Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ (Poetry). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ (Poetry). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2021

«Ἐρωτικό», ἕνα ποίημα τοῦ Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

 

 

 


 

 

«Ἐρωτικό» τοῦ Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Ὀλίγα τινὰ

Τὸ ποίημα «Ἐρωτικὸ» τοῦ Λαπαθιώτη εἶναι, βέβαια, γνωστό, ὁπότε δὲν πρωτοτυποῦμε· γνωστή, ἴσως, δὲν εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ ποιήματος, γι᾿ αὐτὸ καὶ μπαίνουμε στὸν κόπο νὰ τὴν παρουσιάσουμε.

Τὸ ποίημα γράφτηκε τὸ 1928, ὅμως εἶδε τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας τὸ 1964, εἴκοσι χρόνια μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ποιητῆ. Συγκεκριμένα, τὸ «Ἐρωτικὸ» συμπεριέλαβε ὁ Ἄρης Δικταῖος στὴν πρώτη μεταθανάτια ἔκδοση τῶν ποιημάτων τοῦ Λαπαθιώτη ὑπό τὸν τίτλο: Ποιήματα, σὲ εἰσαγωγὴ καὶ σχόλια δικά του· ὁ τόμος κυκλοφόρησε ἀπὸ τὸν Ἐκδοτικὸ Οἶκο Γ. Φέξη καὶ κοσμοῦταν μὲ σχέδια τοῦ Δημήτρη Μεζίκη (περισσότερα κλὶκ ἐδῶ). Τούτη ἡ ἔκδοση δὲν περιελάμβανε βέβαια ὅλα τὰ ποιήματα τοῦ Λαπαθιώτη, μιὰ καὶ ὁ Δικταῖος καταχώρησε βιαστικὰ ὅσα εἶχε μπρός του, χωρὶς νὰ προχωρήσει σὲ ἔρευνα, γιὰ τὸν κίνδυνο μὴν τὸν προλάβουν ἄλλοι.

Σὲ τοῦτο τὸ ποίημα ὁ Λαπαθιώτης διασώζει σὲ ἀκροστιχίδα τὸ ὄνομα ἑνὸς ἀπὸ τοὺς ἔρωτές του· τοῦ Κώστα Γκίκα μὲ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ γνωρίστηκε κάπου τὸ 1925-1926 καὶ συνῆψε σχέση μαζί του ἡ ὁποία διήρκησε ἕως τὸ 1937.

Στὰ κατάλοιπα τοῦ ποιητῆ, μάλιστα, βρέθηκε μιὰ ἡμερολογιακὴ σημείωση τοῦ 1929, τὴν ὁποία παραθέτει καὶ ὁ Δικταῖος, ποὺ ἀναφερει: Κάτω δωμάτιο, – ἰσόγειο, – συμβίωση μὲ Κώστα. Χειμῶνας, χιόνια ἐπανειλημμένα. Ἐπίσης, σὲ γράμμα του μὲ ἡμερομηνία 25 Ὀκτωβρίου 1935, ποὺ ἀπευθύνει σὲ φίλο του, ἀναφέρει: Ἔλειπα δέκα μέρες στὴν Πάτρα μὲ τὸν πατέρα μου. Εἶχα πάρει μαζί μου καὶ τὸν ἐκ Μενιδίου Κῶτσον Γκίκαν.

Παραθέτουμε λοιπὸν ἐδῶ τὸ ποίημα τοῦ Λαπαθιώτη, πού, ὅπως ἀναφέραμε, σώζει σὲ ἀκροστιχίδα τὸ ὄνομα τοῦ Κώστα Γκίκα, ἑνὸς ἔρωτά του.

 

Ἐρωτικὸ

Καημός, ἀλήθεια, νὰ περνῶ τοῦ ἔρωτα, πάλι, τὸ στενό,
ὥσπου νὰ πέσει ἡ σκοτεινιά, μιὰ μέρα τοῦ θανάτου,
στενὸ βαθὺ καὶ θλιβερό, ποὺ θὰ θυμᾶμαι γιὰ καιρό,
τί μοῦ στοιχίζει, στὴν καρδιά, τὸ ξαναπέρασμά του.

Ἂς εἶναι, ὡστόσο, τί ὠφελεῖ; Γυρεύω πάντα τὸ φιλί,
στερνὸ φιλί, πρῶτο φιλὶ καὶ μὲ λαχτάρα πόση!
Γυρεύω πάντα τὸ φιλί, ποὺ μοῦ τὸ τάξανε πολλοί,
κι ὅμως δὲ μπόρεσε κανείς, ποτέ, νὰ μοῦ τὸ δώσει...

Ἴσως, μιὰ μέρα, ὅταν χαθῶ, γυρνώντας, πάλι, στὸ βυθό,
καὶ μὲ τὴ Νύχτα, μυστικά, γίνουμε, πάλι, ταίρι,
αὐτὸ τὸ ἀνεύρετο φιλί, ποὺ τὸ λαχτάρησα πολύ,
σὰ μιὰ παλιά της ὀφειλή, νὰ μοῦ τὸ ξαναφέρει!


Τέλος, νὰ προσθέσουμε ὅτι τὸ ποίημα ἔτυχε ἐξαιρετικῆς μελοποίησης ἀπὸ τὸν Νίκο Ξυδάκη καὶ ἑρμηνεύτηκε ἀπὸ τὴν Ἐλευθερία Ἀρβανιτάκη στὸν δίσκο Κοντὰ στὴ δόξα μιὰ στιγμὴ (Lyra 1990).

 

Μετὰ τιμῆς

gayekfansi.blogspot.com
 
 


Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2020

Ἕνα ποίημα τοῦ Στράτωνος

 

 

 


 

 

Ἦρκταί μευ καρδίας ψαύειν πόνος· ἦ γὰρ ἀλύων
ἀκρονυχεὶ ταύταν ἔκρισ᾿ ὁ θερμὸς Ἔρως·
εἶπε δὲ μειδήσας· «Ἕξεις πάλι τὸ γλυκὺ τραῦμα,
ὦ δύσμενως, λάβρῳ καιόμενος μέλιτι».
Ἐξ οὗ δὴ νέον ἔρνεος ἐν ἠϊθεοις Διόφαντον
λεύσσων οὔτε φύγειν οὔτε μένειν δύναμαι.



...καὶ σὲ μεταγραφή μας στὰ νέα ἑλληνικά:


Οἰκτρὰ καὶ πάλι ὁ πόνος τὴν καρδιά μου ψαύει,
δουλειὰ δὲν εἶχε ὁ θερμὸς Ἔρως
μὲ τ᾿ ἀκρόνυχά του μοῦ τὴν ξύνει
καὶ μειδιώντας μοῦ εἶπε: «Πάλι θὰ λάβεις
τὸ γλυκὸ τραῦμα καψουρόμαγκα
ποὺ καίγεσαι συνέχεια στὸ καυτὸ τὸ μέλι».
Καὶ πράγματι, μόλις ἀντίκρυσα τὸν ἡμίθεο Διόφαντο
μέσ᾿ στ᾿ ἄλλα παλληκάρια, λύθηκαν τὰ μέλη μου
κι οὔτε νὰ φύγω δύναμαι, οὔτε νὰ μείνω.







Στράτωνος, ἀπὸ τὴν Παλατινὴ Ἀνθολογία, ἀπόδοση στὰ νέα ἑλληνικὰ gayekfansi.blogspot.com

 

 

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2020

Ἕνα ποίημα τοῦ Ντίνου Χριστιανόπουλου

  

 





ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΑ

Ἀπὸ μικρὸς συνήθησα νὰ προσκυνῶ
χέρια παπάδων, ἱερὲς εἰκόνες·
μετὰ τὸ γύρισα σὲ πόδια ἀγαπημένα.

Τώρα μπερδεύω τί θὰ πεῖ προσκυνημένος.






 

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ἀνυπεράσπιστος καημός, Ἐκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1960.

 

 

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2020

Ἕνα ποίημα τοῦ Γιώργου Ἰωάννου

 

 

 

Photo: James Ferringer


 

 

Δοῦλος ἱερὸς τοῦ ἔρωτα
(ἀπόσπασμα)

Κλεισμένος εἶμαι
καρτερῶ τὸ μήνυμα.
Κι ἄλλα σινιάλα μάζεψα ποὺ ἔκανες·
τὸ χέρι ποὺ ἀπάνω μου ξεχάστηκε,
θερμὸ ἰδιαίτερα τῆς χειραψίας σου τὸ σφίξιμο,
καὶ τὸ φιλὶ ἀποχαιρετισμοῦ δὲν ἔμοιαζε.

 

Κάποιο σημείωμα,
κάποιο βαθὺ ξεμακρισμένο τηλεφώνημα
ἀπὸ τὸ δορυφόρο θὰ χυμήξει ἐπάνω μου.
Τοῦ βλέμματός σου θά ᾿ναι ἡ ἀντανάκλαση,
λάμψη μεταλλικὴ στὸ ἀεροδρόμιο,
τὴν ὥρα ποὺ περνοῦσες άπὸ τὸν ἔλεγχο.


Γελοῦνε γύρω, γιὰ κορόιδο μ᾿ ἔχουνε.
Οὔτε γιὰ πασατέμπο τέτοια δὲν τοὺς φτάνουνε.
Μὰ ἐγὼ τραβάω στὶς λεοφώρους σὰν ἀόμματος,
ζέστα βαθιὰ ἀνακαλύπτω μέσα μου,
καθὼς μ᾿ ὅλα τὰ ράκη μου τυλίγομαι
καὶ εἰσχωρῶ μὲς στὴν καρδιὰ τῆς χόβολης

 

Τὸ νιώθω τώρα πὼς θά ᾿ρθεῖς,
ἂν ὄχι, φτάνει μόνο ποὺ μὲ κοίταξες,
ἐμένα τὸν οὐτιδανό, τὸν ἄσχημο,
τὸν τιποτένιο, τὸ φριχτὸ καὶ τὸν ἀπαίσιο.

 

Ἂχ, θέλω νὰ τ᾿ ἀκούσω άπὸ τὸ στόμα σου,
μιὰ γεύση κι ἐγὼ νά ᾿χω ἀπ᾿ τὸ μαρτύριο.

 

Εὐτυχισμένος πέφτω στὸ κρεβάτι μου,
δὲ νιώθω πιὰ τὴν ἐπανάσταση τῆς σάρκας μου.
Ἐσὺ μὲ νοιάζεις καὶ θὰ ἔρθεις κάποτε.
Μπορῶ νὰ περιμένω χρόνους ἄπειρους,
νὰ περπατῶ καὶ νὰ μὴ βλέπω γύρω μου.
Ἔστω γιὰ νὰ μὲ φτύσεις, ἔλα κάποτε.

 



Γιῶργος Ἰωάννου, Τὰ χίλια δέντρα καὶ ἄλλα ποιήματα, Ἐκδόσεις Κέδρος, Ἀθήνα 1988.

Ἀφιέρωμα τοῦ blog στὸν Γιῶργο Ἰωάννου: Κλὶκ ἐδῶ.

 

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2020

Ἕνα ποίημα τοῦ Ἀρθούρου Ρεμπὼ (Α poem by Arthur Rimbaud)

 

 


 

 

Ἀλῆτες

Ἄμοιρε ἀδερφέ! Τί φριχτὲς ἀγρύπνιες τοῦ χρωστάω. Δὲν άδραχνόμουν μ᾿ ὅλη μου τὴ φλόγα ἀπὸ τοῦτο τὸ ἐγχείρημα. Εἶχα περιπαίξει τὴν ἀνημποριά του. Ἀπὸ δικό μου λάθος, θὰ ξαναπέφταμε στὴν ἐξορία, στὴ σκλαβιά. Φανταζόταν ὅτι εἶχα μιὰ παράξενη ἀτυχία καὶ ἀθωότητα, καὶ πρόσθετε σ᾿ αὐτὰ λόγους ἀνησυχαστικούς.

Ἀποκρινόμουν σαρκάζοντας στὸν δαιμονικὸ αὐτὸν δόκτορα, κάτι τραβοῦσα, τέλος, κατὰ τὸ παράθυρο. Δημιουργοῦσα, πέρα ἀπὸ τὸν κάμπο, ποὺ τὸν διέσχιζαν παρέες σπάνιας μουσικῆς, τὰ φαντάσματα τῆς μέλλουσας νυχτερινῆς χλιδῆς.

Μετὰ ἀπὸ τούτη τὴν ἀσαφῶς ὑγιεινὴ ψυχαγωγία, πλάγιαζα πάνω σὲ μιὰ ψάθα. Καί, σχεδὸν κάθε νύχτα, μόλις ἀποκοιμιόμουν, τὸ ἄμοιρο τ᾿ ἀδέλφι μου σηκωνόταν, μὲ σάπιο στόμα, βγαλμένα μάτια —ἔτσι ὀνειρευόταν τὸν ἑαυτό του!— καὶ μ᾿ ἔσερνε μέσ᾿ στὴν κάμαρα, οὐρλιάζοντας τὸ χαζὰ θλιβερὸ ὄνειρό του.

Κι ἀλήθεια, εἶχα μὲ ὅλη τὴν εἰλικρίνεια τοῦ μυαλοῦ μου, ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωση νὰ τὸν φέρω ξανὰ στὴν πρωινὴ κατάστασή του, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἥλιου, — καὶ πλανιόμασταν, καὶ μᾶς ἔτρεφε τὸ κρασὶ τῶν σπηλαίων καὶ ὴ γαλέτα τοῦ ὁδοιπόρου, κι ἐγὼ μὲ βία ψάχνω νὰ βρῶ τὸν τόπο καὶ τόν τύπο





Μέτ. Γιῶργος Σπανός, Ἐκδόσεις Πλέθρον, Ἀθήνα 1984.

 Ἀφιέρωμα τοῦ blog στὸν Ἀρθούρο Ρεμπῶ: Κλὶκ ἐδῶ.