Παρασκευή, 2 Απριλίου 2021

“Silent Youth” a film by Diemo Kemmesies

 

 

 

 

 

 

 

«Silent Youth» μιὰ ταινία τοῦ Diemo Kemmesies

Ὁ Preisner ἔχει πεῖ πὼς ἡ σιωπὴ εἶναι ὁ ὀμορφότερος ἤχος. Ἑπομένως, εὔκολα συμπεραίνουμε ἐμεῖς, πὼς τὸ «σπάσιμό» της, δηλαδὴ ἡ ὀμιλία καὶ κατ᾿ ἐπέκταση ἡ μουσικὴ πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἀμέσως ἑπόμενος λιγότερο ὄμορφος σὲ τούτη τὴν κλίμακα ὀμορφιᾶς!! Ὅμως ἡ ἀσκηση στὴ σιωπὴ δὲν εἶναι παρὰ μιὰ μεγάλη τέχνη, ἀλλὰ καὶ μιὰ μεγάλη κατάκτηση. Πιθανὸν ἡ μεγαλύτερη! Ἂν διαφωνεῖ κάποιος, ἂς ρίξει μιὰ ματιὰ στὴν τηλεόραση ποὺ διάφορες περσόνες, πολιτικοὶ καὶ «μεγάλοι» καλλιτέχνες, δὲν λένε νὰ σταματήσουν νὰ μιλᾶνε γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους· ναί, οἱ ἴδιοι νὰ μιλᾶνε ἀκατάσχετα, ὧρες ὁλόκληρες γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους...!!

Ὅμως πῶς κινηματογραφεῖς τὴ σιωπή; Πῶς κινηματογραφεῖς μιὰ σιωπηλὴ συνομιλία; Θὰ ἔρθει βέβαια κάποιος τώρα νὰ μᾶς ὑποδείξει παραδείγματα μεγάλων σκηνοθετῶν, μιλώντας μας γιὰ τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους ἀπάντησαν στὰ καυτὰ αὐτά ἐρωτήματα. Τοὺς γνωρίζουμε, ἀλλὰ πιστεύουμε, ἀκράδαντα μάλιστα, πὼς τὸ ἐρώτημα παραμένει. Δὲν ἔχει ἀπαντηθεῖ καὶ δὲν θὰ ἀπαντηθεῖ ποτέ– ὁριστικά, γιὰ τὸν ἁπλὸ λόγο τοῦ ὅτι, ἔτσι, σταματάει καὶ ἡ ἀναζήτηση τῆς Τέχνης ἡ ὁποία ἀπὸ τὴν φύση της, βέβαια, εἶναι ἀέναη διαδικασία...

Βὶμ Βέντερς γύρισε τὸ 1987 τὴν ὑπέροχη ταινία Ὁ οὐρανος πάνω ἀπὸ τὸ Βερολίνο, ταινία ποὺ ἔκανε διεθνὴ καριέρα ὑπὸ τὸν τίτλο Τὰ φτερὰ τοῦ ἔρωτα. Χρόνια μετὰ ἕνας ἄλλος Γερμανὸς ἔρχεται νὰ κινηματογραφίσει τὸν δικό του Ἔρωτα ποὺ «πετάει» μὲ τὰ δικά του φτερὰ στὸ δικό του Βερολίνο.

Δυὸ νέοι, ἢ ἀν προτιμᾶτε τὸ χρονικὸ μιᾶς γνωριμίας, τόσο ἁπλὰ δοσμένο, ποὺ πραγματικὰ συγκλονίζει. Ὁ Marlo (Martin Buchmann) φτάνει στὸ Βερολίνο φιλοξενούμενος τῆς φίλης του Franzi (Linda Schüle). Στὴν πρώτη του μοναχικὴ  βόλτα στὴν πόλη συναντιέται τυχαῖα μὲ τὸν Kirill (Josepf Mattas), ἕναν Ρῶσο, καὶ μεταξύ τους ἀναπτύσσεται ἀμέσως μιὰ ἀμοιβαία ἔλξη. Ἀλλὰ ποιοὶ εἶναι οἱ δυὸ νεαροὶ τῆς ἱστορίας μας;

Ὁ Marlo ἔχει μόλις ὁλοκληρώσει τὶς σπουδὲς τοῦ μηχανικοῦ σὲ κάποιο παραθαλάσσιο Πανεπιστήμιο καὶ ὁ Κύριλλος –παρακαλοῦμε νὰ μᾶς ἐπιτραπεῖ νὰ τὸν λέμε μὲ τὸ ἑλληνικό του ὄνομαδὲν εἶναι παρὰ ἕνας Ρῶσος ποὺ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ γινόμαστε γνῶστες, –καὶ μάρτυρες– τῆς κακοποίησής του στὴν πατρίδα του, ἀπὸ τὴν ὁποία μόλις ἔχει ἐπιστρέψει μετὰ ἀπὸ μιὰ ἐπίσκεψη στὴ γιαγιά του. Συγκεκριμένα, οἱ μώλωπες στὰ μάτια του καὶ οἱ ἐκδορὲς στὸ πρόσωπό του δὲν εἶναι παρὰ ὁ καθρέφτης τῆς ὁμοφοβικῆς Ρωσίας τοῦ Πούτιν, ποὺ σὲ ἀγαστὴ συνεργασία μὲ τὴν ἐκκλησία, διώκει τοὺς ὁμοφιλόφιλους καὶ νομοθετεῖ ἐναντίον τους, σπέρνοντας τὸν φόβο καὶ τὸν πανικὸ σὲ μιὰ σπουδαία κοινωνία, μιὰ κοινωνία ποὺ ἔχει νὰ ἐπιδείξει κορυφαῖα ἐπιτεύγματα καὶ πραγματικὰ σπουδαία καὶ μοναδικὴ Τέχνη. Αὐτὴ ἡ σεξουαλική βία εἶναι ἐξάλλου καὶ ἡ αἰτία τῆς προβληματικῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Κύριλλου ποὺ παρακολουθοῦμε στὴ συνέχεια, καθὼς καὶ τοῦ αἰσθήματος ἐνοχῆς ποὺ βιώνει.

Ἡ πρώτη ματιὰ τῶν δυὸ νέων, τὸ φευγαλέο ἄγγιγμα τῶν δακτύλων τους, οἱ πρῶτες λέξεις ποὺ ἀνταλλάσουν, ἡ περιπλάνησή τους στὸ ὑγρὸ Βερολίνο, τὰ διαστήματα σιωπῆς ἀλλὰ καὶ οἱ λέξεις ποὺ τὴ σπᾶνε, ἔρχονται νὰ χτίσουν μιὰ σπουδαία ταινία. Ὅλο τοῦτο τὸ φαινομενικά, φτωχὸ ὑλικό, στὰ χέρια τοῦ Diemo Kemmesies γίνεται βόμβα μεγατόνων ποὺ μᾶς τὴν ἐναποθέτει, μαζὶ μὲ τὸ βραδύκαυστο φιτίλι της, ἀναμμένη μπρός μας...

Οἱ νέοι κινηματογραφοῦνται λὲς καὶ μιὰ κάμερα κρυμμένη τοὺς παρακολουθεῖ καὶ τοὺς μελετάει συνέχεια παντοῦ: Στοὺς δρόμους τοῦ Βερολίνου, στὸν συρμὸ τοῦ μετρὸ καθὼς ἀνταλάσσουν τηλέφωνα, στὴν ἐγκαταλελειμμένη διαδρομὴ γιὰ τὸ ἀεροδρόμιο Templehof, στὸ γρασίδι καθὼς ξαπλώνουν ἀπολαμβάνοντας τὸν ἥλιο, στὴν Warschawer Strasse, καθὼς κάνουν κύκλους γύρω ἀπὸ τὰ μεγαλεπήβολα κτίρια ποὺ κατασκεύασαν οἱ ναζί, στὴν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ Spree καθὼς ἀγναντεύουν τὸ ἡλιοβασίλεμα. Δυὸ ψυχὲς ποὺ περιφέρονται ἀναζητώντας καὶ ἀναρωτώνταςἂν ἔχουν δίπλα τους τὸ ἄλλο μισό τους.

Diemo Kemmesies κινηματογραφεῖ τὸ δικό του Βερολίνο. Ὁ Marlo καὶ ὁ Κύριλλος ἐξερευνοῦν βῆμα-βῆμα ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ἀλλὰ καὶ τὴ σεξουαλικότητά τους· κυρίως ὅμως τὴν πόλη, μιὰ πόλη ποὺ τοὺς εἶναι ξένη ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ οἰκεία ἐξάλλου μιὰ πόλη στὴ ὁποία γνώρισες τὸν ἔρωτα δὲν μπορεῖ πᾶρὰ νὰ εἶναι ἡ δική σου πόλη. Δυὸ ρομαντικοὶ ὀνειροπόλοι ποὺ τὸ μόνο κοινὸ ποὺ βλέπουν ἀρχικὰ νὰ ἔχουν εἶναι πὼς δὲν τὰ πῆγαν καλὰ στὶς σχέσεις τους μὲ τὶς γυναῖκες, ὅπως ἀμοιβαῖα ἐκμυστηρεύεται ὁ ἕνας στὸν ἄλλο μεταξύ τῶν σιωπῶν τους.

Καὶ στὴ μέση ὁ Ἔρωτας, δύσκολος, ἐπιταχτικός, λυσσασμένος, ἐπίμονος, ὁδυνηρὸς νὰ φτερουγίζει τριγύρω κοροϊδεύοντάς τους, εἰρωνευόμενος τὶς μακρὲς σιωπές τους, τὶς δισταχτικὲς κινήσεις τους· ἀλλὰ καὶ συμπονετικὸς νὰ τοὺς τυλίγει μὲ τὶς προστατευτικὲς φτεροῦγες του τὶς τελευταῖες ὧρες τῆς αὐγῆς, καθὼς ὁ ἕνας γέρνει πάνω στὸν ἄλλο, σὲ ἕνα ὑπέροχα κινηματογραφημένο Βερολίνο, καὶ ἐμεῖς νὰ μένουμε ἀποσβολωμένοι μπρὸς στὴν τόση ὀμορφιὰ ποὺ τόσο ἁπλώχερα μᾶς προσφέρει τοῦτος ὁ σκηνοθέτης σὲ τοῦτη τὴν ὑπέροχη ταινία του.






 

© κειμένου: www.gayekfansi.blogspot.com - μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος.

© φωτογραφιῶν: στὶς ἑταιρεῖες παραγωγῆς καὶ διανομῆς.

 

 

 

 

 

 














 



























 

 

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2021

ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΤΣΟΛΙΑ ΜΟΥ...


  

 






Φουστανέλλα μου λερὴ

ποιός λεβέντης σὲ φορεῖ;

 






 

 Δημῶδες δίστιχο

 

 

Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2021

...πρὸς «ἐπαγγελματίες» —«ἀνέργους» καὶ «ἐργαζόμενους»— ὁμοφυλόφιλους

  

 

 


 

 

Μὴν ἀμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Τὸ μέλλον μας ἔχει πολλὴ ξηρασία.






 

Μιχάλης Κατσαρός, ἀποσπασμα ἀπὸ τὸ ποίημα «Θὰ σᾶς περιμένω» τῆς συλλογῆς Κατὰ Σαδουκαίων (1953).

 

 

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2021

«Ἐρωτικό», ἕνα ποίημα τοῦ Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

 

 

 


 

 

«ρωτικό» τοῦ Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Ὀλίγα τινὰ

Τὸ ποίημα «Ἐρωτικὸ» τοῦ Λαπαθιώτη εἶναι, βέβαια, γνωστό, ὁπότε δὲν πρωτοτυποῦμε· γνωστή, ἴσως, δὲν εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ ποιήματος, γι᾿ αὐτὸ καὶ μπαίνουμε στὸν κόπο νὰ τὴν παρουσιάσουμε.

Τὸ ποίημα γράφτηκε τὸ 1928, ὅμως εἶδε τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας τὸ 1964, εἴκοσι χρόνια μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ποιητῆ. Συγκεκριμένα, τὸ «Ἐρωτικὸ» συμπεριέλαβε ὁ Ἄρης Δικταῖος στὴν πρώτη μεταθανάτια ἔκδοση τῶν ποιημάτων τοῦ Λαπαθιώτη ὑπό τὸν τίτλο: Ποιήματα, σὲ εἰσαγωγὴ καὶ σχόλια δικά του· ὁ τόμος κυκλοφόρησε ἀπὸ τὸν Ἐκδοτικὸ Οἶκο Γ. Φέξη καὶ κοσμοῦταν μὲ σχέδια τοῦ Δημήτρη Μεζίκη (περισσότερα κλὶκ ἐδῶ). Τούτη ἔκδοση δὲν περιελάμβανε βέβαια ὅλα τὰ ποιήματα τοῦ Λαπαθιώτη, μιὰ καὶ ὁ Δικταῖος καταχώρησε βιαστικὰ ὅσα εἶχε μπρός του, χωρὶς νὰ προχωρήσει σὲ ἔρευνα, γιὰ τὸν κίνδυνο μὴν τὸν προλάβουν ἄλλοι.

Σὲ τοῦτο τὸ ποίημα Λαπαθιώτης διασώζει σὲ ἀκροστιχίδα τὸ ὄνομα ἑνὸς ἀπὸ τοὺς ἔρωτές του· τοῦ Κώστα Γκίκα μὲ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ γνωρίστηκε κάπου τὸ 1925-1926 καὶ συνῆψε σχέση μαζί του ἡ ὁποία διήρκησε ἕως τὸ 1937.

Στὰ κατάλοιπα τοῦ ποιητῆ, μάλιστα, βρέθηκε μιὰ ἡμερολογιακὴ σημείωση τοῦ 1929, τὴν ὁποία παραθέτει καὶ ὁ Δικταῖος, ποὺ ἀναφερει: Κάτω δωμάτιο, – ἰσόγειο, – συμβίωση μὲ Κώστα. Χειμῶνας, χιόνια ἐπανειλημμένα. Ἐπίσης, σὲ γράμμα του μὲ ἡμερομηνία 25 Ὀκτωβρίου 1935, ποὺ ἀπευθύνει σὲ φίλο του, ἀναφέρει: Ἔλειπα δέκα μέρες στὴν Πάτρα μὲ τὸν πατέρα μου. Εἶχα πάρει μαζί μου καὶ τὸν ἐκ Μενιδίου Κῶτσον Γκίκαν.

Παραθέτουμε λοιπὸν ἐδῶ τὸ ποίημα τοῦ Λαπαθιώτη, πού, ὅπως ἀναφέραμε, σώζει σὲ ἀκροστιχίδα τὸ ὄνομα τοῦ Κώστα Γκίκα, ἑνὸς ἔρωτά του.

 

Ἐρωτικὸ

Καημός, ἀλήθεια, νὰ περνῶ τοῦ ἔρωτα, πάλι, τὸ στενό,
σπου νὰ πέσει ἡ σκοτεινιά, μιὰ μέρα τοῦ θανάτου,
στενὸ βαθὺ καὶ θλιβερό, ποὺ θὰ θυμᾶμαι γιὰ καιρό,
τί μοῦ στοιχίζει, στὴν καρδιά, τὸ ξαναπέρασμά του.

ς εἶναι, ὡστόσο, τί ὠφελεῖ; Γυρεύω πάντα τὸ φιλί,
στερνὸ φιλί, πρῶτο φιλὶ καὶ μὲ λαχτάρα πόση!
Γυρεύω πάντα τὸ φιλί, ποὺ μοῦ τὸ τάξανε πολλοί,
κι ὅμως δὲ μπόρεσε κανείς, ποτέ, νὰ μοῦ τὸ δώσει...

σως, μιὰ μέρα, ὅταν χαθῶ, γυρνώντας, πάλι, στὸ βυθό,
καὶ μὲ τὴ Νύχτα, μυστικά, γίνουμε, πάλι, ταίρι,
αὐτὸ τὸ ἀνεύρετο φιλί, ποὺ τὸ λαχτάρησα πολύ,
σὰ μιὰ παλιά της ὀφειλή, νὰ μοῦ τὸ ξαναφέρει!


Τέλος, νὰ προσθέσουμε ὅτι τὸ ποίημα ἔτυχε ἐξαιρετικῆς μελοποίησης ἀπὸ τὸν Νίκο Ξυδάκη καὶ ἑρμηνεύτηκε ἀπὸ τὴν Ἐλευθερία Ἀρβανιτάκη στὸν δίσκο Κοντὰ στὴ δόξα μιὰ στιγμὴ (Lyra 1990).

 

Μετὰ τιμῆς

gayekfansi.blogspot.com