Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

"Ένα Ερωτικό Άσμα" (Un Chant d'Amour, 1950), μια ταινία του Ζαν Ζενέ (Jean Jenet)







"Ένα Ερωτικό Άσμα", μια βουβή ταινία, μια κραυγή έρωτα. Η μοναδική ταινία του Ζαν Ζενέ
Η ταινία θα πρέπει καταρχάς να ενταχθεί στο σωστό της ιστορικό πλαίσιο. Ανήκει στη γενικότερη τάση, που παρατηρήθηκε μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, απροκάλυπτης εξομολόγησης (προσοχή: όχι απολογίας) της ομοφυλοφιλικής επιθυμίας διαμέσου της τέχνης. Ο Κορυντόν (Corydon, 1924) του André Gide και το Λευκό βιβλίο (Le Livre blanc, 1930) του Jean Cocteau, είναι τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα αυτής της τάσης στη λογοτεχνία. Το τελευταίο μάλιστα θα μπορούσε να μπορούσε να χαρακτηριστεί ως προφητικό σχόλιο πάνω στην ταινία του Genet: «Όσο περνούν τα χρόνια και ξεμακραίνω από την εποχή που το μυαλό δεν έχει ακόμα αρχίσει να ορίζει τις αισθήσεις, γυρνώντας πίσω βρίσκω αχνάρια του έρωτα που είχα πάντα για τ' αγόρια. Λάτρευα πάντα το δυνατό και όμορφο, αυτό που εγώ πιστεύω πω πρέπει να τ' ονομάζουμε το ωραιότερο φύλο. Το δυστύχημα με μένα ήταν ότι βρισκόμουν στα χέρια μιας κοινωνίας που αντιμετώπιζε το ασυνήθιστο σαν αντικείμενο ντροπής και το καταδίκαζε. Βασανιστικά μας υποχρέωναν ν' αλλάξουμε και να καταπνίξουμε τις ιδιαίτερε κλίσεις μας. [...]
Ας είναι, θα φύγω, και θ' αφήσω πίσω μου αυτό το βιβλίο. Αν το βρουν, ας το εκδώσουν. Ίσως βοηθήσει να καταλάβουν μερικοί, ότι εξορίζοντας τον εαυτό μου, δεν εξορίζω ένα τέρας, αλλά έναν άνθρωπο, που η κοινωνία δεν τον αφήνει να ζήσει με τον τρόπο που θα πρέπει να ζει τα μυστηριώδη παιχνιδίσματα που αισθάνεται το θεϊκό τούτο αριστούργημα που λέγεται άνθρωπος, [...]
Καταλαβαίνω πάρα πολύ καλά ότι στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, όπως στη Σοβιετική Ένωση, που στοχεύουν στην αγγελοποίηση ζωής και σκέψης, καταδικάζεται η οποιαδήποτε ύπαρξη ατομικής, προσωπικής σχέσης και ζωής, ακόμα και στις υψηλότερες μορφές. Αλλά δε θα καταφέρουν ποτέ να εμποδίσουν μερικούς εκλεκτούς να γευτούν κάποια σπάνια φρούτα και να μυρίσουν κάποια λουλούδια με σπάνιο άρωμα. Ο λανθασμένος τρόπος που σκέφτεται, κινείται και ζει η κοινωνία, κάνουν τη δική μου ντομπροσύνη να φαίνεται βίτσιο. Στη Γαλλία αυτό το βίτσιο δεν σε οδηγεί στη φυλακή, χάρη στην ύπαρξη του Ναπολεόντειου Κώδικα και σε ορισμένους φωτισμένους δικαστικούς... Όμως εγώ δεν δέχομαι να με ανέχονται. Δεν δέχομαι να μου κάνουν τη χάρη. Τραυματίζει την αγάπη μου για τον Έρωτα και την Ελευθερία».1




Στον κινηματογράφο, αν και πιο επιδεικτική τέχνη, η αντίστοιχη τάση παρατηρήθηκε για πρώτη φορά με δύο γερμανικές ταινίες (στο Χόλιγουντ από το 1930 ίσχυσε ο «Κώδικας παραγωγής» που απαγόρευε τέτοιου είδους παραστρατήματα): τον Διαφορετικό από τους άλλους (Anders als die Anderen, 1919) του Richard Oswald, ιστορία του εκβιασμού ενός ομοφυλόφιλου και Γυναίκες με στολή (Mädchen in Uniform, 1931) της Leontine Sagan, για τον έρωτα μιας καθηγήτριας με μια μαθήτριά της.2 Με τρόπο όμως πιο ποιητικό και λυρικό προτίμησαν να εκφραστούν ο Kenneth Anger (Πυροτεχνήματα [Fireworks], 1947 και ο Jean Genet με το Ερωτικό Άσμα, χωρίς βέβαια να καταφέρουν να ξεπεράσουν τη λογοκρισία, δημιουργώντας τον underground κινηματογράφο.
Το Ερωτικό Άσμα είναι η ιστορία τη; απελπισμένης προσπάθειας δύο ανθρώπων, τους οποίους η κοινωνία έχει απομονώσει, να επικοινωνήσουν. Κάθε προσπάθειά τους αναχαιτίζεται από τον δεσμοφύλακα, άγρυπνο φρουρό της τάξης και της ηθικής της κοινωνίας που τους κρατά «ανεπαισθήτως από τον κόσμο έξω», όπως λέει ο Καβάφης. Ο Genet, όμως, αντιστρέφει με τέτοιο τρόπο τις αξίες, ώστε οι φυλακισμένοι φαίνεται να έχουν κλείσει απ' έξω από τη ζωή (το ερωτικό παιχνίδι) το δεσμοφύλακά τους...




Η ταινία χωρίς διαλόγους και ασπρόμαυρη, είναι γυρισμένη σε μια φυλακή που θυμίζει darkroom (γκράφιτι σε λερωμένους τοίχους, τατουάζ σε γυμνά σώματα, καπνοί, μυρωδιά ιδρώτα και σπέρματος συγκροτούν το σκηνικό).
Ο δεσμοφύλακας πλησιάζοντας βλέπει κάτι παράξενο που τραβά την προσοχή του: από τα κάγκελα του παραθύρου ενός κελιού ένα γυμνό χέρι κουνάει, σαν εκκρεμές (αριστοτεχνική αποτύπωση του φιλμικού χρόνου) , ένα σπάγγο στο άκρο του οποίου είναι δεμένο ένα μπουκέτο λουλουδιών, το οποίο προσπαθεί μάταια να πιάσει ένα χέρι από το γειτονικό κελί. Ο δεσμοφύλακας αποφασίζει να ερευνήσει περί τίνος πρόκειται. Επιθεωρεί όλα τα κελιά, και σε καθέναν βλέπει έναν φυλακισμένο που αυνανίζεται. Το θέαμα ασκεί πάνω του μια παράξενη γοητεία και από το «μάτι» της πόρτας παρακολουθεί κρυφά το σιωπηλό διάλογο ανάμεσα σε ένα φοβισμένο Άραβα φυλακισμένο και το νεαρό του γειτονικού κελιού.
Οι δυο τους επικοινωνούν διαμέσου του τοίχου που χωρίζει τα δύο κελιά, εμπόδιο που ενώ τους χωρίζει γίνεται αντικείμενο του πόθου τους καθώς τον χαϊδεύουν, τον φιλούν παθητικά τον κτυπούν και τελικά τον τρυπούν με ένα καλαμάκι-φαλλικό σύμβολο προκειμένου να ανταλλάξουν στα στόματά τους τον καπνό ενός τσιγάρου (τόσο αδύνατο αποδεικνύεται το εμπόδιο-τοίχος που τους χωρίζει). Αν και δεν μπορούν να αγγίξουν ο ένας τον άλλο, φτάνουν σε ερωτική έκσταση με τη σκέψη της εγγύτητας, όπως ακριβώς οι ερωτευμένοι κατάδικοι του γερμανικού στρατοπέδου συγκέντρωσης στο Bent του Martin Sherman. Αυτή η απουσία της οπτικής επαφής πυροδοτεί τη φαντασία τους, η οποία, αχαλίνωτη, ξεπερνάει τα όρια του κλειστού χώρου-κελιού.
Έτσι πραγματώνεται η απόδρασή τους, που κανένας φύλακας δεν μπορεί να εμποδίσει. Αυτό το θέαμα (το ερωτικό άσμα) δημιουργεί στο δεσμοφύλακα μια φανατσίωση ομοφυλόφιλων περιπτύξεων, με πρωταγωνιστή αυτή τη φορά τον εαυτό του. Η φαντασίωση αυτή διακόπτεται από τη συνεχή προσπάθεια των δύο χεριών να φτάσει το ένα το άλλο. Ο δεσμοφύλακας, ανήσυχος από αυτό που του συμβαίνει, μπαίνει στο κελί του ενός φυλακισμένου και τον χτυπά άγρια με τη ζώνη του παντελονιού του, γεγονός που ξυπνά στο φυλακισμένο, όπως στον Εσταυρωμένο του Τελευταίου Πειρασμού του Καζαντζάκη, τη δική του φαντασίωση: ονειρεύεται ότι βρίσκονται με τον νεαρό του διπλανού κελιού ελεύθεροι σε ένα δάσος, όπου τρέχουν, παίζουν, αγκαλιάζονται ευτυχισμένοι.
Ο δεσμοφύλακας βγάζει το όπλο του (άλλο φαλλικό σύμβολο προσφιλές στην φαντασμαγορία του Genet)3 και το χώνει στο στόμα του φυλακισμένου. Στη συνέχεια όπως ήρθε φεύγει από το κτίριο της φυλακής. Γυρίζοντας το βλέμμα του αντικρίζει το αρχικό θέαμα: από τα κάγκελα του παραθύρου ενός κελιού, ένα γυμνό χέρι κουνάει ένα μπουκέτο λουλουδιών, το οποίο προσπαθεί να πιάσει ένα άλλο χέρι από το γειτονικό κελί. Απομακρύνεται χωρίς να δει ότι τελικά τα δύο χέρια καταφέρνουν να ενωθούν.




Η αντιστροφή των ρόλων θύτη και θύματος είναι πρωταρχικής σημασίας στο Ερωτικό Άσμα. Συνήθως στις ταινίες με φυλακισμένους αυτοί προσπαθούν να αποδράσουν. Εδώ συμβαίνει το αντίθετο: οι φυλακισμένοι έχουν την κυρίαρχη θέση, τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ ο δεσμοφύλακας υποβιβάζεται σε ανέραστο ηδονοβλεψία, σε θλιβερό κομπάρσο της ερωτικής ιεροπραξίας που συντελείτε ενώπιόν του. Δεν μπορεί παρά να τσακίσει από ζήλια αυτό που δεν έχει.4
Η ταινία χρηματοδοτήθηκε εξ ολοκλήρου από τον Νίκο Παπατάκη, ο οποίος παραχώρησε και τον πάνω όροφο του «Κόκκινου Ρόδου» (το κλαμπ που διεύθυνε στο Παρίσι) για τα εσωτερικά γυρίσματα. Τα εξωτερικά έγιναν στο δάσος του Milly, προάστιο του Παρισιού, όπου κατοικούσε ο Cocteau και ο οποίος συχνά επισκεπτόταν το πλατό στο «Κόκκινο Ρόδο».5 Χάρη στη χρηματοδότηση, η οποία αντιστοιχούσε σε περίπου 28.000 ευρώ, το φιλμ ξεφεύγει από τα ερασιτεχνικά όρια και τεχνικά είναι άρτιο (διευθυντής φωτογραφίας ήταν ο Jacques Natteau, που είχε ήδη συνεργαστεί με τον Jean Renoir στο γύρισμα του Ανθρώπινου κτήνους το 1938 και αργότερα θα κάνει ταινίες με τους Marcel Carné, Jules Dassin και Claude Autant-Lara). Αντίθετα οι ηθοποιοί ήταν ερασιτέχνες, όλοι φίλοι ή εραστές κατά καιρούς του Genet. Λόγο του περιεχομένου της ταινίας ο Παπατάκης δεν μπορούσε φυσικά να πάρει άδεια εμπορικής διανομής και η δημόσια προβολή της ήταν αδύνατη. Για να καλύψει όμως τα έξοδα της παραγωγής άρχισε να πουλάει κόπιες σε πλούσιους ιδιώτες πείθοντάς τους ότι θα ήταν οι μοναδικοί ιδιοκτήτες... Αυτοί οργάνωναν ιδιωτικές προβολές για φίλους στα σπίτια τους.6
Η πρώτη δημόσια προβολή επιχειρήθηκε να γίνει στη Γαλλική Ταινιοθήκη το 1954, με κομμένες τις επίμαχες ερωτικές σκηνές. Την τελευταία όμως στιγμή, από το φόβο του σκανδάλου, ο διευθυντής της, Henri Langlois, υποχώρησε. Ο Νίκος Παπατάκης ισχυρίζεται ότι λόγο του ομοφυλοφιλικού προσανατολισμού της η ταινία ήταν ακόμη και χωρίς τις επίμαχες σκηνές παράνομη, αντικείμενο σκανδάλου και στόχος λογοκρισίας.
Το 1964 ο Παπατάκης πούλησε μια κόπια στη Film Marker's Cooperative που διηύθυνε Jonas Mekas. Η προβολή που οργάνωσε ο τελευταίος οδήγησε στην έφοδο της αστυνομίας και τη φυλάκισή του, γιατί, όπως κατηγορήθηκε, «βρώμισε την Αμερική».7 Αργότερα το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης αγόρασε επίσημα μια κόπια.
Την ίδια χρονιά (1964), πάλι ένας ιδιώτης, κάτοχος κόπιας από τον Παπατάκη, ο Saul Landau, οργάνωσε ιδιωτικές προβολές στην Καλιφόρνια: άλλοτε σε κάποιο δωμάτιο ξενοδοχείου στο Σαν Φρανσίσκο για το θίασο San Francisco Mime, άλλοτε στη Σάντα Μπάρμπαρα για τα μέλη του «Κέντρου για τη Μελέτη των Δημοκρατικών Θεσμών» (Centre for the Study of Democratic Institutions), άλλοτε στο κρατικό Κολλέγιο του Σαν Φρανσίσκο, ακόμη μάλιστα και στη Χριστιανική Αδελφότητα Νέον (Young Men's Christian Association) του Berkeley. Η αστυνομία όταν πληροφορήθηκε την σειρά αυτή των προβολών θορυβήθηκε και προειδοποίησε ότι αν υπάρχει συνέχεια θα προχωρίσει σε συλλήψεις. Ο Landau, με την υποστήριξη της Ένωσης για τα Ατομικά Δικαιώματα στη Βόρεια Καλιφόρνια, αλλά και σπουδαίων κριτικών όπως της Susan Sontag, έφερε το θέμα στη Δικαιοσύνη, προκειμένου να επιτύχει τη συνέχεια των προβολών. Στη δίκη που ακολούθησε, το Εφετείο της Καλιφόρνιας χαρακτήρισε την ταινία «σκληρό πορνό [...] που υπερβαίνει τα όρια ανοχής των χρηστών ηθών διαμέσου της προκλητικής περιγραφής ανορθόδοξων σεξουαλικών πρακτικών και σχέσεων. Λόγω της φύσης του μέσου, θεωρούμε ότι η κινηματογραφική απεικόνιση σεξουαλικών σκηνών υπερβαίνει τα όρια των συνταγματικών δικαιωμάτων περισσότερο από τη ρεαλιστική λογοτεχνική περιγραφή των ίδιων σκηνών. [...] Οι ερωτικές σκηνές επαναλαμβάνονται με αυξανόμενη ένταση χωρίς συγκεκριμένο σκοπό. Οι διάφορες σεξουαλικές πράξεις δείχνουν με άμεσο τρόπο ή εξυπονοούνται με επιμονή χωρίς να παραλείπεται τίποτα εκτός από την κατανάλωση της πράξης, η οποία μόνο εξυπονοείται ή σκόπιμα υποκρύπτεται κι έτσι της δίνεται αξία. Αν η ταινία φιλοδοξούσε να είναι καλλιτεχνική, απέτυχε καταφανώς».8 Η νομολογία αυτή επικυρώθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ (Supreme Court) με οριακή πλειοψηφία. Το 1968, ο Genet απαντούσε με ελαφρώς ειρωνεία στους δικαστές της ταινίας του: «Αν αυτοί οι κύριοι είχαν κάτι να πουν, θα έπρεπε να απευθυνθούν κατευθείαν σε μένα. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ξηγιούνται οι άντρες».9




Το 1971 ο Παπατάκης πούλησε πολλές κόπιες της ταινίας σε 16 mm σε ανεξάρτητους διανομείς του Λονδίνου. Ένας από αυτούς, η Memorial Enterprises του Albert Finney ανέθεσε στον νεαρό συνθέτη πειραματικής μουσικής Cavin Bryars την επεξεργασία ενός σάουντρακ για την βουβή κόπια. Πράγματι ο τελευταίος έγραψε τη μουσική χρησιμοποιώντας ήχους ζώων και κελαηδήματα πουλιών.10
Η επίσημη πρεμιέρα του Ερωτικού Άσματος στο Λονδίνο έγινε το Φεβρουάριο του 1971 στο New Cinema Club της οδού Wardour,11 παρουσία του Νίκου Παπατάκη.
Στο Παρίσι η ταινία έγινε cult. Το 1974, ο ενθουσιώδης διανομέας «Collectif Jeune Cinéma» του Marcel Mazé αγόρασε μια πειραματική κόπια στη δυτική Γερμανία με σκοπό τη διανομή της στο Παρίσι. Το καλοκαίρι του 1975, και καθώς η λογοκρισία είχε υποχωρήσει μετά το Μάη του '68, ο Παπατάκης παρουσιάζει την ταινία στο Γαλλικό Κέντρο Κινηματογράφου ελπίζοντας να πάρει επίσημη άδεια προβολής και να συμμετάσχει στο διαγωνισμό που γινόταν κάθε χρόνο για την βράβευση της καλύτερης «νέας ταινίας». Ο Genet λείπει στο Μαρόκο και για να μην χαθεί η προθεσμία ο Παπατάκης μιμείται την υπογραφή του και καταθέτει την υποψηφιότητα, δηλώνοντας ότι η ταινία έγινε το 1972. Η ταινία, αν και στην πραγματικότητα γυρισμένη 25 χρόνια πριν, κερδίζει τελικά το βαρβείο ποιότητας.
Όταν το πληροφορείται ο Genet, έξαλλος αρνείται το ποσό που του αναλογεί ως σκηνοθέτη, αντιτίθεται σε κάθε δημόσια προβολή της ταινίας, απειλεί τον Παπατάκη με νομικές διώξεις και στέλνει ανοιχτή επιστολή στον τότε υπουργό Πολιτισμού Michel Guy, με την οποία αρνείται το βραβείο και ενημερώνει ότι η ταινία είναι γυρισμένη εδώ και είκοσι χρόνια. Επίσης αντιτίθεται σε οποιοιδήποτε δημόσια προβολή της ταινίας, αναφέροντας ότι γύρισε την ταινία για να την πουλήσει μόνο σε ιδιώτες και μάλιστα σε περιορισμένα αντίγραφα.
Η συμπεριφορά αυτή του Genet και οι έμμεσες απειλές προς τον Παπατάκη έμελλε να χαλάσουν για πάντα τη φιλία τους. Στη συνέχεια ο Genet στράφηκε προς το θέατρο και την πολιτική και δεν ξανασχολήθηκε με τον κινηματογράφο. Έγραψε όμως και άλλα σενάρια τα οποία ποτέ δεν γυρίστηκαν ταινία.



Παρόλα αυτά τούτη η μοναδική ταινία του Genet θα παραμείνει ένα πραγματικό ερωτικό άσμα, πάμε παραπέρα όμως. Η αλληγορία της είναι ακόμη πιο διαχρονική, γιατί αποτελεί πολιτική θέση: πρόκειται για την καταδίωξη (ο αρχικός τίτλος της ταινίας ήταν Poursuite) καθετί διαφορετικού (εξατομικευμένου) από μια ομογενοποιημένη) κοινωνία που λειτουργεί με την λογική του Προκρούστη. Η σύγχρονη προβληματική για τα ανθρώπινα δικαιώματα της μειονότητας να επιβάλουν το σεβασμό της ιδιαιτερότητάς τους στην πλειοψηφία (η μάχη του ενικού με τον πληθυντικό, για να χρησιμοποιήσουμε ακόμη μια αγαπημένη έκφραση του Cocteau), δεν απέχει πολύ από τα παραπάνω. Αυτή η πολιτικοποίηση της ομοφυλοφιλίας και η συσπείρωσή της μαζί με άλλα απελευθερωτικά κινήματα (μαύρων, γυναικών κλπ.) θα βρει την ηχώ της στο έργο του Michel Foucault. Στην ουσία για τον Genet η ομοφυλοφιλία είναι το σύμβολο της ανατροπής της κοινωνικής τάξης. Στο πρόσωπο του δεσμοφύλακα αντιμετωπίζεται ο κάθε εξουσιαστής και σ' αυτό των φυλακισμένων ο κάθε εξουσιαζόμενος. Η ταπείνωση που αυτή υφίστανται από τον πρώτο τους οδηγεί στη δική τους επανάσταση, που εδώ συμβολίζεται με τη φυγή τους στο όνειρο.
Η ταινία είναι βουβή. Κι όμως κραυγάζει. Μια κραυγή έρωτα. Κραυγή εξέγερσης. Χωρίς μίσος ωστόσο. Τούτο το ποίημα μοιάζει πολύ σύντομο. Εικοσιπέντε λεπτά όλα κι όλα. Σαν καλοκαιρινό σύννεφο πάνω από τον απογευματινό ουρανό.
Πηγές και σημειώσεις

«Νίκος Παπατάκης», μονογραφία Γιάννης Κονταξόπουλος, εκδόσεις Καστανιώτη - Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 2005.

1 Jean Cocteau, Το λευκό βιβλίο ή έρωτες Αγοριών, εκδ. Αίολος, 1988 (μτφ. Ν. Παπαδογιάννης), σ. 15, 85-86.

2 Vito Russo, The Celluloid. Homosexuality in the movie, Νέα Υόρκη εκδ. Harper & Row 1981, Bertrand Philbert, L'homosexualité à l'écran Παρίσι, εκδ. Henri Veyrier 1984, Κωνσταντίνος Κυριακού, Διαφορετικότητα και ερωτισμός, εκδ. Αιγόκερος, 2001.

3 Για τη σημειολογική ανάλυση της ταινίας βλ. Philippe-Alain Michaud, «Champs d'amour», σε Jane Giles, Un Chant d'amoyr. Le ciméma de Jean Jenet, Παρίσι, εκδ. Macula, σ. 91-110.

4 Βλ. Albert Dichy, «Le corrupteur des genres» σε Jane Giles, op.cit., σ. 135.

5 Jean Cocteau, Entretiens sur le cinématographe, Παρίσι, εκδ. Ramsay, 1973, σ. 36.

6 Journal parisien 1951-1955, Μονακό, εκδ. Rocher, 2003, σ. 158.
7 Jonas Mekas, «Report from jail», Movie Journal, Νέα Υόρκη, εκδ. Collier Books 1972, σ. 129.




Σκηνή από την ταινία στο YouTube: Εδώ
Σκηνή από την ταινία στο YouTube: Εδω




"Σχέσεις Προδοσίας" (Another Country), μια ταινία του Marek Kanievska

 

Είναι γνωστό το πως τα ολοκληρωτικά καθεστώτα των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης αντιμετώπισαν τους ομοφυλόφιλους· την ελευθερία της έκφρασης δηλαδή μιας άλλης σεξουαλικής προτίμησης. Σε αδρές γραμμές η ιστορία έχει ως εξής: Οκτώ μόλις βδομάδες μετά την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917, και την άνοδο του κόμματος των Μπολσεβίκων στην εξουσία, ο Λένιν αποποινικοποίησε την ομοφυλοφιλία καταργώντας όλους τους νόμους της μέχρι πρότινος Τσαρικής Ρωσίας και νομιμοποίησε τις αμβλώσεις. Εδραίωσε δηλαδή και θεσμοθέτησε όλα τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που απορρέουν από μια δίκαιη ανθρώπινη και δημοκρατική εξουσία. Η αποποινικοποίηση, μάλιστα, της ομοφυλοφιλίας κρίθηκε απαραίτητη από το κόμμα των Μπολσεβίκων ώστε να γκρεμιστούν τα τείχη που χώριζαν μέχρι τότε τους «ανθρώπους του σεληνόφωτος» (όπως αποκαλούσαν τους ομοφυλόφιλους) με την υπόλοιπη κοινωνία γιατί πίστευε πως είναι άδικο να τιμωρείται ένας άνθρωπος μόνο και μόνο γιατί αγαπά το ίδιο του το φύλο.
Μην βιάζεστε όμως να βγάλετε συμπεράσματα γιατί, όταν ανέλαβε ο Στάλιν, τα πράγματα άλλαξαν συλλήβδην, αφού αλλάζοντας τη νομοθεσία ποινικοποίησε ξανά την ομοφυλοφιλία το 1933 και τις αμβλώσεις το 1936. Οι ποινές μάλιστα είναι βαριές και φτάνουν μέχρι και πέντε χρόνια καταναγκαστικής εργασίας σε γκούλαγκ της Σιβηρίας. Επίσης, για αρκετές δεκαετίες στους κόλπους του Σοβιέτ κυκλοφορεί το εξής σλόγκαν: «Αν παταχθεί η ομοφυλοφιλία, θα εξαφανιστεί ο φασισμός». Το οξύμωρο είναι πως ποτέ δεν τέθηκε ανάλογο θέμα για τις λεσβίες.
Η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και η διάσπαση της Σοβιετικής Ένωσης σε μικρότερα κράτη στις 17 Μαρτίου 1991, έφερε ριζικές αλλαγές όχι μόνο στο ίδιο το κράτος αλλά και στη δομή της κοινωνίας του. Μετά από πιέσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης και θέλοντας να δείξει ένα πρόσωπο εξευρωπαϊσμένο, η Ρωσία αποποινικοποίησε (ξανά) την ομοφυλοφιλία το 1993. Το κράτος μεταμορφώθηκε σε καπιταλιστικό, η δημοκρατία του λαού και η εξέγερση του προλεταριάτου φαντάζουν πλέον σαν λαμπερές και μελανές γραμμές στα βιβλία της ιστορίας, σύμβολα καταχωνιάζονται και οι σημαίες αλλάζουν. Όμως, οι κοινωνικές αντιλήψεις του σταλινικού καθεστώτος για τον ομοερωτικό σεξουαλικό προσανατολισμό εξακολουθούν να είναι βαθιά ριζωμένες στην μη ανεκτική συνείδηση της εξουσίας. Μιας εξουσίας που με τις ευλογίες της Ορθόδοξης Ρωσικής Εκκλησίας, των παραθρησκευτικών και ακραίων οργανώσεων εξακολουθεί να προβάλει διάφορα άλλοθι για να αρνείται βασικά ανθρώπινα δικαιώματα στους ομοφυλόφιλους της χώρας, όπως αυτό της ελευθερίας στην ομοερωτική έκφραση.


Η ταινία Σχέσεις Προδοσίας (Another Country), γυρισμένη το 1983, αναφέρεται στην αληθινή ιστορία του ομοφυλόφιλου Guy Burgess που, γεννημένος και αναθρεμμένος στην ανώτερη τάξη της Αγγλίας, αυτομόλησε στη Μόσχα μαζί με τον Donald Maclean στις αρχές της δεκαετίας του '50. Στράφηκε δηλαδή προς τον κομμουνισμό και ζούσε διπλή ζωή ως Σοβιετικός πράκτορας, για να καταλήξει με βαριά κατάθλιψη, απογοητευμένος, να μας αφηγείται τη ζωή του.
Πολλά έχουν γραφτεί για την επίδραση του αγγλικού συστήματος δημόσιας εκπαίδευσης στους νέους άνδρες. Ωστόσο, κανένα έργο δεν αγγίζει έτσι το θέμα, σφαιρικά και άρτια προσαρμοσμένο στην οθόνη. Το φιλμ Σχέσεις Προδοσίας του τσεχοσλαβάκου Marek Kanievska, βασισμένο στο ομώνυμο έργο του θεατρικού συγγραφέα Julian Mitchell, μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια πετυχημένη τοιχογραφία των κολεγίων του Λονδίνου της δεκαετίας του '30.
Η ταινία, μας αφηγείται την ομοφυλοφιλική ερωτική σχέση ανάμεσα σε δύο σχολιαρόπαιδα, με γεγονότα που έστρεψαν τον ένα προς την κατεύθυνση της κατασκοπίας των σοβιετικών με ολέθριες πολιτικές συνέπειες, όπως μπορεί εύλογα να φανταστεί κανείς. Πραγματικά γεγονότα και φανταστικά συμπλέκονται κάτω από το βλέμμα του Kanievska που μας ζητά να πιστοποιήσουμε την φαντασία του. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι η ίδια η φαντασία, αλλά η πομπώδες παρουσίασή της και στον ελεύθερο τρόπο με τον οποίο χειρίζεται την όλη ιστορία, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η απόλυτη σύνδεση μεταξύ των φανταστικού Guy Bennett και του πραγματικού.
Η ταινία ανοίγει στην σύγχρονη Μόσχα, όπου ο ηλικιωμένος πλέον Guy Bennett (Rupert Everett), καλεσμένος σε συνέντευξη από μια δυτική δημοσιογράφο, επιχειρεί να εξηγήσει πως από σχολιαρόπαιδο που φοιτούσε σε κολέγιο της Αγγλίας, θα γυρίσει την πλάτη στην χώρα του και θα γίνει πράκτορας των Σοβιετικών.


Η ταινία διηγείται τη ρομαντική ιστορία του σε ένα αγγλικό δημόσιο σχολείο τη δεκαετία του '30. Στο κέντρο της είναι η φιλία του Guy Bennett, με τον Tommy Judd (Κόλιν Φερθ), ο οποίος παρακολουθεί το σχολείο σχεδόν παρά τη θέλησή του, αρνείται να παίξει το παιχνίδι του συστήματος, ενοχλείται από την υποκρισία, το ψέμα και τις εκδουλεύσεις που βλέπει παντού γύρω του και έχει υιοθετήσει ήδη μια σκληρή μαρξιστική γραμμή.
Στην ουσία ο Tommy αισθάνεται αποτροπιασμό για την όλη διαδικασία του συστήματος εκπαίδευσης αλλά και διασκεδάζει με την παρακμή του. Ο Guy είναι γοητευμένος από τον Tommy και την πολιτική του σκέψη. Ο Tommy δεν θα εκπλαγεί όταν ο Guy ερωτεύεται ένα όμορφο συμφοιτητή, τον Χάρτκορτ (Cary Elwes), πιστεύει όμως ότι είναι άλλο ένα κόλπο του Guy για να τραβήξει την προσοχή γύρω του.
Όταν μαθαίνουν για το δεσμό του Guy, οι συμφοιτητές του ενοχλημένοι από τον αλαζονικό του χαρακτήρα, θα το χρησιμοποιούν ως στοιχείο ώστε να μην μπορέσει να ανέλθει στους “θεούς” του σχολείο (τιμητικός τίτλος του τελευταίου έτους) τιμωρώντας τον με αυτό τον τρόπο. Σύμφωνα με την ταινία αυτός είναι το πλήγμα που οδηγεί τελικά τον Guy να κάνει καριέρα ως πράκτορας αυτοεξόριστος στη Σοβιετική Ένωση.
Ο Kanievska καταφέρνει να αναπλάσει άρτια την περιρρέουσα ατμόσφαιρα των κολεγίων της εποχής και αποσπά εξαιρετικές ερμηνείες από τους Rupert Everett / Κόλιν Φερθ στους αντίστοιχους ρόλους τους Guy Bennett και Tommy Judd· συμπεριλαμβανομένης της Anna Massey, που εμφανίζεται σε μια-δυο σύντομες σκηνές, ως μητέρα του Guy.
Σε καμιά περίπτωση όμως δεν μπορεί να πει κανείς ότι μια “πτώση” ή μια εύνοια σε ένα κολέγιο ή, η οδυνηρή κατάληξη μιας ομοφυλοφιλικής σχέσης μπορούν να δικαιολογήσουν την στάση του Guy Bennett. Στην πραγματικότητα θα μπορούσε κάλλιστα να ισχυριστεί κανείς, ότι πολλοί εκφράζουν τον αποτροπιασμό του για την απόλυτη αδιαφορία του κράτους για τα δεινά των φτωχών και των ανέργων, αλλά δεν γίνονται προδότες της χώρας τους. Ωστόσο, από δηλώσεις του διαφαίνεται η υποστήριξη του κομμουνισμού που θα οδηγήσει τελικά στην μετέπειτα στάση του. Είναι προφανές ότι ο Guy αγνοεί πλήρως τις απόψεις του καθεστώτος για τους ομοφυλόφιλους και τις διώξεις που αυτοί υφίστανται. Η γοητεία όμως και η επιθυμία να ζήσει σε ένα δίκαιο και αντικειμενικό σύστημα, τον κάνει να πάρει την απόφαση από την οποία δεν μπορεί πλέον να ξεφύγει...
Μια ταινία για τις αποφάσεις που κάτω από συναισθηματισμούς και πρόωρους εφηβικούς ενθουσιασμούς, μπορεί να αποδειχθούν μοιραίες. Αλλά και μια ταινία που σαν νωπογραφία χρωματίζει τα εφηβικά σχολικά χρόνια και τους ανθρώπους με όλα τα πιθανά χρώματα, κάνοντάς μας να τους αγαπήσουμε, μαζί με τα λάθη τους.


Η ταινία στο imdb: Εδώ
Η ταινία στη Βικιπαίδεια: Εδώ
Σκηνές της ταινίας στο YouTube: Εδώ
Σκηνή της ταινίας στο YouTube: Εδώ
© φωτογραφιών: Orion Classics - all rights reserved.
© κειμένου: gayekfansi.blogspot.com - με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος.