Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Ἕνα ποίημα τοῦ Γιάννη Τσαρούχη








Ἦταν βουκόλος στοῦ Ρούφ. Ὑπάρχουν ἀκόμα βουκόλοι; Καὶ εἶχε πάει στὸν εἰδικευμένο κινηματογράφο καὶ κεῖ τὸν γνώρισε. Ὅταν γδύθηκαν καὶ οἱ δύο, ὁ παθιασμένος ἐραστὴς τῶν ἀντρῶν, μισθωτὸς ὑπάλληλος, πάντα καλοντυμένος, δὲν χόρταινε τὸ γλυκό χρῶμα τοῦ σώματος τοῦ βουκόλου. Ἴδιος σὰν τὴν κανελιὰ φανέλλα του. Κι ὁ βουκόλος τοῦ εἶπε, τί κοιτᾶς τὰ χάλια μου ποὺ μ᾿ ἔχει κάνει ὁ ἥλιος σὰν ἀράπη; Τί νά κάνωμε ἐμεῖς οἱ φτωχοί, μᾶς καίει ὅλη τὴ μέρα κάτω στοῦ Ρούφ. Ἐσεῖς οἱ πλούσιοι εἴσαστε ἄσπροι σὰν τὸ γάλα.
Ἕνα ἀπόγευμα τοῦ εἶπε ὁ βουκόλος: μὴ νομίζεις πὼς μ᾿ ἀρέσεις. Γιὰ ἕνα συμπλήρωμα ἔρχομαι σὲ σένα. Ἔχουμαι ἄλλα πρόσωπα ποὺ μᾶς ἀρέσουν.
Ἔλεγε τὴν ἀλήθεια;




Ὁδὸς Πανός, τχ. 45, «Ἀφιέρωμα στὸν Γιάννη Τσαρούχη», Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1989.

© Ἵδρυμα Γιάννη Τσαρούχη




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου