Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

Το καλοσώρισμα της άνοιξης με ένα απόσπασμα από τον Όμηρο


 
Λόγιος Ερμής. Ρωμαϊκό μαρμάρινο αντίγραφο. 1ος αι. μ.Χ.
Το χάλκινο πρωτότυπο του 5ου αιώνα π.Χ. αποδίδεται στο Φειδία.
Ρώμη, National Museum - Palazzo Altemps (πηγή)

Εἶπε, κι ὑπάκουσε ὁ γοργὸς τοῦ Δία ἀποκρισάρης.
Κι ἔδεσε εὐτὺς στὰ πόδια του τὰ δυὸ ὄμορφα σαντάλια,
χρυσὰ κι αἰώνια ποὺ μαζὶ μὲ τὴν πνοὴ τοῦ ἀνέμου,
παντοῦ, σὲ ἀτέλειωτες στεριὲς καὶ πέλαγα τὸν πᾶνε.
̓́Επειτα πῆρε τὸ ραβδί, ποὺ ἀνθρώπων -ὅσους θέλει-
μαγεύει μάτια ἢ καὶ ξυπνᾶ πάλε ἄλλους κοιμισμένους.
Μ’ αὐτὸ στὰ χέρια ὁ δυνατὸς Ἀργοφονιὰς πετοῦσε.
Κι ἀπ’ τὴν Πιερία σὰν πέρασε χύθηκε ἀπ’ τὸν αἰθέρα
στὸ πέλαγο καὶ πήγαινε στὸ κύμα σὰν τὸ γλάρο,
ποὺ μὲς στοῦ ἀστέρευτου γιαλοῦ τοὺς ἀφρισμένους κόρφους
ψάρια ζητᾶ καὶ τὰ πυκνὰ φτερά του βρέχει ἡ ἅρμη.
Ἔτσι ὅμοιος πήγαινε ὁ ̔Ερμῆς στὰ κύματα τὰ πλήθια.
Σὰν ἔφτασε στ’ ἀπόμακρο νησὶ βγῆκε ὄξω τότε
ἀπ’ τὸ γαλάζιο πέλαγο καὶ στὴ στεριὰ τραβοῦσε,
ὅσο ποὺ βρῆκε μιὰ σπηλιὰ μεγάλη, ὅπου ἡ νεράιδα
καθόντανε ἡ λαμπρόμαλλη καὶ μέσα ἐκεῖ τὴν ἦβρε.
Φωτιὰ μεγάλη εἶχε στὴ στιὰ καὶ μιὰ εὐωδιὰ ἀπ’ ἀλάργα
μοσκοβολοῦσε στὸ νησί, κέδρου κι ἀφράτης θούγιας
ποὺ καίγουνταν. Κι ἡ Καλυψὼ, μ’ ὁλόχρυση σαΐτα
στὸν ἀργαλειό της ὕφαινε καὶ γλυκοτραγουδοῦσε.
Φούντωνε γύρω στὴ σπηλιὰ δροσολουσμένο δάσος
μὲ κυπαρίσσια εὐωδιαστά, μὲ πεῦκες καὶ μὲ σκλήθρα,
ὅπου πλατύφτερα πουλιὰ φωλιάζανε, ἐκεῖ πάντα,
γεράκια κι ἀνοιχτόφωνες, κουροῦνες, βαρδολοῦπες
θαλασσοπούλια ποὺ ἀγαποῦν τὰ πέλαγα νὰ σκίζουν.
Κι ὁλόγυρα στὴν κουφωτὴ σπηλιὰ ἦταν ἀπλωμένη,
κληματαριὰ πολύβλαστη σταφύλια φορτωμένη.
Τέσσερεις βρύσες στὴ στεριὰ γλυκὸ νερὸ ἀναβρύζαν,
κοντὰ - κοντά, κι ἄλλη ἀπ’ ἀλλοῦ κυλοῦσε τὰ νερά της.
Κι ἀνθοῦσαν γύρω στὴ σειρὰ λιβάδια μὲ γιοφύλια
καὶ σέλινα, ποὺ ἂν τά ̓βλεπε κι ἀθάνατος ἀκόμα,
θὰ σάστιζε καὶ μέσα του θὰ ξάνοιγε ἡ καρδιά του.
̓Εκεῖ στεκόντανε ὁ  ̔Ερμῆς καὶ θάμαζε θωρώντας.
Κι ὅλα πιὰ σὰν τὰ χόρτασαν τὰ μάτια του νὰ βλέπουν,
μπῆκε στὴν ἁπλωτὴ σπηλιά, κι ἡ λατρευτὴ νεράιδα,
ὅπως τὸν εἶδε ἀγνάντια της, τὸν γνώρισε ποιός ἦταν.
Γιατὶ οἱ ἀθάνατοι θεοὶ ξέρουν ἕνας τὸν ἄλλο,
κι ἀνίσως κάθεται κανεὶς σ’ ἀπόμακρα παλάτια.
ΟΜΗΡΟΣ, Ὀδύσσεια, ε, 43-80, μετάφραση: Zήσημου Σιδέρη.


 
ὣς ἔφατ᾽, οὐδ᾽ ἀπίθησε διάκτορος ἀργεϊφόντης.
αὐτίκ᾽ ἔπειθ᾽ ὑπὸ ποσσὶν ἐδήσατο καλὰ πέδιλα,
ἀμβρόσια χρύσεια, τά μιν φέρον ἠμὲν ἐφ᾽ ὑγρὴν
ἠδ᾽ ἐπ᾽ ἀπείρονα γαῖαν ἅμα πνοιῇς ἀνέμοιο.
εἵλετο δὲ ῥάβδον, τῇ τ᾽ ἀνδρῶν ὄμματα θέλγει,
ὧν ἐθέλει, τοὺς δ᾽ αὖτε καὶ ὑπνώοντας ἐγείρει.
τὴν μετὰ χερσὶν ἔχων πέτετο κρατὺς ἀργεϊφόντης.
Πιερίην δ᾽ ἐπιβὰς ἐξ αἰθέρος ἔμπεσε πόντῳ·
σεύατ᾽ ἔπειτ᾽ ἐπὶ κῦμα λάρῳ ὄρνιθι ἐοικώς,
ὅς τε κατὰ δεινοὺς κόλπους ἁλὸς ἀτρυγέτοιο
ἰχθῦς ἀγρώσσων πυκινὰ πτερὰ δεύεται ἅλμῃ·
τῷ ἴκελος πολέεσσιν ὀχήσατο κύμασιν Ἑρμῆς.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ τὴν νῆσον ἀφίκετο τηλόθ᾽ ἐοῦσαν,
ἔνθ᾽ ἐκ πόντου βὰς ἰοειδέος ἤπειρόνδε
ἤιεν, ὄφρα μέγα σπέος ἵκετο, τῷ ἔνι νύμφη
ναῖεν ἐυπλόκαμος· τὴν δ᾽ ἔνδοθι τέτμεν ἐοῦσαν.
πῦρ μὲν ἐπ᾽ ἐσχαρόφιν μέγα καίετο, τηλόσε δ᾽ ὀδμὴ
κέδρου τ᾽ εὐκεάτοιο θύου τ᾽ ἀνὰ νῆσον ὀδώδει
δαιομένων· ἡ δ᾽ ἔνδον ἀοιδιάουσ᾽ ὀπὶ καλῇ
ἱστὸν ἐποιχομένη χρυσείῃ κερκίδ᾽ ὕφαινεν.
ὕλη δὲ σπέος ἀμφὶ πεφύκει τηλεθόωσα,
κλήθρη τ᾽ αἴγειρός τε καὶ εὐώδης κυπάρισσος.
ἔνθα δέ τ᾽ ὄρνιθες τανυσίπτεροι εὐνάζοντο,
σκῶπές τ᾽ ἴρηκές τε τανύγλωσσοί τε κορῶναι
εἰνάλιαι, τῇσίν τε θαλάσσια ἔργα μέμηλεν.
ἡ δ᾽ αὐτοῦ τετάνυστο περὶ σπείους γλαφυροῖο
ἡμερὶς ἡβώωσα, τεθήλει δὲ σταφυλῇσι.
κρῆναι δ᾽ ἑξείης πίσυρες ῥέον ὕδατι λευκῷ,
πλησίαι ἀλλήλων τετραμμέναι ἄλλυδις ἄλλη.
ἀμφὶ δὲ λειμῶνες μαλακοὶ ἴου ἠδὲ σελίνου
θήλεον. ἔνθα κ᾽ ἔπειτα καὶ ἀθάνατός περ ἐπελθὼν
θηήσαιτο ἰδὼν καὶ τερφθείη φρεσὶν ᾗσιν.
ἔνθα στὰς θηεῖτο διάκτορος ἀργεϊφόντης.
αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ πάντα ἑῷ θηήσατο θυμῷ,
αὐτίκ᾽ ἄρ᾽ εἰς εὐρὺ σπέος ἤλυθεν. οὐδέ μιν ἄντην
ἠγνοίησεν ἰδοῦσα Καλυψώ, δῖα θεάων·
οὐ γάρ τ᾽ ἀγνῶτες θεοὶ ἀλλήλοισι πέλονται
ἀθάνατοι, οὐδ᾽ εἴ τις ἀπόπροθι δώματα ναίει.
ΟΜΗΡΟΣ, Ὀδύσσεια, ε, 45-82,

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου