Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

«Ὁ Ἄρης ἔχεται καὶ φεύγει», ἕνα ποίημα τοῦ Γκρέγκορυ Κόρσο (Gregory Corso)











Ὁ Ἄρης ἔχεται καὶ φεύγει

Πλάι μου, στὴν πιὸ πολεμική της πόζα,
      περπατᾶ ἡ ἀληθινὴ εὐκαιρία.
Πίσω μου τὸ τριαντάφυλλο μαράθηκε τελείως,
κι ἡ ὄμορφη ἀγάπη μου ἔχει μεθύσει.
Θὲ ν' ἀκολουθήσω τὸν καινούργιο μου φίλο ὣς τὸ τέλος.

Τὸ χιόνι πέφτει ἐφήμερο ἄσπρο·
ἐμεῖς τὸ κάνουμε γκρίζο, τὸ λασπώνουμε·
ξεκινᾶμε γιὰ νὰ στίσουμε τὸν κόσμο.
Ἔλα μαζί μας, ἀνθρώπινη ὑπόσχεση.

Φτωχὲ κόσμε, παραμελημένε σὰν κάθε ἀστέρι.
Εἴτε ἐπίκειται μιὰ μεγάλη σύγκρουση
      ἢ ὄχι
δὲν πρόκειται νὰ πᾶμε νάμεσα στὶς πυραμίδες νὰ θρηνήσουμε.

Τὴν κληρονομιὰ τῆς άνθρωπότητας
      τὴν κρατᾶμε μὲ τὸ φῶς τοῦ κεριοῦ·
κάτι ὐπάρχει
       δὲν κρατάει τὸν κόσμο τὴ νύχτα αὐτή.
Ὅλα ἐξαρτῶνται πὸ μᾶς·
       τὸ γρασίδι πεθαίνει στὸ κάθε μας βῆμα·
ὁ θάνατος εἶναι αἰσιόδοξος,
καὶ τοῦτο μᾶς πορροφᾶ στὸ νὰ προχωροῦμε ἐμπρός.

Μὲ ἤθελε νὰ τοῦ κουβαλῶ τὸ σπαθὶ καὶ τὴν ἀσπίδα του·
θὰ κουβαλοῦσα καὶ τὴν περικεφαλαία του,
μὰ λέει ὄχι
       λέει ὅτι τὸ παράστημά μου τὸν ντροπιάζει,
καὶ παίρνει πίσω τ' ἄρματά του,
τί φίλος! τοῦ τὸ λέω,
δὲν τὸν νοιάζει.

Ἕνα ἀδύνατο κοκκαλιάρικο ἄλογο καταφτάνει,
τὸ καβαλάει καὶ... ζούμ!
       ξαφανίζεται.





Γκρέγκορυ Κόρσο, Ποιήματα, μετ. Κώστας Γιαννουλόπουλος - Φώτης Ἀθέρας, Ἐκδόσεις Νεφέλη, Ἀθήνα 1982.



Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

Ἕνα ποίημα τοῦ Σάντρο Πέννα (a poem by Sandro Penna)









Ἦταν Σεπτέμβρης. Στοὺς δρόμους διάβαινε
πολύβουο πλῆθος. Ὁ ἥλιος άγαποῦσε
τὸ κρασὶ καὶ τὸν ἐργάτη. Ἄναβαν τὰ τραγούδια
ὣς τὴ βαθιὰ τὴ νύχτα

                                Κι ἀπόμενε
ἐκστατικὸ ἕνα ἀγόρι, δεμένο πιὰ
-μὲς στὰ ζεστὰ φυλλώματα μιᾶς βραδιᾶς-
μὲ τὸ θώο γέλιο ἑνὸς φίλου...






Σάντρο Πέννα, ἀπὸ τὴ συλλογή, Ὁ σκονισμένος ποδηλάτης, ἀνθολόγιση – μετάφραση – σημείωμα, Ἐρρίκος Σοφρᾶς, Ἐκδόσεις Τὸ Ροδακιὸ, Ἀθήνα 2012.




Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

Καὶ δυὸ λόγια τοῦ Λαοῦ...








Κάλλιο εἶναι καὶ τ' ὄμορφο· μὰ ὅ,τ' ἡ καρδιὰ διαλέγει,
σ' ἐκεῖνο βλέπει εὐμορφιές, ποὺ κάνουν την νὰ κλαίγει.


                                                                                                          Δημοτικὸ δίστιχο








Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

«ΣΤΗ ΜΕΚΚΑ ΑΝΤΙΚΡΥ» ἕνα ποίημα τοῦ Muhammad Ibn Malik (12ος μ.Χ. αἰ.)









«ΣΤΗ ΜΕΚΚΑ ΑΝΤΙΚΡΥ»

Παρασκευὴ
                         μὲς στὸ τζαμὶ
ἔπεσε ἡ ματιά μου σ' ἕνα βεργολυγερὸ παιδὶ
                        ὡραῖο
σὰν τὸ φεγγάρι στὴν ἀνατολή του.


Σὰν ἔσκυψε νὰ προσευχηθεῖ
μόνη μου σκέψη
                          ἂχ νὰ τὸν εἶχα
ξαπλωμένο
                          μπροστά μου
μὲ ψηλὰ τὸ κωλαράκι του
καὶ μπρούμυτα.





Muhammad Ibn Malik (12ος μ.Χ. αἰ.), ἀπό τὴ συλλογή, Ποιητικὴ νθολογία ἀποκίνοντος ἐρωτισμοῦ, μετ. Ἀνδρέας Ἀγγελάκης, Ἐκδόσεις Γνώση, Ἀθήνα 1988. 


 

Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

«ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ, Β'» ἕνα ποίημα τοῦ Γιώργου Χρονᾶ





ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ, Β'
Νομίζω εἰκόνες τῆς στιγμῆς ἦταν ὅλα
γιατὶ ὅσο ἤμασταν μαζὶ στὴν οἰκοδομὴ
ἐκεῖνος ἔμοιαζε μὲ τὸ κεφάλι γερμένο πρὸς τὰ πίσω
μὲ ἔκπτωτο θεὸ προδομένου λαοῦ παρὰ μὲ ἱερέα
καὶ ἐγὼ μὲ διωγμένο πλασμὰ παρὰ μὲ ἄσωτο υἱὸ
ποὺ γύρισε ἀπὸ κραιπάλη καὶ παρακαλεῖ τὸν πατέρα.




Γιῶργος Χρονᾶς, ἀπ τ συλλογή, Τ ἀρχαῖα βρέφη, ἐκδόσεις δς Πανός, Ἀθήνα, 1980.



Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

THE SMILE, a poem by James Merrill







ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ
Ὁ καιρὸς ἦταν γιὰ βροχή.
Κάτω ἀπ' τὸ κρανίο του
τὸ ἔλασμα πονοῦσε.
Σηκώθηκε χωρὶς κανενὸς
τὴ βοήθεια. Ἕνα μπαστούνι,
τὸν σιγούρεψε στὴ σκάλα.

Ἦταν ζεστὰ πάνω ἐκεῖ
στὴν κλειστὴ βεράντα.
Τὸ σακάκι του, γύρω ἀπ' τὴν
καρέκλα, διατηροῦσε
τό σχῆμα του. Τοποθέτησε
τὸ χρυσὸ ρολόι του,

ἀκούγοντας, ἀνάμεσα
στὰ ρέστα καὶ τ' ἄλλα ψιλὰ.
Ξύπνησε γυρεύοντας
τὰ γυαλιά του. Ἔνιωθε
τὰ παράξενα χέρια
πάνω στὸ κούτελό του.

Ὑστερα. Τὰ δέντρα ἔτριξαν
μὲ τὸν ἄνεμο. Πέρασε
κι ἄλλη ὥρα. Εἶδε ὄνειρα.
Σ' ἕνα ἔβρεχε, ὅλο
ἔβρεχε, κι ὅταν βγῆκε
ὁ ἥλιος, δίπλα τουλάχιστο

στραφτάλισε ξέχειλο
τὸ ποτήρι τῆς ζωῆς του,
ὅλο φουσκάλες, μεγενθύνοντας
ἕνα ψεύτικο καὶ σαρκαστικὸ
φίλο, ἄσχημο πιά. Γύρισε
τὸ πρόσωπό του καὶ πέθανε.





Μετάφραση, Βασίλης Βασιλικός, ἀπὸ τὴ συλλογή, Ὁ μαῦρος κύκνος, Ἐκδόσεις Γαβριηλίδης 2015.



Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

TO A BUTTERFLY, a poem by James Merrill




 
Γιάννης Τσαρούχης, Μακέτα γιὰ τὸ ἐξώφυλλο τοῦ δίσκου τοῦ Σταύρου Ξαρχάκου, Ἕνα μεσημέρι. Ἀθήνα 1966. Αὐγοτέμπερα σὲ χαρτί, 39,5x39,5 ἐκ, (Συλλογὴ Ἱδρύματος Γιάννη Τσαρούχη, 1011).




ΣΕ ΜΙΑ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Μοῦ λείπουν τὰ πόδια κι ἡ ἀφή σου,
ἀκόμα πρν καλοκαιριάσει.
Ἀπλό, μικρὸ πλάσμα ποὺ ἤσουν,
πῶς ἔτσι σ' ἔχουνε χαλάσει;

Τὸ λιγνὸ κορμί σου
πάνω στὸν κλῶνο τῆς μουριᾶς
μὲ τὸ ρυθμὸ τοῦ ἀέρα,
ἔκανε τὸν κόσμο πέρα,

γιὰ τὸ χατήρι τῆς φαιᾶς
πρόστυχης οὐσίας, μπῆκε
σ' αὐτὴ τὴν κιβωτό,ὥσπου
-κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ ἱερέα-

ἀναστήθηκες ξεγράφοντας
τὸ παρελθὸν σου. Κι ἦρθαν
ἀμέσως τέσσερα τζαμωτὰ
νὰ σὲ στηρίξουν -ΑΡΚΕΤΑ.

Ἀλήθεια, πόσο κουράζεται κανεὶς
νὰ βλέπει μόνο μέσα ἀπ' τὸ πρσμα:
ἀλληγορία, συμβολισμός.
Ἕνας θεὸς ξέρει πόσο πάσχισα

νὰ γλιτώσω ἀπ' τὸ σχίσμα
κοκκινίζοντας ὅποτε δὲν μποροῦσα,
παρακαλώντας σὰ μωρὸ νὰ καλυφθεῖ
τὸ μάγουλό μου μ' ἀντρικὸ γένι.

Μ' ἕνα δίχτυ σ' ἔκανα φυλακισμένη
καὶ καρφίτσωσα -πόσα χρόνια πρίν;-
τὴ μεταμόρφωσή σου. Περνᾶ ὁ καιρὸς
κι ἐγὼ δὲν ἔχω ἀκόμα

ἀπαλλαγεῖ ἀπ' τὶς ἀνοησίες.
Αὐτὰ τὰ εὔθραυστα φτερά, αὐτὲς οἱ κεραίες!
Τὴ μέρα ποὺ θὰ γυροφέρνεις
δίχως ἀπόχρωση ψυχῆς,

ψυχὴ ἡ μονόχρους, ἐσπερίδα,
θά 'ταν ἡ μέρα ποὺ κι οἱ δικές μου πονηριὲς
θὰ μποῦν στὸ ράφι. Ὁ καθένας χωριστὰ
θὰ 'χει πετάξει ἀπ' τὴν φυλακὴ τοῦ ἄλλου.






Μετάφραση, Βασίλης Βασιλικός, ἀπὸ τὴ συλλογή, Ὁ μαῦρος κύκνος, Ἐκδόσεις Γαβριηλίδης 2015.