὶ κρυσταλλένιο κρίνο,
καὶ τοῦ ὕπνου τὸ ξαπόσταμα καὶ τὸ νερὸ ποὺ πίνω,
καὶ τ' ἀγεράκια ποὺ φυσοῦν σὰν λιποθυμισμένα,
δὲν ἔχουνε τὸ βάλσαμο πού 'χεις ἐσὺ γιὰ μένα...

Τῆς λίμνης τ' ἀφρολούλουδο καὶ τοῦ γιαλοῦ ἡ γαλήνη,
ἡ σμύρνα, τὸ ροδόσταμο ποὺ ἀργοσταλάει καὶ σβήνει,
κ᾿ οἱ μενεξέδες οἱ χλωμοὶ κ᾿ οἱ χνουδωτὲς βιολέττες,
κ οἱ ροδωνιές, κ᾿ ἡ ὁλόδροση τοῦ κήπου ἀνθόπλημμύρα,
τῶν δυὸ χειλιῶν σου τῶν γλυκῶν δὲ στάζουνε τὰ μῦρα!...

Πλέξε μου τὰ χεράκια σου τριγύρω ἀπὸ τὴ μέση...
Ἄχ! πῶς μ᾿ ἀρέσει ἀπάνω μου νὰ πέφτεις, πῶς μ᾿ ἀρέσει!
Ποθῶ φιλάκια ξαφνικά, ποὺ ξεχειλοῦν σὰν μπόρες,
καὶ ἄλλα γλυκὰ τόσο γλυκά, ποὺ τρέμουν ὧρες – ὧρες,
κι ὅλη ἡ ψυχή μας σβήνεται στῆς ἡδονῆς τὰ χάη,
κ᾿ εἶναι καθὼς τὸ φλοίσφισμα τοῦ ἀφροῦ ποὺ ξεψυχάει...

Καλή σου νύχτα, ἀγάπη μου... Γλυκιὰ – γλυκὰ κοιμήσου,
στὸν ὕπνο σου ἂς μὴν ἐρθοῦν οἱ πίκρες καὶ οἱ καημοί σου
Νὰ ἰδῆς ὁλόχαρα ὄνειρα καὶ νά ῾ρθη ἕνα μελίσσι
ἀπὸ ἀγγελούδια γαλανὰ νὰ σὲ γλυκοφιληση.
Καλή σου νύχτα, ἀγάπη μου... Ὄνειρα σὰν τὸ μέλι!
Καὶ ὅσο γιὰ μένα, ἀγάπη μου... Κοιμήσου... - μὴ σὲ μέλλη!

Χάνονται οἱ μέρες ἥσυχα, καὶ πᾶνε ἀγάλι – ἀγάλι!
Ἐμεῖς περνοῦμε κ᾿ ἔρχονται τώρα νὰ ζήσουν ἄλλοι...
Θὰ ρίξουν τὸ σπιτάκι μας ποὺ ὥς χτὲς μ᾿ ἐμένα ἤσουν,
καὶ πάνω άπ᾿ τὸ σπιτάκι μας ἄλλο τρανὸ θὰ χτίσουν...
καὶ αὐτοὶ μὲ τὰ χειλακια τους θὰ τραγουδήσουν πάλι:
«Χάνονται οἱ μέρες ἥσυχα, καὶ πᾶνε άγάλι – ἀγάλι!»...

Ἀνθίζουν τὰ τριαντάφυλλα, στὸν κάμπο, καὶ τὰ φούλια,
καὶ τρεμολάμπει, σὰν δροσιᾶς σταλαγματιές, ἡ πούλια...
Τώρα, τὸ ἑτοιμοθάνατο βαλσαμωμένο ἀγέρι,
γλυκά τραγούδια θλιβερὰ ν' ἀναστενάξει ξέρει...
Ἀλήθεια! Ξέρει πιό γλυκά νά τραγουδῆ ἀπό μένα!
Ἐγώ δὲν ξέρω πιὸ γλυκὰ μὰ ξέρω πιὸ θλιμμένα...

Τά κρίνα ἐξεχειλίσανε στὴ λίμνη σὰν ποτάμι...
Τὰ κρίνα ὅλα χιονόλευκα, σὰ γάλα, τά ῾χουν κάμει...
Καὶ πλένε τὰ κρινόφυλλα μὲς τὰ νερά, καὶ πᾶνε
καὶ ὁλότρεμα χρυσόψαρα, σὰν ἄστρα, κολυμπᾶνε...
...Μὰ πῆρα τὰ χεράκια σου καὶ χάιδεψα τὰ κρίνα,
κι ὥς τὴν αὐγούλα ἐπέθαναν, ἐπέθαναν ἐκεῖνα!...

Πάω στὴν τρισέρημη ἀμμουδιά, καὶ - μόνος... τί νὰ κάμω;
Χαράζω κύκλους ἀπαλοὺς στὸ μουσκεμμένον ἄμμο...
Κ᾿ ἔρχεται ἀγάλια ἡ θάλασσα, ἀγάλια σὰ φιλάκι,
καὶ σὰ δροσούλα χάνονται τῆς ἀμμουδιᾶς οἱ λάκκοι...
Σὰν ἀγεράκι χάνονται στὸ κῦμα, ἀπάνω - ἀπάνω
Καὶ ἀπόμεινα στὴν ἐρημιά μονάχος... -τί νὰ κάμω;





Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ποιήματα, εἰσαγωγὴ – σχόλια - παρουσίαση, Ἄρη Δικταίου., Ἐκδόσεις Φέξη, Ἀθήνα 1964.
Μικρὸ ἀπόσπασμα τοῦ ποιήματος, ὑπὸ τὸν τὶτλο «Σὰν ἀεράκι», ἔχει μελοποιηθεῖ ἀπὸ τὸν Μανώλη Πάππο καὶ ἑρνημευμένο ἀπὸ τὴν Ελευθερία Αρβανιτάκη, ὑπάρχει στὸ δίσκο Ὅλα στὸ φῶς, Mercury 06024 9822934, 2004, (γιὰ ἀκρόαση Κλὶκ ἐδῶ).


Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2018

!!!







Τολμητίας ἀναισχύντος ὅλως,
ὁ κολάσων τὴν Κόλασιν κῶλος.







ΥΓ: Δὲν ἀναφερω τὸν συγγραφέα ἐν εἴδει ἐρωτήσεως -πείτε το καὶ κουὶζ τὸ ἴδιο κάνει. Λοιπόν, γνωρίζει κανένας ποιός εἶναι;


Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Ἕνα ποίημα τοῦ Σάντρο Πέννα (Sandro Penna)





Ἀκουαρέλα τοῦ Gabriel Garbow.



Ὁ Ἔρωτάς μου εἶναι γυμνὸς
στὴν ἄκρη κάποιας θάλασσας βουερῆς.
Δίπλα του εἴχαμε σταθεῖ
-εὐνοϊκοί, γαλήνιοι-
ἐγὼ κι ὁ χρόνος.

Μετὰ τὸν ἔκλεψε ἕνα σπίτι.
Ἕνα μελάνι μοῦ τὸν λέκιασε. Ἐγὼ άπομένω
στὴν ἄκρη κάποιας θάλασσας βουερῆς.





Σάντρο Πέννα, ἀπὸ τὴ συλλογὴ Ὁ σκονισμένος ποδηλάτης, μετ. Ἐρίκκος Σοφρᾶς, Ἐκδόσεις Τὸ Ροδακιὸ, Ἀθήνα 2012.

Ἀφιέρωμα τοῦ blog στὸν Σάντρο Πἐννα: Κλίκ ἔδῶ
Ἀφιέρωμα τοῦ blog στὸν Gabriel Garbow: Κλίκ ἔδῶ