Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Ο ΓΕΝΝΑΡΗΣ ΤΟΥ 1904 (JANUARY 1904)









Ο ΓΕΝΝΑΡΗΣ ΤΟΥ 1904

Ἆ ἡ νύχταις τοῦ Γεννάρη αὐτουνοῦ,
πού κάθομαι καί ξαναπλάττω μέ τόν νοῦ
ἐκείνες ταίς στιγμές καί σ’ ἀνταμόνω,
κι' ἀκούω τά λόγια μας τά τελευταῖα κι' ἀκούω τά πρώτα.

Ἀπελπισμέναις νύχταις τοῦ Γενάρη αυτουνοῦ,
σάν φεύγ’ ἡ ὀπτασία καί μ’ αφίνει μόνο.
Πῶς φεύγει καί διαλύεται βιαστική —
πᾶνε τά δένδρα, πᾶνε οἱ δρόμοι, πᾶν τά σπίτια, πᾶν τά φῶτα·
σβήνει καί χάνετ’ ἡ μορφή σου ἡ ἐρωτική.

[1904]
Κ. Π. Καβάφης, παντα ποιητικά, ἐκδόσεις Ὑψιλον, Ἀθήνα 1990.




ΓΕΝΝΑΡΗΣ 1904
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ἐρμηνεία: Γιῶργος Μεράντζας
Ἀπὸ τὸ δίσκο, Ὁ γέρος τῆς Ἀλεξάνδρειας, CBS (Sony), 1983.


Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

«Τὰ καημένα τὰ πουλάκια», ἕνα ποίημα τοῦ Ναπολέον Λαπαθιώτη







ΤΑ ΚΑΗΜΕΝΑ ΤΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ

Κρύο βαρύ, χειμώνας ὄξω,
τρέμουν οἱ φωτιὲς στὰ τζάκια·
τώρα, ποιός τὰ συλλογιέται
τὰ καημένα τὰ πουλάκια.

Τὰ πουλάκια εἶναι στὰ δέντρα,
τὰ πουλάκια εἶναι στὰ δάση,
-τὰ πουλάκια θὰ τὰ πάρει
ὁ βοριὰς ποὺ θὰ περάσει.

Ἡ βροχὴ καὶ τὸ χαλάζι,
κι ὁ βοριὰς ποὺ θὰ περάσει,
-καὶ τὸ χιὸνι, ποὺ τὸ παίρνουν,
στὶς αὐλές, μὲ τὸ φαράσι...

Κι ἄν ἡ νύχτα εἶναι μεγάλη,
κ' ἔρχεται γιομάτη τρόμους,
κι ἄν ὁ θάνατος, ἀπόψε,
φέρνει γύρα, μὲς στοὺς δρόμους,

κι ἄν ἡ παγωνιὰ θερίζει,
κι εἶναι δίχως ρουχαλάκια,
δὲ βαριέσαι, -ποιός θυμᾶται
τὰ καημένα τὰ πουλάκια...

Τὰ πουλάκια εἶναι στὰ δέντρα,
τὰ πουλάκια εἶναι στὰ δάση,
-τὰ πουλάκια θὰ τὰ πάρει,
ὁ βοριὰς ποὺ θὰ περάσει·

ἡ βροχή, καὶ τὸ χαλάζι,
κι ὁ βοριὰς ποὺ θὰ περάσει,
-καὶ τὸ χιόνι, ποὺ τὸ παίρνουν,
στὶς αὐλές, μὲ τὸ φαράσι...

Στὰ παιδάκια εἶναι τά χάδια,
στὰ παιδάκια, τὰ φιλάκια:
τὼρα, ποιός τά συλλογιέται
τὰ καημένα τὰ πουλάκια;

Κι ὅταν γίνει, πάλι, βράδυ,
κι ὅλοι πᾶνε νὰ πλαγιάσουν,
νὰ χωθοῦν μὲς στά κρεββάτια,
μὴν τυχὸν καὶ ξεπαγιάσουν,

τὰ πουλάκια τὰ καημένα,
τὰ πουλάκια, τώρα, πέρα
θὰ χαθοῦν, χωρίς ἐλπίδα
νὰ φανοῦν τὴν ἄλλη μέρα...



Πηγή

Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ποιήματα. Εἰσαγωγή, σχόλια, παρουσίαση, Ἄρη Δικταίου., ἐκδόσεις Φέξη, Ἀθήνα 1964.



Σημείωση:
Χωρίς νὰ ὑπάρχει οὔτε ἴχνος πρόθεσης γιὰ ἀνάλυση τοῦ ποιήματος, μιὰ καὶ πιστεύω ἀπόλυτα, πὼς, ἕνα ποίημα εἶναι ὅ,τι ἐκλαμβάνει κανεὶς διαβάζοντάς το καὶ οἱ περαιτέρω σκέψεις καὶ στοχασμοί ποὺ τοῦ γεννᾶ αὐτὸ ποὺ διάβασε, θὰ παρακαλέσω νὰ προεκταθεῖ ἡ σκέψη πέρα ἀπὸ τὰ «κοντινά» μας, πέρα ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα· σὲ ὅλο τὸ ἀπέραντο βασίλειο τούτης τῆς πλάσης -κα όχι μόνο!

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

«Μεσημεριάτικη ἀνάπαυση», ἕνα ποίημα τοῦ Λουκᾶ Θεοδωρακόπουλου







ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΤΙΚΗ ΑΝΑΠΑΥΣΗ

Καὶ πιὰ δὲ νοιάζεσαι γιὰ τίποτε
ὅταν μὲς στὴν ἀγκάλη τοῦ μεσημεριοῦ
ἔχεις ξανὰ τὸ πρόσωπο ποὺ θέλεις.
Κοιτάζεις κι εἶν' ἐκεῖ μπορστά σου
εἰκόνα κι ἔκφραση γνωστή, ἀγαπημένη.
Παρατηρᾶς ποὺ γδύνεται, ἀναγνωρίζεις
κάθε κίνησή του
κ' ἡ ἀπορία μένει μέσα σου γυμνὴ
γι' αὐτό τὸ θαῦμα ποὺ εἶναι τὸ παρὸν
γι' αὐτή τὴν Ἔλευση ποὺ εἶναι ὁ Φθόγγος.
Ὕστερα πᾶς στὶς λεπτομέρειες:
στὸ σχήμα τοῦ ποδιοῦ στοὺς δυνατοὺς
μηρος στὰ μπράτσα (Τὸ στέρνο
ὅπως πάντοτε σεμνὸ
δίχως ἀνόητη ἔπαρση).
Καὶ πιὰ τὸ πρόσωπο:
αὐτὸ τὸ ἀνεπανάληπτο, τὸ ἕνα!

Καὶ σκέφτεσαι: «Εἶναι τὸ τελευταίο μου σωσίβιο!
Τὸ τελευταίο μου ὁδόφραγμα!» Καὶ τρέμεις...


Πηγή


Λουκᾶς Θεοδωρακόπουλος, Τέσσερις ποιητικές συλλογές (1960-1978), Νεφέλη, 1996.

 

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ




Frederic Leighton, Ειδύλλιο  1880, λάδι δε καμβά, 212 x 104 εκ. (λεπτομέρεια)




Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

«Ἔφηβος τῶν Ἀντικυθήρων», ἕνα ποίημα τῆς Ζωῆς Καρέλλη








ΕΦΗΒΟΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ

Ἦρθα γιὰ σένα πάλι.
Προχωρώντας πρόσεξα ἀρκετὰ
τὰ κορινθιακὰ ἀγγεῖα,
μοῦ ἔκαναν, βέβαια, ἐντύπωση
γιὰ τὴ χάρη τοῦ σχήματος καὶ τῶν σχεδίων.
Συλλογίστηκα τὴ σφύζουσα ζωὴ
τῆς φημισμένης πολιτείας.Ὕστερα,
ἐπίτηδες σχεδόν, ἀπόμενα στὶς αἴθουσες,
ὅπου τὸ φῶς ἔχει κάτι τὸ ὑδάτινο.
Δὲν ξέρω ἄν τοῦτο ὀφείλεται
στῶν τοίχων τὴν ἀπόχρωση
ἢ στὴν ἀκινησία τῶν ἐκθεμάτων,
στὸ γυαλ ἀπ' τὶς προθῆκες.
Ἀπόμενα λοιπόν,
κρατώντας τὴν ἀναπνο τῆς παρουσίας σου,
χαρά.

Γιὰ λίγο μὲ σταμάτησεν ὁ Κροῖσος
«στήθι καὶ οἴκτιρον... ὤλεσε θοῦρος Ἄρη»
Στὴν κίνηση, στὴ θέση τῶν χεριῶν,
ἰδιαίτερη στροφὴ πρόδινε τὴν ψυχὴ
ποὺ ἀπόμενε ἀκόμα ἐκεῖ
κι' ἔδινε τὴ συγκρατημένη θέληση
τοῦ σώματος πρὸς τὰ ἐμπρός.
Θροῦς φανταστικὸς τῆς ζωῆς τῶν ἀγαλμάτων,
ὅταν μπορέσει νὰ συλλάβει ὁ τεχνίτης
τὴν καίρια στιγμή...

Μοναδικὴ στιγμὴ ἐσύ,
ὑπέροχε, δὲν εἶσαι μονάχα
ὁ ἔφηβος τῆς τέλειας καλλονῃς,
τῆς ἀκτινόβολης νεότητας,
ὁ αρμονικὸς στὸ σχῆμα τῆς μουσικῆς τῶν μελῶν,
ὁ τὴ στάση του ἔχων καὶ κρατῶν
στὴ φυσική του δύναμη κι ἐπιβολή,
ὅπως ἡ πέτρα ἢ τὸ φυτὸ
ποὺ ὑπάρχουν ἀπλὰ καὶ τέλεια μαζὶ·

ἔκταση τῶν χεριῶν σὲ ἰσορροπία ἰδανική,
θεία γραμμή,
ἀδιάφθορη ἁγνότητα τοῦ συλληφθέντος χρόνου,
τῆς ἀφθαρσίας μειλίχιο πρόσωπο,
ὕψωση τῆς φθαρτῆς μας στάσης.

Πραγματικότητα καὶ μαγεία,
λεία τῆς ζωῆς ἐπιφάνεια,
κολπούμενη καμπυλωμένη
άπὸ τὴν κρυμμένη μέσα σου ὁρμή,
συγκρατημένη κι' ὁδηγούμενη.

Προσφορὰ καὶ τῆς ὕπαρξης παραδοχή,
σὲ κίνηση μαζὺ κι' ἀκινησία,
σὰν ζύγισμα βασιλικοῦ πουλιοῦ.

Γεννήθηκες
πρὶν ἀπὸ τὸ δίδαγμα τῆς ἀμαρτίας.
Εῗσαι ἐκείνη τοῦ πνεύματος ἡ παροχὴ
ποὺ σβήνει τὴν ἀκόρεστη στέρηση
κι' ἐκμηδενίζει τὴν ἀπληστία.
Ἐπιθυμεῖς καὶ μένεις ἕτοιμος νὰ στερηθεῖς.
Ἀπὸ πάνω σου γλιστρᾶ
ἡ κάθε ξένη πρὸς τὸ σχῆμα σου διάθεση.
Ζητᾶς τῆς ψυχῆς τὸ τίμημα
κι' ἐσὺ τὸ χαρίζεις, σῶμα ζωντανὸ καὶ γαλήνιο.

Συνάντηση λιτὴ μὲ τὸ ἀπόλυτο,
γυμνὸ μυστήριο.
Μορφὴ γλυτωμένη ἀπ' τὴν ἀνάγκη.
Μουσικὴ τοῦ ἑνός ἤχου ὑψώνεσαι
θεία ἱκανότητα δοσμένη ἀνθρώπινα.

Δὲν σὲ παίδεψε ἡ ἀγάπη
ποὺ εἶναι ἀμφιβολία,
καϋμὸς κι' ὑποταγὴ ὀδυνηρὴ
κι' ἄς ἔχεις στὸ βλέμμα
τὴ θαυμάσια ἀνθρώπινη μελαγχολία,

ἔργο τοῦ ἀνθρώπου, ἐσὺ,
ἐκείνου ποὺ ἀγάπησε τη ζωὴ του
σὲ δόξα ἀγέροχη καὶ σεμνή.




Πηγή


Ζωὴ Καρέλλη, ἀπὸ τὴ συλλογή, Ἀντιθέσεις, 1975.