Παρασκευή, 29 Μαΐου 2020

Τen Υears Gay Ekfansi






Δέκα χρόνια gay ekfansi

Ἥταν 6 Μαΐου τοῦ 2010 ὅταν τοῦτο τὸ blog ἔκανε τὴν πρώτη του ἀνάρτηση· ἕνα κείμενο γιὰ τὴν ταινία Μωρὶς τοῦ Τζέιμς Ἄιβορι. Πέρασαν δέκα χρόνια λοιπόν, καὶ τὸ blog διανύει ἀκόμα στὴν παιδική του ἡλικία εὐτυχῶς!!

Καθ᾿ ὅλη τούτη τὴν παιδικὴ ἡλικία λοιπόν, τὸ blog –ὡς παιχνιδιάρικο καὶ ἄτακτο παιδὶ κι αὐτόπροσπάθησε νὰ «παίξει» κάνοντας ἀφιερώματα σὲ μεγάλους, σπάνιους καὶ ξεχωριστοὺς ἀνθρώπους τῆς τέχνης καὶ τοῦ πολιτισμοῦ οἱ ὁποῖοι κινήθηκαν γύρω ἀπὸ τὴν γκέι ἰδεολογία καὶ κουλτούρα, ὅπως καὶ ἀφιερώματα στὴν ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα, σὲ κινήματα, ἀλλὰ καὶ νὰ ρίξει ματιὲς στὴ λογοτεχνία, στὴν ποίηση καὶ βέβαια δημοσίευσε κείμενα μὲ ἀφορμὴ τὴ θέαση ταινιῶν ποὺ κάθε ἄλλο παρὰ κριτικὲς θὰ τὰ χαρακτηρίζαμε αὐτὰ σὲ πολὺ γενικὲς γραμμές.

πὸ τὴν ἀρχὴ γνωρίζαμε βέβαια πὼς ἀπευθυνόμαστε σὲ μιὰ πολὺ μικρὴ μερίδα τῶν γκέι, ἀφοῦ ὅπως λέει καὶ ὁ συγγραφέας - ἠθοποιὸς Γιάννης Παλάμιώτης: «Οἱ γκέι δὲν φημίζονται γιὰ τὴν ὑποστήριξη ὅσων τοὺς ἀφοροῦν (πολὺ περισσότερο γιὰ βιβλία), πέρα ἀπὸ σάουνες καὶ μπάρ»!

Ἀποφύγαμε βέβαια συστηματικὰ νὰ μποῦμε στὸ ξέφρενο κυνηγητὸ τῆς ἐπικαιρότητας, ἔτσι οἱ ἀνατρήσεις μὲ εἰδήσεις ἀπὸ τὸν γκέι χῶρο ἀπουσίαζαν, μιὰ καὶ νομίζουμε πάντα ὡς παιδιά πὼς κάτι τέτοιο δὲν ἀποτελοῦσε ἀξία μας ἄσε ποὺ τὸ κάνουν ἄλλοι καὶ μάλιστα πολὺ καλύτερα.

Ἂν κάτι σήμερα ἀπουσιάζει ἀπὸ τοὺς λίγους ἐναπομείναντες γκέι διαδικτυακοὺς τόπους στὴν Ἑλλάδα, αὐτὸ εἶναι τὰ πρωτότυπα κείμενα γύρω ἀπὸ τὴν τέχνη, τὸν πολιτισμὸ καὶ βέβαια γύρω ἀπὸ τὰ καυτὰ ζητήματα τοῦ χώρου. Τὰ λίγα διαδικτυακὰ περιοδικὰ ποὺ ἔχουν ἀπομείνει, φοβόμαστε πὼς συγκρινόμενα μὲ τὰ παλαιότερα, ὡχριοῦν... Μὲ ἄλλα λόγια λείπουν οἱ δυνατές, σκεπτόμενες πέννες. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὸ νὰ ἀναπαράγει κανεὶς κειμενάκια ποὺ ἀντλεῖ ἀπὸ τὸ χαοτικὸ καὶ ὁμιχλῶδες διαδίκτυο, κειμενάκια ποὺ συνήθως γράφονται στὸ πόδι, σὲ κάκιστα ἑλληνικά, δὲν μπορεῖ σὲ καμιὰ περίπτωση νὰ καλύψει ἕνα εὐρὺ φάσμα παίδευσης στὸ ὁποῖο ὀφείλουμε νὰ κάνουμε μετόχους τοὺς νεότερους.

Δὲν σκοπεύουμε βέβαια νὰ προβοῦμε ἐδῶ σὲ ἀπολογισμὸ τοῦ ἔργου μας γιατὶ αὐτὸ θὰ ἀντέκρουε τὸν αὐτοπροσδιορισμό μας ὡς παιδιά! Ἁπλῶς γράφουμε δυὸ-τρεῖς συλλογισμούς μας μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἀποτελέσουν τροφὴ γιὰ σκέψεις κάτι ποὺ ἔχουμε ὡς στόχο, σχεδὸν σὲ ὅλα μας τὰ κείμενα.

Καὶ βέβαια τὰ δέκα αὐτὰ χρόνια δὲν ἦταν λίγα τὰ ἐνθαρρυντικὰ μηνύματα καὶ οἱ παροτρύνσεις ἀπὸ σεβαστὴ μερίδα ἀναγνωστῶν μας. Τοὺς εὐχαριστοῦμε θερμὰ ὅλους γιὰ τὰ καλά τους λόγια καὶ τὶς ὑποδείξεις τους. Ἀλλὰ στὴν ἀρχὴ τουλάχιστονἦταν ἀπρόσμενο γιὰ μᾶς τὸ ξάφνιασμα ποὺ ἔνοιωσαν κάποιοι ἐλάχιστοι, ποὺ προφανῶς τοὺς ξένισε τὸ γεγονὸς τῆς ὕπαρξης μας, ἀλλὰ βλέποντα πὼς δὲν θὰ μποῦμε κα πολὺ στὰ δικά τους χωράφια, μᾶς ἄφησαν στὴν ἡσυχία μας...

Τὸ blog λοιπὸν ἔκλεισε δέκα χρόνια ἀδιάλειπτης παρουσίας. Βέβαια αὐτὸ ἀπὸ μόνο του δὲν εἶναι τίποτα τὸ ἰδιαίτερο καὶ τίποτα τὸ ξεχωριστό, τουλάχιστον γιὰ ἐμᾶς γι᾿ αὐτὸ καὶ ὣς τώρα δὲν ἀσχοληθήκαμε μὲ γενέθλιες ἐπετείους. Θὰ γιορτάσουμε ὅμως τὰ δέκα χρόνια τοῦ blog μὲ τὸν δικό μας τρόπο, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ ἕνα πανηγυρικὸ ἀφιέρωμα στὸν Δημήτρη Μητρόπουλο, τὸν μεγάλο Ἕλληνα Μαέστρο ποὺ φέτος συμπληρώνονται 60 χρόνια ἀπουσίας του· να ἀφιέρωμα ποὺ θὰ ἀναρτηθεῖ μέσα στὸ ἐρχόμενο διάστημα δοθείσης ἐλευθέρας χρονικῆς στιγμῆς πάντα κάτι ποὺ δέκα ὁλόκληρα χρόνια τώρα λέμε νὰ κάνουμε, καὶ ποὺ συνεχῶς ἀναβάλλουμε...

Εὐχαριστίες καὶ πάλι σὲ ὅλους γιὰ τὴ στήριξη καὶ τὴν παρότρυνση!!

Μετὰ τιμῆς

geyekfansiblogspot.com



ΥΓ: Ἄντε νὰ μποῦμε καὶ στὴν ἐφηβεία μπὰς καὶ γίνουμε πιὸ ἐκληστικοὶ – ἐρωτικά, καὶ ὄχι μόνο....



Σάββατο, 16 Μαΐου 2020

"Snails in the Rain" (שבלולים בגשם), a film by Yariv Mozer


 
 


"Snails in the Rain" (שבלולים בגשם), μιὰ ταινία τοῦ Yariv Mozer
Τὰ σαλιγκάρια βγαίνουν πάντα μετὰ τὴ βροχή, ὁπότε ὁ τίτλος τῆς ταινίας Σαλιγκάρια στὴ βροχὴ –ἢ Γυμνοσάλιαγκες στὴ βροχή, ὅπως εἶναι ὁ τίτλος στὰ ἑβραϊκά–, ἀποτελεῖ πλεονασμό. Ὅμως, ὅπως θὰ δοῦμε καὶ παρακάτω, πλεονασμὸ ἀποτελεῖ ὁλόκληρη ἡ παρούσα ταινία, ποὺ οὐσιαστικὰ πραγματεύεται ἕνα τετριμμένο θέμα, δίνοντας «συνταγὲς» γιὰ τὸ πῶς νὰ δημιουργήσεις μιὰ «ἁγία» οἰκογένεια καταπιέζοντας τὸν ἑαυτό σου καὶ κατ᾿ ἐπέκταση φύση σου – λὲς καὶ τοῦτον τὸν σκηνοθέτη περίμενε ὁ κόσμος!
Στὴν ἑβραϊκὴ μυθολογία, τὸ πρῶτο ζευγάρι ἐπὶ τῆς γῆς ποὺ ὁ καλὸς θεούλης ἔπλασε μὲ χῶμα καὶ σάλιο, δὲν κατάφερε νὰ εὐτυχήσει, ἀφοῦ καὶ ἀπὸ τὸ σπίτι του διώχθηκε –μιὰ καὶ ἀποδείχτηκε ἀνηπάκουο, ἀνήσυχο καὶ ἀνυπόμονο–, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀπόγονοί του, ἐρχόμενοι στὰ χέρια γιὰ θέματα ζήλειας καὶ φθόνου, σφαχτήκανε. Βέβαια αὐτὸ οὐδόλως φαίνεται νὰ πτόησε καὶ νὰ συνέτισε τὴν ἀνθρωπότητα, ἀφοῦ σχεδὸν ὅλοι τρέχουν νὰ δημιουργήσουν οἰκογένειες, ἄσχετα μὲ τὰ πολυάριθμα παραδείγματα, ποὺ ὡς ἄλλη πλατιὰ θάλασσα, ἀνοίγονται μπρός τους.
Ἡ οἰκογένεια, βέβαια, δὲν εἶναι παρὰ μιὰ μικρή, κλειστὴ ὀμάδα πού δημιουργεῖ κανεὶς μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ψευτοζήσει τούτη τὴ ρημαδοζωή. Ἀλλὰ ἡ οἰκογένεια εἶναι καὶ μιὰ φοβερὴ φυλακὴ ποὺ λειτουργεῖ ὡς μονογαμικὴ φάκα, ἀφοῦ ὅπως ἀναρωτιέται καὶ ὁ Πασκὰλ Μπρυκνέρ, ἀπαντώντας ὁ ἴδιος στὴν ἐρώτησή του: «Τί εἶναι ἕνα ζευγάρι; Ἡ ἀπάρνηση τῆς ζωῆς μὲ ἀντάλλαγμα τὴν ἀσφάλεια, τὸ ἄχαρο πρόσωπο τοῦ νόμιμου ἔρωτα. Αὐτὸς ὁ κλειστὸς χῶρος ποὺ καταδικάζει στὴν κοινοτοπία ἀκόμα καὶ τοὺς λιγότερο προετοιμασμένους γι’ αὐτή, γίνεται ἀφόρητος στοὺς πιὸ ἀνήσυχους...». Εὔκολα κατανοεῖ λοιπὸν κανεὶς πὼς τὸ διαζύγιο, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ἡ ἀπόλυτα φυσικὴ κατάληξη τῆς παράλογης, καταπιεστικῆς καὶ ἀφύσικης ἕνωσης ποὺ καλεῖται γάμος.
Ὅμως γιατί παντρεύεται κανείς; Ἰδοὺ τὸ ἐρώτημα! Τὸ πρῶτο ποὺ ἔρχεται στὸ νοῦ εἶναι γιὰ νὰ κάνει παιδιά, λὲς καὶ δὲν μπορεῖς νὰ τεκνοποιήσεις ἂν δὲν περάσεις κουλούρα· παραβλέπω τὸ γεγονὸς πὼς ὁ κόσμος μας δὲν εἶναι καὶ ὁ τελειότερος γιὰ νὰ πράξεις κάτι τέτοιο... Δὲν μοῦ χρωστάει τίποτα ὁ κόσμος γιὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῶ διαιωνιζόμενος, ἔλεγε ὁ Μπέκετ, γιὰ νὰ ἀναφέρω καὶ τὴν ἄλλη πλευρά. Στὴν ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα μάλιστα, αὐτὸς ἦταν καὶ ὁ βασικὸς λόγος παντρειᾶς· μάλιστα ὁ γάμος ἦταν πολιτικός, στὸ ἱερατεῖο τῆς ἐποχῆς δὲν ἔπεφτε κανένας ἀπολύτως λόγος. Ἄλλοι πάλι παντρεύονται γιατὶ ἐρωτεύτηκαν λέει καὶ θέλουν νὰ στεφανωθοῦν τὸν μεγάλο τους ἔρωτα καὶ νὰ ζήσουν γιὰ πάντα μαζί του, ἀγνοώντας πὼς τίποτα δὲν κρατάει αἰώνια καὶ πὼς τὸ μεγαλύτερο δῶρο εἶναι νὰ διαφυλάσσουμε στὴ μνήμη μας, κυρίως ὅμως στὴν καρδιά μας, τὰ ἀγαπημένα μας πρόσωπα ὅπως τὰ γνωρίσαμε καὶ τὰ λατρέψαμε, καὶ ὄχι νὰ τρωγόμαστε καθημερινὰ μαζί τους...
Καὶ ἐρχόμαστε σὲ ἕνα κρίσιμο ἐρώτημα: Θὰ ἀπατούσατε τὴ γυναίκα σας, τὸν σύντροφό σας τέλος πάντων; Μὴν πιστέψετε καμιὰ ἀρνητική ἀπάντηση, μιὰ καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴ φύση του εἶναι ὄν πολυγαμικὸ καὶ δὲν εἶναι πλασμένος γιὰ ἐρωτικὲς ἀποκλειστικότητες· μᾶς τὸ λέει καλύτερα ὁ Μπρυκνέρ: «Δεν ὑπάρχει οὔτε ἕνας τρυφερὸς σύζυγος οὔτε μιὰ ἐνάρετη συμβία ποὺ δὲν θὰ ἐγκατέλειπε στὴ στιγμὴ τὴ φτωχὴ μονογαμική τους σούπα ἂν τοῦ ἐξασφάλιζαν μιὰ ἀφθονία ἐρωτικῶν συντρόφων καὶ μιὰ ἀνανέωση τοῦ ἐρωτικοῦ ὑλικοῦ».
Τώρα μάλιστα, μέσα σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ συμβατικό, πολυκαιρισμένο καὶ ξεπερασμένο ἀπὸ τὶς κοινωνικὲς συνθῆκες πράγμα ποὺ καλεῖτε οἰκογένεια, θέλουν νὰ διεισδύσουν καὶ οἱ ὁμοφυλόφιλοι, ὑιοθετώντας τὰ πρότυπα καὶ τὶς ἀξίες ζωῆς τῶν ἑτεροφυλόφιλων, ἔτσι, ἐπιτείνοντας τοὺς ἀγῶνες τους, τὰ τελευταῖα χρόνια, μετὰ μανίας ζητοῦν τὰ ἴσα. Ὡραῖα λοιπόν, νὰ τοῦς δωθοῦν! Ἐξάλλου ὴ πολιτεία πρέπει νὰ φροντίζει καὶ νὰ παρέχει στὸν καθένα, –στὸ ἀκέραιο μάλιστα– τὴ δυνατότητα πραγματοποίησης αὐτῆς του τῆς ἐπιθυμίας, καὶ βέβαια δικαίωμά του εἶναι τοῦ καθενὸς νὰ ἐπιλέξει καὶ νὰ ζήσει ὅπως αὐτὸς ἐπιθυμεῖ, – ἂν θέλγεται ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν ἑτεροφυλόφιλων, ἐν τάξη, ἂς τοὺς ἀντιγράψει... Ὁφείλω νὰ πῶ ὅμως ἐδῶ, πὼς θὰ περίμενα ἀπὸ ἀτομα ποὺ δηλώνουν ἀντισυμβατικὰ καὶ ἀντισυμβατική, ἐλεύθερη ζωὴ καὶ ὄχι ρόμπα καὶ παντοῦφλες!!
Ἀλλὰ ἂς ἔρθουμε στὴν ταινία ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ ἐδῶ καὶ ποὺ στάθηκε ὴ ἀφορμὴ νὰ ξετυλίξουμε τὶς παραπάνω σκέψεις οἱ ὁποῖες δὲν εἶναι παρὰ ἐρωτήματα καὶ ἀπορίες, μὲ ἄλλα λόγια, ἐναύσματα γιὰ σκέψεις καὶ διάλογο. Στὴν ταινία ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ ἐδῶ λοιπόν, ὁ Boaz (Yoav Reuveni) εἶναι ἕνας εὐειδὴς νέος ποὺ σπουδάζει γλωσσολογία στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Τὲλ Ἀβίβ. Ὁ Boaz συνδέεται ἐρωτικὰ καὶ συζεῖ μὲ τὴν Ruth (Hava Ortman), ἐνῶ παράλληλα δουλεύει ὡς χαμάλης γιὰ νὰ καλύψει τὶς ἀνάγκες του. Διάγει δηλαδὴ μιὰ «φυσιολογικὴ» ζωή.
Ὅμως ὁ Boaz διακατέχεται ἀπὸ ὄνειρα καὶ σκέψεις ποὺ τυρρανοῦν τὸ ὄμορφο μυαλουδάκι του – καὶ κατ᾿ ἐπέκταση τὸ ἀγαλμάτινο του κορμί. Σκέψεις πονηρὲς ποὺ ἔχουν νὰ κάνουν μὲ τὶς στιγμὲς ποὺ ἔζησε στὸν στρατό, ἀνταλλάσσοντας φιλιὰ καὶ χειρονομίες, ὅταν διάφοροι ἄντρες τὸν φλέρταραν ἀπροκάλυπτα, ἢ κεκαλυμμένα, καὶ ποὺ αὐτὸς ἐνέδωσε καὶ ἀπόλαυσε τὶς στιγμιαῖες αὐτὲς ἀντρικὲς ἐπαφές· στιγμὲς ποὺ ἀκόμα καὶ τώρα ζεῖ σχεδὸν καθημερινά, ὡς «καταδιωκόμενο» ποθούμενο ἐρωτικὸ ἀντικείμενο. Τὶς σκέψεις καὶ τὰ ὄνειρα αὐτὰ ἐπιτείνουν τὰ ἀνώνυμα ἐρωτικὰ γράμματα ποὺ δέχεται ἀπὸ κάποιον ἄγνωστο σ᾿ αὐτὸν – ἀλλὰ καὶ σὲ μᾶς– ἄντρα ποὺ δηλώνει σφόδρα ἐρωτευμένος μαζί του.
Ὅμως καθὼς ἡ μονομερὴς ἀποστολὴ γραμμάτων ἐντείνεται, ὁ Boaz ὅλο καὶ περισσότερο προσπαθεῖ νὰ ἐντοπίσει τὸν ἄγνωστο, ἐρωτευμένο μαζί του,  ἀποστολέα τους. Τὸ γυμναστήριο, ἡ σχολὴ ἀλλὰ καὶ οἱ γειτόνοι του θὰ ἀποτελέσουν τὰ πεδία τῆς ἀνίχνευσης καὶ τῶν ἐρευνῶν του, ὅμως ὅλες οἱ προσπάθειές του θὰ παραμείνουν ἄκαρπες, μέχρι ποὺ ὁ ἄγνωστος τοῦ ζητάει νὰ τοῦ δώσει σῆμα ἂν ἐπιθυμεῖ νὰ συνεχίσει, ἀφοῦ γι᾿ αὐτὸν εἶναι τὸ πᾶν, καὶ μιὰ ἀρνητικὴ ἀπάντηση θὰ τὸν βύθιζε σὲ ζόφο ἠερόεντα, δηλαδὴ στὸν σκοτεινὸ Ἂδη.
Καὶ ἀκριβῶς σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἐπεμβαίνει ἡ Ruth ἡ ὁποία, ὡς πονηρὴ καὶ καπάτσα γυνή, ἀντιλαμβάνεται πὼς κάτι βασανίζει τὸν ἐρωτικὸ παρτενὲρ καὶ μέλλοντα σύζυγό της. Ἔτσι, ψάχνοντας, ἀνακαλύπτει τὰ καταχωνιασμένα ἐρωτικὰ γράμματα, καὶ χωρὶς ἴχνος σεβασμοῦ στὸ ἀπόρρητο τῆς ἀλληλογραφίας τοῦ ἄλλου, τὰ διαβάζει. Ἐν συνεχεία ἐντοπίζει σχετικὰ εὔκολα τὸν ἀποστολέα τους, καὶ τὸν ἐπισκέπτεται, ἀπαιτώντας ἀπὸ αὐτὸν νὰ ἀφήσει ἤσυχο τὸν μορφονιό της, γιατὶ ποὺ ἀκούστηκε νὰ τὸν παρενοχλεῖ ἐρωτικὰ ἕνας ἄλλος ἄντρας καὶ βεβαίως γιατὶ τὸν θέλει σὲ ἀποκλειστικότητα, νὰ τὸν παντρευτεῖ γιὰ νὰ τῆς κάνει παιδάκια καὶ ὅλοι μαζὶ νὰ ζήσουν «εὐτυχισμένοι»...
Ὁ ἀνώνυμος ἐραστὴς μᾶς γίνεται ἐπώνυμος καὶ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν καθηγητὴ τοῦ Boaz στὸ πανεπιστήμιο Richlin, ποὺ τὸν ὑποδύεται ὁ ἴδιος ὁ σκηνοθέτης Yariv Mozer. Μιὰ φιγούρα κλασικοῦ καθηγητὴ ποὺ περνάει ἀπαρατήρητη καὶ ποὺ ἀνεπιτυχῶς προσπάθησε νὰ κάνει αἰσθητὴ τὴν παρουσία του μέσα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐρωτικὰ γράμματα. Ὅμως ἡ Ruth, ὡς ἄλλη καταφερτζοὺ Εὔα, δὲν θὰ ἀφήσει τὸν Boaz της ἕρμαιο τῶν ἐπιθυμιῶν του καὶ τῶν ὀραμάτων του νὰ γευτεῖ καμιὰ ἄλλη μορφὴ ἔρωτα πέραν αὐτὴ ποὺ τούτη ἡ καπάτσα Μεσσαλίνα τοῦ προσφέρει. Ἔτσι ὁ Boaz δὲν θὰ γνωρίσει ποτὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ λιώνει γι᾿ αὐτόν, ἀφοῦ ὁ καθηγητὴς παραιτεῖται καὶ ἀποχωρεῖ τόσο ἀπὸ τὸ πανεπιστήμιο ὅσο καὶ ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Boaz.
Μὴν λησμονοῦμε βέβαια πὼς στὴν ἑβραϊκὴ μυθολογία ἡ ἀνήσυχη καὶ πείσμων Εὔα θὰ παρασύρει τὸν Ἀδὰμ ὥστε νὰ γευτεῖ καὶ αὐτὸς τὸν ἀπογορευμένο καρπὸ τῆς γνώσης, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ πρωτόπλαστοι νὰ ἀπολέσουν, ὀριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα, τὸν παράδεισο. Ἔτσι καὶ ἐδῶ, ἡ Ruth, –ποὺ πολὺ καλὰ γνωρίζει πὼς ὁ ἔρωτας περνάει ἀπὸ τὸ στομάχι γιὰ νὰ καταλήξει χαμηλότερα–, θὰ παρασύρει –ὡς καράβι, πιασμένον ξέρετε ἀπὸ ποῦ– τὸν Boaz στὴν μοναγαμικὴ οἰκογενειακὴ φάκα, προσφέροντάς του μιὰ συμβατικὴ ζωή, στερώντας του τὸν ὅποιο παράδεισο – οὐσιαστικὰ τὴν ἀπόλαυση τοῦ νὰ γνωρίσει πράγματα, νὰ ζήσει ἐλεύθερος κὰι νὰ διαπράψει ὡς ἕνας λαμπρὸς ἐπιστήμονας ἀφοῦ ἡ παρουσία τοῦ καθηγητὴ στὴ ζωή του ἐγγυοῦνταν κάτι τέτοιο. Ἡ τελευταία σκηνὴ δὲ ποὺ τὸν δείχνει νὰ σέρνει ὑπὸ βροχὴ τὰ δυὸ κουτσούβελα μὲ τὴν Ruth νὰ ἀκολουθεῖ πίσω του ἔγκυος τὸ τρίτο, μᾶς διατυπώνει περίτρανα μάλιστα καὶ τὴν ἀνυμπόρια τοῦ δημιουργοῦ της, ἀλλὰ καὶ τὴ φτώχεια τοῦ παρόντος δημιουργήματός του.
Μὲ ἄλλα λόγια, τί μᾶς λέει ἐδῶ ὁ σκηνοθέτης; μᾶς λέει πὼς ἡ ὸμοφυλοφιλία εἶναι κάτι κακὸ καὶ ἀποτρόπαιο καὶ πὼς καλὰ θὰ κάνουν οἱ ἀνὰ τὸν κόσμο ὁμοφυλόφιλοι νὰ μποῦν στὸ δρόμο τοῦ θεοῦ, δημιουργώντας οἰκογένεια, ἀποτάσσοντας αὐτὴ τὴν κακιὰ ἔξη, ἂν θέλουν νὰ εὐτυχήσουν· καὶ γιὰ νὰ εὐτυχίσουν χρειάζονται μιὰ Ruth στὸ πλευρό του – καὶ ἀναρωτιέται κανείς: ποιὸς θὰ μᾶς προστατέψει ἀπ᾿ τοὺς μωρούς ποὺ ἀγνοοῦν πὼς ὁ δρόμος εἶναι ὁ ἴδιος εἴτε ἀνηφορίζεις εἴτε κατηφορίζεις!
Ὁ σκηνοθέτης, –ὅπως διαφαίνεται καὶ ἀπὸ τὶς φωτογραφίες ποὺ ἀκολουθοῦν– χτίζει ὅλη τὴν ταινία του πάνω στὸ ὄμορφο πρόσωπο τοῦ πρωταγωνιστῆ του καὶ κατ᾿ ἐπέκταση στὸ καλοσμιλεμένο του σῶμα. Ὅμως τὸ σῶμα τοῦ Boaz, ὅσο ὄμορφό κι ἂν εἶναι, δὲν ἀρκεῖ νὰ στοιχειοθετήσει ἔργο – ἐκτὸς κι ἂν εἶσαι ὁ Πραξιτέλης· καὶ ὁ σκηνοθέτης μας μακρὰν ἀπέχει ἀπὸ τὸ νὰ δημιουργήσει τὸν νέο «Ἑρμῆ».





© κειμένου: www.gayekfansi.blogspot.com - μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος.
© φωτογραφιῶν: στὶς ἑταιρεῖες παραγωγῆς καὶ διανομῆς.













 
























 



 








Σάββατο, 2 Μαΐου 2020

"Como una novia sin sexo" (Bromance), a film by Lucas Santa Ana






«Como una novia sin sexo» (Bromance), μιὰ ταινία τοῦ Lucas Santa Ana
Μιὰ φιλικὴ παρέα δὲν εἶναι παρὰ μιὰ ὁμάδα ἀτόμων μὲ κοινὰ ἐνδιαφέροντα, ἐνίοτε καὶ στόχους. Μιὰ ὁμάδα κλειστή, ποὺ προκειμένου νὰ γίνεις μέλος της, πιθανότατα, νὰ περάσεις ἀπὸ μιὰ ἄτυπη ἀλλὰ οὐσιαστικὴ δοκιμασία. Οἱ παρέες γράφουν ἱστορία μᾶς τραγουδοῦσε παλαιότερα ὁ Διονύσης Σαββόπουλος, καὶ πραγματικά, μέσα ἀπὸ παρέες ξεκίνησαν κινήματα καὶ γράφτηκε ἱστορία, κυρίως στὸν τομέα τῶν τεχνῶν. Οἱ παρέες συνήθως εἶναι ἀντρικὲς ἀφοῦ, ἀπὸ τὴ μυθολογία ἀκόμα, οἱ ἄντρες κυρίως ἦταν αὐτοὶ ποὺ συνδέονταν μὲ δυνατὲς φιλίες, καὶ αὐτὸ γιατὶ ὁ ρόλος καὶ ἡ θέση τῆς γυναίκας ἦταν περιορισμένος ἂν καὶ ἡ Σαπφὼ ἄλλα μᾶς ὑποδεικνύει...
Πότε διαλύεται μιὰ παρέα; Ἴδοὺ τὸ ἐρώτημα! Στὴν ἐρώτηση αὐτὴ ἡ συνήθης ἀπάντηση εἶναι: ὅταν στὴν παρέα τῶν ἀνδρῶν εἰσχωρίσει γυναίκα. Μὲ ἄλλα λόγια πληθώρα ἀπὸ παρέες διαλύθηκε ὅταν κάποιο μέλος ἐρωτεύτηκε!! Ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν κάνουμε τὸ λάθος καὶ ρίξουμε τὴν εὐθύνη ἀποκλειστικὰ στὶς γυναίκες, ὅπως στὴν ἑβραϊκὴ μυθολογία χρεώνουν στὴν Εὔα τὴν ἀπώλεια τοῦ παραδείσου, νὰ ποῦμε πὼς ἀνταγωνισμοί, ὑψηλὲς προσωπικὲς φιλοδοξίες καὶ ζήλια εἶναι οἱ βασικὲς αἰτίες γιὰ νὰ διαλυθεῖ μιὰ παρέα.
Οἱ παρέες γίνονται ἐπιταχτικὲς στὴν περίοδο τῆς ἐφηβειας ἀλλὰ καὶ στὰ φοιτητικὰ χρόνια. Εἶναι ἡ περόδος ποὺ ἡ οἰκογένεια ἔχει πάψει νὰ ἔχει ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν ἔφηβο καὶ οἱ συνομήλικοί του εἶναι αὐτοὶ ποὺ τὸν προσελκύουν. Ἐξάλλου οἱ φίλοι εἶναι αὐτοὶ στοὺς ὁποίους θὰ ἐξομολογηθεῖς τοὺς πρώτους σου ἔρωτες, τὰ πρῶτα σου σκιρτήματα καὶ τὶς ἀνησυχίες σου. Δὲν ὑπάρχει μέρα ποὺ νὰ μὴ θέλεις νὰ βρεθεῖς μὲ τοὺς κολλητούς σου, νὰ τριγυρίσεις μαζί τους, νὰ παίξεις, νὰ γελάσεις, νὰ φλερτάρεις, νὰ πᾶς σινεμά, νὰ ξεδώσεις στὶς διακοπὲς κ.λπ.
Κάπως ἔτσι ξεκινοῦν καὶ οἱ τρεῖς φίλοι τῆς ταινίας ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ ἐδῶ καὶ φέρει τὸν τίτλο Como una novia sin sexo. Ἀνέμελα, μὲ τὰ σακκίδια στὴν πλάτη καὶ τὴν κάμερα στὸ χέρι, ὁ Daniel (Javier De Pietro), ὁ Adrián (Agustin Pardella) καὶ ὁ Santiago (Marcos Ribas), ξεκινοῦν γιὰ τὶς καλοκαιρινές τους διακοπὲς σὲ ἕνα παραθαλάσσιο κάμπινγκ, μὲ πρόθεση ὄχι νὰ ἀλλάξουν τὸν κόσμο βέβαια, ἀλλὰ νὰ περάσουν καλὰ τὶς ζεστὲς μέρες τοῦ καλοκαιριοῦ. Τοῦτες οἱ διακοπὲς ὅμως, ποὺ οὐσιαστικὰ δὲν εἶναι παρὰ μιὰ δοκιμασία, μιὰ τελετὴ ἐνηλικίωσης γιὰ τοὺς ἥρωές μας, θὰ φέρουν στὴν ἐπιφανεια, κάτω ἀπὸ τὸ ἄπλετο ἀλλὰ καὶ ἀνελέητο μεσογειακὸ φῶς, αἰσθήματα, πάθη, ἀγωνίες ποὺ θὰ τοὺς δοκιμάσουν σκληρά, καὶ κατ᾿ ἐπέκταση, θὰ δοκιμάσουν τὴ σχέση τους.
Ὅλα θὰ ξεκινήσουν ὅταν ὁ Ντανιὲλ ἀνακάλύπτει τὴν ἐρωτική του ἔλξη πρὸς τὸ ἴδιο του τὸ φύλο, καὶ συγκεκριμένα, τὴν ἐρωτική του ἔλξη γιὰ τὸν Σαντιάγο. Ἕναν Σαντιάγο ὅμως ποὺ δὲν θὰ ἀνταποκριθεῖ, ἀφοῦ δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδεχτεῖ αὐτή του τὴν πλευρά, καὶ ποὺ οὐσιαστικὰ παλεύει βαθιὰ μέσα του μὲ τοὺς δικούς του φόβους, ἐνοχὲς καὶ τύψεις. «Δὲν μπορῶ νὰ σὲ ἀκολουθήσω στὸ δρόμο ποὺ βαδίζεις», ἀκοῦμε νὰ λέει στὸν Ντανιέλ.
Ἐπιπλέον, ὅταν στὴν κλειστὴ ὡς σέχτα ἀνδροπαρέα, θὰ εἰσχωρίσει ἡ Julieta (Luana Pascual), μιὰ νεαρὴ καλλονὴ ποὺ ὅπως μαθαίνουμε, παραθερίζει μόνη της μετὰ τὸν πρόσφατο χωρισμό της καὶ θὰ συνδεθεῖ τάχιστα μὲ τὸν Σαντιάγο, τὸ γεγονὸς αὐτὸ θὰ προκαλέσει ἀνατροπὴ στὶς λεπτὲς ἰσσοροπίες τῆς φιλικῆς ἀνδροπαρέας, καθὼς οἱ σχέσεις κλονίζονται, οἱ ἀντιστοιχίες ἀλλάζουν, ἔτσι ἡ καθημερινότητα τῶν διακοπῶν τους ἀνατρέπεται καὶ ἡ παρέα σταματᾶ νὰ εἶναι παρέα.
Ὁ σκηνοθέτης Lucas Santa Ana, ποὺ ὑπογράφει καὶ τὸ σενάριο μαζὶ μὲ τὸν Diego Mina, παρακολουθεῖ τοὺς νεαροὺς σὲ ὅλες τους τὶς ἐκρήξεις, ἀναζητήσεις, διαφωνίες μὲ μιὰ κάμερα ποὺ σχεδὸν καταγράφει τὰ γεγονότα ντοκιμαντερίστικα. Λὲς καὶ κάποιος κοινωνιολόγος ἢ ψυχολόγος τὴν ἔχει στήσει καὶ τοὺς τραβάει κρυφὰ μὲ σκοπὸ νὰ μελετήσει τὶς συμπεριφορές τους.
Ὅμως ὁ ἐρωτευμένος –καὶ κατασταλαγμένος Ντανιὲλ ἔχει ἀποφασίσει νὰ βαδίσει μπροστά, χωρὶς νὰ ὺπολογίζει τὴ γνώμη καὶ τὰ λόγια τοῦ περίγυρού του. Στὴν ἐρώτηση τοῦ Σαντιάγο ἂν μποροῦν τουλάχιστον νὰ παραμείνουν φίλοι, ἡ ἀπάντηση εἶναι ἀρνητική, μιὰ καὶ ἡ κλειστὴ ὁμάδα τώρα πιὰ δὲν εἶναι ἕνα ἐνιαῖο κύτταρο ἀλλὰ διαιρέθηκε σὲ τρία ἀνεξάρτητα κομμάτια ποὺ τὸ καθένα διεκδικεῖ τὸ μερίδιό του στὴν εὐτυχία· κατ᾿ ἐπέκταση, στὴ ζωή πραγματικὰ εἶναι ἐξαιρετικὸ τὸ εὕρημα τῶν κασσετῶν ποὺ καίγονται, πυρπολώντας ἀλλὰ καὶ ἀποκαθάροντας τὸ παρελθόν, δηλαδὴ τὴν παρέα.
Μιὰ ματιὰ πάνω στὶς φιλικὲς σχέσεις καὶ στὴν ὁριακὴ γραμμὴ ποὺ τὶς χωρίζει ἀπὸ τὸν ἔρωτα, ἤ, τὸ μίσος· τὸ ἴδιο κάνει.




© κειμένου: www.gayekfansi.blogspot.com - μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος.
© φωτογραφιῶν: στὶς ἑταιρεῖες παραγωγῆς καὶ διανομῆς.




















 

 

 



 




 






Ἀπὸ ἀρ. Agustin Pardella, Lucas Santa Ana, Javier De Pietro, Marcos Ribas.