Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ (Marcel Proust). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ (Marcel Proust). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

100 χρόνια από την κυκλοφορία του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» (À la recherche du temps perdu) του Μαρσέλ Προυστ (Marcel Proust)







«Εξάλλου η ζωή ενός ανθρώπου που γράφει ιστορίες μοιραία μοιράζεται στα γραπτά του, και μόνο ο Προυστ στον αιώνα μας μπόρεσε να απλώσει αυτή την τόσο σύντομη ζωή σε ένα τόσο μακρύ βιβλίο».
Μένης Κουμανταρέας


100 χρόνια Αναζήτησης του χαμένου χρόνου
Προλεγόμενα
Μιλώντας πρόσφατα με μια φίλη, φιλόλογο και συγγραφέα, μου έλεγε ότι πολλές φορές μιλάμε για μεγάλα έργα χωρίς να τα έχουμε διαβάσει καν, απλά γνωρίζοντας τα παραλειπόμενα γύρω από αυτά, αρθρώνουμε λόγο. Μιλούσαμε για έργα όπως το Πόλεμος και Ειρήνη του Τολστόι, τον Οδυσσέα του Τζόυς, τους Αδελφούς Καραμαζόφ του Ντοστογιέφσκι τον Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες του Μούζιλ, το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ, Το μαγικό βουνό του Τόμας Μαν, τα έπη του Ομήρου την Ιστορία του Θουκυδίδη κ. α. Συμφώνησα μαζί της. Δεν το προωθεί το θέμα του διαβάσματος και η εποχή, είπα. Αλλά και πότε το προωθούσε; Ανέκαθεν το κοινό που διάβαζε ήταν μικρό. Τώρα έχουμε και το διαδίκτυο που νομίζει κανείς πως ψευτοδιαβάζει αν πλοηγείται, και δεν ξέρει πως η πραγματική ζωή, σε όλες της τις εκφάνσεις, είναι έξω από αυτό.
Το Νοέμβριο λοιπόν του προηγούμενου χρόνου έκλεισαν εκατό χρόνια από την κυκλοφορία του μυθιστορήματος ποταμού του Μαρσέλ Προύστ, Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Ο Μαρσέλ Προυστ άρχισε να γράφει το μεγάλο δεκαπεντάτομο μυθιστόρημά του το 1907, σε ηλικία τριάντα έξι χρονών. Οι δύο πρώτοι τόμοι κυκλοφόρησαν το 1913 (τυπώθηκαν με έξοδα του συγγραφέα, αφού πρώτα πέντε εκδότες αρνήθηκαν το χειρόγραφο) και οι τελευταίοι το 1927, πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του. Με αφορμή λοιπόν αυτή την επέτειο των εκατό χρόνων, παραθέτουμε εδώ το κείμενο του Ε. Μ. Φόρστερ «Το δεύτερο μεγαλύτερο μυθιστόρημά μας;» που υπάρχει στον τόμο της συλλογής δοκιμίων του, Δυο ζητωκραυγές για τη δημοκρατία.
Να προσθέσουμε ότι στην Ελλάδα, το σπουδαίο τούτο έργο κυκλοφόρησε στην ιστορική μετάφραση του Παύλου A. Ζάννα από τις εκδόσεις Ηριδανός, στις αρχές της δεκαετίας του ’70 -οι πρώτοι τόμοι. Σήμερα στην ίδια πάντα μετάφραση, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας σε συνεργασία με το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών - Κέντρο Λογοτεχνικής Μετάφρασης. H μεταφραστική εργασία του Ζάννα βραβεύτηκε το 1974 με το ετήσιο βραβείο του Iδρύματος Hautvillers, στο Παρίσι, για την πιο αξιόλογη μετάφραση γαλλικού λογοτεχνικού έργου. 



  
Εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του τόμου Σόδομα και Γόμορρα


Το δεύτερο μεγαλύτερο μυθιστόρημά μας;
(του Ε. Μ. Φόρστερ)
Ο Προυστ ήταν γιος γιατρού. Γεννήθηκε το 1871 σε μια γαλλική εξοχική πόλη που έχει αποθανατίσει και παρουσιάσει σαν έναν παράδεισο αποκαλώντας της Κομπραί. Πήγε στο Παρίσι και άρχισε να συχνάζει στους λογοτεχνικούς και αριστοκρατικούς κύκλους, και το Παρίσι επίσης έχει αποθανατιστεί –με τρόπο που ο Δάντης αποθανάτισε την Κόλαση. Είχε κακή υγεία και έχει αποθανατίσει την αρρώστια. Αποσυρόμενος όλο και περισσότερο από τον κόσμο, προτιμώντας να κοιμάται τη μέρα, έχοντας κλειστεί σ’ ένα δωμάτιο απομονωμένο από τους ήχους με φελλό, δούλευε και δούλευε και πάλευε με τη βοήθεια της μνήμης να περάσει τις αισθήσεις του και τις εμπειρίες του σ’ ένα έργο τέχνης. Πέτυχε. Το τεράστιο μυθιστόρημα που ήταν το αποτέλεσμα αυτής της πάλης δεν είναι τόσο ζεστό ή τόσο ηρωικό ή τόσο μεγάλο σαν το Πόλεμος και Ειρήνη. Αλλά είναι ανώτερο σαν ένα καλλιτεχνικό επίτευγμα· είναι γεμάτο από αντηχήσεις, υπεροχές υπομνήσεις, έξυπνους παραλληλισμούς που γοητεύουν τον προσεκτικό αναγνώστη, και στο τέλος, και όχι πριν από το τέλος, συνειδητοποιεί ότι αυτές οι αντηχήσεις και οι παραλληλισμοί συμβαίνουν κατά κάποιον τρόπο μέσα σε έναν γιγαντιαίο καθεδρικό ναό· ότι το βιβλίο, που μας φαινόταν όταν το διαβάζαμε τόσο χωρίς συνοχή, έχει μια αρχιτεκτονική ενότητα και προκαθορισμένη μορφή.
Ο πρώτος τόμος κυκλοφόρησε το 1913. Το μυθιστόρημα αποτελούν συνολικά επτά τόμοι –επτά υπο-μυθιστορήματα, με τους ίδιους χαρακτήρες, και ατελείωτες παραπομπές από τον έναν στον άλλον. Ο Προυστ πέθανε πριν το έργο να έχει δημοσιευθεί ολόκληρο. Ως την τελευταία στιγμή υπαγόρευε, παλεύοντας ενάντια σε έναν υψηλό πυρετό, και μη θέλοντας να φάει τίποτα, πίνοντας μόνο παγωμένη μπύρα. Αυτό που έχει σημασία γι’ αυτόν δεν ήταν η ζωή, την οποία είχε βρει ικανοποιητική, αλλά η τέχνη, που μόνον αυτή μπορεί να δώσει σημασία στη ζωή. Στην τελευταία του μέρα, τον Νοέμβριο του 1922, στις τρεις η ώρα, κάλεσε τον γραμματέα του και του υπαγόρευσε ένα επιβλητικό απόσπασμα για το καθήκον του μυθιστοριογράφου να τη δουλειά του όπως θα έπρεπε να την κάνει, στηρίζοντάς την στους νόμους της καλοσύνης, της ευσυνειδησίας και της θυσίας που μοιάζει να απορρέουν από κάποιον άλλο κόσμο. Η προσπάθεια που κατέβαλλε για την υπαγόρευση είχε σαν αποτέλεσμα το σπάσιμο ενός αποστήματος στον πνεύμονά του· και πέθανε. Ο Προυστ δεν ήταν ένας πολύ ελκυστικός άνθρωπος ή ένας υγιείς άνθρωπος. Αλλά πιθανότατα παρήγε το δεύτερο μεγαλύτερο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα και ύψωσε τη μάλλον ενοχλητική λέξη «τέχνη» σ’ ένα επίπεδο σημασίας και μεγαλοπρέπειας που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε.
Η ιστορία λέγεται δια μέσου ενός αφηγητή ή ήρωα που λίγο πολύ μοιάζει στον Προυστ τον ίδιο· που μεγαλώνει με τη μητέρα του και τη γιαγιά του οι μόνοι χαρακτήρες που επιδεικνύουν ανθρώπινη ακεραιότητα· που από το Κομπραί μετακινείται στην ψεύτικη γοητεία του Παρισιού που συχνάζει στους αριστοκρατικούς κύκλους και απογοητεύεται από αυτούς· που ερωτεύεται και απογοητεύεται ακόμα περισσότερο· που αρρωσταίνει και, πρόωρα γερασμένος, αποκαλύπτει ότι ο κόσμος του έχει γεράσει επίσης, αλλά που ωστόσο δεν είναι λιγότερο συναρπαστικός, γι’ αυτόν, σαν ένα αντικείμενο παρατήρησης. Αυτό είναι το πρώτο που θέλω να πω. Το δεύτερο είναι το εξής: αυτό που πραγματικά έχει σημασία στο βιβλίο δεν είναι τα γεγονότα αλλά η ανάμνηση των γεγονότων. Πολλά τραγικά γεγονότα συμβαίνουν και πολλά αστεία, αλλά παίρνουν την τελική τους μορφή στους συλλογισμούς του αφηγητή. Ο τίτλος του μυθιστορήματος δεν είναι Πράγματα που Έχουν Συμβεί, αλλά Αναμνήσεις Πραγμάτων που Έχουν Συμβεί. Παρ’ όλο του το ρεαλισμό, έχει πάνω του κάτι από μια ονειροπόληση. Παίζει με τον χρόνο. Αναθεωρεί τα ίδια επεισόδια, τους ίδιους χαρακτήρες και φτάνει σε καινούργια αποτελέσματα. Συνεχίζει να περιστρέφει το υλικό της ζωής και να το κοιτάζει διαπεραστικά πότε από τη μια οπτική γωνία και πότε από την άλλη.
Η περίφημη «μικρή φράση» (la petite phrase) στη μουσική του Vinteuil προσφέρει ένα παράδειγμα. Αυτή η «μικρή φράση» μεταβάλλεται σχεδόν σε ένα ηθοποιό, και σε έναν ηθοποιό που συνέχεια εμφανίζεται σε έναν καινούργιο ρόλο. Ακούμε για πρώτη φορά το όνομα του Vinteuil σε φρικιαστικές συνθήκες. Ο συνθέτης είναι νεκρός –ένας άσημος μικρός επαρχιακός οργανίστας άγνωστος στη φήμη- και η κόρη του κλειδώνει τη μνήμη του. Η φοβερή σκηνή πρόκειται ν’ αρχίσει να ακτινοβολεί προς διάφορες κατευθύνσεις –καθετί εκπέμπει ακτινοβολίες στον Προυστ. Πολύ αργότερα, μια σονάτα για βιολί εκτελείται στο Παρίσι και μια μικρή φράση από τη σιγανή της κίνηση φτάνει στο αυτή του Swann, και γλιστράει μέσα στη ζωή του. Ο Swann είναι ερωτευμένος μ’ ένα ανάξιο πλάσμα, την Odette, και η φράση αυτή συνοδεύει την αγάπη του. Η ερωτική σχέση χαλάει, όπως οι περισσότερες σχέσεις στον Προυστ, η φράση ξεχνιέται. Μετά ξεσπάει πάλι όταν κατατρώγεται από τη ζήλια και τώρα συνοδεύει τη δυστυχία του και την περασμένη του ευτυχία σύγχρονα, χωρίς να χάνει τον δικό της θείο χαρακτήρα. Ποιος έγραψε τη σονάτα για βιολί; Ακούγοντας ότι ήταν του Vinteuil, ο Swann λέει: «Χμ, κάποτε ήξερα έναν δύστυχο μικρό οργανίστα με αυτό το όνομα. Δεν θα μπορούσε να είναι δική του». Αλλά είναι και η κόρη του Vinteuil, που άφηνε την εντύπωση ότι ήταν τόσο ανήθικη, με ευλάβεια έχει αντιγράψει το έργο του πατέρα της και το έχει δημοσιεύσει. Η φύση της είναι πολύπλευρη, όπως είναι η φύση των περισσότερων προσώπων στον Προυστ.
Αυτό μοιάζει να είναι όλο. Η «μικρή φράση» διασχίζει το βιβλίο πάλι, αλλά σαν μια ηχώ. Τότε εκατοντάδες, πραγματικά χιλιάδες σελίδες μετά, όταν ο Vinteuil έχει γίνει μια εθνική δόξα και έχει αρχίσει να συζητιέται η ανέγερση ενός αγάλματός του στην πόλη όπου είχε ζήσει τόσο δυστυχισμένος και άσημος, ένα του άλλο έργο εκτελείται –ένα μεταθανάτιο σεξτέτο εγχόρδων. Ο ήρωας ακούει, βρίσκεται σε ένα άγνωστο μάλλον φοβερό σύμπαν ενώ μια δυσοίωνη αυγή καταλήγει σε μια ερυθρή θάλασσα. Ξαφνικά γι’ αυτόν και για τον αναγνώστη επίσης, η «μικρή φράση» της σονάτας επανέρχεται –ακούγεται η μισή, έχει αλλάξει, αλλά δίνει έναν πλήρη προσανατολισμό, έτσι που βρίσκει τον εαυτό του στην εξοχή της παιδικής του ηλικίας με τη γνώση ότι ανήκει στο άγνωστο. Συγκλονίζει τη μνήμη, και αυτού του είδους οι συγκλονισμοί και οι συγκινησιακές τους συνέπειες είναι η βασική φροντίδα του Προυστ.
Έτσι το πρώτο που είχα να πω ήταν ότι ο αφηγητής ή ήρωας είναι λόγο πολύ ο Προυστ ο ίδιος, και το δεύτερο – κάτι το δύσκολο, γιατί μας πηγαίνει στο κεντρικό πρόβλημα- είναι ότι αυτό που τον απασχολεί δεν είναι τα γεγονότα και οι άνθρωποι όπως τον Τολστόι, αλλά οι αναμνήσεις των γεγονότων και των ανθρώπων, και ότι επομένως το μυθιστόρημά του συχνά έχει την ποιότητα μιας ονειροπόλησης, στην οποία συνηθισμένη διαδοχή του χρόνου διακόπτεται και αναστατώνεται. Το τρίτο που έχω να πω –κάτι όχι περίπλοκο- αφορά την κοινωνική σκηνή. Δίνει μια λαμπερή και κακεντρεχή εικόνα της γαλλικής αριστοκρατίας σαράντα ή πενήντα χρόνια πριν. Ήταν μια αριστοκρατία που είχε χρήματα και στιλ, αλλά καμιά αίσθηση ευθύνης, καμιά σύνδεση με τη γη και καμιά άλλη πίστη από αυτήν που είχε στη δική της ανωτερότητα σε σχέση με την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Ο Προυστ τη διαπέρασε με το βλέμμα του και υποκλίθηκε σε αυτήν. Ήταν σύγχρονα ένας σατιρικός συγγραφέας κι ένας σνομπ. Δίνει, επίσης, μια εικόνα και μια δυσάρεστη εικόνα της αστικής τάξης, της οποίας τα μέλη προσπαθούν να ανέβουν στην κοινωνική κλίμακα, όπως προχωρεί η ιστορία, και που τυπικά αντιπροσωπεύεται από τον κύριο και την κυρία Verdurin. Η εργατική τάξη εισχωρεί, ως υπηρέτες και παράσιτα, και τα μέλη της δεν αντιμετωπίζονται φιλικά επίσης. Τα μόνα άτομα που αντιμετωπίζει με σεβασμό είναι τη μητέρα του ήρωα και τη γιαγιά του, γυναίκες που είναι ανίκανες για οποιαδήποτε κοσμικότητα και μικρότητα, και τους καλλιτέχνες που, σαν τον Προυστ τον ίδιο, παλεύουν να καταλάβουν την απογοητευτική σκηνή και να δώσουν μετά μια συνοχή και μια ομορφιά που ποτέ δεν έχει στο χρόνο.
Το τέταρτο που έχω να πω: Ο Προυστ ως σχεδιαστής χαρακτήρων. Είναι αριστοτέχνης. Ζούμε με τους ανθρώπους του, τους βλέπουμε να αναπτύσσονται, να συμπεριφέρονται απίστευτα, και αργότερα βλέπουμε γιατί. Όταν αντιφάσκουν προς τον εαυτό τους το μόνο αποτέλεσμα είναι να γίνονται ακόμα πιο πραγματικοί. Πρόκειται για μια τεράστια αίθουσα έκθεσης πορτρέτων, στην οποία κυριαρχούν, η υπέροχη Duchess de Guermates και ο καταχθόνιος αν και συγκινητικός Boron de Charlus. Ακόμα και όταν οι άνθρωποι παρουσιάζονται για λίγα λεπτά, τους γνωρίζουμε, και μετά από εκατοντάδες σελίδες θα τους αναγνωρίσομε στην περίπτωση που θα εμφανιστούν πάλι. Οι διάφοροι χαρακτήρες συχνά ερωτεύονται ο ένας τον άλλο, και –αυτό είναι το πέμπτο που θέλω να πω ίσως- πρέπει να αναφερθώ στη θεωρία του Προυστ για τον έρωτα. Είναι μια απαισιόδοξη θεωρία και δεν συμφωνώ μαζί της. Πίστευε, για να είμαι σύντομος, ότι όσο πιο βαθιά οι άνθρωποι ερωτεύονται τόσο πιο πολύ διαστρέφουν ο ένας τον άλλον, έτσι που το πάθος είναι ένα βέβαιο προοίμιο της παρεξήγησης. Πίστευε επίσης ότι η ζήλια είναι αναπόφευκτη και ότι η έλευσή της σημαίνει την ανανέωση ενός έρωτα που διαφορετικά θα μπορούσε να είχε φιλεύσπλαχνα πεθάνει. Εκτεταμένες περίοδοι, όταν το έργο έχει προχωρήσει, αναφέρεται στη σχέση του «ήρωα» με την Albertine. Το διάβασμά τους καταλήγει στο να είναι καταθλιπτικό, και οι περισσότεροι αναγνώστες το παρακάμπτουν.
Είναι σημαντικό όταν κανείς καταπιάνεται με τον Προυστ, να είναι υποκειμενικός και έξυπνος. Δεν κάνει υποχωρήσεις στη βλακεία. Ορισμένοι συγγραφείς –και είναι μεγάλοι συγγραφείς- κάνουν υποχωρήσεις. Ο Ντίκενς κάνει και ακόμα και ο Τολστόι. Ο Προυστ όχι. Περιμένει μια συνεχή επαγρύπνηση, σύγχρονα από τον νου και τις αίσθησης. Ήταν ένας ατομικιστής, ήταν ένας ανάπηρος, ήταν λίγο σνομπ, ανήκε σε μια κοινωνική που είχε παρακμάσει και δεν τον ενδιέφερε η κοινωνική μεταρρύθμιση. Πως τολμώ να προτείνω ότι ένα τέτοιο πλάσμα παρήγαγε το δεύτερο καλύτερο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα; Τολμώ, επειδή δεν πιστεύω ότι αυτή η υπόθεση της τέχνης δεν μπορεί να παραμεριστεί. Καμιά βία δεν μπορεί να την καταστρέψει, κανένας σαρκασμός δεν μπορεί να τη μειώσει. Στηριγμένη σε μια ακεραιότητα, στη φύση του ανθρώπου που βρίσκεται βαθύτερα από την ηθική ακεραιότητα, φτάνει σε ύψη θριάμβου που μας κάνουν να ελπίζουμε. Ο Προυστ ήταν ένας καλλιτέχνης κι ένας τεράστιος καλλιτέχνης· βρήκε στη μνήμη τον τρόπο να ερμηνεύσει και να εξανθρωπίσει αυτόν τον χαώδη κόσμο και τα αποτελέσματα μας τα έδωσε στην Ανάμνηση Πραγμάτων που Έχουν Συμβεί.
Ε. Μ. Φόρστερ [1949]
 
Πηγή:

Από τον τόμο Ε. Μ. Φόρστερ, Δυο ζητωκραυγές για τη δημοκρατία, μτφρ. Νανά Ησαΐα, εκδόσεις Ερμείας.
© κειμένου, εκδόσεις Ερμείας



Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

Marcel Proust (Paris,1871-1922), a tribute








ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ (Παρίσι, 1871-1922), ΑΦΙΕΡΩΜΑ
 
Ας αφήσουμε τις όμορφες γυναίκες για τους άντρες που δεν έχουν φαντασία.
Μαρσέλ Προυστ (Marcel Proust)

Μαρσέλ Προυστ, μια γνωριμία
Ο Μαρσέλ Προυστ (Bαλαντέν-Λουί-Zωρζ-Eζέν-Mαρσέλ), γεννήθηκε στις 10 Ιουλίου 1871 στο Οτέιγ, ένα προάστιο του Παρισιού, στο σπίτι του θείου του Louis Weil (οδός La Fontaine 96). Είναι ο πρωτότοκος γιος του Αντριέν (Adrien Proust), που ήταν φημισμένος γιατρός και της, Ζαν Βέιλ (Jeane Weil) κόρη εύπορου Εβραίου χρηματιστή. Παρά το γεγονός ότι ήταν φιλάσθενος αφού από τη γέννησή του υπέφερε από χρόνιο άσθμα, το 1889, τελειώνοντας το λύκειο, θα καταταγεί εθελοντικά και θα υπηρετήσει για ένα χρόνο στο 79ο Σύνταγμα Πεζικού στην Orléans. Συνάδελφοί του εκεί είναι οι Robert Billy και Gaston de Caillavet. Το 1870 θα συνεχίσει τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του περίφημου Ecole de Sciences Politiques της Σορβόννης. Δεν θα αργήσει να βρεθεί στο περιβάλλον της υψηλής κοινωνίας της πρωτεύουσας που θα γίνει δημοφιλέστατος εξαιτίας της ευγλωττίας και της οικονομικής του επιφάνειας. Την ίδια περίοδο θα αρχίσει να δημοσιεύει άρθρα κοσμικού περιεχομένου σε διάφορα έντυπα. Η γνωριμία του, μέσω μιας κοινής τους φίλης, με τον Ανατόλ Φρανς ήταν καθοριστική για το νεαρό Μαρσέλ, αφού με την παρότρυνσή του θα εκδώσει το 1896 το πρώτο του έργο Τέρψεις και ημέραι, μια συλλογή από σύντομες ιστορίες, ποιήματα και δοκίμια, η οποία όμως δεν θα γνωρίσει ιδιαίτερη επιτυχία.
Η συγγραφική του απόπειρα θα συνεχιστεί με ένα μυθιστόρημα που ξεκίνησε να γράφει το 1895 και το εγκατέλειψε, μισοτελειωμένο, το 1899 και που τελικά θα δημοσιευτεί μετά το θάνατό του με τον τίτλο Ζαν Σαντέιγ (Jean Santeuil). Στο έργο αυτό ο αναγνώστης μπορεί εύκολα να διακρίνει τα θέματα που αργότερα ο Προυστ θα πραγματευόταν στο αριστούργημά του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, ουσιαστικά θα λέγαμε ότι το Ζαν Σαντέιγ είναι ο προάγγελός του. Η απογοήτευση όμως είναι μεγάλη για τον Μαρσέλ που στη συνέχεια θα ασχοληθεί με τη μετάφραση και τον σχολιασμό των έργων του Άγγλου ιστορικού τέχνης Τζον Ράσκιν. Θα δημοσιεύσει μάλιστα και ένα σημαντικό αριθμό σχετικών άρθρων.
Τον Μαρσέλ Προύστ θα απασχολήσει η γνωστή υπόθεσης Ντρέιφους, από το 1896 ως το 1906, αφού υπήρξε θερμός υποστηρικτής της πλευράς του γαλλοεβραίου λοχαγού του στρατού, πράγμα που είχε αντίκτυπο στην κοινωνική του ζωή, κυρίως εξαιτίας του έντονου αντισημιτισμού στις τάξεις της γαλλικής κοινωνίας. Το 1905 η υγεία του -υπέφερε από την γέννησή του από χρόνιο άσθμα- θα κλονιστεί ακόμα περισσότερο από το γεγονός του θανάτου της μητέρας του, σε σημείο να αναγκαστεί να κλεισθεί σε σανατόριο συγκεκρημένα στο Boulogne-sur-Seine, όπου θα παραμείνει για δυο μήνες για να ανακτήσει τόσο την σωματική όσο και την ψυχική του υγεία μια και οι νευρώσεις ήταν έντονες από το γεγονός ότι προσπαθούσε σε μια ομοφοβική κοινωνία, να κρατήσει κρυφές τις ομοφυλοφιλικές προτιμήσεις του. Ο Προυστ θα απομονωθεί σιγά-σιγά από τον έξω κόσμο και θα αρχίσει να ζει σαν ερημήτης σε ένα διαμέρισμα τους τοίχους του οποίου θα μονώσει με φελλό. Εκεί στην ερημιά και την ησυχία θα αφοσιωθεί αποκλειστικά στο γράψιμο του αριστουργήματός του το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Η αποκοπή αυτή και η ενδοσκόπηση του εαυτού του θα αρχίσει κάπου το 1910 καθώς θα περνά τον περισσότερο καιρό του μέσα στην κρεβατοκάμαρα, κοιμώμενος κατά τη διάρκεια της ημέρας και γράφοντας ακατάπαυστα τη νύχτα.
Το 1913 είναι η σημαντικότερη χρονιά για τον Προύστ αφού ψάχνει εκδότη για τον πρώτο τόμο του κύκλου με τίτλο: Από τη μεριά του Σουάν. Εκδότη που τελικά δεν θα βρει αφού όλοι ο ένας μετά τον άλλο τον απέρριπταν. Τελικά ο τόμος θα εκδοθεί με έξοδα του συγγραφέα το 1913, χωρίς να προκαλέσει την παρατήρηση και το ενδιαφέρον των λογίων. Η επιτυχία, η αναγνώριση και η παγκόσμια καταξίωση θα έρθει με το δεύτερο μέρος, με τίτλο: Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών, που θα εκδοθεί με καθυστέρηση λόγω του Α' Παγκοσμίου Πολέμου στις 10 Νοεμβρίου του 1919. Για τον τόμο αυτό θα του απονεμηθεί το βραβείο Γκουντούρ με 6 ψήφους υπέρ και 4 κατά για τους Ξύλινους Σταυρούς του Roland Dorgelés που ήταν συνυποψήφιο. Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Προυστ συνέχισε να δουλεύει για την ολοκλήρωση του μνημειώδους ημιαυτοβιογραφικού μυθιστορήματος το οποίο θα ολοκληρώσει πριν πεθάνει, χωρίς όμως να προλάβει να το δει να κυκλοφορεί ολοκληρωμένο.
Το 1920 θα κυκλοφορήσει ο τρίτος τόμος με τίτλο: Η μεριά του Γερμάντ, για να ακολουθήσει στις 30 Απριλίου του 1921 ο τρίτος τόμος με τίτλο: Η μεριά του Γερμάντ ΙΙ, Σόδομα και Γόμορρα Ι (Le côté de Germantes ΙΙ, Sodome et Gomorrhe I). Το 1922 (3 Απριλίου) δημοσιεύεται το Σόδομα και Γόμορρα ΙΙ (Sodome et Gomorrhe IΙ) σε τρεις τόμους ενώ στις 18 Νοεμβρίου του ίδιου έτους ο Μαρσέλ Προυστ πεθαίνει από πνευμονία.
Στις 14 Νοεμβρίου του 1923 θα κυκλοφορήσει η Φυλακισμένη (La Prisonniére) σε δύο τόμους, στις 30 Σεπτεμβρίου του 1925 δημοσιεύεται η Δραπέτισσα (La Fugitive), με τον τίτλο Albertine disparue, πάλι σε δύο τόμοι (έκδοση N. R. F.) και τέλος στις 22 Σεπτεμβρίου του 1927 κυκλοφορεί ο Ξανακερδισμένος Χρόνος (Le Temps retrouvé) σε δύο τόμοι (έκδοση N. R. F.).
Ο Μαρσέλ Προυστ, έχει πλέον πάρει την θέση του στο παγκόσμιο στερέωμα της  λογοτεχνίας, αφού συγκαταλέγεται ανάμεσα στους σημαντικότερους λογοτέχνες του εικοστού αιώνα και θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς κριτικούς της εποχής του. Tο έργο του δεν έπαψε να επηρεάζει μεγάλους δημιουργούς όπως ο Τζέημς Τζόυς, η Βιρτζίνια Γουλφ, ο Κλοντ Σιμόν κ.α. Αλλά και να είναι για χρόνια το κέντρο ερευνών, αναλύσεων, εργασιών και μελετών. Πέρα όμως από μελέτες και αναλύσεις το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, θα παραμείνει ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, άξιο πάντα της προσοχής μας, πολύ περισσότερο δε της ανάγνωσής μας.
Πηγές

Για τη συγγραφή του βιογραφικού του Μαρσέλ Προυστ χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από τις παρακάτω πηγές: 
1. Αναζητώντας το χαμένο Χρόνο, Από τη Μεριά του Σουάν τμ. ΙΙΙ, μτφ. Παύλος Α. Ζάννας, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα.
2. Εφημερίδα ΒΗΜΑ, 01/09/2002,  Μαρσέλ Προυστ Συγγραφέας (1871-1922), άρθρο του Θύμιου Βούλγαρη. 
© κειμένου: gayekfansi.blogspot - με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος.


 
Πορτρέτο του Μαρσέλ Προυστ (1892)
από τον Jacques-Émile Blanche (1861-1942).
Λάδι σε καμβά 73.5 x 60.5 cm.


ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ
1871. 10 Ιουλίου: Γέννηση στο Παρίσι στο σπίτι του θείου του Louis Weil (οδός La Fontaine 96) του Μαρσέλ Προυστ, πρωτότοκου γιου του γιατρού Adrien Proust και της Jeane Weil. Γονείς του κατοικούν στο μπουλβάρ Malesherbes 9.
1873. 24 Μαΐου: Γέννηση του αδελφού του Ρομπέρ.
1880. Πρώτη κρίση άσθμα.
1882-1889. Σπουδές στο Λύκειο Condorcet. Καθηγητές του ο Gaucher (1887-1888) και ο Darlu (1888-1889). Τελειώνει με τιμητική διάκριση. Συνδέεται φιλικά με τον Jacques Bizet, τον Robert de Flers, τον Daniel Halévy. Συνεργάζεται στο περιοδικό του Λυκείου la Revue Lilas. Αρχίζει να συχνάζει στα φιλολογικά σαλόνια της κυρίας Émile Strauss, της ζωγράφου Madeleine Lemaire, κ.α.
1889-1890. Εθελοντική κατάταξη στο 79ο Σύνταγμα Πεζικού στην Orléans. Συνάδελφοί του ο Robert Billy και ο Gaston de Caillavet.
1890. Σχολή Πολιτικών Επιστημών.
1892. Λογοτεχνικό ξεκίνημα στο περιοδικό le Banquet με διάφορες «Μελέτες», σκέψεις κι ένα διήγημα: Βιολάντα ή η κοσμικότητα (τα περισσότερα από τα κείμενα αυτά θα συμπεριληφθούν στον τόμο Οι Χάρες και οι Μέρες). Συνεργάζεται στο περιοδικό Littérature et Critique.
1894. Συνεργάζεται στο Banquet και στη Revue Blance. Πρώτη γνωριμία με τον Robert de Montesquiou.
1894. Θερινές διακοπές στο Trouville (Νορμανδία)
1895. Δίνει εξετάσεις και προσλαμβάνεται ως ακόλουθος στη Μαζαρίνειο Βιβλιοθήκη, εξασφαλίζει την απόσπασή του στο Υπουργείο Παιδείας και ζητά ετήσια άδεια. Ταξιδεύει στη Βρετάνη, στο τέλος του καλοκαιριού και στην αρχή του φθινοπώρου, με τον Reynaldo Hahn. Πεθαίνει η γιαγιά του Adéle Weil. Συνεργάζεται στην εφημερίδα Gaulois.
1896-1899. Συγγράφει το μεγαλύτερο μέρος του ατελείωτου μυθιστορήματος, που θα δημοσιευτεί μετά το θάνατό του με τον τίτλο Jean Santeuil. Ταυτόχρονα τον απασχολεί με πάθος η υπόθεση Dreyfus· υποστηρίζει την αναθεώρηση της δίκης και την αθωότητα του Εβραίου αξιωματικού.
1896. Δημοσιεύονται τα Πορτρέτα Ζωγράφων (Portraits de Peintres), ποιήματα για τους ζωγράφους Albert Cuyp, Paul Pollet, Van Dyck, Watteau, τονισμένα για πιάνο απ’ τον Ρενάλτο Hahn, (έκδοσης Ménestrel). Τα ποιήματα θα αναδημοσιευτούν στον τόμο Οι Μέρες και οι Χάρες. Δημοσιεύεται ο πρώτος τόμος του Προύστ Οι Μέρες και οι Χάρες (Les Plaisirs et les Jours) με πρόλογο του Ανατόλ Φρανς, εικονογράφηση της Μαντλαίν Λεμαίρ και μουσική του Ρενάλτο Hahn (έκδοση Calman – Lévy). Άρθρο στη Revue Blanche (15 Ιουλίου). «Ενάντια στο σκοτάδι».
1897. Συνεργάζεται στη Reveue d’art dramatique (Γενάρης) και στο La Presse (Δεκέμβρης).
1899. Ανακαλύπτει τον John Ruskin κι αρχίζει να μεταφράζει έργα του με τη βοήθεια της Marie Nordlinger· Διαμονή στο Εβιάν.
1900. Η οικογένεια Προυστ μετακομίζει στην οδό Courcelles 45. Δημοσιεύονται οι πρώτες μελέτες του Μαρσέλ Προυστ για τον Ράσκιν: Pélerinages ruskinniens (le Figaro της 13 Φεβρουαρίου). Ο Ράσκιν στην Παναγία της Αμιένης (Mercure de France, τεύχος Απριλίου). Ταξιδεύει με τη μητέρα του στη Βενετία και στη Πάντοβα. Στο διάστημα αυτό, με τη βοήθεια της Μαρί Νορντλινγκέρ, διορθώνει τα τυπογραφικά δοκίμια της μετάφρασής του Η Βίβλος της Αμιένης.
1903. Δημοσιεύει στην εφημερίδα Φιγκαρό τρία άρθρα σχετικά με τα κοσμικά σαλόνια (25 Φεβρουαρίου, 11 Μαΐου, 6 Σεπτεμβρίου). 26 Νοεμβρίου: Πεθαίνει ο πατέρας του.
1904. Δημοσιεύει στη Φιγκαρό και άλλα άρθρα για τα σαλόνια (4 Ιανουαρίου, 18 Ιανουαρίου, 13 Μαΐου) και ένα άρθρο Ο θάνατος των καθεδρικών Ναών (16 Αυγούστου) που θ’ αναδημοσιευτεί στον τόμο Μιμήσεις και Ανάλεκτα. Δημοσιεύει σε τόμο Η Βίβλος της Αμιένης, μετάφραση, σημειώσεις και πρόλογος του Μαρσέλ Προυστ (έκδοση Μερκύρ ντε Φρανς).
1905. 15 Ιουνίου: Δημοσιεύεται στο περιοδικό Renaissance latine το κείμενο Πάνω στην ανάγνωση. (Οι σελίδες αυτές, που επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν σαν πρόλογος στη μετάφραση του Σουσάμι και οι Κρίνοι του Ράσκιν, θα ξαναεμφανιστούν τροποποιημένες με τον τίτλο «Μέρες ανάγνωσης» στον τόμο Μιμήσεις και Ανάλεκτα). 26 Σεπτεμβρίου: Πεθαίνει η μητέρα του. Δεκέμβριος: Εισάγεται, για θεραπεία, στην κλινική του γιατρού Solliés, στο Boulogne-sur-Seine, όπου θα παραμείνει για δυο μήνες.
1906. Ύστερ’ από μια παραμονή στις Βερσαλλίες, θα εγκaτασταθεί στο μπουλβάρ Hausmann 102. Θα επενδύσει με μόνωση φελλού το δωμάτιό του. Δημοσιεύει σε τόμο το Σουσάμι και οι Κρίνοι του Ράσκιν, μετάφραση, σημειώσεις και πρόλογος του Μαρσέλ Προυστ (έκδοση Μερκύρ ντε Φρανς).



 
Η φωτογραφία που σκανδάλισε τη μητέρα του Προυστ 
Μαρσέλ Προυστ (καθησμένος), Robert de Flers (αρ) και Lucien Daudet (δε) 1894. Πηγή


1907. Δημοσιεύει στη Φιγκαρό έξι άρθρα, απ’ τα οποία δύο θα συμπεριληφθούν στον τόμο Μιμήσεις και Ανάλεκτα (1 Φεβρουαρίου, 19 Νοεμβρίου) και ένα τόμο Χρονικά (20 Μαρτίου). Θερινές διακοπές στο Cabourg (Νορμανδία). Κάνει εκδρομές με αυτοκίνητο με τον οδηγό του Alfred Agostinelli. Πιθανότατα στη διάρκεια αυτής της χρονιάς συλλαμβάνει και αρχίζει να συγγράφει το Αναζητώντας το χαμένο Χρόνο.
1908-1909. Εργάζεται πάνω σε μια κριτική μελέτη για τον Sainte – Beuve, πρώτο σχεδίασμα του Αναζητώντας το χαμένο Χρόνο.
1908. Δημοσιεύει στη Φιγκαρό τρεις σειρές «μιμήσεις» (pastiches). Η υπόθεση Lemoine (22 Φεβρουαρίου, 14 Μαρτίου). Θα αναδημοσιευτούν στον τόμο Μιμήσεις και Ανάλεκτα.
1909. Δημοσιεύει άλλη μια «μίμηση», Η υπόθεση Λεμουάν στη Φιγκαρό της 6 Μαρτίου (θα αναδημοσιευτεί στον τόμο Μιμήσεις και Ανάλεκτα). Πάει να λαβαίνει μέρος στην κοσμική ζωή για ν’ αφοσιωθεί στο μεγάλο του μυθιστόρημα. Πρώτο σχεδίασμα του Από τη μεριά του Σουάν· θα το διαβάσουν πρώτοι ο Ρενάλντο Hahn και ο George de Lauris. Θερινές διακοπές στο Καμπούρ.
1910. Παρακολουθεί τα Ρώσσικα Μπαλέτα. Θερινές διακοπές στο Καμπούρ.
1912. Αποσπάσματα από το Αναζητώντας το χαμένο Χρόνο δημοσιεύονται στη Φιγκαρό (21 Μαρτίου, 4 Ιουνίου, 3 Σεπτεμβρίου). Ο Μαρσέλ Προυστ κρατά τον Αγκοστινέλλι ως γραμματέα του.
1913. Επίμονες και μάταιες προσπάθειες στους εκδότες Nouvelle Revue française, Marcure de France, Fasquelle και Ollendorff για τη δημοσίευση του μυθιστορήματος Αναζητώντας το χαμένο Χρόνο. Ο εκδότης Grasset δέχεται να το εκδώσει με έξοδα του συγγραφέα. Η Céleste Albaret προσλαμβάνεται στο υπηρετικό προσωπικό του Μαρσέλ Προυστ. 8 Νοεμβρίου: Δημοσιεύεται το Από τη μεριά του Σουάν (Dy côté de chez Swann), έκδοση Bernerd Grasset.
1914. Ιανουάριος: Η Nouvelle Revue française δημοσιεύει ένα άρθρο του Henri Chéon για το Από τη μεριά του Σουάν. 30 Μαΐου: Ο Αγκοστινέλλι σκοτώνεται σε αεροπορικό δυστύχημα. 1 Ιουνίου: Η Nouvelle Revue française δημοσιεύει «αποσπάσματα από το δεύτερο τόμο του Αναζητώντας το χαμένο χρόνο, με τίτλο Η μεριά του Γερμάντ, που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τον εκδότη Μπερνάρ Γκρασσέ. Τα αποσπάσματα αυτά είναι ένα σχεδίασμα της πρώτης διαμονής στο Μπαλμπέκ που, πολύ αναπτυγμένη, θα συμπεριλήφθη Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών. 1 Ιουλίου: η Nouvelle Revue française δημοσιεύει άλλα ανέκδοτα κομμάτια από το Αναζητώντας το χαμένο Χρόνο: είναι σχεδιάσματα από διάφορα επεισόδια του Η μεριά του Γερμάντ Ι. Σεπτέμβριος: Διαμονή στο Καμπούρ.
1915-1918. Ο Μαρσέλ Προυστ τροποποιεί το έργο του με πολλές σημαντικές προσθήκες.
1918. 30 Νοεμβρίου (ένδειξη τυπογραφείου): Δημοσιεύεται Στον ίσκιο των ανθισμένων Κοριτσιών (A l’ omdre des Jeunes Filles en fleurs), αρχικά σε έναν τόμο (έκδοση N. R. F.)
1919. 25 Μαρτίου (ένδειξη τυπογραφείου): Δημοσιεύεται το Αναμνήσεις και Ανάλεκτα (Pastiches et Mélanges) (έκδοση N. R. F.) Ιούνιος: Υποχρεωμένος να μετοικίσει, ο Μασέλ Προυστ νοικιάζει επιπλωμένο διαμέρισμα στην οδό Laurent-Pichat 8a. Οκτώβριος: Μετακομίζει πάλι για να εγκατασταθεί στο πέμπτο πάτωμα της οδού Hamelin 44. 10 Νοεμβρίου: Το βραβείο Γκουντούρ απονέμεται Στον ίσκιο των ανθισμένων Κοριτσιών με 6 ψήφους υπέρ και 4 κατά για τους Ξύλινους Σταυρούς του Roland Dorgelés.
1920. 7 Αυγούστου (ένδειξη τυπογραφείου): Δημοσιεύεται το Η μεριά του Γερμάντ (Le côté de Germantes I) ένας τόμος (έκδοση N. R. F.)
1921. Ιανουάριος: Δημοσιεύεται στη Nouvelle Revue française το άρθρο: «Σχετικά με το στυλ του Φλωμπέρ». 30 Απριλίου (ένδειξη τυπογραφείου): Η μεριά του Γερμάντ ΙΙ, Σόδομα και Γόμορρα Ι (Le côté de Germantes ΙΙ, Sodome et Gomorrhe I) ένας τόμος (έκδοση N. R. F.) Ιούνιος: Δημοσιεύεται στη Nouvelle Revue française το άρθρο: «Σχετικά με τον Μπωντλαίρ». Προλογίζει το Τρυφερά Αποθέματα του Paul Morand. Επισκέπτεται την έκθεση των Ολλανδών ζωγράφων στο μουσείο jean de Paume, και αισθάνεται μια δυνατή αδιαθεσία.
1922. 3 Απριλίου (ένδειξη τυπογραφείου): Δημοσιεύεται το Σόδομα και Γόμορρα ΙΙ (Sodome et Gomorrhe IΙ) σε τρεις τόμους (έκδοση N. R. F.) 18 Νοεμβρίου: Θάνατος του Μαρσέλ Προυστ.
1923. 14 Νοεμβρίου (ένδειξη τυπογραφείου): Δημοσιεύεται η Φυλακισμένη (La Prisonniére) δύο τόμοι (έκδοση N. R. F.)
1925. 30 Σεπτεμβρίου (ένδειξη τυπογραφείου): Δημοσιεύεται η Δραπέτισσα (La Fugitive), με τον τίτλο Albertine disparue, δύο τόμοι (έκδοση N. R. F.)
1927. 22 Σεπτεμβρίου (ένδειξη τυπογραφείου): Δημοσιεύεται ο Ξανακερδισμένος Χρόνος (Le Temps retrouvé) δύο τόμοι (έκδοση N. R. F.)
10 Οκτωβρίου (ένδειξη τυπογραφείου): Δημοσιεύεται ένας τόμος Χρονικά (Chroniques) (έκδοση N. R. F.)
Από το 1927 ως το 1935 εκδίδονται τα Τετράδια Μαρσέλ Προυστ (Cahiers Marcel Proust) οκτώ τόμοι (έκδοση N. R. F.)
Από το 1930 δημοσιεύεται η αλληλογραφία του Μαρσέλ Προυστ (διάφοροι εκδότες· οι έξι τόμοι Γενικής Αλληλογραφίας στις εκδόσεις Plon).
Από το 1950 δημοσιεύεται το ετήσιο δελτίο της «Εταιρίας των Φίλων του Μαρσέλ Προυστ και των Φίλων του Κομπραί».
1952. Δημοσιεύεται το νεανικό μυθιστόρημα Ζαν Σαντέιγ (Jean Santeuil) σε τρεις τόμους (εκδόσεις Gallimard).
1954. Δημοσιεύεται το Εναντίον του Σαντ – Μπεβ (Contre Sainte-Beuve) πρώτο σχεδίασμα που έμελλε να γίνει τελικά το Αναζητώντας το χαμένο Χρόνο, και τα Καινούργια Ανάλεκτα (Nouveaux Mélanges) σ’ έναν τόμο (εκδόσεις Gallimard).
1954. Εκδίδεται με επιμέλεια των Pierre Clarac και Antré Ferré το Αναζητώντας το χαμένο Χρόνο στην πιο υπεύθυνή του μορφή, με ανέκδοτα αποσπάσματα, παραλλαγές, σημειώσεις κλπ., σε τρεις τόμους (έκδοση Bibliothéque de la Pléiade).
1970. Σεπτέμβριος. Ομόφωνα, πλην μιας ψήφου, το δημοτικό συμβούλιο του Illiers (Eure-et-Loir) δέχτηκε την πρόταση ν’ αλλάξει το όνομα της πόλης σε Ιλλέ-Κομπραί. Απ’ εδώ και πέρα τα’ όνομα της κοινότητας της θα συνδέεται με τα’ όνομα που της έδωσε ο Μαρσέλ Προυστ στην «Αναζήτηση».
Πηγή

Αναζητώντας το χαμένο Χρόνο, Από τη Μεριά του Σουάν τμ. ΙΙΙ, μτφ. Παύλος Α. Ζάννας, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα.
Το χρονολόγιο ακολουθεί πιστά το χρονολόγιο που δημοσιεύτηκε στον πρώτο τόμο της έκδοσης της Pléiade (σ. XXXIX – XLIII). Έγιναν μόνο μερικές προσθήκες που θεωρήθηκαν χρήσιμες. 


 
 


ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ (του Παύλου Α. Ζάννα)
Τι μας λέει αυτό το βιβλίο; Ο Γκαετάν Πικόν το διατυπώνει νομίζω με σαφήνεια:
« Ιστορία μιας ζωής το Αναζητώντας το χαμένο Χρόνο είναι και η ιστορία ενός βιβλίου. Βλέπουμε κάποιον –τον ήρωα- να προχωρά στην ύπαρξη, αναζητώντας αυτό που ανήκει στην τάξη της ύπαρξης: μια ευτυχία, το Υπέρτατο Αγαθό… […]. Ταυτόχρονα βλέπουμε τον ήρωα –που είναι και ο αφηγητής- να γυρεύει να γυρεύει το θέμα ενός βιβλίου που θέλει να γράψει. Το θέμα αυτό ανακαλύπτεται στο τέλος του έργου: τη στιγμή που σταματά η αφήγηση της ζωής. Όταν η δεύτερη κίνηση (αυτή που προσανατολίζεται στην αναζήτηση του έργου) δέχεται το αντικείμενό της, αναιρεί την πρώτη κίνηση (την αναζήτηση ενός αγαθού της ζωής), ή μάλλον αντιστρέφει το όνομά της: από προοδευτική η κίνηση αυτή γίνεται αναδρομική –όχι πια αναζήτηση μιας μελλοντικής βίωσης, αλλά αναζήτηση του βιωμένου· και τότε ταυτίζεται με τη δημιουργία του βιβλίου. Έτσι το έργο βρίσκει την τάση και την ενότητά του μέσα στην προοπτική, που κάνει την προοδευτική κίνηση μια κίνηση πλανερή- κι όλη η πραγματικότητα του έργου είναι η πραγματικότητα της αναδρομής που του επιτρέπει να γραφτεί. Γιατί θέμα του έργου είναι ακριβώς η ζωή, αλλά η ζωή η σταματημένη, που ανακαλείται σαν στο κατώφλι του θανάτου».
Αυτή είναι η ουσία, αυτό και το γενικό δίδαγμα του βιβλίου. Γι’ αυτό ακριβώς μπόρεσε να συλλάβει ο Προυστ απ’ την αρχή το έργο σε τρία δίτομα μέρη –Από τη μεριά του Σουάν, Η μεριά του Γερμάντ, Ο ξανακερδισμένος Χρόνος-: γιατί, χωρίς τη σύλληψη του τελευταίου η αναζήτηση δεν μπορούσε ν’ αρχίσει. Όταν το ανάπλασε, πρόσθεσε το Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών (τρεις τόμοι) ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο και τα Σόδομα και Γόμορρα, Η φυλακισμένη, η Δραπέτισσα, (που έγινε τρίτομο) και το τρίτο. Αν όμως δεν τον σταματούσε ο θάνατος, το έργο μπορούσε να μεγαλώσει κι άλλο, πάντα όμως παρένθετα, ενδιάμεσα, διατηρώντας την ίδια αρχή και το ίδιο τέλος –το τέλος το συνυφασμένο με την αποκάλυψη και την απόφαση της συγγραφής.
Πέρα όμως απ’ το σχήμα, απ’ τη δομή και τη βαθύτερη μυθιστορηματική ουσία υπάρχει και ένας μυθιστορηματικός κόσμος. Σαν τον κόσμο που στήνει ο Μπαλζάκ, που όταν πεθαίνει έχει συγγράψει 97 αφηγήματα κι έχει σχεδιάσει 51. Είναι ο κόσμος του Ντίκενς και του Χάντρυ, του Τολστόι και του Ντοστογιέφσκι, του Χένρυ Τζέμς και του Φώκνερ, -κόσμοι που γεννιούνται μέσα από πολλά μυθιστορήματα και βρίσκουν την ενότητά τους στον κατακερματισμό. Τα μοναχικά μυθιστορήματα κι όταν ακόμη είναι αριστουργήματα, όπως Η πριγκίπισσα του Κλεβ και οι Επικίνδυνες Σχέσεις, δεν δημιουργούν ένα τέτοιο κόσμο, που να μας επιβάλλεται όχι μόνο με την αναγκαιότητα της τέχνης, αλλά και με τη συνθετική σύλληψη της πραγματικότητας. Ο Προυστ τον δημιουργεί. Κι είναι σχεδόν μοναδικό το επίτευγμά του –θα ήταν μοναδικό αν δεν υπήρχε ο Τζόυς και ο Οδυσσέας του. Και τελικά τα δύο αυτά έργα διαγράφουν, από μιαν άποψη, τα απροσπέλαστα όρια και την κατάληξη του κλασικού μυθιστορήματος- την κατάφαση και την άρνησή του. […]
Ένας καθρέφτης όπου αναγνωρίζω τον εαυτό μου, κι όπου ο εαυτός μου πολλαπλασιάζεται στο άπειρο.
Όμως ο καθρέφτης του Προυστ δεν είναι ο αντικειμενικός καθρέφτης του Σταντάλ. Ο Προυστ δεν γυρεύει να καθρεφτίσει τον εξωτερικό κόσμο και να τον δεχτεί σαν τέτοιο, γιατί δεν πιστεύει στη αντικειμενικότητά του. Πιστεύει μόνο στο είδωλο που προσφέρει ένας υποκειμενικό καθρέφτης, πιστεύει στην υποκειμενική ανάπλαση της πραγματικότητας και της αλήθειας, που μόνο με το κοίταγμα και την ανάλυση μιας συνείδησης αποκτά υπόσταση. Σημειώνει: «…όσοι είδαν με συμπάθεια την προσωπική μου αντίληψη για τις αλήθειες […] με συγχαίραν, γιατί τις ανακάλυψα με το “μικροσκόπιο”, όταν εγώ, αντίθετα, είχα χρησιμοποιήσει ένα τηλεσκόπιο για να ξεχωρίσω πράγματα, μικρότατα είναι αλήθεια, αλλά μικρότατα γατί ήταν τοποθετημένα σε μεγάλη απόσταση και γιατί ήταν το καθένα ένας κόσμος», και τονίζει έτσι τη διαφορά στην προοπτική και στα μεγέθη· και συμπληρώνει: «Εκεί όπου αναζητούσα τους μεγάλους νόμους , με χαρακτήριζαν ερευνητή της λεπτομέρειας». Νομίζει πως μπορεί να βρει αυτούς τους νόμους, συχνά πιστεύει πως τους ανακάλυψε και τότε τους διατυπώνει επιγραμματικά. Αισθάνεται την ανάγκη να αναγάγει σε ένα σύστημα τις παρατηρήσεις του βοηθούμενος από τις σύγχρονες θεωρίες του Μπρεξόν (που δεν πρόσφερε μόνο την πρώτη συλλαβή του ονόματός του στον Μπεργκότ), απ’ τις οποίες η κυριότερη αναφέρεται στον μηχανισμό της μνήμης και στη διάκριση ανάμεσα στη θεληματική και την άθελη μνήμη. Η πρώτη, η διανοητική, είναι μια νεκρή αναπαράσταση, που δεν μπορεί να μας προσφέρει την αληθινή (και χρονική) διάσταση των πραγμάτων. Αντίθετα, η άθελη μνήμη (αυτή που βγαίνει απρόσκλητη απ’ τη γεύση της «μαντλέν», απ’ τις ανισόπεδες πλάκες στην αυλή των Γκερμάντ –αυτή που γεννιέται απ’ τις αισθήσεις, όχι απ’ τη σκέψη), αναστατώνοντας τον ψυχισμό μας, μας αποκαλύπτει την πραγματική κι αληθινή όψη της ζωής μας, προσδίνει στον κόσμο μας τη χρονική του προοπτική.
Η αξία του εξωτερικού κόσμου είναι σχετική. Τον έρωτα αυτό που τον ορίζει είναι η αυταπάτη, η γυναίκα που ερωτευόμαστε ενσαρκώνει τις αυταπάτες μας τη στιγμή ακριβώς που η ψυχική μας τάση τείνει σ’ αυτές. Γιατί όλα κινούνται, μετακινούνται, αλλάζουν και μένει μόνο η –μεταβλητή επίσης- υποκειμενική ,α αντίληψη. Αλλ’ όπως η άθελη μνήμη βγάζει απ’ το παρελθόν τις καίριες στιγμές που ορίζουν τη ζωή μας κι αποκαλύπτει τη σημασία τους, έτσι και η καλλιτεχνική δημιουργία –που την κινεί η υποκειμενική μας αντίληψη του κόσμου- είναι η μόνη που μπορεί να περισώσει και να σταθεροποιήσει ψήγματα απ’ το γύρω κόσμο. Κάτι περισσότερο: ο κόσμος δημιουργιέται κάθε φορά που ένας καλλιτέχνης ανακαλύπτει αυτές τις σκόρπιες εντυπώσεις μέσα του, τις συλλέγει και τις συνθέτει.
Όμως είναι τελικά σφάλμα, σημειώνει ο Ξ. Λευκοπαρίδης, να γυρεύουμε στον κόσμο του Αναζητώντας μια κοσμοθεωρία και μιαν αισθητική που είναι όχι μόνο συζητήσιμες, αλλά και που ο ίδιος ο Προυστ φοβάται να τις οδηγήσει ως τις ακραίες λογικές τους συνέπειες. Σημασία έχει ο καλλιτέχνης όχι ο θεωρητικός. Θα πρόσθετα πως η «κοσμοθεωρία» και η «αισθητική» που υπάρχουν στο έργο του είναι προσαρμοσμένες στο συγκεκριμένο αυτό έργο και στο στόχο του· είναι πολύτιμες έχουν αξία μοναδική σε σχέση μ’ αυτί το κλειστό σύστημα του Αναζητώντας τον χαμένο Χρόνο και καταξιώνονται σ’ αυτό το συγκεκριμένο πλαίσιο απ’ τη στιγμή που μας τις επιβάλλει με τη δύναμη μιας αναγκαιότητας.
Πηγή

Αναζητώντας το χαμένο Χρόνο, Από τη Μεριά του Σουάν τμ. ΙΙΙ, μτφ. Παύλος Α. Ζάννας, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 


 

(αρ) Κων. Καβάφης, χαρακτικό του Γιάννη Κεφαλληνού
(δε) Μαρσέλ Προυστ, σχέδιο αγνώστου καλλιτέχνη


Ο Προυστ και ο Καβάφης1
Ο Προυστ γνώρισε τον Καβάφη και μάλιστα τον σχολίασε με τον τρόπο του.
Αντίστοιχα και ο Καβάφης είχε διαβάσει Προυστ, όπως μας λέει ο Ι. Α. Σαρεγιάννης.2 Όσο μελετάμε μάλιστα την «προϊστορία» του Καβάφη και του Προυστ, ο πειρασμός είναι μεγάλος να τους δούμε σα δυο παράλληλους, όχι τόσο για μερικά συμπτωματικά κοινά στοιχεία (παιδιά από «καλά» σπίτια κι οι δυο τους, παρουσία της μητέρας στη ζωή τους, παρέες με πρωτοκλασάτους κι άλλους «ανδρείους της ηδονής», οι μάσκες που φορούσαν για τους «ανίδεους Αντιοχείς» και το πιο σπουδαίο: η σημασία του χρόνου στο έργο τους), όχι τόσο για όλα αυτά, αλλά επειδή τα 154 ποιήματα και η Αναζήτηση του χαμένου χρόνου μοιάζουν σαν αυτόνομοι κόσμοι και ό,τι έγραψαν πριν είναι περιθωριακό, περνά για μια προπόνηση. Κι αν εδώ και λίγα χρόνια, σκύβουν οι ειδικοί πάνω σ’ αυτή την περίοδο της ζωής τους, προχωρώντας πολλές φορές μάλιστα σε καταπληκτικές προεκτάσεις,3 είναι για να μπούμε μέσα στο εργαστήρι τους και ν’ αναζητήσουμε τις ρίζες της έμπνευσής τους, με την ελπίδα να μαντέψουμε πως οργανώθηκε «ανεπαισθήτως» η ματιά τους, πως δοκιμάστηκαν και ωρίμασαν οι προθέσεις και οι στόχοι, προτού καταλήξουνε σε ό,τι ξεχώρισε· αντίθετα από άλλους που όλο τους το έργο είναι ένα work in progress.
Πηγές και σημειώσεις:

1. Από την εισαγωγή του Πέτρου Πετρόπουλου στο βιβλίο του Μαρσέλ Προυστ: Διαβάζοντας, μτφ. Π. Πετρόπουλος – Κώστας Τσιταράκης, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1985
2. Μας λέει λοιπόν ο Σαρεγιάννης: «δανείστηκε από τον κ. Αναστασιάδη τον δεύτερο τόμο του Η μεριά του Γερμάντ του Προυστ που θαύμαζε πολύ, αν κρίνω από τους επαίνους που μου έκανε. «Ο θάνατος της γιαγιάς! Τι αριστούργημα! Είναι μεγάλος ο Προυστ! Μα πολύ μεγάλος!» (Ι. Α. Σαρεγιάννης, Σχόλια στον Καβάφη, εκδόσεις Ίκαρος 1973, σελ. 36)
3. Ένα μικρό παράδειγμα: η πολύτιμη εργασία του κ. Γ. Δάλλα, Ο Καβάφης και η δεύτερη σοφιστική (εκδ. Στιγμή), πάνω σ’ ένα άρθρο του Καβάφη, τον καιρό της «προϊστορίας του». 


 
 


Βιβλία του Μαρσέλ Προυστ στα ελληνικά
- Marcel Proust. Ποιήματα, μετάφραση Ελένη Κόλλια, επιμέλεια Ελένη Κόλλια. Εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα, 2008.
- Marcel Proust. Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο: Από τη μεριά του Σουάν, μετάφραση Παύλος Α. Ζάννας, επιμέλεια Παναγιώτης Πούλος. Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, Αθήνα, 2007.
- Marcel Proust. Ο αδιάφορος και άλλα κείμενα των νεανικών χρόνων, μετάφραση Βάσω Νικολοπούλου - Νίκη Ντουζέ. Εκδόσεις Κασταλία, Αθήνα, 2006.
- Marcel Proust. Ημέρες ανάγνωσης: Δύο ομότιτλα κείμενα, μετάφραση Μήνα Πατεράκη - Γαρέφη. Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα, 2004.
- Marcel Proust. Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο: Η φυλακισμένη, μετάφραση Π. Α. Ζάννας, Παναγιώτης Πούλος. Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2004.
- Marcel Proust. Αναζητώντας το χαμένο χρόνο : Ο ξανακερδισμένος χρόνος, μετάφραση Παντελής Ανδρικόπουλος , Δημήτρης Δημουλάς. Εκδόσεις Διώνη, Αθήνα, 2003.
- Marcel Proust. Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο : Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών, επιμέλεια Παναγιώτης Πούλος, μετάφραση Παύλος Α. Ζάννας. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2002.
- Marcel Proust. Ηδονές και μέρες, μετάφραση Βαρβάρα Νουνοπούλου. Εκδόσεις Ηριδανός Αθήνα, 2002.
- Marcel Proust. Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο : Σόδομα και Γόμορρα, μετάφραση Παύλος Α. Ζάννας, επιμέλεια Παναγιώτης Πούλος. Εκδόσεις -Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2001.
- Marcel Proust. Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο : Από τη μεριά του Σουάν, μετάφραση Παύλος Α. Ζάννας, επιμέλεια Παναγιώτης Πούλος. Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2001.
- Marcel Proust. Το τέλος της ζήλειας : Και άλλα τέσσερα κείμενα από τον τόμο "Τέρψεις και ημέραι", μετάφραση Νάσος Δετζώρτζης. Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2001.
- Marcel Proust. Ζαν Σαντέιγ : Αποσπάσματα, επιμέλεια Λητώ Ιωακειμίδου, μετάφραση Λητώ Ιωακειμίδου, επιμέλεια σειράς Δημήτρης Αλεξάκης. Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2000.
- Marcel Proust. Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο : Η μεριά του Γκερμάντ, μετάφραση Παύλος Ζάννας, επιμέλεια Παναγιώτης Πούλος. Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, Αθήνα, 1999.
- Marcel Proust. Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο : Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών, μετάφραση Παύλος Ζάννας, επιμέλεια Παναγιώτης Πούλος. Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, Αθήνα.
- Marcel Proust. Ο αδιάφορος, μετάφραση Στέφανος Κουμανούδης , Σωτήρης Κακίσης. Εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα, 1994.
- Marcel Proust. Μετά την εξαφάνιση της Αλμπερτίν, μετάφραση Έλλης Αγγέλου , Γιάννη Αγγέλου. Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος Σ. Ι. Αθήνα, 1987.
- Marcel Proust. Διαβάζοντας: μέρες ανάγνωσης : Με μια εισαγωγή, ένα επίμετρο και σημειώσεις, μετάφραση Πέτρος Παπαδόπουλος, Κώστας Τσιταράκης, επιμέλεια Πέτρος Παπαδόπουλος, Κώστας Τσιταράκης. Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1985. 


 



Βιβλία για τον Μαρσέλ Προυστ στα ελληνικά:
- Σάμουελ Μπέκετ: Για τον Μαρσέλ Προύστ. Εκδόσεις, Ερμείας, Αθήνα 1983
- Αντώνη Ζέρβα, Μαρσέλ Προύστ. Εκδόσεις, Ίνδικτος, Αθήνα 2000
- Pietro Citati. Το πληγωμένο περιστέρι: Ο Μαρσέλ Προύστ και η "Αναζήτηση", μετάφραση Δημήτρης Αρβανιτάκης, επιμέλεια σειράς Τάκης Θεοδωρόπουλος. Εκδόσεις Ωκεανίδα Αθήνα.
- Αντώνης Ζέρβας. Μαρσέλ Προυστ : Η νεκρώσιμη ιεροτελεστία της Βέρμας: Μια διπλή ερμηνεία. Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα, 2000. 
- George D. Painter. Μαρσέλ Προυστ : Μια βιογραφία , μετάφραση Τερέζα Βεκιαρέλλη , Νάση Βακιαρέλλη. Εκδόσεις Χατζηνικολή, Αθήνα, 1992.
- Roger Shattuck. Μαρσέλ Προυστ, μετάφραση Αλέξανδρος Ίσαρης , Γιώργος Αστέρης, επιμέλεια Αλέξανδρος Ίσαρης. Εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα, 1981.




Ο τάφος του Προυστ, στο νεκροταφείο Père Lachaise, στο Παρίσι.
Φωτογραφία: Paul Louis Πηγή