Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2020

Ἕνα Δημοτικὸ Γαμοτράγουδο








TΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ
Τὶς Μεγάλες Ἀποκριὲς
φέραν δυὸ σακκιὰ ψωλές,
τὶς χοντρὲς καὶ τὶς στριμμένες
γιὰ τὶς κακοπαντρεμένες,
τὶς ψιλὲς καὶ τὶς δεμένες
π ̓ ἀγαποῦν οἱ παντρεμένες,
τὶς λιανὲς μὲ τὶς πλεξοῦδες
π ̓ ἀγαποῦν οἱ κοπελλοῦδες,
μὲ τὶς τρίχες τὶς πολλὲς
π ̓ ἀγαποῦνε οἱ γριές.
Τρέξανε οἱ νοικοκυράδες
πήρανε τὶς πιὸ μεγάλες.
Τρέξανε καὶ οὶ μικροῦλες
πήρανε τὶς τρυφεροῦλες.
Τρέξανε καὶ οὶ φτωχὲς
πήρανε τὶς πιὸ μικρές.
Καὶ μιὰ χήρα παπαδιὰ
δὲν ἐπρόφτασε καμιά.
Πιάνει τ ̓νάζει τὰ τσουβάλια
βρίσκει μιὰ μὲ δυὸ κεφάλια.
- Τούτη εἶναι γιὰ τὰ μένα
ποὺ ̔ν ̓ τὰ σκέλια μου καμμένα.
Νὰ τὴ βάλω στὸ λαήνι
νὰ χοντρύνει νὰ παχύνει.
Νὰ χοντρύνει νὰ παχύνει
κι ἀπ ̓ τὶς δυὸ μεριὲς νὰ χύνει.
Κι ἀπ ̓ τὶς δυὸ μεριὲς νὰ χύνει,
καὶ τὰ σκέλια μου νά σβήνει.






Τὸ τραγούδι ἀντλθηκε ἀπὸ τὴν ἐξαιρετικὴ συλλογὴ τοῦ Παναγιώτη Καρώνη Πριάπεια & Σατυρικὰ - Δημοτικὰ Γαμοτράγουδα, Ἐκδόσεις «Τὸ Δόντι», Πάτρα 2016.





Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2020

«Τὸ τραγούδι τοῦ μαραγκοῦ», ἕνα Δημοτικὸ Γαμοτράγουδο









ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

Στοῦ Μαρτιοῦ τὲς πέντε δέκα
μαραγκὸς ψωλὲς πελέκα
καὶ μεγάλες καὶ μικρὲς
ἀπὸ τὲς μαρμαρινές.
Τό ‘μαθάνε τὰ κοράσια
καὶ τὸν διπλοχαιρετοῦσαν.
Τ’ ἄκουσε ἡ κυρὰ ‘γουμένη
στὴ χαρά της τονε παίρνει.
Μαραγκέ μου γειά σου, γειά σου
τί καλὴ ποὺ εἶναι ἡ δουλειά σου·
νὰ μοῦ κάμεις μιὰ ψωλὴ
καὶ μεγάλη καὶ χοντρὴ
νὰ τὴ βάλω στὰ μεριά μου
νὰ θαραπαεῖ ἡ καρδιά μου.
Νὰ χαρεῖς καὶ τὸν Κωστὴ
κάμε μιὰ χοντρὴ σωστή.
Νὰ χαρεῖς καὶ τὸ Μιχάλη
κάμε μιὰ χοντρὴ μεγάλη.
Νὰ χαρεῖς καὶ τὸ Γιαννάκη
τὸ κεφάλι σὰν πινάκι.
Ὅταν μπαίνει στὰ μεριά μου
νὰ δροσίζεται ἡ καρδιά μου.






Τὸ τραγούδι ἀντλθηκε ἀπὸ τὴν ἐξαιρετικὴ συλλογὴ τοῦ Παναγιώτη Καρώνη Πριάπεια & Σατυρικὰ - Δημοτικὰ Γαμοτράγουδα, Ἐκδόσεις «Τὸ Δόντι», Πάτρα 2016.


Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2020

«Beach Rats», a film by Eliza Hittman




 


«Beach Rats», μιὰ ταινία τῆς Eliza Hittman
Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ ἀνθρώπινο εἶδος ὀργανώθηκε σὲ ὁμάδες καθόρισε καὶ τὰ πρότυπα ποὺ τὸ κάθε μέλος τῆς ὁμάδας πρέπει νὰ σέβεται ἀλλά, κυρίως, νὰ ἀκολουθεῖ. Συμπεριφορὲς καὶ παρεκκλίσεις πέρα καὶ ἔξω ἀπὸ τὰ καθορισμένα πλαίσια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν ἀποδεκτές, καὶ στηλιτεύονταν. Ἡ ἔκφραση «πίσσα καὶ πούπουλα» ἀναφέρονταν ἀκριβῶς σὲ αὐτὰ τὰ «παραβατικὰ» ἄτομα, ἄτομα ποὺ «ἐξώκειλαν» τῆς κοινὰ ἀποδεκτῆς συμπεριφορᾶς.
Καὶ ἐπειδὴ οἱ καθορισμένοι ἀπὸ τὴν ὁμάδα νόμοι, δὲν εἶναι ποτὲ ἀρκετοὶ ὥστε νὰ ἀποτρέψουν τοὺς «παραβάτες», τί νομίζεται ὅτι σκέφτηκε ἡ ὁμάδα; Ἑφηύρε μιὰ ἀνώτερη δύναμη ποὺ τὴν ὀνόμασε θεὸ καὶ ποὺ τὴ φόρτωσε μὲ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἰδιότητα. Νὰ ἐλέγχει τὶς παρεκτροπές, ὅπου δὲν ἦταν ἐφικτὸ νὰ ἔχουν τὰ ἐπιθυμητὰ ἀποτελέσματα μὲ τοὺς νόμους ποὺ εἶχαν θεσμοθετήσει. Ἡ ἀνώτερη αὐτὴ δύναμη δρᾶ κατευθείαν στὸ θυμικὸ καί, ἔχοντάς φορτώσει μὲ ἐνοχές, φοβίες καὶ φοβέρες γιὰ μεταθανάτιες, σκληρὲς τιμωρίες τὰ μέλη τῆς ὁμάδας, μιὰ χαρὰ κατάφερε νὰ κάνει τὴ δουλειά της...
Θὰ ἀπορεῖ κανεὶς γιατὶ ξεκινᾶμε μὲ τοῦτες τὶς σκέψεις μιλώντας γιὰ μιὰ ταινία, ἡ ὁποία οὐσιαστικὰ πραγματεύεται τὴ συνειδητοποίηση τῆς ὁμοφυλοφυλίας ἐνὸς ἐφήβου καὶ τὸν δύσκολο δρόμο ποὺ ἔχει νὰ διανύσει, ὄχι τόσο γιὰ νὰ κατανοήσει καὶ νὰ ἀποδεχθεῖ τὴ σεξουαλική του προτίμηση, ὅσο γιὰ νὰ μπορέσει νὰ βγεῖ ἀπὸ τὰ χείλη του καὶ νὰ γίνει γνωστὸ στοὺς γύρω του, ἀφοῦ κάτι τέτοιο εἶναι ἀντίθετο μὲ τὰ ὅσα πρεσβεύει ἡ ὁμάδα. Ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη, μήπως μιλᾶμε γιὰ τὸ ἴδιο ἀκριβῶς πράγμα;
Ἐπανερχόμαστε. Φανταστεῖτε λοιπὸν μιὰ ἄτυπα ὁργανωμένη ὁμάδα στὴν ὁποία ἡ ἑτεροφυλοφυλία εἶναι ἡ κυρίαρχη προτίμηση. Ὅχι πὼς χρειάζεται δηλαδὴ καὶ πολὺ φαντασία γιὰ κάτι τέτοιο... Φανταστεῖτε λέμε καὶ πάλι, πώς, στὴν ὀμάδα αὐτὴ τὸ κυρίαρχο ἰδανικό, ὁ κυρίαρχος τρόπος συμπεριφορᾶς καὶ ἐνασχόλησης εἶναι τὸ «κυνήγι τῆς γκόμενας». Καὶ φανταστεῖτε πὼς ἡ ὁμάδα αὐτὴ δὲν εἶναι παρὰ μιὰ παρέα ἐφήβων ποὺ ὁλημερῆς γυρνάει στὴν παραλία, ἔχει σύγχρονες ἀθλητικὲς δραστηριότητες ἀλλὰ καὶ στιγμὲς ραχατιοῦ καθὼς φουμάρει τὰ τσιγαριλίκια της, γιὰ νὰ καταλήξει τὸ βραδάκι νὰ τὰ πίνει σὲ κάποιο παραλιακὸ μπαράκι, παρατηρώντας τὰ βεγγαλικὰ ποὺ κάθε σαββατόβραδο φωτίζουν τὸν παράκτιο οὐρανὸ τῆς πόλης τους. Καὶ μέσα σὲ ὅλα αὐτὰ ἡ μοναδικὴ κουβέντα, ἡ μοναδικὴ ἀνησυχία νὰ εἶναι οἱ γκόμενες καὶ πόσες κατάφερε ὁ καθείς τους...
Ὁ Φράνκι [Χάρρις Ντίκινσον (Harris Dickinson)] εἶναι ἕνας ἔφηβος μπερδεμένος ὅσο καὶ δεμένος -πισθάγκωνα μάλιστα- μὲ τὶς ἁλυσίδες ποὺ ἡ παρέα τῶν κολλητῶν του ἔχει σφυρηλατήσει, ἔτσι δὲν μπορεῖ, ἀρχικά, νὰ κατανοήσει τί τοῦ συμβαίνει. Ἡ σχέση του με τὴν πανέμορφη Σιμόν -ποὺ οὐσιαστικὰ συνάπτει προκειμένου νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὰ δίχτυα τῆς ἐπιθυμία τῶν ἀντρῶν ποὺ τὸν κατακαίει ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴ «φυσιολογικότητά» του- θὰ καταλήξει σὲ ναυάγιο. Ἔτσι τὴ λύση προκειμένου νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο τοῦ πόθου του ποὺ τὸν τυραννάει θὰ τὴ βρεῖ στὰ γκέι sites. Ἐκεῖ θὰ γνωρίσει τοὺς πρώτους του ἄντρες καὶ θὰ κλείσει τὰ πρώτα του ραντεβοῦ μαζί τους. Μιὰ γρήγορη ἐπαφή, ἕνα χάδι, ἕνα φιλί, τέλος ἡ διείσδυση, καὶ μετὰ οἱ τύψεις, τὸ ἄγχος μὴν μαθευτεῖ τίποτα καὶ ἡ ντροπή, καθὼς ἀντικρίζει τοὺς οἰκείους του, κυρίως ὅμως τοὺς κολλητούς του, ἀλλὰ κι ἕναν ἀπὸ τοὺς ἐραστές του ποὺ τυχαῖα ἀντικρίζει ἕνα βράδυ μπρός του.
Ὁ Φράνκι ἀκριβῶς ὅπως καὶ ὁ νέος τοῦ ποιήματος τους Καβάφη πού, ἤθελε νὰ σωθεῖ ἀπ᾿ τὴ στιγματισμένη, τὴν νοσηρὴ ἡδονή, ἀπ᾿ τὴ στιγματισμένη τοῦ αἴσχους ἡδονή, θὰ προχωρήσει σὲ ὅτι μπορεῖ νὰ σκαρφιστεῖ κανεὶς προκειμένου νὰ ξεφύγει, νὰ δικαιολογηθεῖ, νὰ κοροϊδέψει τον ἴδιο του τὸν ἑαυτὸ καὶ κατ᾿ ἐπέκταση τοὺς γύρω του. Ὅμως ἡ ἐπιθυμία εἶναι ἐδῶ, πάντα παρούσα καὶ πάντα ἐπιταχτική. Ἔτσι ὁ μικρὸς Φράνκι, ποὺ θὰ βιώσει καὶ τὴν ἀπώλεια τοῦ βαριὰ ἄρρωστου πατέρα του, ἕνα γεγονὸς ποὺ θὰ τὸν ἐνηλικιώσει τάχιστα, πρόωρα καὶ ὁριστικά, θὰ ξεκαθαρίζει μέσα του τὸ τοπίο. Ὅμως ὁ μόνιμος βραχνᾶς του παραμένει, καὶ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸ πῶς ἀνακοινώνεται κάτι τέτοιο;
Ἡ μητέρα του, ποὺ σὰν μητέρα κάτι ἔχει ἀρχίσει νὰ ἀντιλαμβάνεται, περνᾶ σὲ δεύτερη μοίρα, μιὰ καὶ θὰ τοῦ πεῖ: «Ἁπλὰ πές το, ὅτι καὶ νά ᾿ναι πές το μου». Ὅμως κυρίαρχο πρόβλημα γιὰ τὸν Φράνκι εἶναι οἱ παρέα τῶν «γνησίων ἀρσενικῶν» ποὺ τὸν περιτριγυρίζει καὶ ποὺ μέσα τους αἰσθάνεται ἀσφαλῆς ἀλλὰ αἰσθάνεται νὰ κατέχει καὶ μιὰ θέση στὴν ἄτυπη ἀλλὰ οὐσιαστικὴ ἱεραρχία της, θέση τὴν ὁποία προσπαθεῖ μὲ κάθε τρόπο νὰ διατηρήσει.
Ὁ Φράνκι φοβᾶται. Τὸν λούζουν κρύα ρίγη καθὼς ἀναλογίζεται τὸ πῶς θὰ τὸν ἀντιμετωπίσει ἡ ὁμάδα τῶν φίλων του. Καί τούτη ἡ ὁμάδα θὰ λέγαμε πὼς δρᾶ συμβολικὰ γιὰ τὴ σκηνοθέτιδα. Θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἡ ὁμάδα τῶν συναδέλφων μας, τῶν γειτόνων μας, τῶν συμφοιτητῶν μας, τῶν συγγενῶν μας, τοῦ κόσμου μας ὅλου. Δὲν τρομάζει μόνο ἡ ἀντιμετώπιση ἁπὸ ὅλους αὐτούς, ἀλλὰ καὶ τὸ γεγονὸς τοῦ ὅσα μπορεῖ νὰ σημαίνει γιὰ τὸν βίο ποὺ ξετυλίγεται μπρός του μιὰ ἐρωτικὴ προτίμηση ποὺ ξεφεύγει ἀπὸ τὶς κοινὰ ἀποδεκτὲς συμπεριφορές. Πολλὰ βέβαια μπορεῖ νὰ γραφτοῦν πάνω σὲ αὐτὸ ποὺ, κατὰ τὴ γνώμη μας, ἀποτελεῖ καὶ τὴ βασικὴ προβληματικὴ τούτης τῆς ταινίας, ἀλλὰ σκοπός μας ἐδῶ εἶναι νὰ διατυπώσουμε κάποιες σκέψεις θέτοντας ἔτσι ἐρωτήματα μὲ σκοπὸ τὸν διάλογο. Ἐξάλλου, καμιὰ φορά, τὸ νὰ διατυπώσεις ἕνα ἐρώτημα εἶναι πιὸ δύσκολο -πιθανότατα καὶ πιὸ σημαντικό- ἀπὸ τὴν ἀπάντησή του!
Ἡ σκηνοθέτις Eliza Hittman, ἡ ὁποία ὑπογράφει καὶ τὸ σενάριο, χειρίζεται θὰ λέγαμε ἐξαιρετικὰ ἕνα δύσκολο θέμα, χωρὶς νὰ υἱοθετεῖ ἀκραῖες λύσεις καὶ πρακτικές. Ἡ συνειδητοποίηση τοῦ Φράνκι ἔρχεται ὁμαλά, ἀκριβῶς ὅπως ὁμαλὰ κυλάει τὸ κύμα σὲ τούτη τὴ θερινὴ στιγμὴ τοῦ χρόνου ποὺ διαδραματίζονται ὅλα αὐτά, κάπου σὲ μιὰ πόλη τοῦ πλανήτη. Μπορεῖ καὶ δίπλα μας σὲ μιὰ ἑλληνικὴ παράκτια πολιτεία, ἢ καὶ σὲ μιὰ ὀρεινή, καὶ ποὺ ἐμεῖς δὲν ἀντιληφθήκαμε τίποτα παρὰ μόνο τὰ πολύχρωμα, ὅσο καὶ μονότονα πυροτεχνήματα τοῦ σαββατόβραδου!




© κειμένου: www.gayekfansi.blogspot.com - μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος.
© φωτογραφιῶν: στὶς ἑταιρεῖες παραγωγῆς καὶ διανομῆς.


 



 

 





 




 

 








 

 






 


 





Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2020

«Η ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΞΗΣ», ἕνα ποίημα τῆς Κατερίνας Ἀγγελάκη-Ροὺκ (1939-2020)









Η ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΞΗΣ
Ἡ σάρκα ἔγινε σελίδα
τὸ δέρμα χαρτὶ
τὸ χάδι ἔννοια άφηρημένη
τὸ σῶμα καινούργια θεωρία τοῦ άνύπαρκτου.
Ἀλήθεια, πῶς νὰ περιγράψω
τὴ φύση ὅταν μ᾿ ἔχει ἐγκαταλείψει
καὶ μόνο στὴν πρεμιέρα τοῦ φθινοπώρου
θυμᾶται νὰ μὲ προσκαλέσει καμιὰ φορά;
Ἐλπίζω νὰ βρῶ τὸ θάρρος
μιὰ τελευταία ἐπιθυμία νὰ ἐκφράσω:
γδυτὸ ἕνα ὡραῖο ἀρσενικὸ νὰ δῶ
νὰ θυμηθῶ, σὰν τελευταία εἰκόνα
νὰ κουβαλῶ τὸ ἀντρικὸ σῶμα
ποὺ δὲν εἶναι ὕλη
ἀλλὰ ἡ ὑπερφ
υσικὴ οὐσία τοῦ μέλλοντος.
Γιατὶ αὐτὸ θὰ πεῖ ἡδονή:
ν᾿ ἀγγίζεις τὸ φθαρτὸ
καὶ νὰ παραμερίζεις τὸ θάνατο.





Ἀπὸ τὴ συλλογή, Ἡ ἀνορεξία τῆς ὕπαρξης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Ἀθήνα 2011.



Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2020

Οἱ πολεμιστὲς τοῦ Ριάτσε (Riace Warrior)




 


Οἱ πολεμιστὲς τοῦ Ριάτσε, ἀφιέρωμα
Ἀντὶ προλόγου
Εἶναι γνωστὸ πὼς ἡ θάλασσα στάθηκε ἀρκετὲς φορὲς προστατευτικὴ ὡς ἀναφορὰ τὴν ἀρχαία τέχνη. Ἔκλεισε προατατευτικὰ μέσα στὴ σκοτεινὴ άγκαλία της πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ἑλληνικοὺς θυσαυροὺς προφυλάσσοντάς τους ἀπὸ τὴν ὀργὴ καὶ τὴ μανία τῶν χριστιανῶν. Ἀλλὰ στάθηκε καὶ ἀνοιχτοχέρα προσφέροντάς μας πολλοὺς ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς ποὺ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια ἔκρυβε μέσα της. Πολλὰ ἀπὸ τὰ χάλκινα κυρίως ἀγάλματα ποὺ σήμερα κοσμοῦν τὶς αἴθουσες τῶν μουσείων μας ἔχουν βρεθεῖ στὴ θάλασσα, εἴτε τυχαῖα, εἴτε κατόπιν ἐρευνῶν τῆς Ἐφορείας Ἐνάλιων Ἀρχαιοτήτων. Τὸ σημαντικότερο ἕως τώρα ἐνάλιο εὕρημα εἶναι βέβαια τὸ «Ναυάγιο τῶν Ἀντικυθήρων» ποὺ φορτωμένο μὲ κάπου τριάντα γλυπτὰ ἦρθε στὸ φῶς τὸ 1900 ἀπὸ τυχαῖο γεγονός, ὅταν Καλύμνιοι σφουγγαράδες τὸ ἐντόπισαν καὶ ἀνέφεραν τὸ εὕρημά τους.
Ἀλλὰ καὶ τὸ 1906 στὰ ἀνοιχτὰ τῆς Μαχντίας, στὴν Τυνησία, ἀνακαλύφθηκε, πάλι τυχαῖα, μεγάλο ναυάγιο φορτωμένο μὲ ἀρχιτεκτονικὰ μέλη καὶ γλυπτά. Εἴκοσι χρόνια ἀργότερα, στὰ νερὰ τοῦ Ἀρτεμισίου θὰ προβάλει τὸ θαυμάσιο χάλκινο ἄγαλμα αὐστηρῆς τεχνοτροπίας ποὺ εἶναι γνωστὸ ὡς ΠοσειδῶνΔίας τοῦ Ἀρτεμισίου καὶ ἔχουμε τὴν τύχη νὰ κοσμεῖ τὸ Ἐθνικό μας Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο στὴν Άθήνα.
Γενικὰ τὰ χάλκινα ἀγάλματα εἶναι σπάνια ἀφοῦ στὸ διάβα τοῦ χρόνου πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ἐκαταστράφησαν γιὰ νὰ γίνουν κρᾶμα μετάλλων γιὰ κάθε χρήση... Ὁ χριστιανισμός, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀνέλαβε τὰ ἰνία τῆς πολυπόθητης γι᾿ αὐτὸν ἐξουσίας καὶ ἀναγνωρίστηκε ὡς ἡ μοναδικὴ ἐπίσημη θρησκεία, δὲν ἄφησε σὲ χλωρὸ κλαρὶ τὰ ἔργα αὐτά. Θὰ θυμίσουμε μόνο τὸ γεγονὸς πὼς τὸ χρυσελεφάντινο ἄγαλμα τοῦ ναοῦ τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς στὴν Ὀλυμπία ποὺ σύρθηκε -κυριολεκτικά- ὡς τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ λιώθηκε στὰ ἐκεῖ καμίνια!
Ἔτσι, πολὺ λίγα εἶναι τὰ ἔργα γλυπτικῆς ποὺ μᾶς σώζονται ἂν τὰ συγκρίνει κανεὶς μὲ ὅσα, γιὰ παράδειγμα, μᾶς περιγράφει ὁ περιηγητὴς τοῦ 2ου μ.Χ. αἰώνα Παυσανίας στὸ πολύτιμο ὁδοιπορικό του.
Γενικὰ στὰ νερὰ τῆς Μεσογείου ἔχουν καταγραφεῖ περισσότερες ἀπὸ σαράντα περιπτώσεις παρόμοιων ὑποθαλάσσιων ἀνακαλύψεων. Γνωστὴ εἶναι καὶ ἡ περίπτωση τοῦ «Πολεμιστῆ τοῦ Γκεντὶ» ποὺ πιθανότατα ἀποτελεῖ πρωτότυπο ἔργο τοῦ σπουδαίου γλύπτη Λυσίππου, ποὺ βρῆκαν τυχαῖα ψαράδες καὶ ποὺ παράνομα μεταφέρθηκε στὶς ΗΠΑ. Πρόσφατα μάλιστα στὸ λιμάνι τοῦ Μπρίντιζι ἀνελκύστηκε φορτίο ποὺ εἶχε διασκορπιστεῖ στὴ θάλασσα καὶ ἀποτελούνταν ἀπὸ 150 θραύσματα χάλκινων ἀγαλμάτων, τὰ ὁποῖα χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸν 4ο μέχρι τὸν 3ο αἰώνα π.Χ.


 

Ἡ ἀνεύρεση
Κοντὰ στὶς ἀκτὲς τοῦ Ἰονίου ἐκεῖ ποὺ τὰ γαλαζοπράσινα νερὰ γίνονται σκουρόχρωμα, ἕνας χάλκινος βραχίονας προεξεῖχε ἀπὸ τὴν χρυσοκόκκινη ἄμμο καὶ τὰ πρασινωπὰ χαλίκια. Ἦταν 16 Αὐγούστου τοῦ 1972.
Ἕνας δύτης, ὁ Στέφανο Μαριτσίνι ἀνακαλύπτει ἐντελῶς τυχαῖα τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ δύο ἀγάλματα σὲ ἀπόσταση περίπου 300 μέτρων ἀπὸ τὴν παραλία τοῦ Ριάτσε, Μαρίνα. Ἡ Ἐφορεία Ἐνάλιων Ἀρχαιοτήτων ἐνημερώθηκε ἄμεσα καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες δύο χάλκινα ἀγάλματα ἀνελκυστήκαν ἀπὸ βατραχανθρώπους τῆς ἀστυνομίας τῆς Μεσσήνης.
Τὰ δύο γλυπτὰ εικονίζουν ἕναν νεαρὸ καὶ ἕναν ἐνήλικα καὶ ὀνομάστηκαν, ἀντίστοιχα, Γλυπτὸ Α καὶ Γλυπτὸ Β. Ἀμέσως ἔγινε ἀντιληπτὸ πὼς πρόκειται γιὰ δυὸ σπανιότατα ἑλληνικὰ πρωτότυπα. Πολλοὶ μελετητὲς συμφωνοῦν στὴν χρονολόγηση τοῦ πρώτου, γύρω στὸ 460 π.Χ. καὶ τοῦ δεύτερου περίπου 30 χρόνια ἀργότερα.
Μιλᾶμε βέβαια γιὰ σημαντικότατη ἀρχαιολογικὴ ἀνακάλυψη, ἀλλὰ παράλληλα καὶ γιὰ τὴν ἀπαρχὴ δύσκολων ἐρωτημάτων. Καὶ πρῶτα - πρῶτα, ποῦ εἶναι τὸ ναυάγιο; Οἱ ἔρευνες ποὺ διενεργήθησαν τὴν ἑπόμενη χρονιὰ ἀπὸ ἕναν ἐκ τῶν μεγαλυτέρων Ἰταλῶν ἀρχαιολόγων, τὸν Νίνο Παμπόλια, δὲν κατόρθωσαν νὰ τὸ ἐντοπίσουν. Βρέθηκαν μόνο 28 μολύβδινοι κρίκοι, ποὺ πιθανότατα χρησιμοποιούνταν γιὰ τὰ πανιά, καθὼς καὶ ἕνα ἀκατέργαστο τμῆμα ξύλου, καταφαγωμένο ἀπὸ θαλάσσιους ὀργανισμούς, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς καρίνας. Γιὰ τὸν Λαμπόλια, τὰ δυὸ χάλκινα ἀγάλματα πρέπει νὰ ρίχτηκαν στὴ θάλασσα, μαζὶ μὲ ἕνα μέρος τῶν ἰστίων προκειμένου νὰ ἐλαφρύνει κάποιο σκάφος ποὺ κινδύνευε νὰ βυθιστεῖ. Τὸ σκάφος βυθίστηκε πιὸ μακριά ἢ προσέκρουσε στὴν ἀκτή. Γιὰ ἄλλους, τὸ ναυάγιο διαλύθηκε καὶ διασκορπίστηκε στὰ κύματα.
Ἔντονες συζητήσεις ἔχουν ξεσπάσει μεταξὺ τῶν μελετητῶν ἀναφορικὰ μὲ τὴν προέλευση τῶν ἀγαλμάτων καὶ τὴν ταυτότητα τοῦ καλλιτέχνη ἢ τῶν καλλιτεχνῶν ποὺ τὰ δημιούργησαν.
Γίνεται λόγος γιὰ τὸν μεγάλο Φειδία, γιὰ τὴ σχολὴ τοῦ Πραξιτέλους, τοῦ Πυθαγόρα, τοῦ μεγάλου χαλκουργοῦ ἀπὸ τὸ Ρήγιο τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας. Ἄλλοι ισχυρίζονται πὼς πρόκειται γιὰ ἀφιερώματα τῶν Ἀργείων στοὺς Δελφοὺς καὶ τὰ ἀποδίδουν στὸν Ἀλκαμένη καὶ στὸν Ἀργεῖο γλύπτη Ἀγελάδα. Παράλληλα ζητεῖται ἡ συνδρομή τῶν μαρτυριῶν τῶν ἀρχαίων συγγραφέων, ὥστε νὰ ἀποδοθοῦν τὰ δυὸ χάλκινα ἀγάλματα στὸν ἕναν ἥ στὸν ἄλλον. Πρὸς τὸ παρόν, πρόκειται γιὰ ἀδιέξοδες ἀντιπαραθέσεις, δεδομένου ὅτι τὸν 5ο αἰώνα π.Χ. στὸν ἑλληνικὸ κόσμο δραστηριοποιοῦνταν χιλιάδες γλύπτες καὶ ὁμάδες ἐργασίας, γιὰ τοὺς ὁποίους οἱ ἀρχαῖοι θεώρησαν σκόπιμο νὰ καταγράψουν κυρίως παράξενες ἱστοριοῦλες ἢ παράδοξα σχετικὰ μὲ τὴν τεχνικὴ δεινότητα λίγων καλλιτεχνῶν.
Τὰ δυὸ χάλκινα ἀγάλματα μεταφέρθηκαν στὴν Φλωρεντία ὅπου ὑπέστησαν μακρὲς ἐπεμβάσεις ἀποκατάστασης. Ἔφτασε αἰσίως τὸ 1980 καὶ μόνο τότε εἶχαν πλέον ὁλοκληρωθεῖ οἱ ἐργασίες, ἔτσι ποὺ ἦρθε ἡ ὥρα καὶ οἱ δυὸ «Πολεμιστὲς τοῦ Ριάτσε», ὅπως ὀνομάστηκαν, ἐκτέθηκαν στὸ κοινό, Σήμερα ὁ ἐπισκέπτης μπορεῖ νὰ θαυμάσει τὰ δυὸ ἀριστουργήματα τῆς ἀρχαίας ἐλληνικῆς γλυπτικῆς στὸ Ἀρχαιολογικό Μουσεῖο τοῦ Ρηγίου τῆς Καλαβρίας (Reggio di Calabria), χῶρο ὅπου καὶ ἐκτίθονται μόνιμα.

 

Τὰ γλυπτὰ
Οἱ δυὸ ἥρωες ἐμφανίζονται μὲ ὅλη τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴ ζωντάνια τους, μὲ τὰ ἔνθετα μάτια ἀπὸ πέτρα καὶ ὑαλοπολτό, τὶς θηλὲς καὶ τὰ χείλη ἀπὸ κόκκινο χαλκό, καὶ τὰ δόντια ἀπὸ ἄργυρο νὰ ἀκτινοβολούν πίσω ἀπὸ τὴ θεατρικότητα καὶ τὸ ἔντονο πάθος ποὺ ἀποπνέουν οἱ μορφές τους, μορφὲς ποὺ ξεπερνοῦν τὸ ὕψος τῶν δύο μέτρων.
Ἐρχόμαστε στὸ 1984, στιγμὴ ποὺ πιὰ καταλάγιασε τὸ μεγάλο κύμα δημοτικότητας τῶν δύο χάλκινων ἀγαλμάτων. Συζητιόταν λοιπὸν τότε νὰ ἀποσταλοῦν στὸ Λὸς Ἄντζελες προκειμένου νὰ ἐκτεθοῦν ἀκεῖ μὲ ἀφορμὴ τοὺς Ὀλυμπιακούς Ἀγῶνες ποὺ φιλοξενούσε ἡ πόλη. Μιὰ ἐπιστημονικὴ ἐπιτροπή, ἐπιφορτισμένη μὲ τὸ καθήκον νὰ ἐκτιμήσει τὴ δυνατότητα μεταφορᾶς τους, ἔδωσε -εὐτυχῶς- ἀρνητικὴ ἀπάντηση, μιὰ καὶ στὸ ἐσωτερικὸ τῶν ἀγαλμάτων βρίσκονται σὲ ἐξέλιξη διαδικασίες διάβρωσης. Τὰ ἀγάλματα περιείχαν ἀκόμα τὸ ἀρχικὸ χυτευτικὸ σύντηγμα ποὺ ἔπλασαν οἱ Ἕλληνες γλύπτες, τὸ ὁποῖο ἀφαιρέθηκε γιατὶ ἐπιδροῦσε στὸ μέταλλό τους.
Ὅλα τὰ παραπάνω ἀναφέρονται σὲ καθαρὰ ἐγκυκλοπαιδικὲς πληροφορίες γύρω ἀπὸ τὰ δύο χάλκινα ἀγάλματα. Ἀλλὰ ποιοὶ μπορεῖ νὰ εἶναι οἱ δυὸ μορφὲς ποὺ εἰκονίζονται πάνω τους. Ὁ ἀκαδημαϊκὸς Χρύσανθος Χρήστου, στὸ βιβλίο του ὑπὸ τὸν τίτλο: Περικλῆς καὶ Ἐφιάλτης. Οἱ ἀνδριάντες τοῦ Ριάτσε ὡς τυραννοκτόνοι, (ἔκδοση τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν 2004) ὑποστηρίζει τὴν ἐκδοχὴ καὶ λέει πὼς πρόκειται γιὰ τὸν Περικλή καὶ τὸν Ἐφιάλτη. Ἄλλοι πάλι μιλοῦν καὶ ἰσχυρίζονται πὼς τὰ δυὸ γλυπτὰ εἰκονίζουν τὸν Μιλτιάδη καὶ τὸν Κόρδο. Ὁ Ἰταλὸς ἱστορικὸς Paolo Moreno ὑποστηρίζει πὼς ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μορφὲς ἀπὸ τοὺς Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας.
Δὲν μποροῦμε, καὶ δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ ἀντικρούσουμε τὴν ἐργασία τοῦ κυρίου Χρήστου καὶ τῶν ἄλλων μελετητῶν. Μὲ τὰ χρόνια πιστεύουμε πὼς καὶ ἄλλες ἐργασίες θὰ δοῦν τὸ φῶς καὶ εὐελπιστοῦμε, ἄλλα, νέα εὑρήματα, νὰ ρίξουν φῶς καὶ νὰ ἀποκαλύψουν μυστικὰ ποὺ μέχρι σήμερα παραμένουν ἑρμητικὰ σφραγισμένα.
Ἁπλά, τελειώνοντας τοῦτο τὸ κείμενο θὰ θέλαμε νὰ κάνουμε μιὰ μικρὴ νύξη καὶ νὰ ποῦμε πώς, πιθανόν -λέμε πιθανόν- νὰ μὴν μιλᾶμε γιὰ κάποιους γνωστούς. Ἐξάλλου τί δουλειὰ θὰ εἶχαν τὰ ἀγάλματα Ἑλλήνων πολιτικῶν ἡγετῶν νὰ συρθοῦν στὴν Ἰταλία! Πιθανόν –λέμε πάλι, πιθανόν- ἡ λύση νὰ εἶναι πολὺ ἁπλή. Τόσο ἁπλὴ ποὺ μᾶς διαφεύγει.
Μὲ λίγα λόγια πιστεύουμε πὼς ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ ἕνα ἐρωτικὸ ζευγάρι πολεμιστῶν τοῦ Θηβαϊκοῦ κύκλου, προγόνων τοῦ Ἱεροῦ Λόχου. Ἐραστὴ καὶ ἐρωμένο. Ἕνα ἐρωτικὸ ζευγάρι δύο «ἀγνώστων» Ἕλλήνων πολεμιστῶν. Ἡ ρώμη, τὰ ὄλκιμα, γεμάτα ὑγεία καὶ ἐνέργεια σώματά τους στὰ ὁποῖα ἀποδίδονται λεπτομερῶς μύες, φλέβες, καὶ ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἀνθρώπινης ἀνατομίας, αὐτὸ μᾶλλον ὑποδεικνύουν. Καὶ βέβαια τὸ γεγονὸς πὼς οἱ δυὸ πολεμιστὲς εἰκονίζονταν μὲ πλήρη ἐξολισμὸ: ἀσπίδες, ξίφη, κράνη καὶ δόρατα. Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ γιὰ νὰ τὰ δεῖ κανεὶς καὶ νὰ τὰ ἐντάξει στὴ μελέτη του θὰ πρέπει πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα νὰ «βγεῖ» ἀπὸ τὰ ὅρια ποὺ τοῦ παρέχουν οἱ γνώσεις τῶν ἀντίστοιχων περγαμηνῶν -τὶς ὁποῖες «βαρέως» φέρει- καὶ βέβαια νὰ εἶναι ποιητής, -ἂν θέλει νὰ καταλήγει σὲ συμπεράσματα ποὺ θὰ ταρακουνοῦν καὶ ὄχι σὲ «κοινὰ ἀποδεχτὲς» λύσεις...
Διόλου τυχαῖο ποὺ ἀκόμα καὶ σήμερα στὴν Ἑλλάδα δὲν ἔχει τυπωθεῖ σὲ βιβλίο μιὰ μελέτη γιὰ τὴν ὁμοφυλοφιλία στὴν ἀρχαιότητα! Ἐννοοῦμε ντόπια μελέτη καὶ ἔκδοση, γιατὶ ὅ,τι ἔχουμε πάνω σὲ αὐτὸ τὸ θέμα εἶναι μεταφράσεις ξένων μελετητῶν. Συγνώμη ἀλλὰ ξεχάσαμε -ἡ ἡλικία βλέπετε- ὑπάρχει τὸ βιβλίο τοῦ Ἀδώνιδος Γεωργιάδη...




Ἐπιλεκτικὴ Βιβλιογραφία
Γιαλούρης Νικόλαος, Ἀρχαῖα γλυπτὰ - Ἑλληνικὴ Τέχνη, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1990.
Θουκιδίδου, Ἱστορία, μετ. Φιλ. Παππᾶς, Ἐκδόσεις Ἐπιστημονικὴ Ἑταιρεία τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων «Πάπυρος», Ἀθήνα 1954.
Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, συλλογικό, τόμ. Α᾿ - Β᾿, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1990.
Ἰωάννου Ἐρν. Ζεγκίνη, Τὸ Ἄργος διὰ μέσου τῶν Αἰώνων, 3η ἔκδοσις, Ἀθήνα 1996.
Κοκκίνης, Σπύρος, Τὰ Μουσεῖα τῆς Ἑλλάδας, Ἐκδόσεις Βιβίοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας», Ἀθήνα 1979.
Κοφινιώτου Ἰωάννου Κ., Ἱστορία τοῦ Ἄργους ἀπὸ τῶν Ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ἡμῶν, Ἐν Αθῆναις, Τυπογραφεῖον ὁ «Παλαμήδης» 1892· ἐπανέκδοση ὑπὸ τὸν ἴδιο τίτλο, Ἑκδόσεις Ἐκ Προοιμίου 2008.
Κροντηρᾶ Λήδα, Ἀθήνα τοῦ Περικλῆ, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν 1990.
Μπένγκτσον Χέρμαν, Ἱστορίας τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδας, μετ. Ἀνδρέας Γαβρίλης, Ἐκδόσεις Μέλισσα, Ἀθήνα 1979.
Robinson Charles - Alexader & Botsford George - Willis, ρχαία Ἑλληνικὴ Ἱστορία, μετ. Σωτηρίου Ε. Τσιτσώνης, Ἐκδόσεις Μορφωτικὸ Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης, Ἀθήνα 2008.
Χρήστου Χρύσανθος Α. Περικλῆς καὶ Ἐφιάλτης. Οἱ ἀνδριάντες τοῦ Ριάτσε ὡς τυραννοκτόνοι, Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 2004.

© κειμένου: www.gayekfansi.blogspot.com - μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος.
© φωτογραφιῶν: στοὺς φωτογράφους καὶ στὸ ρχαιολογικό Μουσεῖο τοῦ Ρηγίου τῆς Καλαβρίας (Reggio di Calabria).










Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2020

«Mephisto» τοῦ Klaus Mann



 



Τὸ Μεφίστο τοῦ Κλάους Μὰν κυκλοφορεῖ σὲ νέα μετάφραση ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις Ἕρμα
Ὁ Κλάους Μὰν (Klaus Mann) ἔγραψε τὸ ἔργο Μεφίστο (Mephisto) τὸ 1936, τρία χρόνια δηλαδὴ μετὰ τὴν ἀνάλυψη τῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὸν Χίτλερ καὶ τοὺς ναζί. Τὸ ἔργο ἐκδόθηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὸν ἴδιο χρόνο ἀπὸ τὸν ἐκδοτικὸ οἴκο «Κβέριντο», στὸ Ἄμστερνταμ καὶ μάλιστα στὰ γερμανικά.
Ἀκολούθησαν μεταφράσεις του σὲ πολλὲς γλῶσσες, μέχρι σήμερα ἔντεκα συνολικά. Στὴ Γερμανία κυκλοφόρησε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 1956 ἀπὸ τὸν ἐκδοτικὸ οἴκο «Ἀνασυγκρότηση», στὸ Ἀνατολικό Βερολίνο. Ἀκολούθησαν δίκες ἀφοῦ ὁ Πέτερ Γκόρσκι, θετὸς γιὸς καὶ κληρονόμος τοῦ ἡθοποιοῦ Γκούσταβ Γκρύντγενς, -ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὸν μυθιστορηματικὸ ἥρωα τοῦ ἔργου- ὑπέβαλλε μήνυση καὶ ζητοῦσε τὴν ἀπαγόρευση τῆς κυκλοφορίας τοῦ ἔργου. Στὴ Δυτικὴ Γερμανία κυκλοφόρησε μόλις τὸ 1981 ἀπὸ τὸν ἐκδοτικὸ οἴκο «Rowohlt», χωρὶς νὰ λείψουν καὶ ἐκεῖ οἱ δικαστικοὶ ἀγῶνες ἐναντίον του. Περισσότερα γιὰ τὴ δικαστικὴ μάχη, γνωστὴ ὡς «Δίκη τοῦ Μεφίστο», ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν Κλάους Μὰν ὁ ἀναγνώστης μπορεῖ νὰ βεῖ στὸ ἀφιέρωμά μας στὸν συγγραφέα (κλὶκ ἐδῶ).
Τὸ μυθιστόρημα τοῦ Κλάους Μὰν Μεφίστο, κυκλοφόρησε στὴ χώρας τὸ 1982 ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Εὐρωεκδοτική, μὲ τίτλο: Μεφίστο - Μυθιστόρημα μιᾶς καριέρας, σὲ εἰσαγωγὴ καὶ μετάφραση τοῦ Α. Ἡλιόπουλου. Τριανταεπτὰ χρόνια μετὰ τὴν πρώτη κυκλοφορία του, τὸ ἐμβληματικὸ ἔργο τοῦ Κλάους Μὰν κυκλοφορεῖ καὶ πάλι στὴ γλώσσα μας ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις Ἕρμα, σὲ μετάφραση τῆς Σοφίας Αὐγερινοῦ.
Στὸ ὀπισθόφυλλο τῆς νέας ἔκδοσης διαβάζουμε:
Τὸ Μεφίστο τοῦ Κλάους Μάν, δημοσιευμένο τὸ 1936, ἐντάσσεται πλέον στὰ κλασικὰ ἔργα τῆς γερμανικῆς λογοτεχνίας τοῦ Μεσοπολέμου. Ἐμπνευσμένο ἀπὸ τὸν γνωστό μύθο τοῦ Φάουστ, τὸ Μεφίστο αποτελεῖ τὴν προκλητικὴ τοιχογραφία μιᾶς ἔντονης καὶ ταραχώδους ἐποχῆς, ποὺ ὁδήγησε τελικὰ στὴν ἐπικράτηση τοῦ ναζισμοῦ.
Ὁ Χέντρικ Χέφγκεν, ἕνας πολὺ ταλαντοῦχος καὶ φιλόδοξος ἠθοποιὸς τοῦ θεάτρου στὴ Γερμανία τῆς Δημοκρατίας τῆς Βαϊμάρης, ὑπέρμαχος τῆς ἐλευθερίας καὶ τῶν σοσιαλιστικῶν ἰδεῶν, ἔχει ἕναν καὶ μοναδικὸ στόχο: νὰ διαπρέψει στὰ μεγάλα θέατρα τῆς Γερμανίας, καὶ ἰδιαίτερα στὴ σκηνὴ τοῦ Βερολίνου. Ἡ ἄνοδος, ὅμως, τοῦ Χίτλερ στὴν ἐξουσία καὶ ἡ συνακόλουθη ροὴ τῶν γεγονότων θέτει σὲ δοκιμασία τὰ ὅρια καὶ τὶς ἀντοχές του. Ὁ Χέφγκεν ἀρχίζει σταδιακὰ νὰ ἀπαρνεῖται τὶς ἰδέες του καὶ τὰ ἀγαπημένα του πρόσωπα καὶ συνομολογεῖ μὲ τὸ Κακό. Ἡ ματαιοδοξία του ὑπερισχύει τῶν πάντων. Ὅμως, οἱ ἠθικές συνέπειες τῆς προδοσίας του τὸν κατατρύχουν, μετατρέποντας τὸ ὄνειρο σὲ ἕναν φρικτὸ ἐφιάλτη.
Ἡ σχέση τέχνης καὶ πολιτικῆς, ἐξουσίας καὶ ἠθικῆς, οἱ κοινωνικὲς καὶ ἱστορικὲς προϋποθέσεις ποὺ ἔκαναν δυνατὴ τὴν ἐπικράτηση τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ καὶ τὸ δριμὺ «κατηγορῶ» ἐναντίον του εἶναι μερικὰ ἀπὸ τὰ θέματα μὲ τὰ ὁποῖα ἀναμετρᾶται ὁ Κλάους Μὰν στὸ Μεφίστο. Ἀρκετοὶ ἥρωες τοῦ ἔργου παραπέμπουν σὲ ὑπαρκτὰ πρόσωπα, γεγονὸς ποὺ δημιούργησε πολλὲς ἀντιδράσεις καὶ τὴν περίφημη «Δίκη τοῦ Μεφίστο», τὴ γνωστότερη λογοτεχνικὴ δίκη στὴ μεταπολεμικὴ Γερμανία.

«Πιστεύω εἰλικρινὰ ὅτι ὁ Κλάους Μὰν ἦταν ἀπὸ τοὺς πιὸ ταλαντούχους συγγραφεῖς τῆς γενιᾶς του, ἴσως καὶ ὁ καλύτερος ἀπ' ὅλους...»
Τόμας Μαν





Ἀφιέρωμα τοῦ blog στὸν Κλάους Μὰν: Κλὶκ ἐδῶ