Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

Έρωτα, λόγος και εικόνα (Love, Words and Images)



Στον  Γ.
για τα δώρα εκείνης της νύχτας... 

 

ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ
Ήταν στη γη μια ακρογιαλιά,
μόνο με γυμνά μάτια θα τη δεις.
Με τα γυμνά του ήλιου τα γυαλιά
μια ακρογιαλιά πάνω της εμείς.

Κι ήταν μια χαρά, μια τρελή χαρά
για μας. Μες στην τόση γύμνια
ούτε μια ενοχή,
μόνο γυμνή μια τρελή χαρά.

Κάπου στης γης τ' άλλο το πλευρό
περπατούσα εγώ άκρη μιας γραμμής.
ήμουν εγώ σε άμμο και νερό
μ' ανοιχτό φτερό μέσα να κρυφτείς.

Κι ήταν μια χαρά, μια τρελή χαρά
για μας. Μες στην τόση γύμνια
ούτε μια ενοχή,
μόνο γυμνή μια τρελή χαρά.

Έτσι γυμνοί ήμασταν εμείς
Λόγια-Μουσική: Στάμος Σέμσης / Ερμηνεία: Έλλη Πασπαλά. Από το δίσκο: «Σε ποιον θεό να πιστέψω», WEA 50 50466 0193 2 5, (2003)


***


ΕΡΩΤΑΣ
Τὸ χειμώνα χωνόμασταν σ' ἔνα γιαπί∙
τὸ εἴχαμε σὰ δικό μας∙
ἀνάλογα μὲ τὸν καιρό
ἀλλάζαμε δωμάτιο.

Τὴν ἄνοιξη στρώναμε
τὸ στρατιωτικό σου μπουφάν∙
οἱ ἐξοχές τῆς Σταυρούπολης
μοσκοβολοῦσαν θυμάρι.

Μιὰ-δυὸ φορές ποὺ λείπαν οἰ δικοί μου
σὲ κουβάλησα σπίτι∙
μὲ τάραξες στα δαγκάματα∙
ὕστερα λεηλατήσαμε τὸ ψυγείο.

Χωρίσαμε παραμονή τοῦ ἁη-Δημήτρη∙
σοῦ ἀγόρασα μιὰ μπλούζα ζιβάγκο,
σὲ κέρασα γιὰ τελευταία φορὰ μπουγάτσα --

καὶ τώρα πάλι φτοὺ κι ἀπ' τὴν ἀρχή.
Ντίνος Χριστιανόπουλος, από τη συλλογή: «Ἀνυπεράσπιστος καημός», ἀπό τὸν τόμο: Ποιήματα, Εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1998


***



ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΚΑΠΗΛΕΙΑ
Μέσα στά καπηλειά      καί τά χαμαιτυπεῖα
τῆς Βηρυτοῦ κυλιέμαι.      Δέν ἤθελα νά μένω
στήν Ἀλεξάνδρεια ἐγώ.      Μ' ἄφισεν ὁ Ταμίδης·
κ' ἐπῆγε μέ τοῦ Ἐπάρχου      τόν υἱό γιά ν' ἀποκτήσει
μιά ἔπαυλι στόν Νείλο,      ἕνα μέγαρον στήν πόλιν.
Δέν ´εκανε νά μένω      στήν Ἀλεξάνδρεια έγώ. -
Μέσα στά καπηλειά      καί τά χαμαιτυπεῖα
τῆς Βηρυτοῦ κυλιέμαι.      Μές σ' εὐτελή κραιπάλη
διάγω ποταπῶς.      Τό μόνο πού μέ σώζει
σάν ἐμορφιά διαρκής,      σάν ἄρωμα πού ἐπάνω
στήν σάρκα μου ἔχει μείνει,      εἶναι πού εἶχα δυό χρόνια
δικό μου τόν Ταμίδη,      τόν πιό ἐξαίσιο νέο,
δικό μου ὄχι γιά σπίτι      ἤ γιά ἔπαυλι στόν Νείλο.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990



***


ΚΑΝΟΝΙΚΑ
Αφού βρέχει και χιονίζει έξω
έλα να σε παίξω
για να κάνει ένας δεσμός ανταύγεια
φέρτε του σκοτάδια
Κι αν σου πω πως σαν αγάπη μοιάζεις
πες μου που με βάζεις
μόνο μ’ αίσθηση κενού
καινούργια γράφονται τραγούδια
Κανονικά...
τυραννικά...
γι’ αυτούς που καίνε τη ζωή μοναδικά
κανονικά κι ανήσυχα
γι’ αυτούς που φεύγουν ήσυχα
και λογικά

Αφού βρέχει και χιονίζει χρόνια
δείξε μου συμπόνια
κι ο λυγμός της ομορφιάς στα βάθη
κοίτα τι θα πάθει
προκειμένου να ‘χεις τέτοια λάμψη
πες το κι ας σε κάψει
πώς χαράζουνε στη φλέβα τύχη
κάτι τέτοιοι στίχοι
καμία φορά.
Λόγια: Λίνα Νικολακοπούλου / Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης / Ερμηνεία: Δήμητρα Γαλάνη Από το δίσκο «Κανονικά», MINOS EMI 7243 4 80045 2 9, (1984)


***


Κ' ΕΠΙΝΑ ΜΕΣ' ΑΠ' ΤΑ ΧΕΙΛΙΑ ΣΟΥ...
Ἰδού εἶ καλός, ὁ ἀδελφιδός μου, καί γε ὡραῖος·
πρὸς κλίνη ἡμών σύσκιος, δοκοί οἴκων ἡμών κέδροι,
φατνώματα ἡμῶν κυπάρισσοι. 
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ: Α, 16,17 
 

Κ' οἱ μπερντέδες ἦταν κόκκινοι
κ' ἦταν ἄσπρο τὸ κρεβάτι,
κι ὅλο θόλωνε, ὅλο μέλωνε
τὸ γλυκό σου μάτι,

καὶ τὰ χέρια σου πλεκόντουσαν
στὸ κορμί μου γύρω - γύρω
κι ἔπινα μέσ’ ἀπ' τὰ χείλια σου,
γλυκιάν άχνα σὰν τὸ μῦρο,

καὶ σταλάζανε ἀπ’ τὰ χείλια σου
γλυκά λόγια, σὰν τὰ μῦρα,
κ' ἦταν ἄσπρό τὸ κρεβάτι μας
κ' οἱ μπερντέδες σὰν πορφύρα…

Ἔτσι, άγάπη μου, σὲ χόρτασα
κ' ἔτσι, τὴ γλυκάδα σου ἤπια
μέσα στ’ ἄνομα ἀγκαλιάσματα
στ’ ἄνομα τὰ καρδιοχτύπια

κι άπ’ τὸ μέλι ποθοπλάνταζε
τὸ κορμί σου καὶ τὸ μάτι
κ' οἱ μπερντέδες ἦταν κόκκινοι
κ' ἧταν ἄσπρο τὸ κρεβάτι…
Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ποιήματα. Εισαγωγή, σχόλια, παρουσίαση, Άρη Δικταίου., εκδόσεις Φέξη, Αθήνα 1964


***



ΠΑΡΑΔΩΣΟΥ
Λοιπόν, εδώ είν' η καρδιά
για όποιον δεν το ξέρει
εδώ και το μαχαίρι
που κάποτε έμπαινε βαθιά
τα μάτια είναι για το ναι
κι η νύχτα πάντα όχι
για κείνον που δεν το' χει
κι ούτε που το 'νοιωσε ποτέ
Ο έρωτας κι ο ουρανός
δεν είν' στο χέρι κανενός
μονάχα στο δικό σου
σου τό 'πα, παραδώσου

Λοιπόν αυτό είναι το κορμί
κι εδώ κανείς δεν μένει
κομμάτια κι ανασαίνει
η περασμένη μου ζωή
τα χείλια είναι για φιλιά
κι ο χωρισμός για χάδι
φαντάσου ένα σκοτάδι
να σου χαϊδεύει τα μαλλιά

Ο έρωτας κι ο ουρανός
δεν είν' στο χέρι κανενός
μονάχα στο δικό σου
σου το 'πα, παραδώσου
Λόγια: Λίνα Νικολακοπούλου / Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης / Ερμηνεία: Δήμητρα Γαλάνη. Από το δίσκο «Κανονικά», MINOS EMI 7243 4 80045 2 9, (1984)


***


 
OΤΑΝ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ (ΑΝΑΜΟΝΗ)
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
ὁ νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,
σ' αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μιὰ οὐρά,
ἔξω ἀπὸ μιά πόρτα ἤ μπροστὰ σ' ἕναν ὑπάλληλο.
κι ἐκλιπαροῦν μὲ μιὰ αἴτηση στὸ χέρι
γιὰ μιὰ ὑπογραφή, γιὰ μιὰ ψευτοσύνταξη.
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
γίνομαι ἕνα μὲ τοὺς τσακισμένους.
Ντίνος Χριστιανόπουλος, από τη συλλογή: «Ἀνυπεράσπιστος καημός», από τον τόμο: Ποιήματα, εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1998, και σε μουσική: Μάνου Χατζιδάκι / Ερμηνεία: Ανδρέα Καρακότα, από το δίσκο: «Τα τραγούδια της αμαρτίας», ΣΕΙΡΙΟΣ SMH 96002.2


***


ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΑΠΗ
Μια συννεφιά και μια φωτιά
είν' η μεγάλη αγάπη
δυο νύχτες λάμπει στη σιωπή
μετά στη μέση σαν κοπεί
δεν υπάρχει.
Τι άλλο θέλεις να σου πω
μετά από σένα είμαι εγώ
και περιμένω
να' ρθείς στον ύπνο μου να δεις,
το παρακάτω της ζωής
πως είναι φωτισμένο
τι άλλο θέλεις να σου πω.
Μια λέξη που δε λέει να βγει
είναι η μεγάλη αγάπη
τα δίνει όλα στο φιλί
ύστερα κόβει σαν γυαλί δεν υπάρχει.
Λόγια: Λίνα Νικολακοπούλου / Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης / Ερμηνεία: Δήμητρα Γαλάνη. Από το δίσκο «Κανονικά», MINOS EMI 7243 4 80045 2 9, (1984)


***


Χωρατατζῆδες μου ἔσείς, καψούρηδές μου,
ὅσοι ἀπό φλόγα γιά τ' ἀγόρια ἔχετε γνώση,
καθώς και ἀπό τή γεύση τοῦ πικροῦ αυτοῦ μελιοῦ,
μέ κρύσταλλο νερό γρήγορα περιχύσετε με,
μέ παγωμένο γρήγορα, ἀπό λιωμένο μόλις χιόνι,
περιβρέξτε με, ἐπάνω στήν καρδιά μου ρίξτε με.
Τόλμησα νά κοιτάξω, ὁμολογῶ, τόν Διονύσιο.
Ἀλλά, ὁμόδουλοί μου ἐσεῖς, προτοῦ γλύψει τά σπλά-
χνα μου,
σβῆστε αὐτήνα τή φωτιά ἀπό τό κορμί μου.
Μελέαγρος, από τη δωδέκατη ομάδα της «Παλατινής Ανθολογίας» μετάφραση: Γιώργος Ιωάννου, «Στράτωνος μούσα παιδική», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1985


***


 
ΑΠΟΚΟΣΜΟΣ
κάνε τὸ σῶμα μου φωλιά
γιὰ κάθε σου μεράκι


γιὰ νὰ κουρνιάζουν μέσα μου
τὰ ὄνειρά σου


ὑπάρχει τόση ἀφθονία λουλουδιῶν
γιατί λοιπόν παραπονιοῦνται οἱ μέλισσες;
 

εἶσαι ὑπόκοσμος
εἶμαι άπόκοσμος


τὶ ἐμοὶ καὶ σοὶ;

καινούριο χιόνι πέφτει
ἐπάνω στὸ παλιό


κι ἄλλες νιφάδες βιάζονται

 νὰ γίνουν λάσπη

ὅσο σὲ λατρεύω

τόσο διαφθείρεσαι

κάτι ξέραν οἱ ἀρχαῖοι
ποὺ λάτρευαν ἀγάλματα


άπόψε ἡ νύχτα στόλισε τὸ πάρκο
μὲ τὰ πιὸ διαλεχτά καθάρματά της


Θανάση γιατί ἔκοψες τὸ ἄλφα ἀπό μπροστά
γιὰ ἕνα γράμμα χάνεις τὴν ἀθανασία.
Ντίνος Χριστιανόπουλος, από τη συλλογή: «Το κορμί και το σαράκι», από τον τόμο: Ποιήματα, Εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1998, και σε μουσική: Μάνου Χατζιδάκι / Ερμηνεία: Ανδρέα Καρακότα, από το δίσκο: «Τα τραγούδια της αμαρτίας», ΣΕΙΡΙΟΣ SMH 96002.2


***


Λαβύρινθος χωρίς καμιά ἔξοδο τ' ἀγόρια.
Ὅπου τό βλέμμα ρίξεις, κολλάει ὅπως σέ ξόβεργα.
Ξόβεργα ὁ Θεόδωρος μέ τό κορμί τό στιβαρό
καί τῶν μελῶν τό ἄνθος τό ἀγνότατο.
Ξόβεργα καί τοῦ Φιλοκλῆ τό λαμπρό πρόσωπο,
πού μέτριος στ' ἀνάστημα, ἀπό οὐράνια χάρη λουλουδί-
ζει.
Μά, τοῦ Λεπτίνου τό κορμί ἐάν κοιτάξεις.
Ἀδύνατον νά πάρεις τά ποδάρια·
ὡσάν τήν διαματόπετρα ἀκίνητος θά μείνεις,
τήν κολλημένη πάνω σέ στολίδι.
Τέτοια λαμπάδα καίει ὁ κοῦρος
μπρός στά μάτια, ἀπό τήν κορυφή
ὥς τίς ἀκρες τῶν νυχιῶν του.
Γειά καί χαρά σας, ὄμορφα ἀγόρια,
εἴθε νά φτάσετε στῆς λεβεντιᾶς τήν ἡλικία
καί κάποτε νά στολιστεῖτε μ' ἄσπρη κόμη.
Ριάνος, από τη δωδέκατη ομάδα της «Παλατινής Ανθολογίας» μετάφραση: Γιώργος Ιωάννου, «Στράτωνος μούσα παιδική», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1985


***


Η ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΚΑΡΔΙΑ
Η άμοιρη καρδιά ξερνά στην πρύμα,
Καρδιά που την πλακώνει ο δεκανέας.
Της πετούν ξεπλύματα σούπας,
Η άμοιρη καρδιά ξερνά στην πρύμα.
Κάτω από τα πειράγματα του λόχου
που ξεκαρδίζεται πέρα ως πέρα,
Η άμοιρη καρδιά ξερνά στην πρύμα
Καρδιά που την πλακώνει ο δεκανέας!

Ιθυφαλλικά και φανταρίστικα
Τα πειράγματα τον έχουνε διαφθείρει!
Στο τιμόνι βλέπει ζωγραφιστά
Ιθυφαλλικά και φανταρίστικα.
Ω κύματα αλαμπουρνέζικα,
Την καρδιά μου πάρτε και ξεπλύντε την
Ιθυφαλλικά και φανταρίστικα
Τα πειράγματα τον έχουνε διαφθείρει!

Και σα στερέψουν τα καμώματά τους,
Τι θα κάνεις κλεμμένη πια καρδιά;
Θα 'χεις μόνο το λόξυγκα του Βάκχου,
Σαν στερέψουν τα καμώματά τους:
Θα ' χω στομαχικές αναγούλες,
Εγώ, αν η καρδιά ταπεινωθεί:
Σαν στερέψουν τα καμώματά τους
Τι θα κάνεις κλεμμένη καρδιά;
Αρθούρος Ρεμπώ, εκδόσεις Πλέθρον, μετάφραση Γιώργος Σπανός, Αθήνα 1985


***



Σάν νίκησε στήν πυγμαχία
ὁ Ἀντικλέους Μενέχαρμος,
μέ δέκα ἀπαλές ταινίες τόν στεφάνωσα,
καί τρεῖς φορές τόν φίλησα,
πασαλειμένος ὅπως ἦταν μές τά αἵματα.
Στά χείλη μου ὅμως τό αἷμα του ἦταν
κι ἀπό τό μπάλσαμο ἡδονικότερο.
Άδηλο, από τη δωδέκατη ομάδα της «Παλατινής Ανθολογίας» μετάφραση: Γιώργος Ιωάννου, «Στράτωνος μούσα παιδική», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1985


***


Ο ΔΕΜΕΝΟΣ ΩΜΟΣ
Εἶπε πού χτύπησε σέ τοῖχον ἥ πού ἔπεσε.
Μά πιθανόν ἡ αἰτία νἆταν ἄλλη
τοῦ πληγωμένου καί δεμένου ὤμου
.

Μέ μιά κομμάτι βίαιη κίνησιν,
ἀπ' ἔνα ράφι γιά νά καταιβάσει κάτι
φωτογραφίες πού ἢθελε νά δεῖ ἀπό κοντά,
λύθηκεν ὁ ἐπίδεσμος κ' ἔτρεξε λίγο α
μα.

Ξανάδεσα τόν
μο, καί στό δέσιμο
ἀργούσα κάπως· γιατί δέν πονο
σε,
καί μ'
ρεζε νά βλέπω τό αμα. Πράγμα
το
έρωτός μου τό αμα ἐκεῖνο ταν.

Σάν ἔφυγε η
ρα στήν καρέγλα ἐμπρός,
ἕνα κουρέλλι ματωμένο, ἀπ' τά πανιά,
κουρέλλι πού ἔμοιαζε γιά τά σκουπίδια κατ' εὐθείαν·
καί πού στά χείλη μου τό πῆρα ἐγώ,
καί πού τό φύλαξα
ρα πολλή -
τό α
μα το ἔρωτος στά χείλη μου ἐπάνω.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***


 
ΤΟ ΝΟΙΩΘΩ ΤΩΡΑ
Κλεισμένος είμαι
καρτερώ το μήνυμα.
Κι άλλα σινιάλα μάζεψα που έκανες
το χέρι σου που απάνω μου ξεχάστηκε,
θερμό ιδιαίτερα της χειραψίας σου το σφίξιμο,
και το φιλί, που αποχαιρετισμού δεν έμοιαζε

Κάποιο σημείωμα,
κάποιο βαθύ ξεμακρισμένο τηλεφώνημα
από το δορυφόρο θα χυμήξει επάνω μου
Του έρωτα μας θα 'ναι η αντανάκλαση,
ματιές κλεφτές ματιές, αστραφτερές ματιές,
πικρές ματιές όταν χωρίζαμε προχτές στ' αεροδρόμιο

Το νιώθω τώρα πως θα 'ρθείς
αν όχι φτάνει μόνο που με κοίταξες
εσύ με νοιάζεις, θά 'ρθεις κάποτε
Μπορώ να περιμένω χρόνους άπειρους
να περπατώ και να μη βλέπω τριγύρω μου

Ευτυχισμένος στο κρεββάτι μου
δε νιώθω πια την επανάσταση της σάρκας μου
εσύ με νοιάζεις, θά 'ρθεις κάποτε
Μπορώ να περιμένω χρόνους άπειρους
να περπατώ και να μη βλέπω τριγύρω μου

Έστω για να με βρίζεις έλα κάποτε
Λόγια: Γιώργος Ιωάννου / Μουσική: Νίκος Μαμαγκάκης / Ερμηνεία: Δημήτρης Ψαριανός. Από το δίσκο «Κέντρο Διερχομένων», LYRA CD 3758


***


ΕΝΑ ΒΕΛΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ
Μεγαλώνει η σιωπή στα μάτια
πια δε λιώνει το κορμί για χάδια
μεγαλώνει και του κόσμου η ερημιά.

Μεγαλώνουν μέσα μας δυο άλλοι.
Τρων, ψηλώνουν, γίνονται μεγάλοι
και καρφώνουν ένα βέλος στην καρδιά.

Τυραννάει το ένα τ' άλλο σώμα
και δε μου ΄μεινε καρδιά να φύγω μακριά.
Αχ, καημέ, καρδιά να φύγω μακριά
μέρες μακριά, χρόνια μακριά.

Κάθε αγάπη ζωγραφίζει βέλη
να πληγώσει τη ζωή της θέλει
κάθε αγάπη τον εαυτό της τυραννά.

Χρόνια τώρα η ψυχή μου απέχει
απ' το σώμα που ζητάει να σ' έχει
χρόνια τώρα βασανίζομαι βαριά.

Τυραννάει το ένα τ' άλλο σώμα
και δε μου ΄μεινε καρδιά να φύγω μακριά.
Αχ, καημέ, καρδιά να φύγω μακριά
μέρες μακριά, χρόνια μακριά.
Λόγια-Μουσική: Στάμος Σέμσης / Ερμηνεία: Έλλη Πασπαλά. Από το δίσκο: «Σε ποιον θεό να πιστέψω», WEA 50 50466 0193 2 5, (2003)


***



ΣΤΕΣ ΣΚΑΛΑΙΣ
Τήν ἄτιμη τήν σκάλα σάν κατέβαινα,
ἀπό τάν πόρτα ἔμπαινες, καί μιά στιγμή
εἶδα τό ἄγνωστό σου πρόσωπο καί μέ εἶδες.

Ἔπειτα κρύφθηκα νά μή μέ ξαναδῆς, καί σύ
πέρασες γρήγορα τό πρόσωπό σου κρύβοντας,
καί χώθηκες στό ἄτιμο τό σπίτι μέσα

ὅπου τήν ἡδονή δέν θἆβρες, καθώς δέν τήν βρῆκα.

Κι ὅμως τόν ἔρωτα πού ἤθελες τόν εἶχα νά στόν δώσω·
τόν ἔρωτα πού ἤθελα — τά μάτια σου μέ τὦπαν
τά κουρασμένα καί ὕποπτα — εἶχες νά μέ τόν δώσεις.
Τά σώματά μας αἰσθανθήκαν καί γυρεύονταν·
τό αἷμα καί τό δέρμα μας ἐνόησαν.
Ἀλλά κρυφθήκαμε κ’ οἱ δυό μας ταραγμένοι.

[1904] 
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***


Ἄν εἶχες στό κορμί φτερά,
στά χέρια τόξα, ὅπως καί σαγίτες,
ἐσύ τῆς Κύπριδος παιδί, κι ὄχι ὁ Ἔρως,
θά ὀνομαζόσουν.
Ασκληπιάδης, από τη δωδέκατη ομάδα της «Παλατινής Ανθολογίας» μετάφραση: Γιώργος Ιωάννου, «Στράτωνος μούσα παιδική», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1985


***


ΟΣΟ ΜΕ ΠΛΗΓΩΝΕΙΣ (ΕΡΩΤΑΣ)
Ὁλόκληρος στὸν ἔρωτα δοσμένος,
ἄλλη χαρά δὲν ἔχω παρὰ μόνο
στὴν ἄγρια σου ματὰ νὰ κρυφολιώνω
καὶ νὰ σοῦ εἶμαι πάντα ὑποταγμένος.

Κι ὅταν στὰ πόδια σου, γονατισμένος,
τ' ἀπελπισμένα χέρια μου ἁπλώνω,
κι ἐσὺ μὲ διώχνεις, νιώθω τέτοιο πόνο,
ποὺ εὐφραίνομαι σὰ σκύλος κλωτσημένος.

Σκληρὸ ἀγόρι, ὅσο μὲ πληγώνεις,
τόσο καὶ πιὸ πολλὴ χαρὰ μοῦ δίνεις·
σκιρτᾶ ἡ ψυχή μου, ὅταν τὴ ματώνεις.

Καὶ τρέμει ἀπὸ φόβο, μήπως γίνεις
πιὸ τρυφερὸς μιὰ μέρα - γιατί ξέρει
νὰ χαίρεται, μονάχα ἄν ὑποφέρει.
Ντίνος Χριστιανόπουλος, από τη συλλογή:  «Ὁ ἀλλήθωρος», από τον τόμο: Ποιήματα, εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1998, και σε μουσική: Μάνου Χατζιδάκι / Ερμηνεία: Ανδρέα Καρακότα, από το δίσκο: «Τα τραγούδια της αμαρτίας», ΣΕΙΡΙΟΣ SMH 96002.2


***


ΔΙΧΩΣ ΕΞΟΥΘΕΝΩΣΗ (ΕΝΟΧΗ)
Τὸ ἀπόγευμα τραβήξαμε κατά τὸ ἐκκλησάκι
καὶ μοῦ 'παιξε ἀκορντεόν. Ἦταν ὡραῖα
καὶ τὸ λιβάδι ἥσυχο, μὲς στὴ λιακάδα.
Τὸ πρόσωπό του εἶχε ἀγλαϊστεῖ
ἀπό τὸν ἥλιο καὶ τὴ μουσική
καὶ φάνταζε τόσο ἁγνός ποὺ ντράπηκα
γιατί εἶχα ἀκόμα φαντασία καὶ αἰσθήσεις.
Ἔτσι, Θεέ μου σκέφτηκα, νὰ γίνονταν
πρὶν ἀπό τὴ στιγμὴ ἐκείνη: ἕνα τραγούδι
νὰ σβήνει ἀργά – ἀργά στὴ φυσαρμόνικα,
σὰν μιὰ νεανική αγνότητα ποὺ φεύγει.
Ντίνος Χριστιανόπουλος, από τη συλλογή: «Ξένα γόνατα», από τον τόμο: Ποιήματα, εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1998, και σε μουσική: Μάνου Χατζιδάκι / Ερμηνεία: Ανδρέα Καρακότα, από το δίσκο: «Τα τραγούδια της αμαρτίας», ΣΕΙΡΙΟΣ SMH 96002.2


***


ΔΕ Μ΄ΑΓΑΠΑΣ... ΓΙΑΤΙ
Δε μου μιλάς, γιατί;
Δε μ' αγαπάς, γιατί;
Ξέρεις πως καίγομαι
Και ονειρεύομαι
μόνο όταν σε βλέπω.

Δεν μ' είδες χτες, γιατί;
Κι αν δε με θες, γιατί;
Ξέρεις αν καίγομαι
Και αν ονειρεύομαι
όταν δε σε βλέπω

Μίλησέ μου
Πες μου τι θες
Ζήτησέ μου
Κι εγώ θα είμαι εκεί.
Λόγια-Μουσική: Στάμος Σέμσης / Ερμηνεία: Έλλη Πασπαλά - Από το δίσκο «Σε ποιον θεό να πιστέψω», WEA 50 50466 0193 2 5, (2003)


***


ΘΥΜΗΣΟΥ, ΣΩΜΑ...
Σώμα, θυμήσου ὄχι μόνο τό πόσο ἀγαπήθηκες,
ὄχι μονάχα τά κρεββάτια ὅπου πλάγιασες,
ἀλλά κ' ἐκεῖνες τές ἐπιθυμίες πού γιά σένα
γυάλιζαν μές στά μάτια φανερά,
κ' ἐτρέμανε μές στή φωνή - καί κάποιο
τυχαῖον ἐμπόδιο τές ματαίωσε.
Τώρα πού εἶναι ὅλα πιά μέσα στό παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν καί στές ἐπιθυμίες
ἐκεῖνες σάν νά δόθηκες - πῶς γυάλιζαν,
θυμήσου, μές στά μάτια πού σέ κύτταζαν·
πῶς ἔτρεμαν μές στή φωνή, γιά σέ, θυμήσου, σώμα.

[1918]
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***


 
ΚΑΣΤΡΟ
Κάστρο χαμηλό
στην άμμο επάνω την υγρή
νύχτα το πουλώ
και λέω στο κύμα:
κάντο γη.

Βότσαλα γυμνά
για να ’ρθει ο κόσμος διακοπές
κι ύστερα αρχινά
και βγάζει η θάλασσα σιωπές.
Αγάπη μου είμαστε ένοχοι
αγάπη μου
και λίγοι
κι η νύχτα η πανέμορφη
λεφτά ζητάει να φύγει.

Γόνατα βαριά
στη γέννα του άσπρου φεγγαριού
μέσα μου σκουριά
κι εκείνη η γεύση του σταριού.

Έναστρος γκρεμός
για να γκρεμίζεται η βραδιά
κι έγειρ’ ο λαιμός
σ’ ένα τραπέζι καρυδιάς.
Λόγια: Λίνα Νικολακοπούλου / Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης / Ερμηνεία: Άλκηστις Πρωτοψάλτη. Από το δίσκο «Ανθρώπων έργα», PolyGram, POLYDOR: 521 384-2


***

 
Τ' ΑΠΛΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΕΓΩ ΑΓΑΠΩ
Τ' ἀπλό παιδί, ποὺ ἐγὼ ἀγαπώ, δὲν ἔζησε στὰ πλούτη
δὲν ἔχει τρόπους νὰ φερθῆ καὶ μήτε νὰ ντυθῆ
-μά'ναι τὸ πιὸ καλό παιδί, ποὺ μὲς τὴν πλάση τούτη
μπορεῖ ν΄ ἀπαντηθῆ

Δὲν ξέρει γράμματα πολλά, δὲν κάνει γιὰ σαλόνι
τὰ ροῦχα του εἶναι τῆς δουλειᾶς, τριμμένα καὶ παλιά
μά τὸ μεγάλωσε τὸ φῶς, αὐτό ποὺ μεγαλώνει
τὰ ξένοιαστα πουλιά...

κι ἄλλοτε μοῦ' τυχε ξανά στὸ διάβα κάποιου δρόμου,
νὰ περπατήσω συντροφιά μὲ διάφορα παιδιά,
μ' αὐτό σεμνό και ταπεινό, βαδίζει στο πλευρό μου,
σὰ μιὰ μικρή καρδιά.... 

κι ὄταν  τῶν ἄλλων τῶν παιδιῶν τὰ λοὺσα βλέπει πλάι
κι αὐτό δὲν ´εχει πιό καλό κοστούμι να ντυθῆ,
τότε γυρίζει τὴ ματιά -καί μοῦ χαμογελάει,
νὰ παρηγορηθῆ....  
Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ποιήματα. Εισαγωγή, σχόλια, παρουσίαση, Άρη Δικταίου., εκδόσεις Φέξη, Αθήνα 1964


***


ΓΚΡΙΖΑ
Κυττάζοντας ἕνα ὀπάλιο μισό γκρίζο
θυμήθηκα δυό ὡραῖα γκρίζα μάτια
πού εἶδα· θἆναι εἴκοσι χρόνια πρίν...

.....................................

Γιά ἕνα μήνα ἀγαπηθήκαμε.
Ἔπειτα ἔφυγε, θαρρῶ στήν Σμύρνη,
γιά νά ἐργασθεῖ ἐκεῖ, καί πιά δέν ἰδωθήκαμε.

Θ' ἀσχήμισαν - ἄν ζεῖ - τά γκρίζα μάτια·
θά χάλασε τ' ὡραῖο πρόσωπο.

Μνήμη μου, φύλαξέ τα σύ ὡς ἦσαν.
Καί, μνήμη, ὅ,τι μπορεῖς ἀπό τόν ἔρωτά μου αὐτόν,
ὅ,τι μπορεῖς φέρε με πίσω ἀπόψι.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***



Τῶν αγοριῶν τά ἐξαρτήματα, Διόδωρέ μου,
σ΄ αὐτά τά τρία σχήματα εἶναι πού πίπτουν·
καί μάθε τά διάφορα χαϊδευτικά τους.
Αὐτήν πού ἀσυγκίνιτη στέκει ἀκόμα
πέστην «Λάλου».
«Κωκώ» νά λές αὐτήν πού πῆρε μόλις
νά φουσκώνει·
κι αὐτήν πού μές τή χούφτα σου σκιρτάει
λέγε «Σαύρα».
Τήν τελειότερη ξέρεις καλά ἐσύ
πῶς πρέπει νά τή λέγεις.
Στράτωνας, από τη δωδέκατη ομάδα της «Παλατινής Ανθολογίας», μετάφραση: Γιώργος Ιωάννου, «Στράτωνος μούσα παιδική», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1985


***


ΑΝΟΙΓΕΙΣ ΚΑΙ ΚΛΕΙΝΕΙΣ ΣΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙ
Ἀνοίγεις καὶ κλείνεις σὰ λουλούδι.

Ἔρχομαι – μουδιασμένος μὲ ὑποδέχεσαι,
κρατᾶς τὰ μάτια ἐπίμονα χαμηλωμένα,
ὑστερα λίγο λίγο ξεθαρρεύεις,
ἀρχίζεις νὰ μιλᾶς μὲ τρυφεράδα,
τὰ μάτια χρωματίζεις μὲ ἱλαρότητα,
ὤ πόσο ἑγκάρδια ἔγινε ἡ κάμαρη,
δὲ θέλω γλύκισμα, ἡ κουβέντα σου μοῦ ἀρκεί.

Μὰ ἄν ξεχαστῶ καὶ κοιτάξω τὸ ρολόι,
καὶ δείξω μέριμνα γιὰ τὶς δουλειές τοῦ κόσμου,
σβήνεις σιγὰ σιγὰ τὴν ὁμιλία,
ἀρχίζεις νὰ μουδιάζεις λίγο λίγο,
σὰ νά ‘μουν ξένος μ’ ἀποχαιρετᾶς,
καὶ κλείνεις, κλείνεις σὰ λουλούδι.
Ντίνος Χριστιανόπουλος, από τη συλλογή: «Ὁ ἀλλήθωρος», από τον τόμο «Ποιήματα», Εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1998


***


ΤΡΕΙΣ ΑΓΓΕΛΟΙ

Τρεις αγγέλοι ζωγραφίσαν
Με κραγιόνια βυσσινιά
Παράπονο
Τα φτεράκια τους πουλήσαν
Και καθίσαν στη γωνιά

Είπε ο πρώτος θέλω απόψε
Την παλιά μου την αγάπη
Είπε ο δεύτερος κοιμήσου
στο δικό μου το κρεβάτι

Και γείραν κι έπεσαν στο χώμα
Όλη νύχτα δίχως σώμα

Κι ο τρίτος που κουράστηκε
Στα κύματα
Με δυο χαρές ανήμπορες
Και κρίματα
Αυτός δεν είπε τίποτα
Αυτός δεν ήθελ' άνθρωπο να δει
Γιατί γυρνούσαν στην καρδιά του
Αυτοί που φύγαν μακριά του.
Λόγια: Λίνα Νικολακοπούλου / Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης / Ερμηνεία: Άλκηστις Πρωτοψάλτη. Από το δίσκο «Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ», PolyGram, POLYDOR: 827 589-2 


***

 

Τόν ἔρωτα μήν τόν καταπιέζεις, Φιλοκράτη.
Ὁ δαίμονας αὐτός εἶναι σέ θέση
νά παίζει κλωτσοσκούφη τήν καρδία μας.
Μά, ἔλα, χάρησέ μου ἕνα φιλί σου.
Θά 'ρθεί καιρός πού καί σύ θά ἱκετεύσεις
γιά κάποια τέτοια χάρη διαφόρους ἄλλους.
Στράτωνας, από τη δωδέκατη ομάδα της «Παλατινής Ανθολογίας» μετάφραση: Γιώργος Ιωάννου, «Στράτωνος μούσα παιδική», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1985


***



Εἶναι κιόλας ξημέρωμα γλυκό· όμως ο Δάμης
ἄυπνος στήν αὐλόπορτα χάνει κι αὐτή τή λιγοστή
ἀνάσα πού τοῦ ἀπέμεινε, ἀφότου εἶδε
ὁ δυστυχής μπροστά του τόν Ἡράκλειτο.
Κάτω ἀπό τή λαμπάδα τῶν ματιῶν του
ἔνιωσε ὅπως τό κερί τό πεταγμένο μές τή θράκα.
Κάνε μου τή χάρη καί σήκω, Δάμη κακότυχε·
ἔχω κι ἐγώ λαβωματιά ἀπ' τόν Ἔρωτα
κι ἐνώνω τά δικά μου δάκρυα μέ τά δικά σου.
Μελέαγρος, από τη δωδέκατη ομάδα της «Παλατινής Ανθολογίας», μετάφραση: Γιώργος Ιωάννου, «Στράτωνος μούσα παιδική», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1985


***


ΤΟ 25ον ΕΤΟΣ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΤΟΥ
Πηγαίνει στήν ταβέρνα τακτικά
πού εἴχανε γνωρισθεῖ τόν περασμένο μῆνα.
Ρώτησε· μά δέν ἤξεραν τίποτε νά τόν ποῦν.
Ἀπό τά λόγια των, κατάλαβε πώς εἶχε γνωρισθεῖ
μ' ἕνα ὅλως ἄγνωστο ὑποκείμενον·
μιά ἀπ' τές πολλές ἄγνωστες κ' ὕποπτες
νεανικές μορφές πού ἀπ' ἐκεί περνοῦσαν.
Πηγαίνει ὅμως στήν ταβέρνα τακτικά, τήν νύχτα,
καί κάθεται καί βλέπει πρός τήν εἴσοδο·
μέχρι κοπώσεως βλέπει πρός τήν εσοδο.
Ἴσως νά μπεῖ. Ἀπόψ' ἴσως νἀρθεῖ.
Κοντά τρεῖς ἐβδομάδες ἔτσι κάμνει.
Ἀρρώστησεν ὁ νοῦς του ἀπό λαγνεία.
Στό στόμα του μείνανε τά φιλιά.
Παθαίνεται ἀπ' τόν διαρκῆ πόθον ἡ σάρκα του ὅλη.
Τοῦ σώματος ἐκείνου ἡ ἀφή εἶν' ἐπάνω του.
Θέλει τήν ἕνωσι μαζύ του πάλι.
Νά μήν προδίδεται, τό προσπαθεῖ ἐννοεῖται.
Μά κάποτε σχεδόν ἀδιαφορεί.-
Ἐξ ἄλλου, σέ τί ἐκτίθεται τό ξέρει,
τό πήρε ἀπόφασι. Δέν εἶν' ἀπίθανον ἡ ζωή του αὐτή
σέ σκάνδαλον ὀλέθριο νά τόν φέρει.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***


18 ΧΡΟΝΩΝ
18 χρονών ανάβει τσιγάρο στον καθρέφτη,
ανάβει τα φώτα στο λιμάνι,
και του τα σβήνει η βροχή,
ανάβει τα φώτα στο λιμάνι,
και του τα σβήνει η βροχή.

Αφήστε τον μονάχο του,
κάτι περνάει στο μυαλό του,
αφήστε τον μονάχο του,
κάτι περνάει στ' όνειρό του.

18 χρονών πλαγιάζει μόνος σε ντιβάνι,
ανάβει φωτιές στα σκοτεινά
και του τις σβήνει η σιωπή,
ανάβει φωτιές στα σκοτεινά
και του τις σβήνει η σιωπή.

Αφήστε τον μονάχο του,
κάτι περνάει στο μυαλό του,
αφήστε τον μονάχο του,
κάτι περνάει στ' όνειρό του.
Στίχοι: Γιώργος Χρονάς / Μουσική: Δημήτρη Λέκκα / Ερμηνεία: Δήμητρα Γαλάνη Από το δίσκο «Καλά είναι κι έτσι», ΜΙΝΟΣ EMI 7243 4 80290 2 7


***


ΔΥΟ ΝΕΟΙ, 23 ΕΩΣ 24 ΕΤΩΝ

Ἀπ' τές δεκάμισυ ἤτανε στό καφενεῖον,
καί τόν περίμενε σέ λίγο νά φανεῖ.
Πῆγαν μεσάνυχτα - καί τόν περίμενεν ἀκόμη.
Πῆγεν ἡ ὥρα μιάμισυ· εἶχε ἀδειάσει
τό καφενείῖν ὁλοτελώς σχεδόν.
Βαρέθηκεν ἐφημερίδες νά διαβάζει
μηχανικῶς. Ἀπ' τά ἔρημα, τά τρία σελίνια του
ἔμεινε μόνον ἕνα: τόση ὥρα πού περίμενε
ξόδιασε τ' ἄλλα σέ καφέδες καί κονιάκ.
Κάπνισεν ὅλα του τά σιγαρέτα.
Τόν ἐξαντλοῦσε ἡ τόση ἀναμονή. Γιατί
κιόλας μονάχος ὅπως ἦταν γιά ὧρες, ἄρχισαν
νά τόν καταλαμβάνουν σκέψεις ὀχληρές
τῆς παραστρατημένης του ζωῆς.

Μά σάν εἶδε τόν φίλο του νά μπαίνει - εὐθύς
ἡ κούρασις, ἡ ἀνία, ἡ σκέψεις φύγανε.

Ὁ φίλος του ἔφερε μιά ἀνέλπιστη εἴδησι.
Εἶχε κερδίσει στό χαρτοπαικτεῖον ἑξήντα λίρες.

Τά ἔμορφά τους πρόσωπα, τά ἐξαίσιά τους νειάτα,
ἡ αἰσθητική ἀγάπη που εἶχαν μεταξύ τους,
δροσίσθηκαν, ζωντάνεψαν, τονώθηκαν
ἀπ' τές ἑξήντα λίρες τοῦ χαρτοπαικτείου.

Κι ὅλο χαρά καί δύναμις, αίσθημα κι ὡραιότης
πήγαν - ὄχι στά σπίτια τῶν τιμίων οἰκογενειῶν τους
(ὅπου, ἄλλωστε, μήτε τούς θέλαν πιά):
σ' ἕνα γνωστό τους, καί λίαν εἰδικό,
σπίτι τῆς διαφθορᾶς πήγανε καί ζητῆσαν
δωμάτιον ὕπνου, κι ἀκριβά πιοτά, καί ξαναήπιαν.

Καί σάν σωθῆκαν τ' ἀκριβά πιοτά,
καί σάν πλησίαζε πιά ἡ ὥρα τέσσερες,
στόν ἔρωτα δοθῆκαν ευτυχεῖς.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***



ΑΓΟΡΙ
Αγόρι του χεριού μου και της αγάπης μου
ποιο τραγούδι σ'έφερε στα μέρη μου;

Αγόρι του χεριού μου και της αγάπης μου
ποιος άνεμος σ'έφερε στα δάση μου;

Τρελά παιδιά
ωραία σαν άγγελοι,
τρελά παιδιά
πού χαθήκατε;

Αγόρι του χεριού μου και της αγάπης μου
ποιος χειμώνας σ' έφερε στα μέρη μου;

Αγόρι του χεριού μου και της αγάπης μου
ποια φωτιά σ' έφερε στα δάση μου;
Στίχοι: Γιώργος Χρονάς / Μουσική: Γιώργος Ανδρέου / Ερμηνεία: Τάνια Τσανακλίδου. Από το δίσκο «Τραγουδια Του Παραξενου Κοσμου», WEA 0630 11995-1


***



ΤΟ ΔΑΣΟΣ (ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ Α')
Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
βλασταίνουν φύλλα καί κλαδιά
κι ἔρχονται τὰ πουλιὰ τοῦ ἔρωτα καὶ κελαηδοῦνε.

Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
οἱ σπόροι τους φυτρώνουν δάσος σκοτεινό,
στὶς λόχμες του ὁ φόβος ἐνεδρεύει.

Ζῶα μικρά καὶ ζῶα ἄγρια τό κατοικοῦν
ὄχεντρες ἕρπουν καὶ ρημάζουν τὶς φωλιές μας,
λιοντάρια ἑτοιμάζονται νὰ μᾶς ξεσκίσουν.

Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
ἔγιναν δάσος σκοτεινό καὶ μᾶς πλακώνουν.
Ντίνος Χριστιανόπουλος, από τη συλλογή: «Ὸ άλλήθωρος», από τον τόμο: Ποιήματα, εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1998, και σε μουσική: Μάνου Χατζιδάκι / Ερμηνεία: Ανδρέα Καρακότα, από το δίσκο: «Τα τραγούδια της αμαρτίας», ΣΕΙΡΙΟΣ SMH 96002.2


***


ΓΛΥΚΙΑ ΑΓΑΠΗ
Γλυκάθηκα, γλυκάθηκα ἀπό τ' ἄλικό σου στόμα
καὶ δὲ χορταίνω τὰ φιλιά κι ὅλο γυρεύω ἀκόμα.
Καὶ σὺ θυμώνεις καὶ μοὺ λές: «τί θέλεις πιὰ ἀπό μένα,
ὅλο φιλοῦν τὰ χείλη κι ὅλο εἶναι διψασμένα!».
Καί μ' ἀποπαίρνεις ἄπονα, καὶ σκύβω τὸ κεφάλι,
ὥσπου νὰ φύγουνε οἱ θυμοί, νὰ φιληθοῦμε πάλι....
Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ποιήματα. Εισαγωγή, σχόλια, παρουσίαση, Άρη Δικταίου., εκδόσεις Φέξη, Αθήνα 1964


***


ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ (ΔΙΑΔΡΟΜΗ)

Ἀπ' τό Βαρδάρη ὣς τὸ Συντριβάνι
κι ἀπὸ τὸν Πύργο ὣς τὴν Πλατεία Δικαστηρίων,
σὲ ψάχνω σ' ὄλα τ' ἀγοραῖα, πεζοδρόμια,
ἔφαγα ὅλα τὰ γιαπιά γιὰ νὰ σὲ βρῶ.

Μὴν εἶσαι σὲ κανένα σινεμά,
μὴν παίζεις σὲ κανένα σφαιριστήριο,
ἤ τάχα πιὰ ρουφήχτρα νὰ σὲ χαίρεται,
σὲ πιὸ δωμάτιο, σὲ πιὸ πάρκο, σὲ πιὸ κέντρο;

Καὶ τριγυρνῶ μονάχος κι ἀξεδίψαστος
ἀπ' τό Βαρδάρη ὣς τὸ Συντριβάνι·
Δὲν ἐξαρθρώνεται αύτός ὁ πυρετός,
δὲν ἐπανδρώνεται μὲ ἄλλους ἡ καρδιά μου.
Ντίνος Χριστιανόπουλος, από τη συλλογή: «Ἀνυπεράσπιστος καημός», από τον τόμο: Ποιήματα, εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1998, και σε μουσική: Μάνου Χατζιδάκι / Ερμηνεία: Ανδρέα Καρακότα, από το δίσκο: «Τα τραγούδια της αμαρτίας», ΣΕΙΡΙΟΣ SMH 96002.2


***


ΕΝΑ ΙΣΧΝΟ ΠΑΙΔΙ
Μοῦ ζήτησε τσιγάρο
καί εἶπε ὅτι τά κάνει ὅλα.
Διπλή ζώνη φοράει στή μέση
κάτω ἀπό τή φανέλα
γιά νά τόν συγκρατεί ὀρθό.
Τό σῶμα του ἰσχνό
σάν τοῦ προφήτη
πού ἀρνείται τροφή
καί χάνεται σέ ὀράματα.
Εἶναι ἀπό τό Ἰράκ˙
αὐτό τόν πονεί μέσα στόν κόσμο
ἐδῶ πού δέν τόν ἀναγνωρίζουν
παρά σάν ἕνα φτωχό
ἄρρωστο – ἴσως
παιδί ἀπό τό πουθενά.
Μιά ἀπελπισία νά τό βλέπεις.
Ἕνα τίποτα.
Γιώργος Χρονάς, Τα Ποιήματα (1973-2008),. Εκδόσεις Οδός Πανός



***


ΘΕΑΤΡΟΝ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ (400 μ.Χ.)
Πολίτου έντίμου ὑιός -     πρό πάντων, εὐειδής
ἔφηβος τοῦ θεάτρου,       ποικίλως ἀρεστός,
ἐνίοτε συνθέτω       ἐν γλώσση ελληνικῆ
λίαν εὐτόλμους στίχους,       πού τούς κυκλοφορῶ
πολύ κρυφά, ἐννοείται -       θεοί! νά μήν τούς δοῦν
οἱ τά φαιά φοροῦντες,       περί ἠθικής λαλοῦντες -
στίχους τῆς ἡδονῆς       τῆς εκλεκτῆς, πού πηαίνει
πρός ἄγονην ἄγάπη       κι ἀποδοκιμασμένη.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***



ΠΕΡΙ ΠΑΘΟΥΣ
Αυτό που είδα το πρωί
δεν είναι μέρα να το πω
περνούσε κι ήταν μ’ άλλους τρεις
εκείνος απ’ το ωτομοτρίς.
Ήταν τα δέντρα πράσινα
κι η σκάλα μέχρι το λιμάνι
δυο τρεις περάσαν κι ήταν Σύριοι
άλλοι πέντε έξι πιο μακριά (στη γωνία).
Αυτό που είδα το πρωί
δεν είναι μέρα να το πω
μιλούσε κι ήταν μ’ άλλους τρεις
εκείνος απ’ το ωτομοτρίς.
Ήταν τα δέντρα πράσινα
κι οι δρόμοι μέχρι το λιμάνι
δυο τρεις περάσαν κι ήταν Σύριοι
άλλοι πέντε έξι πιο μακριά (στη γωνία).
Αυτό που είδα το πρωί
δεν με βολεύει να το πω
εκείνος φεύγει με το ωτομοτρίς
και εγώ επιστρέφω με τους τρεις.
Ποίηση: Γιώργος Χρονάς / Μουσική - Ερμηνεία: Μάνος Χατζιδάκις. Από το δίσκο «Μάνος Χατζιδάκις 2000 Μ.Χ.», ΣΕΙΡΙΟΣ / SIRIUS SMH 9901 2


***


Δέν μοῦ γουστάρουνε τά μακριά μαλλιά
καί τά πολλά πολλά μπουκλάκια,
πράγματα τεχνητά κι ὄχι ἀπό τή φύση.
Ἐγώ ἀγαπῶ τόν ρύπο ἀπό τήν ἀμμούδα
πάνω στ΄ἀγόρι πού κυλιέται στήν παλαίστρα·
χρῶμα τοῦ δέρματος, μέλη ἀλειμένα λάδι.
Ὁ πόθος ὁ ἀτημέλητος ἡδονικός μοῦ εἶναι.
Μά, ἡ γοητεία ἡ φκιαχτή κλείνει έντός της
κάτι ἀπ΄τή δουλειά τῆς θηλυκῆς Παφίας.
Στράτωνας, από τη δωδέκατη ομάδα της «Παλατινής Ανθολογίας» μετάφραση: Γιώργος Ιωάννου, «Στράτωνος μούσα παιδική», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1985


***

ΕΤΣΙ ΠΟΛΥ ΑΤΕΝΙΣΑ

Τήν ἐμορφιά ἔτσι πολύ ἀτένισα,
πού πλήρης εἶναι αὐτής ἡ ὅρασίς μου.

Γραμμές τοῦ σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ἡδονικά.
Μαλλιά σάν ἀπό ἀγάλματα ἑλληνικά παρμένα·
πάντα ἔμορφα, κι ἀχτένιστα σάν εἶναι,
καί πέφτουν, λίγο, ἐπάνω στ' ἄσπρα μέτωπα.
Πρόσωπα τῆς ἀγάπης, ὅπως τἄθελεν
  ἡ ποίησίς μου... μές στές νύχτες τῆς νεότητός μου,
μέσα στές νύχτες μου, κρυφά, συναντημένα...
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***


ΙΜΕΝΟΣ
«...Ν' ἀγαπηθεί ἀκόμη περισσότερον
ἡ ἡδονή πού νοσηρῶς καί μέ φθορά άποκτάται·
σπάνια τό σῶμα βρίσκοντας ποῦ αἰσθάνεται ὅπως θέλει αὐτή -
πού νοσηρώς καί μέ φθορά, παρέχει
μιάν ἔντασιν ἐρωτική, πού δέν γνωρίζει ἡ ὑγεία...»

Ἀπόσπασμα ἀπ' μιάν ἐπιστολή
τοῦ νέου Ἰμένου (ἐκ πατρικίων) διαβοήτου
ἐν Συρακούσαις ἐπί ἀσωτία,
στούς ἄσωτους καιρούς τοῦ τρίτου Μιχαήλ.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***


ΜΕ ΚΑΤΑΝΥΞΗ (ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ)

Ἔλα νὰ ἀνταλλάξουμε κορμὶ καὶ μοναξιά.

Νὰ σοῦ δώσω ἀπόγνωση, νὰ μὴν εἶσαι ζῶο,
νὰ μοῦ δώσεις δύναμη, νὰ μὴν εἶμαι ράκος·

Νὰ σοῦ δώσω συντριβή, νὰ μὴν εἶσαι μοῦτρο,
νὰ μοὺ δώσεις χόβολη, νὰ μὴν ξεπαγιάσω.

Κι ὕστερα νὰ πέσω μὲ κατάνυξη στὰ πόδια σου,
γιὰ νὰ μάθεις πιὰ νὰ μὰν κλωτσᾶς.
[1962] 
Ντίνος Χριστιανόπουλος, από τη συλλογή: «Ἀνυπεράσπιστος καημός», από τον τόμο: Ποιήματα, εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1998, και σε μουσική: Μάνου Χατζιδάκι / Ερμηνεία: Ανδρέα Καρακότα, από το δίσκο: «Τα τραγούδια της αμαρτίας», ΣΕΙΡΙΟΣ SMH 96002.2


***


Η ΕΚΔΡΟΜΗ
Και τι μ' αυτό
δεν είναι λόγος ν' αναβληθεί η εκδρομή.
Τι κι αν υπάρχει μονάχα ένας οπαδός
Εμείς
απ' άλλους τόπους
χωρίς δουλειά
μπορούμε ν' αποκλείσουμε
Αυτούς
που σ' άλλους συλλόγους ξενυχτάνε.

Και τι νομίζετε
εμείς δεν βλέπουμε τα γυμναστήρια ρημαγμένα;
τα καφενεία με παράγοντες πολιτικούς;
και τα χωράφια μας με ξένους.

Καλώ τους οπαδούς ν' ακολουθήσουν.
Δεν μας φοβίζουνε τα κύματα.
Οι εθνικόφρονες είναι χαζοί.
Τα πούλμαν ας μείνουνε ακίνητα.
Την όχθη θα την περάσουμε
πεζή.
Ποίηση: Γιώργος Χρονάς / Μουσική - Ερμηνεία: Μάνος Χατζιδάκις. Από το δίσκο: «Μάνος Χατζιδάκις 2000 Μ.Χ.», ΣΕΙΡΙΟΣ / SIRIUS SMH 9901 2


***



Η ΘΑΛΑΣΣΑ
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἄν θὰ βγεῖς.


Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.


Ἀλίμονο ἄν κόψουμε τά μπάνια
μόνο καὶ μόνο γιατὶ πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἄν προδώσουμε τὴ θάλασσα
γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μὰς καταπίνει.


Ἡ θάλασσα εἷναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.
Ντίνος Χριστιανόπουλος, από τη συλλογή: «Ὁ ἀλλήθωρος», από τον τόμο: Ποιήματα, εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1998


***

 
ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ
Μου 'λεγες δεν έχω χρόνια για να χάσω,
τι μπορούσα να σου πω
όλα εδώ με πνίγουν πώς να ησυχάσω,
τι περίμενες να πω
κάθε μέρα διαβασμένη εφημερίδα,
όλα γίνανε παλιά
γέμισε η σελίδα, φτάνουν όσα είδα,
φτάνει τόση ερημιά

Ξέρω τώρα τι σημαίνει να σωπαίνεις,
Τι μπορούσα να σου πω
Κάθε τόσο κι άλλη αλήθεια να μαθαίνεις,
τι περίμενες να πω

Τα παγκάκια, οι πλατείες, μας χρεώνουν
τόσες άδειες Κυριακές
Κι όλη η ζωή μας χάνετε στους δρόμους,
ό,τι έμεινε απ' το χτες

Κι όπως σφύριζαν τα τρένα μες στον κόσμο,
τι μπορούσα να σου πω
Δυο μεγάφωνα βραχνά για τόσο κόσμο,
τι περίμενες να πω

Κι όπως έψαχνες για θέση σε κοιτούσα
και τα μάτια μου φωτιά
Τέταρτο βαγόνι, νούμερα και σκόνη
η ζωή μου τώρα πια.
Λόγια: Λίνα Νικολακοπούλου / Μουσική Γιάννη Σπανού / Ερμηνεία: Δήμητρα Γαλάνη. Από το δίσκο «Καλά είναι κι έτσι», ΜΙΝΟΣ EMI 7243 4 80290 2 7


***


Ἀκόμα κι ὅταν θέλω ἀκοίταχτον ν' ἀφήσω
ἕναν ὡραῖο πού τρακάρησα στό δρόμο,
λιγάκι μόλις προσπεράσω,
αὐτόματα γυρίζω καί κοιτάω.
Στράτωνας, από τη δωδέκατη ομάδα της «Παλατινής Ανθολογίας» μετάφραση: Γιώργος Ιωάννου, «Στράτωνος μούσα παιδική», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1985


***


 
ΚΙΜΩΝ ΛΕΑΡΧΟΥ, 22 ΕΤΩΝ, ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ (ΕΝ ΚΥΡΗΝΗ) 
« Τό τέλος μου ἐπῆλθε       ὅτε ἤμουν εὐτυχής.
Ὁ Ἑρμοτέλης μέ εἶχε       ἀχώριστόν του φίλον.
Τές ὕστατές μου μέρες,       μ' ὅλο πού προσποιούνταν
πώς δέν άνησυχούσε,       ἔνοιωνα ἐγώ συχνά
τά μάτια του κλαμένα.       Σάν νόμιζε πού λίγο
εἶχ' ἀποκοιμηθεί,       ἔπεφτεν ὡς ἀλλόφρων
στῆς κλίνης μου τό ἄκρον.       Ἀλλ' ἤμεθαν κ' οἱ δυό
νέοι μιᾶς ἡλικίας,       εἴκοσι τριῶ ετῶν.
Προδότις εἶναι ἡ Μοῖρα.       Ἴσως κανένα πάθος
ἄλλο τόν
ρμοτέλη       νἄπαιρνεν ἀπό μένα.
Τελείωσα καλῶς·       ἐν τῆ ἀμερίστω ἀγάπη.» -


Τό ἐπιτύμβιον τοῦτο       Μαρύλου Ἀριστοδήμου
ἀποθανόντος πρό       μηνός στήν Ἀλεξάνδρεια,
ἔλαβα ἐγώ πενθῶν,      ὁ ἐξάδελφός του Κίμων.
Μέ τό ἔστειλεν ὁ γράψας      γνωστός μου ποιητής.
Μέ τό ἐστειλ' ἐπειδή        ἤξερε συγγενής
ὅτ' ἤμουν τοῦ Μαρύλου:      δέν ἤξερε ἄλλο τί.
Εἶν' ἡ ψυχή μου πλήρης       λύπης γιά τόν Μαρύλο.
Εἴχαμε μεγαλώσει      μαζύ, σάν ἀδελφοί.
Βαθυά μελαγχολῶ.      Ὁ πρόωρος θάνατός του
κάθε μνησικακίαν      μοῦ ἔσβυσ' ἐντελώς...
κάθε μνησικακίαν      γιά τόν Μαρύλο - μ' ὅλο
πού μέ εἶχε κλέψει τήν       ἀγάπη τοῦ Ἑρμοτέλη,
πού κι ἄν μέ θέλει τώρα       ὁ Ἑρμοτέλης πάλι
δέν θἆναι διόλου τό ἴδιο.       Ξέρω τόν χαρακτῆρα
τόν εὐπαθῆ πού ἔχω.       Τό ἴνδαλμα τοῦ Μαρύλου
θἄρχεται ἀνάμεσό μας,       καί θά νομίζω πού
μέ λέγει, Ἰδού εἶσαι τώρα      ἱκανοποιημένος.
Ἰδού τόν ξαναπήρες       ὡς ἐποθοῦσες, Κίμων.
Ἰδού δέν ἔχεις πιά      ἀφορμή νά μέ διαβάλλεις.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***


Ο ΗΛΙΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ
Τήν κάμαρην αὐτή, πόσο καλά τήν ξέρω.
Τώρα νοικιάζονται κι αὐτή κ' ἡ πλαγινή
γιά ἐμπορικά γραφεῖα. Ὅλο τό σπίτι ἔγινε
γραφεία μεσιτών, κ' ἐμπόρων, κ' Ἑταιρείες.

Ἆ ἡ κάμαρη αὐτή, τί γνώριμη πού εἶναι.

Κοντά στήν πόρτα ἐδώ ἦταν ὁ καναπές,
κ' ἐμπρός του ἕνα τούρκικο χαλί·
σιμά τό ράφι μέ δυό βάζα κίτρινα.
Δεξιά· ὄχι, ἀντικρύ, ἕνα ντολάπι μέ καθρέφτη.
Στη μέση το τραπέζι όπου έγραφε·
κ' ἡ τρεῖς μεγάλες ψάθινες καρέγλες.
Πλάϊ στό παράθυρο ἦταν τό κρεββάτι
πού ἀγαπηθήκαμε τόσες φορές.

Θά βρίσκονται ἀκόμη τά καϋμένα πουθενά.

Πλάϊ στό παράθυρο ἦταν το κρεββάτι·
ὁ ἥλιος τοῦ απογεύματος τὤφθανε ὥς τά μισά.


... Ἀπόγευμα ἡ ὥρα τέσσερες, εἴχαμε χωρισθεῖ
γιά μιά ἑβδομάδα μόνο... Ἀλλοίμονον,
ἡ ἑβδομάς ἐκείνη ἔγινε παντοτινή.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***



Μόλις μπανίσω κάτασπρον, λιγώνω.
Ἄν κόψω μελαψό, μέ ζώνουν φλόγες.
Κι ἄν τύχω πάλι σέ ξανθό, χύνομαι ἀμέσως ὅλος.
Στράτωνας, από τη δωδέκατη ομάδα της «Παλατινής Ανθολογίας», μετάφραση: Γιώργος Ιωάννου, «Στράτωνος μούσα παιδική», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1985


***


ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕ
Τί κάνεις Ἀλέξανδρε
καί δέν ἔρχεσαι στά μέρη μας
Κι ὅλο κάτι περνάει ἀπό τό νοῦ μας
πώς σοῦ συμβαίνει
Τί ἔγινε καί χάθηκες
Κι ἕνα σημάδι σου δέν εἴδαμε
Τί κάνεις Ἀλέξανδρε
καί δέ γράφεις ἕνα γράμμα
Κι ὅλο λέμε πώς φτάνει ἡ μέρα πού θἄρθουμε
κάτω νά σέ βροῦμε
Πῶς τά περνᾶς
Τί γίνεσαι

Τί κάνεις Ἀλέξανδρε
καί τά πατήματά σου πιά δέ χτυποῦν τήν σκάλα
Κι ὁ ἴσκιος σου δέ μετράει τώρα τή μέρα
Οἱ δρόμοι πού περπάτησες
γέμισαν χαρτιά καί πριονίδια
Μόνο ἐγώ κι ὁ Ντίνος μείναμε ἀπ' ὅλη τήν παρέα
Τί κάνεις Ἀλέξανδρε
Γιώργος Χρονάς, «Αρχαία Βρέφη εκδόσεις Οδός Πανός. Αθήνα 1980 


 ***

 
ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΓΛΥΚΑ Η ΜΟΝΑΞΙΑ
Το πήρα απόφαση, δε θα σε δω ξανά,
ο χρόνος, που 'λεγα θα 'ρθείς, έχει περάσει.
Μα κι απ' την άλλη, το φοβάμαι αληθινά,
μήπως φανείς και τ' όνειρό μου θα χαλάσει

Καλά είναι κι έτσι, το 'χω μάθει από καιρό,
έχει κι ελπίδα η μοναξιά, έχει και γλύκα.
Μπορεί να σ' έχασα, μα τώρα πια θαρρώ
πως μες στην ηδονή της στέρησης σε βρήκα.
Βασίλης Μ. Νικολαΐδης, «Ρωγμές του έρωτα», εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1993


***


ΤΕΛΟΣ
Τώρα ποὺ βρήκα πιὰ μιὰν ἀγκαλιά,
καλύτερη κι ἀπ᾿ ὅ,τι λαχταρούσα,
τώρα ποὺ μοῦ ῾ρθαν ὅλα ὅπως τὰ ῾θελα
κι ἀρχίζω νὰ βολεύομαι μὲς στὴν κρυφὴ χαρά μου,
νιώθω πὼς κάτι μέσα μου σαπίζει.
Ντίνος Χριστιανόπουλος, από τη συλλογή: «Ἀνυπεράσπιστος καημός», από τον τόμο: Ποιήματα, εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1998


 ***

 
Νά λογαριάζεις τρεῖς πάνω σ' ἕνα κρεβάτι,
ὅπου οἱ δυό τόν χώνουνε κι οἱ ἄλλοι δυό τόν παίρνουν.
Μπορεί παράξενο νά φαίνεται ἐτοῦτο,
μά εἶναι κάτι πού μπορεῖ νά γίνει. Ὁ μέσος καί τούς
δύο ὑπηρετάει,
ἐξόπισθεν τέρπων, πρόσθε δέ τερπόμενος.
Στράτωνας, από τη δωδέκατη ομάδα της «Παλατινής Ανθολογίας» μετάφραση: Γιώργος Ιωάννου, «Στράτωνος μούσα παιδική», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1985


***


LANGUEUR D' AMOUR
Ἄχ, νὰ φιλούσα τὰ δυὸ χείλη σου,
τὰ πορφυρά σου χείλη, τόσο,
τόσο τρελά καὶ τόσο ἀχόρταγα,
ποὺ ἀπ' τὰ φιλιά νὰ τὰ ματώσω...

Νὰ τὰ ματώσω τὰ δυὸ χείλη σου!
Τά χέρια νά σοῦ πλέξω γύρω
καί μέσ' στὰ βάθη τὰ ὁλοσκότεινα
τῶν μαύρων ἴσκιων νά σέ σύρω...

Καὶ νὰ μοῦ λές: «Μὴ τὰ χειλάκια μου!
Μὴν τὰ ματώνεις, τί σου φταῖνε;
Ἄχ, μοῦ πονέσαν τὰ χειλάκια μου!
Σώνει, γλυκέ μου ἀγαπημένε!...».

Καὶ νὰ περνᾶνε τὰ μεσάνυχτα,
οἱ αὐγοῦλες, οἱ βραδιές, οἰ χρόνοι,
καὶ νὰ σοῦ λέω: «Ἄκόμα, ἀγάπη μου,
ἀκόμα, ἀγάπη μου... Δὲ σώνει!...»
Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ποιήματα. Εισαγωγή, σχόλια, παρουσίαση, Άρη Δικταίου., εκδόσεις Φέξη, Αθήνα 1964


***


ΣΑΝ ΑΕΡΑΚΙ
Χρυσῆ μου άγάπη, ἄν ἤξερες
τί μέλι εἶσαι γιὰ μένα...
Τὰ μπουμπουκάκια τὰ ὄμορφα,
τὰ μοσχομυρισμένα.
Καὶ τ' άγεράκια ποὺ φυσοῦν
Σὰ λιποθυμισμένα,
δὲν ἔχουνε τὸ βάλσαμο
πού 'χεις ἐσὺ γιὰ μένα...

Τῆς λίμνης τ' ἀφρολούλουδο
καὶ τοῦ γιαλοῦ ἡ γαλήνη.
Ἡ σμύρνα, τὸ ροδόσταμο
ποὺ ἀργοσταλάει καὶ σβήνει.
Κι οἱ ροδωνιές, κι ἡ ολόδροση
τοῦ κήπου ἀνθόπλημμύρα,
τῶν δυὸ χειλιῶν σου τῶν γλυκῶν
δὲ στάζουνε τὰ μῦρα!...

Πάω στὴν τρισέρημη ἀμμουδιά
καὶ - μόνος... τί νὰ κάμω;
Χαράζω κύκλους ἀπαλούς
Στὸ μουσκεμμένον ἄμμο...
Σὰν άγεράκι χάνονται στὸ κῦμα
Ἀπάνω - ἀπάνω
Καὶ ἀπόμεινα στὴν ἐρημιά
Μονάχος... Τί νὰ κάμω;

Τώρα, τὸ ἑτοιμοθάνατο
βαλσαμωμένο ἀγέρι,
γλυκά τραγούδια θλιβερά
ν' ἀναστενάξει ξέρει...
Ἀλήθεια! Ξέρει πιό γλυκά
νά τραγουδάει άπό μένα!
Ἐγώ δὲν ξέρω πιὸ γλυκά
μὰ ξέρω πιὸ θλιμμένα...
Ποίηση: Ναπολέων Λαπαθιώτης / Μουσική: Μανώλης Πάππος / Ερμηνεία; Ελευθερία Αρβανιτάκη. Από το δίσκο «Όλα στο φως», Mercury 06024 9822934, (2004)


***


ΕΙΚΟΝ ΕΙΚΟΣΙΤΡΙΕΤΟΥΣ ΝΕΟΥ ΚΑΜΩΜΕΝΗ
ΑΠΟ ΦΙΛΟΝ ΤΟΥ ΟΜΗΛΙΚΑ, ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΗΝ
Τελείωσε τήν εἰκόνα      χθές μεσημέρι. Τώρα
λεπτομερῶς τήν βλέπει.      Τόν ἔκανε μέ γκρίζο
ποῦχο ξεκουμπωμένο,     γκρίζο βαθύ
· χωρίς
γελέκι καί κραβάτα.       Μ' ἕνα τριανταφυλλί
πουκάμισο· ἀνοιγμένο,       γιά νά φανεῖ καί κάτι
ἀπό τήν ἐμορφιά      τοῦ στήθους, τοῦ λαιμοῦ.
Τό μέτωπο δεξιά      ὁλόκληρο σχεδόν
σκεπάζουν τά μαλλιά του,       τά ωραία του μαλλιά
(ὡς εἶναι η χτενισιά πού       προτιμάει εφέτος).
Ὑπάρχει ὁ τόνος πλήρως      ὀ ἡδονικός
πού θέλησε νά βάλει      σάν ἔκανε τά μάτια,
σάν ἔκανε τά χείλη...      Τό στόμα του, τά χείλη
πού γιά ἐκπληρώσεις εἶναι      ἐρωτισμοῦ ἐκλεκτοῦ
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***


ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ – ΣΤΟ 24ον ΕΤΟΣ ΤΟΥ
Ὅπως μπορείς πιά δούλεψε, μυαλό. -
Τόν φθείρει αὐτόν μιά ἀπόλαυσις μισή.
Εἶναι σά μιά κατάστασι ἐκνευριστική.
Φιλεί τό πρόσωπο τὸ αγαπημένο κάθε μέρα,
τά χέρια του εἶναι πάνω στά πιό ἐξαίσια μέλη.
Ποτέ του δέν ἀσγάπησε μέ τόσο μέγα
πάθος. Μά λείπει ἡ ὡραία πραγμάτωσις
τοῦ ἔρωτος· λείπει ἡ πραγμάτωσις
πού πρέπει νἆναι κι ἀπ' τούς δυό μ' ἔντασιν ἐπιθυμητή.

(Δέν εἶν' ὁμοίως δοσμένοι στήν ἀνώμαλη ἡδονή κ' οἱ δυό.
Μονάχ' αὐτόν κυρίεψε ἀπολύτως).

Καί φθείρεται, καί νευρίασε ἐντελῶς.
Ἐξ ἄλλου εἶναι κι ἄεργος· κι αὐτό πολύ συντείνει.
Κάτι μικρά χρηματικά ποσά
με δυσκολία δανείζεται (σχεδόν
τά ζητιανεύει κάποτε) καί ψευτοσυντηρεῖται.
Φιλεῖ τά λατρεμένα χείλη· πάνω
στό εξαίσιο σῶμα - πού ὅμως τώρα νοιώθει
πῶς στέργει μόνον - ἡδονίζεται.
Κ' ἔπειτα πίνει καί καπνίζει· πίνει καί καπνίζει·
καί σέρνεται στά καφενεῖα ὁλημερίς,
σέρνει μέ ἀνία τῆς ἐμορφιᾶς του τό μαράζι. -
Ὅπως μπορείς πιά δούλεψε, μυαλό.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***


ALLA C. BOT.
Στὴν ἀγκαλιά νὰ σ' ἔσφιγγα, νά σ' ἔσφιγγα
καὶ μὲ τὰ δυό μου χέρια, ὥπου νὰ νοιώσω
νά λιώση καὶ νὰ στάξει ὅλη ἡ ψυχούλα σου
στοὺς πόρους τῆς δικής μου σὰν τὴ δρόσο.

Τὰ χείλη μου ν' ἀγγίζουνε τὰ μάτια σου
τόσο ἀπαλά, τόσο γλυκά καὶ ἀγάλια,
ποὺ ὅταν τὰ κλείνεις νὰ θαρρῆς πὼς κύματα
καὶ ξέφυροι φυσοῦν ἀπ' τ' ἀκρογιάλια...

Κι ἕνα φιλί στὸ στόμα, τόσο ἀτελείωτο,
ποὺ οἱ ὧρες νὰ μᾶς πλέξουνε στεφάνι,
καὶ τόσο ἡδονικό, ποὺ νὰα φιλιόμαστε
κι ὅλοι νὰ λὲν πὼς ἔχουμε πεθάνει...

Κι ὅταν θ' ἁπαλοσβήνει αὐτό τὸ φίλημα,
καὶ δεῖς νά 'χω τὰ μάτια μου σφαλίσει,
θὰ μὲ σαλέψεις μὲ τὰ δυὸ χεράκια σου,
κι ἐγώ θά 'χω στ' ἀλήθεια ξεψυχήσει...
Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ποιήματα. Εισαγωγή, σχόλια, παρουσίαση, Άρη Δικταίου., εκδόσεις Φέξη, Αθήνα 1964


***


ΠΟΥΘΕΝΑ
Μην πάμε απόψε πουθενά
μόνο μια βόλτα μακρινή στην παραλία
των βαποριών τα φώτα κοίτα
πως σκορπάνε στα νερά,
του Λούνα Παρκ τη ρόδα πως γυρίζει
μες στη νύχτα τίποτα άλλο.

Αγάπη μου, που δεν μπορώ
αυτά που θέλω να σου δίνω δεν μπορώ
στους δρόμους όπου περπατώ
πρέπει το χέρι σου ν' αφήνω
και στον κόσμο μέσα να περνώ.


Μην πάμε απόψε πουθενά
πέφτει μια ήσυχη δροσιά στα καφενεία
στη σιδερένια σκάλα γείρε
μ' όλα τ' άστρα στα μαλλιά,
του φεγγαριού το σώμα πως γλιστράει
μες στις γρίλιες τίποτ' άλλο.
Λόγια: Λίνα Νικολακοπούλου / Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης / Ερμηνεία: Δήμητρα Γαλάνη. Από το δίσκο «Κανονικά», MINOS EMI 7243 4 80045 2 9, (1984)


***


ΕΡΩΤΑΣ
Νὰ σοῦ γλείψω τὰ χέρια, νὰ σοῦ γλείψω τὰ πόδια –
ἡ ἀγάπη κερδίζεται μὲ τὴν ὑποταγή.
Δὲν ξέρω πῶς ἀντιλαμβάνεσαι ἐσὺ τὸν ἔρωτα.
Δὲν εἶναι μόνο μούσκεμα χειλιῶν,
φυτέματα ἀγκαλιασμάτων στὶς μασχάλες,
συσκότιση παραπόνου,
παρηγοριὰ σπασμῶν.
Εἶναι προπάντων ἐπαλήθευση τῆς μοναξιᾶς μας,
ὅταν ἐπιχειροῦμε νὰ κουρνιάσουμε σὲ δυσκολοκατάχτητο κορμί.
Ντίνος Χριστιανόπουλος, από τη συλλογή: «Ανυπεράσπιστος καημός». Από τον τόμο: Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ποιήματα, εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1998


***



Ἐάν τό κωλομπαριλίκι μ' ἔχει καταστρέψει,
καί διά τοῦτο ὑποφέρω ἀπό ποδάγρα,
κάνε με, Ζεῦ, νά γίνω μιά κρεάγρα.
Στράτωνας, από τη δωδέκατη ομάδα της «Παλατινής Ανθολογίας», μετάφραση: Γιώργος Ιωάννου, «Στράτωνος μούσα παιδική», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1985


***


ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ
Ἡ κάμαρα ἦταν πτωχική καί πρόστυχη,
κρυμένη ἐπάνω ἀπό τήν ὕποπτη ταβέρνα.
Ἀπ' τό παράθυρο φαίνονταν τό σοκάκι,
τό ακάθαρτο καί τό στενό. Ἀπό κάτω
ἤρχονταν ἡ φωνές κάτι ἐργατῶν
πού ἔπαιζαν χαρτιά καί πού γλεντούσαν.
Κ' ἐκεί στό λαϊκό, τό ταπεινό κρεββάτι
εἶχα τό σῶμα τοῦ έρωτος, εἶχα τά χείλη
τά ἡδονικά καί ρόδινα τῆς μέθης -
τά ρόδινα μιᾶς τέτοιας μέθης, πού καί τώρα
πού γράφω, ἔπειτ' ἄπό τόσα χρόνια!,
μές στό μονῆρες σπίτι μου, μεθῶ ξανά.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


 ***


 
Σ’ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΠΑΛΗΟ
Σ' ἕνα βιβλίο παληό - περίπου ἑκατό ἐτών -
ἀνάμεσα στά φύλλα του λησμονημένη,
ηὗρα μιάν ὑδατογραφία ἄνευ ὑπογραφῆς.
Θἆταν τό ἔργον καλλιτέχνου λίαν δυνατοῦ.
Ἔφερ' ὡς τίτλον, «Παρουσίασις τοῦ Ἔρωτος».
Πλήν μᾶλλον ἥρμοζε, «- τοῦ ἔρωτος τῶν ἄκρως αἰσθητῶν».
Γιατί ἦταν φανερό σάν ἔβλεπες τό ἔργον
(εὔκολα νοιώθονταν ἡ ἰδέα τοῦ καλλιτέχνου)
πού γιά ὅσους ἀγαποῦνε κάπως ὑγιεινά,
μές στ' ὁπωσδήποτε ἐπιτετραμμένον μένοντες,
δεν ἦταν προωρισμένος ὁ ἔφηβος
τῆς ζωγραφιᾶς - μέ καστανά, βαθύχροα μάτια·
μέ τοῦ προσώπου του τήν ἐκλεκτή ἐμορφιά,
τήν έμορφιά τῶν ἀνωμάλων ἕλξεων·
μέ τά ἰδεώδη χείλη του πού φέρνουνε
τήν ἡδονή εἰς ἀγαπημένο σῶμα·
μέ τά ἰδεώδη μέλη του πλασμένα γιά κρεββάτια
πού ἀναίσχυντα τ' ἀποκαλεῖ ἡ τρεχάμενη ἡθική.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***



Πρωκτός καί χρυσός, αὐτά τά δυό ὡς λέξεις,
βγάζουν τό ἴδιο νούμερο μέ τά ψηφία τους.*
Εἶναι δική μου ἀνακάλυψη ἐτοῦτο,
μιά μέρα πού ἀπονήρευτα ὁλωσδιόλου
ἔπαιζα μέ λογαριασμούς πάνω στά γράμματά τους

*Οι αριθμοί που αντιστοιχούν στα γράμματα κάθε μιας από αυτές τις λέξεις δίνουν τον αριθμό 1570.
Στράτωνας, από τη δωδέκατη ομάδα της «Παλατινής Ανθολογίας», μετάφραση: Γιώργος Ιωάννου, «Στράτωνος μούσα παιδική», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1985


***


ΕΡΩΤΙΚΟ
Καημός, ἀλήθεια, νὰ περνῶ τοῦ ἔρωτα, πάλι, τὸ στενό,
ὥσπου νὰ πέσει ἡ σκοτεινιά, μιὰ μέρα τοῦ θανάτου,
Στενό βαθύ καὶ θλιβερό, ποὺ θὰ θυμᾶμαι γιὰ καιρό,
τὶ μοῦ στοιχίζει, στὴν καρδιά, τὸ ξαναπέρασμά του.

Ἄς εἶν' ὡστόσο, τὶ ὠφελεί; Γυρεύω πάντα τὸ φιλί,
στερνό φιλί, πρώτο φιλί καὶ μὲ λαχτάρα πόση!
Γυρεύω πάντα τὸ φιλί, ποὺ μοῦ τὸ ‘τάξανε πολλοί,
κι ὅμως δὲ μπόρεσε κανείς ποτέ νὰ μοῦ τὸ δώσει...

Ἲσως, μιὰ μέρα, ὅταν χαθώ, γυρνώντας, πάλι, στὸ βυθό,
καὶ μὲ τὴ Νύχτα μυστικά, γίνουμε, πάλι, ταίρι,
αὐτό τὸ ἀνεύρετο φιλί, ποὺ τὸ λαχτάρησα πολύ,
σὰ μιὰ παλιά της ὀφειλή νὰ μοῦ τὸ ξαναφέρει!
Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ποιήματα. Εισαγωγή, σχόλια, παρουσίαση, Άρη Δικταίου., εκδόσεις Φέξη, Αθήνα 1964. Και σε μουσική: Νίκου Ξυδάκη / ερμηνεία: Ελευθερίας Αρβανιτάκη, από το δίσκο «Κοντά στη δόξα μια στιγμή», LYRA CD 0039


***



ΤΟ ΔΙΠΛΑΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙ
Θἆναι μόλις εἴκοσι δυό ἐτῶν.
Κι ὅμως ἐγώ εἶμαι βέβαιος πού, σχεδόν τά ἴσα
χρόνια προτήτερα, τό ἴδιο σῶμα αὐτό τό ἀπήλαυσα.

Δέν εἶναι διόλου ἔξαψις ἐρωτισμού.
Καί μοναχά πρό ὀλίγου μπήκα στό καζίνο·
δέν εἶχα οὔτε ὥρα γιά νά πιῶ πολύ.
Τό ἴδιο σῶμα ἐγώ τό ἀπήλαυσα.

Κι ἄν δέν θυμοῦμαι, πού - ἔνα ξέχασμά μου δέν σημαίνει.


Ἆ τώρα, νά, πού κάθησε στό διπλανό τραπέζι
γνωρίζω κάθε κίνησι πού κάμνει - κι ἀπ' τά ροῦχα κάτω
γυμνά τ' ἀγαπημένα μέλη ξαναβλέπω.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***




ΝΑ ΜΕΙΝΕ
Ἡ ὥρα μιά τήν νύχτα θάτανε,
ἤ μιάμιση.                            

                                  Σέ μιά γωνιά τοῦ καπηλειοῦ·
πίσω ἀπ' τό ξύλινο τό χώρισμα.
Ἐκτός ἠμῶν τῶν δυό τό μαγαζί ὅλως διόλου ἄδειο.
Μιά λάμπα πετρελαίου μόλις τό φώτιζε.
Κοιμούντανε, στήν πόρτα, ὁ ἀγρυπνισμένος ὑπηρέτης.

Δέν θά μας ἔβλεπε κανείς. Μά κιόλας
εἴχαμε ἐξαφθεῖ τόσο πολύ,
πού γίναμε ἀκατάλληλοι γιά προφυλάξεις.

Τά ἐνδύματα μισανοίχθησαν - πολλά δέν ἦσαν
γιατί ἐπύρωνε θεῖος Ἰούλιος μήνας.

Σάρκας ἀπόλαυσις ἀνάμεσα
στά μισανοιγμένα ἐνδύματα·
γρήγορο σάρκας γύμνωμα - πού τό ίνδαλμά του
εἴκοσι ἕξη χρόνους διάβηκε· καί τώρα ἦλθε
νά μείνει μές στήν ποίησιν αὐτή.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***

 

Η ΠΡΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΚΑΠΝΟΠΩΛΕΙΟΥ
Κοντά σέ μιά κατάφωτη προθήκη
καπνοπωλείου ἐστέκονταν, ἀνάμεσα σ' ἄλλους πολλούς.
Τυχαίως τά βλέμματά των συναντήθηκαν,
καί τήν παράνομην ἐπιθυμία τῆς σαρκός των
ἐξέφρασαν δειλά, διστακτικά.
Ἔπειτα, ὁλίγα βήματα στό πεζοδρόμιο ἀνήσυχα -
ὥς πού ἐμειδίασαν, κ' ἔνευσαν ἐλαφρῶς.

Καί τότε πιά τό ἁμάξι τό κλεισμένο...
τό αἰσθητικό πλησίασμα των σωμάτων·
τά ἐνωμένα χέρια, τά ἐνωμένα χείλη.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***


ΚΛΕΙΣΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ
Αχ, βάζω το κλειδί όπως στον έρωτα.
Το σπίτι ευωδιάζει απ' την ανάσα σου,
τα μέλη σου ανθούνε στο ημίφωτο.
Έλα και τύλιξέ με, δε ζητώ φαΐ,
δεν θέλω ύπνο, μιας στιγμής ξεκούραση.
Ακούμπα με, με το κορμί σου ντύσε με.


Κλειστά τα παραθύρια,
πεσμένα τα παραπετάσματα.
Δεν μας χρειάζονται τα ξένα βλέμματα,
ούτε οι φωνές, τα ξένα βήματα.
Χαμηλωμένο ας μένει το τηλέφωνο.
Στα μάτια κοίταξέ με, καταδέξου με.
Ποίηση: Γιώργος Ιωάννου / Μουσική: Νίκος Μαμαγκάκης / Ερμηνεία: Ελευθερία Αρβανιτάκη / Από το δίσκο «Κέντρο Διερχομένων», LYRA CD 3758


 ***

 

Ἐάν γερνάει ἡ ὀμορφιά, δώστηνα πρίν νά φύγει.
Κι ἄν πάλι εἶναι ἀθάνατη,
αὐτό πού δέν θά σοῦ χαθεῖ, τί φόβο ἔχεις νά δώσεις;
Στράτωνας, από τη δωδέκατη ομάδα της «Παλατινής Ανθολογίας», μετάφραση: Γιώργος Ιωάννου, «Στράτωνος μούσα παιδική», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1985


***


ΗΔΟΝΗ

Χαρά καί μύρο τῆς ζωῆς μου ἡ μνήμη τῶν ὡρῶν
ποῦ ηὗρα καί πού κράτηξα τήν ἡδονή ὠς τήν ἤθελα.
Χαρά καί μύρο τῆς ζωῆς μου ἐμένα, που ἀποστράφηκα
τῆν κάθε ἀπόλαυσιν ἐρώτων τῆς ρουτίνας.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***



ΠΕΡΑΣΜΑ
Ἐκεῖνα ποῦ δειλά φαντάσθη μαθητής, εἶν' ἀνοιχτά,
φανερωμένα ἐμπρός μου. Καί γυρνᾶ, καί ξενυχτᾶ,
καί παρασύρεται. Κι ὡς εἶναι (γιά τήν τέχνη μας) σωστό,
τό αἷμα του, καινούριο καὶ ζεστό,
ἡ ηδονή τό χαίρεται. Τό σῶμα του νικᾶ
ἔκνομη ἐρωτική μέθη· καί τά νεανικά
μέλη ἐνδίδουνε σ' αὐτήν.                 
                                       Κ' ἔτσι ἕνα παιδί ἀπλό
γίνεται ἄξιο νά τό δοῦμε, κι ἀπ' τόν Ὑψηλό
τῆς Ποιήσεως Κόσμο μιά στιγμή περνᾶ κι αὐτό -
τό αἰσθητικό παιδί μέ τό αἷμα του καινούριο καί ζεστό.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***


ΜΕΙΝΕ ΚΟΝΤΑ ΜΟΥ
Μείνε κοντά μου απόψε, η νύχτα είναι το παν
η νύχτα είναι μαχαίρι γι αυτούς που αγαπάν
Μες το σκοτάδι νοιώθω καυτό το σώμα σου
το ψάχνω το χαϊδεύω φiλώ το στόμα σου.
Το αδειανό κρεβάτι φρικτό μαρτύριο
κοντά μου δεν θ’ ακούσεις το σιωπητήριο.
Πάτα το μηχανάκι για τη μονάδα σου
εγώ θα ‘μαι για πάντα η φιλενάδα σου.
Σαν έρχεται η μέρα βλέπω το ρήμαγμα
την αδειανή ζωή μου και το ξετίναγμα.
Μείνε κοντά μου απόψε έστω για μια φορά
και το πρωί λεβέντη μου βγες στην αναφορά
Ποίηση: Γιώργος Ιωάννου / Μουσική: Νίκος Μαμαγκάκης / Ερμηνεία: Ελευθερία Αρβανιτάκη / Από το δίσκο: «Κέντρο Διερχομένων», LYRA CD 3758


***


ΕΠΗΓΑ
Δέν ἐδεσμεύθηκα. Τελείως ἀφέθηκα κ' ἐπῆγα.
Στές ἀπολαύσεις, πού μισό πραγματικές,
μισό γυρνάμενες μές στό μυαλό μου ἦσαν,
ἐπῆγα μές στή φωτισμένη νύχτα.
Κ' ἤπια ἀπό δυνατά κρασιά, καθώς
πού πίνουν οἱ ἀνδρείοι τῆς ἡδονῆς.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***


ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ
Ἐπέστρεφε συχνά καί παῖρνε με,
ἀγαπημένη αἴσθησις ἐπέστρεφε καί παῖρνε με -
ὅταν ξυπνᾶ τοῦ σώματος ἡ μνήμη,
κ' ἐπιθυμία παληά ξαναπερνᾶ στό αἷμα·
ὅταν τά χείλη καί τό δέρμα ἐνθυμοῦνται,
κ' αἰσθάνονται τά χέρια σάν ν' ἀγγίζουν πάλι.

Ἐπέστρεφε συχνά καί παῖρνε με τήν νύχτα,
ὅταν τά χείλη καί τό δέρμα ἐνθυμοῦνται....
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***



ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΛΕΜΜΑ
Άμα χωρίσω τις χαρές από τις λύπες
θα 'ρθω κοντά σου μια βραδιά
κι αν θα μου πεις κάποια φορά όσα δεν είπες
θα βρει τον δρόμο η καρδιά

μόνο για σένα εγώ θα ζω

Άμα κρατήσω χαμηλά το πρώτο βλέμμα
θα σ' έχω πάντα συντροφιά
κι όταν πετάξεις μακριά πέρα από το ψέμα
θα σπάσω όλα τα καρφιά
μόνο για σένα εγώ θα ζω.
Λόγια: Νίκος Μοραΐτης / Μουσική: Στάμος Σέμσης / Ερμηνεία: Έλλη Πασπαλά. Από το δίσκο «Σε ποιον θεό να πιστέψω»WEA 50 50466 0193 2 5, (2003)


***


ΜΕΣ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΠΟΙΑΝΟΥ
 Πού 'ναι η επιλογή
στα τόσα σχήματα
πού 'ναι στο κορμί
τα τόσα σχέδια που θες
να σου ανάβουν πληγές

Πού 'ναι στη ματιά τα τόσα βλέμματα
πού 'ναι τα ζεστά καρφιά του έρωτα
πού - μες στα μάτια ποιανού

Πού 'ναι, ρε παιδιά, τα τόσα λόγια - τα τόσα
Πού 'ναι, ρε καρδιά, τα τόσα λόγια που θες
να σου πούνε

Πού 'ναι στη ματιά τα τόσα βλέμματα
πού 'ναι τα ζεστά καρφιά του έρωτα
πού - μες στα μάτια ποιανού

Πού 'ναι στα βουνά τα τόσα χρώματα
ένα καρβουνάκι εγώ στα χώματα
δες
να ξυπνούν οι ψυχές
Να ξυπνούν οι ψυχές μέσα στα βλέμματα
να ακούν φωνές
μέσα στις ροζ τις ζωές
που δε βάφουν καρδιές

Πού 'ναι, ρε παιδιά, τα τόσα λόγια - τα τόσα
Πού 'ναι, ρε καρδιά, τα τόσα λόγια που θες
να σου πούνε

Πού 'ναι στην ψυχή τα τόσα χρώματα
πού 'ναι η επιλογή
ν' αλλάζω ονόματα
πού - μες στα μάτια ποιανού
Λόγια: Νίκος Μοραΐτης / Μουσική: Στάμος Σέμσης / Ερμηνεία: Έλλη Πασπαλά. Από το δίσκο «Σε ποιον θεό να πιστέψω», WEA 50 50466 0193 2 5, (2003)


***

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΙΔΕΨΑΝ
Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιὸ πολύ,
ὅμως ἡ δική σου τρυφερότητα πόσο καιρὸ ἀκόμα θὰ βαστάξει;
Ὅ,τι μᾶς γλύκανε, τὸ ξέπλυνε ὁ χρόνος κι ἡ συναλλαγή,
ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς χαμογέλασαν βουλιάξαν σὲ βαθιὰ πηγάδια
καὶ μείναν μόνο κεῖνοι ποὺ μᾶς πλήγωσαν,
ἐκεῖνοι ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ τοὺς ὑποταχτοῦμε.
Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν πιὸ πολύ...
Ντίνος Χριστιανόπουλος «Ἀνυπεράσπιστος Καημός», (1955), από τον τόμο «Ποιήματα», Εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1998


***


 
ΕΝ ΑΠΟΓΝΩΣΕΙ
Τόν χασ' ντελς.     Καί τώρα πιά ζητε
στά χείλη καθενός    καινούριου
ραστ
τά χείλη τά δικά του·    στήν
νωσι μέ κάθε
καινούριον
ραστ     ζητε να πλανηθε
πώς ε
ναι ό διος νέος,    πώς δίδεται σ' κενον.

Τόν
χασ' ντελς,    σάν νά μή πρχε κάν.
Γιατί
θελε -επ' κείνος-    θελε νά σωθε
ἀπ' τήν στιγματισμένη,    τήν νοσηρά
δονή·
ἀπ' τήν στιγματισμένη,    το
ασχους δονή. 
ταν καιρός ακόμη -    ς επε - νά σωθεί.

Τόν
χασ' ντελς,    σάν νά μή ὐπήρχε κάν. 
πό τήν φαντασίαν,     ἀπό τές παραισθήσεις
στά χείλη
λλων νέων    τά χείλη του ζητε·
γυρεύει νά α
σθανθεί    ξανά τόν ρωτά του.
[1923]
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***


 
ΟΜΝΥΕΙ
Ὀμνύει κάθε τόσο       ν' ἀρχίσει πιό καλή ζωή.
Αλλ' ὅταν ἔλθ' ἡ νύχτα        μέ τές δικές της συμβουλές,
μέ τούς συμβιβασμούς της,        καί μέ τές ὑποσχέσεις της·
ἀλλ' ὅταν ἔλθ' ἡ νύχτα        μέ τήν δική της δύναμι
τοῦ σώματος πού θέλει καί ζητεῖ, στήν ἴδια
μοιραία χαρά, χαμένος, ξαναπηαίνει.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***


ΗΛΘΕ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙ -
Ἦλθε γιά νά διαβάσει. Εἶν' ἀνοιχτά
δυό, τρία βιβλία· ἱστορικοί καί ποιηταί.
Μά μόλις διάβασε δέκα λεπτά,
καί τά παράτησε. Στόν καναπέ
μισοκοιμάται. Ἀνήκει πλήρως στά βιβλία -
ἀλλ' εἶναι εἴκοσι τριῶ ἐτῶν, κ' εἶν' ἔμορφος πολύ·
καί σήμερα τό ἀπόγευμα πέρασ' ὁ ἔρως
στήν ἰδεώδη σάρκα του, στά χείλη.
Στή σάρκα του πού εἶναι ὅλο καλλονή
ἡ θέρμη πέρασεν ἡ ερωτική·
χωρίς ἀστείαν αἰδώ γιά τήν μορφή τῆς ἀπολαύσεως...

[1924]
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***


Οἱ Ὧρες καί οἱ Χάριτες,
μέ ἔλαιο γλυκό, κῶλε, σέ περιχῦσαν.
Καί δέν ἀφήνεις πιά οὔτε τούς γέροντες νά ἡσυχάσουν.
Πέσμου σέ ποιόν ἀνήκεις, ὦ μακαρισμένε,
καί ποιό στολίζεις ἀπό τ' ἀγοράκια;
Κι ὁ κῶλος τότε δήλωσε: «Εἶμαι τοῦ Μενεκράτη».
Ριάνος, από τη δωδέκατη ομάδα της «Παλατινής Ανθολογίας», μετάφραση: Γιώργος Ιωάννου, «Στράτωνος μούσα παιδική», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1985


***


ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1903
Δέν τά ηὗρα πιά ξανά - τά τόσο γρήγορα χαμένα...
τά ποιητικά τά μάτια, τό χλωμό
τό πρόσωπο... στό νύχτωμα τοῦ δρόμου...
Δέν τά ηὗρα πιά - τ' ἀποκτηθέντα κατά τύχην ὄλως,
πού ἔτσι εὔκολα παραίτησα·
καί πού κατόπι μέ ἀγωνίαν ἤθελα.
Τά ποιητικά τά μάτια, τό χλωμό τό πρόσωπο,
τά χείλη ἐκείνα δέν τά ηὗρα πιά.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990, και σε μουσική: Μάνου Χατζιδάκι / Ερμηνεία: Δημήτρη Ψαριανού, από το δίσκο: «Ο Μεγάλος Ερωτικός», LYRA ΜΝ 390 1 (1972)


***


 
ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1908
Τόν χρόνο ἐκεῖνον βρέθηκε χωρίς δουλειά·
καί συνεπῶς ζούσεν άπ' τά χαρτιά,
ἀπό τό τάβλι, καί τά δανεικά.

Μιά θέσις, τριῶ λιρῶν τόν μήνα, σέ μικρό
χαρτοπωλεῖον τοῦ εἶχε προσφερθεί.
Μά τήν ἀρνήθηκε, χωρίς κανένα δισταγμό.
Δέν ἐκανε. Δέν ἤτανε μισθός γι' αὐτόν,
νέον μέ γράμματ' ἀρκετά, καί εἴκοσι πέντ' ἐτῶν.

Δυό, τρία σελίνια τήν ἡμέρα κέρδιζε, δέν κέρδιζε.
ἈΑπό χαρτιά καί τάβλι τί νά βγάλει τό παιδί,
στά καφενεῖα τῆς σειρᾶς του, τά λαϊκά,
ὅσο κι ἄν ἔπαιζ' ἔξυπνα, ὅσο κι ἄν διάλεγε κουτούς.
Τά δανεικά, αὐτά δα ἦσαν κ' ἦσαν.
Σπάνια τό τάλληρο εὕρισκε, τό πιό συχνά μισό,
κάποτε ξέπεφτε καί στό σελίνι.

Καμιά ἑβδομάδα, ἐνίοτε πιό πολύ,
σάν γλύτωνεν ἀπ' τό φρικτό ξενύχτι,
δροσίζονταν στά μπάνια, στό κολύμβι τό πρω
ΐ.

Τά ρούχα του εἶχαν ἔνα χάλι τρομερό.
Μιά φορεσιά τήν ἴδια πάντοτ' ἔβαζε, μιά φορεσιά
πολύ ξεθωριασμένη κανελιά.

  Ἆ μέρες τοῦ καλοκαιριοῦ τοῦ ἐννιακόσια ὀκτώ,
ἀπ' τό εἴδωμά σας, καλαισθητικά,
ἔλειψ' ἡ κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά.

Τό εἴδωμά σας τόν ἐφύλαξε
ὅταν πού τἄβγαζε, πού τἄριχνε άπό πάνω του,
τ' ἀνάξια ροῦχα, καί τά μπαλωμένα ἐσώρουχα.
Κ' ἔμενε ολόγυμνος· ἀψογα ὡραῖος· ἕνα θαῦμα.
Ἀχτένιστα, ἀνασηκωμένα τά μαλλιά του·
τά μέλη του ἡλιοκαμένα λίγο
ἀπό τήν γύμνια τοῦ πρωϊοῦ στά μπάνια, καί στήν παραλία.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***



ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1896
Ἐξευτελίσθη πλήρως.       Μιά ἐρωτική ροπή του
λίαν ἀπαγορευμένη        καί περιφρονημένη
(ἔμφυτη μολοντούτο)        ὑπήρξεν ἡ αἰτία:
ἦταν ὴ κοινωνία       σεμνότυφη πολύ.
Ἔχασε βαθμηδόν        τό λιγοστό του χρῆμα·
κατόπι τή σειρά,        και την υπόληψί του.
Πλησίαζε τά τριάντα        χωρίς ποτέ ἕναν χρόνο
νά βγάλει σέ δουλειά,        τουλάχιστον γνωστή.
Ἐνίοτε τά ἔξοδά του        τά κέρδιζεν ἀπό
μεσολαβήσεις πού       θεωρούνται ντροπιασμένες.
Κατήντησ' ἕνας τύπος        πού ἄν σ' ἔβλεπαν μαζύ του
συχνά, ἦταν πιθανόν       μεγάλως νά ἐκτεθεῖς.

Ἀλλ' ὄχι μόνον τούτα.       Δέν θἄτανε σωστό.
Άξίζει παραπάνω        τῆς ἐμορφιᾶς του ἡ μνήμη.
Μιά ἄποψις ἄλλη ὑπάρχει       ποῦ ἄν ἰδωθεῖ ἀπό αύτήν
φαντάζει, συμπαθής·        φαντάζει, ἀπλό καί γνήσιο
τοῦ ἔρωτος παιδί,       πού ἄνω ἀπ' τήν τιμή,
καί τήν ὑπόληψί του       ἔθεσε ἀνεξετάστως
τῆς καθαρῆς σαρκός του       τήν καθαρή ἡδονή.

Ἀπ' τήν ὑπόληψί του;       Μά ἡ κοινωνία πού ἦταν
σεμνότυφη πολύ       συσχέτιζε κουτά.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***


ΜΑΚΡΥΑ
Θἄθελα αὐτήν τήν μνήμη νά τήν πῶ...
Μά ἔτσι ἐσβύσθη πιά... σάν τίποτε δέν ἀπομένει -
γιατί μακρυά, στά πρῶτα ἐφηβικά μου χρόνια κεῖται.
Δέρμα σάαν καμωμένο ἀπό ἰασεμί...
Ἐκείνη τοῦ Αύγούστου - Αὐγουστος ἦταν; - ἡ βραδυά...
Μόλις θυμούμαι πιά τά μάτια· ἦσαν, θαρρῶ, μαβιά...
Ἇ ναί, μαβιά· ἕνα περίφημο μαβί.
Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990


***



Τό ἄλογο τό ζῶο ξέρει
νά σμίγει μόνο μέ τό θηλυκό του.
Ὅμως ἐμεῖς οἱ λογικοί ἔχουμε τοῦτο ἀκόμα·
βρήκαμε τή δουλειά τήν ἀποπίσω.
Κι αὐτοί πού περιορισμένοι εἶναι στίς γυναῖκες,
σέ τίποτα δέ διαφέρουν τῶν ἀλόγων ζώων.
Στράτωνας, από τη δωδέκατη ομάδα της «Παλατινής Ανθολογίας» μετάφραση: Γιώργος Ιωάννου, «Στράτωνος μούσα παιδική», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1985


***


Η Diamanda Galás τραγουδά Καβάφη (YouTube): Κλικ εδώ

Σημειώσεις:

Στα ποιήματα των Κ.Π. Καβάφη, Ναπολέωντα Λαπαθιώτη και Ντίνου Χριστανόπουλου, Γιώργου Χρονά και στην Παλατινή Ανθολογία διατηρήθηκε το πολυτονικό σύστημα και η ορθογραφία των ποιητών, σεβόμενοι τη γραφή τους, και τη γλώσσα στην οποία οι ίδιοι θέλησαν να κυκλοφορήσουν το έργο τους. Εξάλλου η μεταγραφή τους στο μονοτονικό, πιστεύουμε ότι φτωχαίνει τα έργα αυτά, κάνοντάς τα να απολέσουν μέρος της μαγείας τους.

© φωτογραφιών: στους φωτογράφους, στις εταιρείες και στα sites από όπου προέρχονται.
© ποιημάτων: στους δημιουργούς ή τους κληρονόμους τους, στους εκδοτικούς οίκους και στις δισκογραφικές εταιρείες.
Δεύτερο μέρος του αφιερώματος «Έρωτα, λόγος και εικόνα»: ΕΔΩ