Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Το φιλί της πεταλούδας ("Butterfly Kiss" a film by Michael Winterbottom)





Συναρπαστικά αυθεντικό μείγμα ταινίας δρόμου, λεσβιακού love story, ψυχοδράματος και μαύρης κωμωδίας, το Φιλί της πεταλούδας μας εκπλήσσει ευχάριστα ως η πιο αυθεντική και πνευματώδης βρετανική ταινία που είχαμε να δούμε μετά από τα Μικρά εγκλήματα μεταξύ φίλων. Με πρωταγωνίστριες τις Amanda Plummer και Saskia Reeves αφηγείται την ιστορία δύο κοριτσιών από την βόρεια Αγγλία που μπλέκονται σε ένα μακάβριο ρεαλιστικό παραμύθι φόνου και ερωτικής εμμονής καθώς διασχίζουν τις βρετανικές λεωφόρους.
Ο Michael Winterbottom που είχε σκηνοθετήσει με επιτυχία δύο ντοκιμαντέρ για τον Ingmar Bergman καθώς και δύο τηλεταινίες (Forget About Me, Under The Sun) προτού τραβήξει την προσοχή του αμερικάνικου κοινού το περασμένο φθινόπωρο με την δραματική σειρά Family (σε σενάριο του Roddy Doyle), φαίνεται να κάνει το άλμα στη μεγάλη οθόνη με συναρπαστική ευκολία. Από τις πρώτες κιόλας σκηνές, στο Φιλί της πεταλούδας αναδύεται μια σιγουριά και μια μοναδική αίσθηση που υπόσχονται κάτι πολύ ξεχωριστό. Σε αντίθεση με τους χαρακτήρες, η ταινία ξέρει πολύ καλά προς τα πού βαδίζει. Η Plummer παίζει τη Γιούνις, κάτι ανάμεσα σε πανκ Χάρπο Μαρξ και «άγριο νιάτο», την οποία πρωτοσυναντούμε να μπουκάρει σε βενζινάδικο της εθνικής οδού ρωτώντας την άνετη πωλήτρια αν τη λένε Τζούντιθ. Αμέσως μετά η υπάλληλος βρίσκεται νεκρή στο πάτωμα. Όταν η Γιούνις επαναλαμβάνει την ίδια ατάκα στο βενζινάδικο όπου δουλεύει η Μίριαμ (Reeves), οι δυο γυναίκες νιώθουν αμοιβαία έλξη και η Μίριαμ προσκαλεί την Γιούνις στο σπίτι της. Αφού κάνουν έρωτα –στην πρώτη πρώτη από τις πολλές σκηνές που σε αφήνουν άφωνο- το ζευγάρι παίρνει τους δρόμους. Η Μίριαμ παρασύρεται τόσο απόλυτα από την Γιούνις και τον κόσμο της, που ούτε καν αναστατώνεται από την θέα ενός νεκρού άντρα με τον οποίο η Γιούνις έχει μόλις κάνει άγριο σεξ. Σε μια ζοφερή, αλλά μαγευτική σεκάνς που ενσωματώνει όλη την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα της ταινίας, η Μίριαμ θάβει το πτώμα στο δάσος την αυγή, προτού ξεκινήσει πάλι η οδύσσεια του ζευγαριού προς το πουθενά. Από αυτό το σημείο και μετά, με την ανακάλυψη ενός ακόμα θύματος της Γιούνις στο καπό του αμαξιού, αρχίζει να διαγράφεται το σχεδόν ευαγγελικό θέμα της ταινίας. Η Μίριαμ δέχεται να ξεφορτωθεί και το επόμενο πτώμα για να «σώσει» τη Γιούνις, ενώ αργότερα στρέφει το εργαλείο του θανάτου εναντίον ενός άντρα, σε μια μακάβρια αστεία αλλά και σοκαριστική σκηνή που προετοιμάζει την τελική αποθέωση των χαρακτήρων σε μια ερημική παραλία.


Η ευκολία με την οποία ο Winterbottom και ο σεναριογράφος Frank Corrtell Boyce (Forget About Me) συνδυάζουν το πλήθος των κατευθύνσεων και διαθέσεων της ταινίας για να φτιάξουν ένα ενιαίο σύνολο, οφείλεται εν μέρει στον ανέμελο τρόπο με τον οποίο χειρίζονται τα διάφορα συστατικά μέρη της ιστορίας. Η λεσβιακή έλξη των δύο γυναικών, αν και απεικονίζεται με μια αρκετά αναπαραστατική σκηνή, δεν αποτελέι ποτέ κεντρικό θέμα, αλλά αποκτά μια σχεδόν πνευματική διάσταση, με την Μίριαμ σαν αγία, αποφασισμένη να υπηρετήσει και ίσως να λυτρώσει την αγαπημένη της αμαρτωλή με οποιοδήποτε κόστος. Παρομοίως, αν και θεωρητικά η Γιούνις είναι δολοφόνος κατά συρροή, οι περισσότεροι φόνοι γίνονται εκτός κάδρου και η ταινία δεν έχει καμιά πρόθεση να ερευνήσει εις βάθος τα κίνητρά της ή να δείξει τις επιδράσεις μιας τέτοιας βίας στους χαρακτήρες. Απλώς δεν υπάρχουν. Η Γιούνις «καθαρίζει» ανθρώπους με την ίδια ευκολία που η Μίριαμ πηγαίνει στο σουπερμάρκετ, ενώ οι δυο ηρωίδες (αυτοαποκαλούμενες περιπαικτικά Γιου και Μι – στην κυριολεξία «εγώ» κι «εσύ») αποκτούν υπόσταση μόνο μέσα στα πλαίσια της κινηματογραφικής οθόνης.


Παρά τις τεχνικές ικανότητες του Winterbottom οι οποίες γίνονται έντονα αντιληπτές, αλλά και την «ποίηση του δρόμου» στους διαλόγους του Corrtell Boyce, το ανεπιτήδευτο παίξιμο των δύο πρωταγωνιστριών είναι αυτό που δίνει ώθηση στο φιλμ. Στον πιο χτυπητό ρόλο η Plummer, μιλώντας με μια βαριά αγγλική προφορά, κυριαρχεί στην αρχή της ταινίας. Με την ατημέλητη εμφάνισή της και το ερμαφρόδιτο ντύσιμο, η Plummer ξεπερνά ακόμα και παλαιότερες εμφανίσεις της δίνοντας μια από τις πιο αξιομνημόνευτες, εκκεντρικές ερμηνείες. Ως Μίριαμ η Reeves εκτοπίζεται φαινομενικά στην αρχή, αλλά τελικά ισοφαρίζει με την Plummer, με λεπτομερή σπουδή που θυμίζει μαθητή ο οποίος παίρνει τη θέση του δασκάλου. Παρ’ όλο που υποδύεται έναν ρόλο που αντιδρά αντί να δρα, η Reeves γίνεται τελικά ο πιο σύνθετος και ενδεχομένως ο πιο τρομακτικός χαρακτήρας στην ταινία.
Με υποτυπώδη προϋπολογισμό, η ταινία εντυπωσιάζει τεχνικά, με το κοφτό μοντάζ του Trevor Waite, την επιβλητική κινηματογράφηση ανώνυμων βρετανικών λεωφόρων και τοπίων από τον Seamuw McGarvey και την ατμοσφαιρική χρήση Dolby από τον John Harle, ειδικά στο ασταμάτητο σφύριγμα των περαστικών αυτοκινήτων.

Πηγή

Derek Elley, Variety, μτφ. Ευτυχία Λάνδρου, από τον τόμο Michael Winterbottom, εκδόσεις Ιανός-Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.


Η ταινία στο IMDb: Εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου