Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Ἕνα ποίημα τοῦ Γιάννη Ρίτσου







ΚΑΘΟΔΟΣ
Κατέβηκαν ἀπ᾿ τὸ βουνὸ μὲ τὸ σούρουπο.
Τὸ δρόμο δὲν τὸν μέτρησαν οὔτε ἀνεβαίνοντας οὔτε κατεβαίνοντας.
Τὸ ὕψος εἶταν καταφύγιο, κατάφωτο. Ὥσπου βράδιασε.
Ὅταν γύρισαν, δὲ θυμήθηκαν τίποτα.

Μέσα στὶς ἱδρωμένες τους παλάμες, εἶχαν κιόλας μαραθεῖ τὰ λουλούδια -
τὸσο δρόμο νὰ τὰ μεταφέρουνε, μὲ τόσες προφυλάξεις,
καὶ τὰ πετάξανε ἕνα βῆμα ἀκριβῶς πρὶν άπ᾿ τὸ σπίτι τους





Γιάννης Ρίτσος, «Ἀσκήσεις» 1950 -1 960, Γιάννης Ρίτσος Ποιήματα Τόμος Γ᾿ Ἐκδόσεις Κέδρος, Ἀθήνα 1975.




Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2018

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΡΑΟΥΝΑΚΗΣ: «Lorca Duende - Τα τραγούδια»






ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΡΑΟΥΝΑΚΗΣ: «Lorca Duende - Τα τραγούδια» (βιβλίο + CD)
Υπό τον τίτλο Lorca Duende τα τραγούδια, το εμβληματικό κείμενο του Λόρκα επιτυχημένα ανέβηκε με τα φτερά μιας μουσικής λειτουργίας, παντρεμένο με δέκα μελοποιημένα ποιήματα του Ισπανού ποιητή σε μετάφραση Ανδρέα Αγγελάκη τον περασμένο Απρίλιο και Μάιο στο Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν. Ο όρος Duende προέρχεται από την διάλεξη που έδωσε ο Λόρκα τον Οκτώβριο του 1934 στο Μπουένος Άιρες, κατά την διάρκεια της περιοδείας που έκανε τότε ο θιάσός του στην Λατινική Αμερική.
Το Ντουέντε είναι μια από κείνες τις λέξεις που παγώνουν τις πένες των μεταφραστών πολύ δε περισσότερο των λεξικογράφων καὶ των φιλοσόφων, και αυτό γιατί όχι μόνο είναι αμετάφραστες αλλά και δυσκολοπροσδιόριστες σε άλλη γλώσσα.
Παρ᾿ όλ᾿ αυτά η ποιήτρια Ολυμπίας Καράγιωργα έδωσε μια εμπνευσμένη μετάφραση της διάλεξης του Λορκα στη γλώσσα μας (Εκδόσεις Εστία), αποσπάσματα της οποίας ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει στο βιβλίο που συνοδεύει τον υψηλής αισθητικής δίσκο. Δίσκο τον οποίο και προτείνουμε ανεπιφύλαχτα.
Παρουσιάζουμε λοιπόν εδώ, στη συνέχεια -ελλείψει χρόνου για ένα δικό μας- το κείμενο της φιλολόγου Ανθούλας Δανιήλ.

gayekfansi.blogspot.com

 

 



«Σταμάτης Κραουνάκης: “Lorca Duende”»
της Ανθούλας Δανιήλ1
«Ανέκαθεν εξυφαινόταν μια συνωμοσία ενάντια στην ποίηση, ενάντια στη λευτεριά!» έλεγε ο Φλομπέρ και «είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς», έλεγε ο Νίκος Εγγονόπουλος στο ποίημά του το αφιερωμένο στον Λόρκα, ρίχνοντας το ανάθεμα στους φασίστες που σκότωσαν τον ποιητή και στους αργόσχολους γραφιάδες φασίστες από τους οποίους υπέφερε ο ίδιος. Κι αυτή η acciόn vil y disgraciado συνέβη το 1936 στην Ισπανία. Στα 38 του χρόνια, σ’ ένα χαντάκι του Καμίνο ντε λα Φουέντε, άγνωστο πού ακόμα, μαζί με άλλους σαν κι αυτόν, ή σχεδόν σαν κι αυτόν, επέπρωτο να τελειώσει τη ζωή του ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του αιώνα του, στην Ισπανία και στον κόσμο όλο.
Δεν ευτύχησε να δει την απήχηση του έργου του, το οποίο όμως είχε αγγίξει την κορυφή και τις καρδιές του κοινού. Στην Ελλάδα, ποιος μπορεί να ξεχάσει τον θρήνο της μάνας στον Ματωμένο γάμο με την Κατίνα Παξινού, τη στείρα Γέρμα στο Ηρώδειο, τα ανομολόγητα καταπιεσμένα ερωτικά ένστικτα των κοριτσιών στο Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα; Και στα τραγούδια, ποιος μπορεί να ξεχάσει την επιβλητική φωνή του Μάνου Κατράκη στην απαγγελία στο Θάνατο του Ιγνάθιο, σε μελοποίηση του Σταύρου Ξαρχάκου: «Πέντε η ώρα που βραδιάζει […] κι ήτανε πέντε σ’ όλα τα ρολόγια». Αλλά και τα τραγούδια του Ματωμένου γάμου από τον Χατζιδάκι –«Γύρνα φτερωτή του μύλου να περάσει το νερό»– κι αμέσως εικόνες εξοχής, ήχοι νερών και μουσικές εξαίσιες και φωνές μάς πάνε πίσω, σε χρόνια που σήμερα μας μοιάζουν μυθικά. Κι εκεί που όλα ζουν στον μύθο, ξαφνικά μια νέα «δουλειά», ένας σύγχρονος συνθέτης και φωνές φρέσκες: ο πολυτάλαντος Σταμάτης Κραουνάκης και οι άξιοι συνεργάτες του –Χρήστος Γεροντίδης και Κώστας Μπουγιώτης– λες και πιάνουν το νήμα εκεί που το είχε αφήσει ο Χατζιδάκις, ζωντανεύουν ό,τι κοιμήθηκε ή χάθηκε ή μπλέχτηκε στον θόρυβο της καθημερινής ζωής. Η φτερωτή γυρίζει και το νερό στο αυλάκι τρέχει με ένα duende, που διαπερνά και οιστρηλατεί δέκα τραγούδια και «Η θάλασσα χαμογελάει από μακριά/ Δόντια από αφρό,/ χείλια ουρανό».
Το ελληνικό κοινό, που αγάπησε τον Λόρκα, θα νιώσει ακούγοντας την παρούσα δουλειά του Κραουνάκη τη διονυσιακή έκσταση.
Στο βιβλίο που συνοδεύει το υπέροχο CD, ο Marcos G. Breuer προσπαθεί να μας εξηγήσει τι είναι το duende (ντουέντε). Ο Λόρκα έγραψε ένα δοκίμιο για το duende, που το παρουσίασε στην Αργεντινή το 1934, για να δώσει τα χαρακτηριστικά του. Αυτό, ωστόσο, αντιστέκεται σε κάθε περιοριστικό ορισμό. Εμείς το απολαμβάνουμε στην εμπνευσμένη μετάφραση της ποιήτριας Ολυμπίας Καράγιωργα.
Ο Breuer διακρίνει στην ποίηση του Λόρκα «ερωτισμό», «φλόγα μπροστά στη ζεστή παρουσία του άλλου σώματος», πόθο που δεν ολοκληρώνεται, έρωτα και θάνατο. Κι εδώ θα κάνω μια παρέκβαση για να θυμίσω ότι η μεγαλύτερη αδικία στη ζωή είναι το παιδί που δεν έπαιξε και η κόρη που δεν έσμιξε με τον άντρα που ήθελε, όπως λέει ο Ελύτης, που είναι ένας από τους μεταφραστές του Λόρκα στην Ελλάδα. Κι ακόμα ο Breuer συνδέει το duende με το «δαιμόνιο» που κινούσε τον Σωκράτη. Το duende που βρίσκεται βαθιά στη ρίζα του Ισπανού κι αυτό αποτελεί τη σφραγίδα του, που δεν πρέπει να παραχαραχτεί από την επικοινωνία του με τους άλλους Ευρωπαίους.
Duende, λοιπόν, έρωτας και θάνατος, πόνος, πόθος, πάθος, που ίσως, επειδή δεν ολοκληρώνεται, εξιδανικεύεται και, ακόμα, αυθεντικότητα, ισπανικότητα, μεράκι, καημός αθεράπευτος.
Στο βιβλίο ακολουθεί ένα αυτοβιογραφικό σημείωμα του Λόρκα, στη συνέχεια ένα κείμενο του Σαλβαντόρ Νταλί, του εκκεντρικού ζωγράφου, φίλου του: «Ο άμοιρος ποιητής Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα! Όλε!». Έτσι, με ένα «Όλε!» σαν να παρακολουθεί ταυρομαχία ή σαν να χορεύει φλαμέγκο, υποδέχτηκε τον θάνατο του Λόρκα ο Νταλί. Ο Λόρκα μιλούσε συνέχεια για τον θάνατό του, τον σκηνοθετούσε, τον χορογραφούσε, ήταν έτοιμος από καιρό. «Ο ποταμός Γουαδαλκιβίρ έχει τα γένια του άλικα/ έχει η Γρανάδα δυο ποτάμια/ το ’να είναι από δάκρυα/ τ’ άλλο αίμα». Αν ο Λόρκα είχε δεχτεί την πρόσκληση του Νταλί να πάει στην Ιταλία, θα είχε γλιτώσει την εκτέλεση, δεν θα είχε δει «το φεγγάρι στην Κιντάνα των νεκρών». Ο Κραουνάκης και τα εξαπτέρυγά του –Μπουγιώτης και Γεροντίδης– προσφέρουν ύμνο στον νεκρό: «Κοίτα εκείνο το άσπρο παλικάρι,/ το λιωμένο σώμα του για δες!/ Είναι το φεγγάρι που χορεύει/ στην Κιντάνα των νεκρών».
Είναι συγκλονιστική η αφήγηση του Νταλί για τον «τραγικό μύθο του Εσπερινού του Μιλέ», τη μουσική του Μπιζέ και την ανέκδοτη του Νίτσε –στα πρόθυρα της τρέλας– για ένα μπαλέτο που ετοίμαζε, αλλά δεν έγινε ποτέ. Ο Νταλί υποστηρίζει ότι ο Λόρκα ήταν «εξιλαστήριο θύμα ζητημάτων προσωπικών, υπερπροσωπικών και τοπικών και, πάνω απ’ όλα, το πιο αθώο θύμα της παντοδύναμης και κοσμικής σύγχυσης του ισπανικού εμφυλίου πολέμου».
Ο Γιώργος Σαμπατακάκης γράφει ότι ο Κραουνάκης «ήρθε στην ελληνική μουσική με το ντουέντε ενός Διονύσου», ανήκει σ’ αυτούς που «ανέταξαν την τοπιογραφία και την Ηθική της αθηναϊκής νύχτας», «είναι […] ο γνησιότερος επίγονος του Μάνου Χατζιδάκι» και θα έλεγα προς επίρρωσιν ότι έχει δίκιο (ούτως ή άλλως) γιατί όταν τον ακούμε, νιώθουμε κάπως σαν να ακούμε τον Χατζιδάκι και τα παλικάρια του, τότε, στους Όρνιθες ή στον Μεγάλο ερωτικό. Μα, τα τραγούδια αυτού του CD, «Σ’ αγαπάω σαν τον θάνατο, Ισπανία κόκκινο πανί», δεν είναι τραγούδια αλλά θεατροποιημένα ποιήματα.
Ο Δημήτρης Μανιάτης μας θυμίζει ότι το σώμα του δολοφονημένου Λόρκα δεν βρέθηκε ποτέ, το πνεύμα του όμως ίπταται στη Φρυνίχου, όπου ο Κραουνάκης και η ομάδα του δίνουν την παράστασή τους. Οι σπαρακτικές φωνές του Χρήστου Γεροντίδη και του Κώστα Μπουγιώτη είναι ντουέντε.
Η Αγγελική Κορδέλλου κάνει λόγο για «σκηνική μουσική» του Κραουνάκη, για το «εύρος αναφορών σε Έλληνες συνθέτες και έργα προηγούμενων δεκαετιών», καθώς και τη «διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας», η οποία έχει αφομοιώσει όλο τον νεοελληνικό μουσικό θησαυρό.
Στο «Πέθανε την αυγή» μας ξεγελά για λίγο, σαν να αρχίζει εκείνο το «Νάνι νάνι» του Χατζιδάκι από τον Ματωμένο γάμο, ενώ στην εισαγωγή του «Γαζέλα απροσδόκητης αγάπης» κάπως σαν η μνήμη να έτρεξε στο All that Jazz του Μπομπ Φος.
Το ελληνικό κοινό, που αγάπησε τον Λόρκα, θα νιώσει ακούγοντας την παρούσα δουλειά του Κραουνάκη τη διονυσιακή έκσταση. Το ρίγος από τις «λέξεις που είναι σαν κραυγές πετεινών σε ανοιξιάτικους όρθρους».
Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος επισημαίνει αντιστοιχίες του ντουέντε στον Επιτάφιο θρήνο (που είχε την ευτυχία να παρακολουθήσει στη Σικελία, στα λατινικά, ελληνικά και αλβανικά), στα ηπειρώτικα και μανιάτικα μοιρολόγια, στους Αρμένιους μονοφυσίτες και Σύριους χριστιανούς στα Ιεροσόλυμα. Ακόμα, ενημερωμένος από τον Μάνο Χατζιδάκι πάνω στο ντουέντε και τον Γιάννη Τσαρούχη πάνω στο ζεϊμπέκικο, το ανακαλύπτει στον πυρρίχιο των Ποντίων και τον πεντοζάλη των Κρητών, σαν να λέμε σε τραγούδια δημοτικά, πηγή του αισθήματος του θανάτου που εμπεριέχει η δυσκολομετάφραστη αυτή λέξη και που στα ελληνικά την αποδίδει, ίσως, η λέξη «χαρμολύπη». Ο Κραουνάκης, κατά τον Γεωργουσόπουλο, «ανέγνωσε με το ήθος βυζαντινού ψάλτη και εξ άμβωνος αναγνώστη του Ευαγγελίου» τον Λόρκα.
Κι εκεί που όλα ζουν στον μύθο, ξαφνικά μια νέα «δουλειά», ένας σύγχρονος συνθέτης και φωνές φρέσκες: ο πολυτάλαντος Σταμάτης Κραουνάκης και οι άξιοι συνεργάτες του –Χρήστος Γεροντίδης και Κώστας Μπουγιώτης– λες και πιάνουν το νήμα εκεί που το είχε αφήσει ο Χατζιδάκις, ζωντανεύουν ό,τι κοιμήθηκε ή χάθηκε ή μπλέχτηκε στον θόρυβο της καθημερινής ζωής.
Ο Γρηγόρης Ιωαννίδης γράφει ότι το ντουέντε «μας συμφιλιώνει με τον θάνατο, αλλά […] φεγγοβολάει ζωή και ενέργεια». Η Ναταλί Χατζηαντωνίου το περιγράφει σαν βουτιά στο ανθρώπινο υποσυνείδητο, «στον θάνατο που έρχεται ανοίγοντας διάπλατα παράθυρα “στα περιβόλια”, στον […] ανεξέλεγκτο πόθο μίας και μοναδικής στιγμής άνευ ορίων και χρόνου, στην παραφορά του έρωτα, στο τραγούδι που δε σε “ψυχαγωγεί” αλλά σε γδέρνει ζωντανό, ακολουθώντας ένα δαιμόνιο μη ελέγξιμο, μια δύναμη αρχετυπική».
Ο Βασίλης Μπουζιώτης λέει ότι το ντουέντε μιλάει για τον Θεό, τον Έρωτα, τη Ζωή και τον Θάνατο. Ο Αντώνης Μποσκοΐτης μιλάει για συνθέσεις με αύρα κλασικού, ότι ο Κραουνάκης έχει χατζιδακικό πνεύμα, ελληνικά τραγούδια, αγάπες και βιώματα. Ο Νίκος Ξένιος αισθάνεται ότι ο Κραουνάκης είναι μια άλλη εκδοχή του Λόρκα και ότι το ντουέντε που «εκλύεται από τους Έλληνες των βακχικών οργίων» περνά από τον συνθέτη στον ερμηνευτή. Ο Κραουνάκης «είναι ντουέντε». Ο Λέανδρος Πολενάκης κάνει λόγο για τον επικό και τραγικό πυρήνα της ποίησης του Λόρκα. Ο Λόρκα είναι «Διόνυσος και Χριστός μαζί, αφάνεια και επιφάνεια του ίδιου θεού, θάνατος και ανάσταση, απουσία και παρουσία αποτυπωμένη όχι διαλεκτικά».
Η ανάγνωση του βιβλίου είναι διείσδυση στα μυστικά του ντουέντε, ενώ τα τραγούδια το ξυπνάνε μέσα μας στην ελληνική του εκδοχή και συγκλονίζουν με το πάθος/βάθος τους.
«Ξυλοκόπε,/ κόψε μου τον ίσκιο./ Γλίτωσέ με απ’ το μαρτύριο/ να βλέπω τον εαυτό μου άκαρπο».






ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΣΚΟΥ
Μετάφραση ποιημάτων : Ανδρέας Αγγελάκης
Μετάφραση κειμένων: Ολυμπία Καράγιωργα
Μουσική σύνθεση: Σταμάτης Κραουνάκης
Πιάνο: Βασίλης Ντουμπρογιάννης
Τσέλο: Γιώργος Ταμιωλάκης
Ερμηνεύου: Χρήστος Γεροντίδης, Κώστας Μπουγιώτης, Σταμάτης Κραουνάκης
Εκδόσεις Άπαρσις, 80 σελ.
ISBN 978-618-5320-19-5

1. Η Ανθούλα Δανιήλ είναι δρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας.
Πηγή κειμένου: Κλικ ἐδώ


Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2018

Ἕνα ποίημα τοῦ Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (A Poem by Federico García Lorca)









ΓΑΖΕΛΑ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Κανεὶς δὲν καταλάβαινε τὴν εὠδιὰ
τῆς μελαψῆς μανόλιας τῆς κοιλιᾶς σου.
Κανεὶς ὅτι βασάνιζες δὲν ἤξερε
ἕνα πουλάκι ἀγάπης μὲς στὰ δόντια σου.

Χίλια ἀλογάκια ἀποκοιμηθῆκαν Περσικὰ
στὴ φεγγαρόφωτη ἅπλα τοῦ ματιοῦ σου.
Ἐνῶ τέσσερις ἀράδα νύχτες ἔσφιγγα
τὴ μέση σου, ποὺ ἐχθρεύεται τὸ χιόνι.

Ἀνάμεσα ἀπὸ γιασεμιὰ καὶ γύψο, ἡ ματιά σου
ἦταν ἕνα χλωμὸ κλαδὶ ἀπὸ σπόρους.
Ἔψαξα στὸ στῆθος μου νὰ σοῦ δώσω
τὰ φιλτισένια γράμματα ποὺ λένε «πάντα»,

«πάντα», «πάντα»: κῆπε τῆς ἀγωνίας μου
ἄπιαστο πάντα τὸ κορμί σου,
τὸ αἷμα ἀπὸ τὶς φλέβες σου στὸ στόμα μου
ἄφεγγο γιὰ τὸ θάνατό μου πιὰ τὸ στόμα σου.




Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Ποιήματα, μετ. Ἀνδρέας Ἀγγελάκης, Ἐκδόσεις Καστανιώτης, Ἀθήνα 1980.

Ἀφιέρωμα τοῦ blog στὸν Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα: Κλὶκ ἐδῶ
Ἀφιέρωμα τοῦ blog στόν Ἀνδρέα Ἀγγελάκη: Κλὶκ ἐδῶ


Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2018

Ἡ 28η τοῦ δικοῦ μας Ὀκτώβρη






Ὅλοκληρώθηκαν καὶ φέτος γιὰ μιὰ ἀκόμα φορὰ οἱ παρελάσεις τῆς Νίκης. Οἱ φαντάροι μας, σὲ ἄρτια πάντα σύνταξη, ἔστρεψαν τὴν κεφαλὴ καὶ ὕψωσαν τὸ χέρι μπρὸς στοὺς πολιτικούς μας χαιρετώντας τους, κατὰ πὼς ἁρμόζει, στρατιωτικά, καὶ οἱ πολιτικοί, μὲ τὴν σειρά τους κι αὐτοὶ ὕψωσαν τὸ ἀνάστημά τους προκειμένου νὰ ἀναμετρηθοῦν μὲ κείνους τοὺς ἄλλους ποὺ -ἂν καὶ ὁμοϊδεάτες- εἶπαν τὸ μεγάλο Ὄχι στὸ κατακτητή!! Ἕνα ὄχι ποὺ σήμερα πιὰ ἔγινε ἀπροκάλυπτο ναι...
Τὰ παιδιά μας περέλασαν ὑπερήφανα καὶ αὐτὰ γιὰ τὴν ἔνδοξη ἱστορία τοῦ τόπου τους, ὅταν κάποτε οἱ Ἕλληνες ἔδιωξαν τοὺς Γερμανοὺς ἢ τοὺς Ἰταλοὺς -μπορεῖ καὶ τοὺς Τούρκους δὲν εἶναι ἀπαραίτητο νὰ γνωρίζουν ἀκριβῶς ποιούς. Ἀπαραίτητο εἶναι ἡ ἐκμάθηση ξένων γλωσσῶν ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας τάξη τοῦ σχολειοῦ προκειμένου νὰ στοιχειοθετήσουν «πλούσιο» βιογραφικὸ μήπως μπορέσουν καὶ ἀποκατασταθοῦν κάποτε ὡς ἄλλη φτωχὴ καὶ ἄπορος κορασίδα!!
Ἀλλὰ ὁ Ὀκτώβρης εἶναι πάντα ἐδῶ, γιὰ νὰ μᾶς θυμίζει γέννες, καὶ σημαῖες ποὺ ὑψώθηκαν, καὶ ἀγῶνες λαῶν, καὶ δικαιώματα, καὶ Ἐπαναστάσεις ποὺ ἀνδρώθηκαν μέσα στὶς πρωινὲς ὀμίχλες καὶ τὰ πρωτοβρόχια του...
Ἀλλὰ πάνω ἀπ᾿ ὅλα νὰ μᾶς θυμίσει κεῖνον τὸν ἀντρειωμένο Δῆμο τοῦ δημοτικοῦ μας τραγουδιοῦ, ποὺ διακαῶς ἐπιθυμεῖ νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸν Ἅδη τ᾿ ἁγιο-Δημητριοῦ γιὰ «ν᾿ ἀνοίξει γιοματάρι»!!
Καὶ ἀναρωτιέμαι πόσοι ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς τοὺς Ἕλληνες ποὺ βγῆκαν σήμερα νὰ παρελάσουν ἢ νὰ παρακολουθῆσουν τοὺς παρελάσοντες, πόσοι λέω γνωρίζουν τὸν ἀνδρειωμένο Δῆμο τοῦ τραγουδιοῦ, ποὺ ἐπιχειρεῖ τὸ ἀκατόρθωτο· νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ σκότος τοῦ Κάτω Κόσμου γιὰ νὰ ἀνέλθει στὸ φῶς τοῦ Ἐπάνω Κοσμου, σὲ τοῦτο τὸν Ψεύτη Ντουνιά, γιὰ νὰ σμίξει μὲ τοὺς φίλους του καὶ ὅλοι μαζί, νὰ πιοῦν καὶ νὰ γλεντήσουν τραγουδώντας:
Τρεῖς ἀντριωμένοι πέτουνται, Μαργαριταρένια μου
ὧχ νὰ βγοῦν ἀπὸ τὸν Ἅδη, Μαργαριταριᾶς κλωνάρι.
Ὁ ἕνας τὸν Μάη θέλει νὰ βγεῖ κι ἄλλος τὸν Ἁλωνάρη
κι ὁ Δῆμος τ᾿ ἁγιο-Δημητριοῦ, ὧχ ν᾿ ἀνοίξει γιοματάρι
μαργαριταριᾶς κλωνάρι!!


Καλό μας Χειμώνα
gayekfansi.blogspot.com







Ἡ Φωτογραφία εἶναι ἀπὸ τὸ λεύκωμα τοῦ Γεράσιμου Νεόφυτου, Γενίταροι καὶ Μποῦλες, Ἐκδόσεις Εὐρασία, Ἀθήνα 2010.



Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2018

The Erotic Art of Duncan Grant (1885-1978)







Τὰ «ἰδιωτικὰ» τοῦ Duncan Grant
Μὲ τὸν ζωγράφο Duncan Grant καὶ τὸ ἔργο του ἀσχοληθήκαμε σὲ προηγούμενο ἀφιέρωμά μας. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι -καὶ πιστεύουμε πὼς δεν μπορεῖ παρὰ νὰ ὑπάρχουν καὶ ὄρθια πνεύματα μέσα στὰ τόσα πεπτωκά-1 οἱ ἐνδιαφερόμενοι λοιπόν, μποροῦν νά δοῦν περισσότερα EΔΩ.
Ἀλλὰ παρὰ τὸ προηγηθὲν ἀφιέρωμα, εἴπαμε νὰ ἐπανέλθουμε σὲ τοῦτο τὸν ζωγράφο μὲ μιὰ συμπληρωματικὴ προσθήκη -ἂν καὶ γιὰ τὸν Duncan Grant οἱ παροῦσες σπουδές του δείχνουν, μὲ μιὰ πρώτη ματιά, νὰ ἀποτελοῦν βασικὸ κορμὸ τοῦ ἔργου του καὶ ὄχι ἕνα «εὐχαριστο» διάλειμμα. Ἔτσι παρουσιάζουμε ἐδῶ τοῦτο τὸ κομμάτι τῆς δουλειᾶς του. Ἀποκλειστικά καὶ μόνο τὰ ἐρωτικά του ἔργα!!





ΥΓ: Πολύτιμη βοήθεια μᾶς στάθηκε ἡ μονογραφία τοῦ Douglas Blair, Private The Erotic Art of Duncan Grant, Ἑκδόσεις GMB, London 1989.


1. πεπτωκὰ ἀπὸ τὸ πίπτω, ἀκριβῶς ἔτσι ὅπως καὶ οἱ ψωλές τους!


Ἔργα: © στὶς γκαλερί, στὶς συλλογὲς καὶ στὰ μουσεῖα ποὺ ἀνήκουν.











 

 





 





 










 
















Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2018

Ἕνα ποίημα τοῦ Σάντρο Πέννα (a poem by Sandro Penna)










Χάνομαι στὸ λαϊκὸ προάστιο
ποὺ εἶναι ὅλο ζωὴ καθὼς βραδιάζει.
Ἀνάμεσα σ᾿ ἀνθρώπους εἶμαι, μακρινοὺς
σ᾿ ἐμένα: ὑπέροχοι στὰ ματια μου ἄντρες:
καθάριοι, ζωντανοί, ἀξίες άφανέρωτες.
Κι ὅλοι τους ἴσιοι κι ἄγνωστοι καὶ νέοι.

Σὲ κάποια σκοτεινὴ γωνιὰ παίρνω τὴ θέση
ποὺ μ᾿ ἄφησε ὁ έργάτης τρέχοντας
(μόλις καὶ πρόλαβε) στὸ βιαστικὸ λεωφορεῖο.
Τὴν ὄψη του δὲν εἶδα, ἀλλὰ φυλάω στὴν καρδιὰ
τὴ σβέλτη κίνησή μου. Καὶ μ᾿ ἀπομένει
(ἀπ᾿ τὸν ἀνώνυμο αὐτόν, ποὺ μοῦ τὸν πῆρε
ἡ ζωή), ἐκεῖ στὴ σκοτεινὴ γωνιά,
μιὰ τίμια ζώου μυρωδιά, σάν τὴ δική μου.








Σάντρο Πέννα, ἀπὸ τὴ συλλογή, Ὁ σκονισμένος ποδηλάτης, ἀνθολόγιση – μετάφραση – σημείωμα, Ἐρρίκος Σοφρᾶς, Ἐκδόσεις Τὸ Ροδακιὸ, Ἀθήνα 2012.