Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

100 χρόνια από την κυκλοφορία του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» (À la recherche du temps perdu) του Μαρσέλ Προυστ (Marcel Proust)


 


«Εξάλλου η ζωή ενός ανθρώπου που γράφει ιστορίες μοιραία μοιράζεται στα γραπτά του, και μόνο ο Προυστ στον αιώνα μας μπόρεσε να απλώσει αυτή την τόσο σύντομη ζωή σε ένα τόσο μακρύ βιβλίο».
Μένης Κουμανταρέας

100 χρόνια Αναζήτησης του χαμένου χρόνου
Προλεγόμενα
Μιλώντας πρόσφατα με μια φίλη, φιλόλογο και συγγραφέα, μου έλεγε ότι πολλές φορές μιλάμε για μεγάλα έργα χωρίς να τα έχουμε διαβάσει καν, απλά γνωρίζοντας τα παραλειπόμενα γύρω από αυτά, αρθρώνουμε λόγο. Μιλούσαμε για έργα όπως το Πόλεμος και Ειρήνη του Τολστόι, τον Οδυσσέα του Τζόυς, τους Αδελφούς Καραμαζόφ του Ντοστογιέφσκι τον Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες του Μούζιλ, το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ, Το μαγικό βουνό του Τόμας Μαν, τα έπη του Ομήρου την Ιστορία του Θουκυδίδη κ. α. Συμφώνησα μαζί της. Δεν το προωθεί το θέμα του διαβάσματος και η εποχή, είπα. Αλλά και πότε το προωθούσε; Ανέκαθεν το κοινό που διάβαζε ήταν μικρό. Τώρα έχουμε και το διαδίκτυο που νομίζει κανείς πως ψευτοδιαβάζει αν πλοηγείται, και δεν ξέρει πως η πραγματική ζωή, σε όλες της τις εκφάνσεις, είναι έξω από αυτό.
Το Νοέμβριο λοιπόν του προηγούμενου χρόνου έκλεισαν εκατό χρόνια από την κυκλοφορία του μυθιστορήματος ποταμού του Μαρσέλ Προύστ, Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Ο Μαρσέλ Προυστ άρχισε να γράφει το μεγάλο δεκαπεντάτομο μυθιστόρημά του το 1907, σε ηλικία τριάντα έξι χρονών. Οι δύο πρώτοι τόμοι κυκλοφόρησαν το 1913 (τυπώθηκαν με έξοδα του συγγραφέα, αφού πρώτα πέντε εκδότες αρνήθηκαν το χειρόγραφο) και οι τελευταίοι το 1927, πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του. Με αφορμή λοιπόν αυτή την επέτειο των εκατό χρόνων, παραθέτουμε εδώ το κείμενο του Ε. Μ. Φόρστερ «Το δεύτερο μεγαλύτερο μυθιστόρημά μας;» που υπάρχει στον τόμο της συλλογής δοκιμίων του, Δυο ζητωκραυγές για τη δημοκρατία.
Να προσθέσουμε ότι στην Ελλάδα, το σπουδαίο τούτο έργο κυκλοφόρησε στην ιστορική μετάφραση του Παύλου A. Ζάννα από τις εκδόσεις Ηριδανός, στις αρχές της δεκαετίας του ’70 -οι πρώτοι τόμοι. Σήμερα στην ίδια πάντα μετάφραση, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας σε συνεργασία με το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών - Κέντρο Λογοτεχνικής Μετάφρασης. H μεταφραστική εργασία του Ζάννα βραβεύτηκε το 1974 με το ετήσιο βραβείο του Iδρύματος Hautvillers, στο Παρίσι, για την πιο αξιόλογη μετάφραση γαλλικού λογοτεχνικού έργου. 

  
Εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του τόμου Σόδομα και Γόμορρα

Το δεύτερο μεγαλύτερο μυθιστόρημά μας;
(του Ε. Μ. Φόρστερ)
Ο Προυστ ήταν γιος γιατρού. Γεννήθηκε το 1871 σε μια γαλλική εξοχική πόλη που έχει αποθανατίσει και παρουσιάσει σαν έναν παράδεισο αποκαλώντας της Κομπραί. Πήγε στο Παρίσι και άρχισε να συχνάζει στους λογοτεχνικούς και αριστοκρατικούς κύκλους, και το Παρίσι επίσης έχει αποθανατιστεί –με τρόπο που ο Δάντης αποθανάτισε την Κόλαση. Είχε κακή υγεία και έχει αποθανατίσει την αρρώστια. Αποσυρόμενος όλο και περισσότερο από τον κόσμο, προτιμώντας να κοιμάται τη μέρα, έχοντας κλειστεί σ’ ένα δωμάτιο απομονωμένο από τους ήχους με φελλό, δούλευε και δούλευε και πάλευε με τη βοήθεια της μνήμης να περάσει τις αισθήσεις του και τις εμπειρίες του σ’ ένα έργο τέχνης. Πέτυχε. Το τεράστιο μυθιστόρημα που ήταν το αποτέλεσμα αυτής της πάλης δεν είναι τόσο ζεστό ή τόσο ηρωικό ή τόσο μεγάλο σαν το Πόλεμος και Ειρήνη. Αλλά είναι ανώτερο σαν ένα καλλιτεχνικό επίτευγμα· είναι γεμάτο από αντηχήσεις, υπεροχές υπομνήσεις, έξυπνους παραλληλισμούς που γοητεύουν τον προσεκτικό αναγνώστη, και στο τέλος, και όχι πριν από το τέλος, συνειδητοποιεί ότι αυτές οι αντηχήσεις και οι παραλληλισμοί συμβαίνουν κατά κάποιον τρόπο μέσα σε έναν γιγαντιαίο καθεδρικό ναό· ότι το βιβλίο, που μας φαινόταν όταν το διαβάζαμε τόσο χωρίς συνοχή, έχει μια αρχιτεκτονική ενότητα και προκαθορισμένη μορφή.
Ο πρώτος τόμος κυκλοφόρησε το 1913. Το μυθιστόρημα αποτελούν συνολικά επτά τόμοι –επτά υπο-μυθιστορήματα, με τους ίδιους χαρακτήρες, και ατελείωτες παραπομπές από τον έναν στον άλλον. Ο Προυστ πέθανε πριν το έργο να έχει δημοσιευθεί ολόκληρο. Ως την τελευταία στιγμή υπαγόρευε, παλεύοντας ενάντια σε έναν υψηλό πυρετό, και μη θέλοντας να φάει τίποτα, πίνοντας μόνο παγωμένη μπύρα. Αυτό που έχει σημασία γι’ αυτόν δεν ήταν η ζωή, την οποία είχε βρει ικανοποιητική, αλλά η τέχνη, που μόνον αυτή μπορεί να δώσει σημασία στη ζωή. Στην τελευταία του μέρα, τον Νοέμβριο του 1922, στις τρεις η ώρα, κάλεσε τον γραμματέα του και του υπαγόρευσε ένα επιβλητικό απόσπασμα για το καθήκον του μυθιστοριογράφου να τη δουλειά του όπως θα έπρεπε να την κάνει, στηρίζοντάς την στους νόμους της καλοσύνης, της ευσυνειδησίας και της θυσίας που μοιάζει να απορρέουν από κάποιον άλλο κόσμο. Η προσπάθεια που κατέβαλλε για την υπαγόρευση είχε σαν αποτέλεσμα το σπάσιμο ενός αποστήματος στον πνεύμονά του· και πέθανε. Ο Προυστ δεν ήταν ένας πολύ ελκυστικός άνθρωπος ή ένας υγιείς άνθρωπος. Αλλά πιθανότατα παρήγε το δεύτερο μεγαλύτερο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα και ύψωσε τη μάλλον ενοχλητική λέξη «τέχνη» σ’ ένα επίπεδο σημασίας και μεγαλοπρέπειας που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε.
Η ιστορία λέγεται δια μέσου ενός αφηγητή ή ήρωα που λίγο πολύ μοιάζει στον Προυστ τον ίδιο· που μεγαλώνει με τη μητέρα του και τη γιαγιά του οι μόνοι χαρακτήρες που επιδεικνύουν ανθρώπινη ακεραιότητα· που από το Κομπραί μετακινείται στην ψεύτικη γοητεία του Παρισιού που συχνάζει στους αριστοκρατικούς κύκλους και απογοητεύεται από αυτούς· που ερωτεύεται και απογοητεύεται ακόμα περισσότερο· που αρρωσταίνει και, πρόωρα γερασμένος, αποκαλύπτει ότι ο κόσμος του έχει γεράσει επίσης, αλλά που ωστόσο δεν είναι λιγότερο συναρπαστικός, γι’ αυτόν, σαν ένα αντικείμενο παρατήρησης. Αυτό είναι το πρώτο που θέλω να πω. Το δεύτερο είναι το εξής: αυτό που πραγματικά έχει σημασία στο βιβλίο δεν είναι τα γεγονότα αλλά η ανάμνηση των γεγονότων. Πολλά τραγικά γεγονότα συμβαίνουν και πολλά αστεία, αλλά παίρνουν την τελική τους μορφή στους συλλογισμούς του αφηγητή. Ο τίτλος του μυθιστορήματος δεν είναι Πράγματα που Έχουν Συμβεί, αλλά Αναμνήσεις Πραγμάτων που Έχουν Συμβεί. Παρ’ όλο του το ρεαλισμό, έχει πάνω του κάτι από μια ονειροπόληση. Παίζει με τον χρόνο. Αναθεωρεί τα ίδια επεισόδια, τους ίδιους χαρακτήρες και φτάνει σε καινούργια αποτελέσματα. Συνεχίζει να περιστρέφει το υλικό της ζωής και να το κοιτάζει διαπεραστικά πότε από τη μια οπτική γωνία και πότε από την άλλη.
Η περίφημη «μικρή φράση» (la petite phrase) στη μουσική του Vinteuil προσφέρει ένα παράδειγμα. Αυτή η «μικρή φράση» μεταβάλλεται σχεδόν σε ένα ηθοποιό, και σε έναν ηθοποιό που συνέχεια εμφανίζεται σε έναν καινούργιο ρόλο. Ακούμε για πρώτη φορά το όνομα του Vinteuil σε φρικιαστικές συνθήκες. Ο συνθέτης είναι νεκρός –ένας άσημος μικρός επαρχιακός οργανίστας άγνωστος στη φήμη- και η κόρη του κλειδώνει τη μνήμη του. Η φοβερή σκηνή πρόκειται ν’ αρχίσει να ακτινοβολεί προς διάφορες κατευθύνσεις –καθετί εκπέμπει ακτινοβολίες στον Προυστ. Πολύ αργότερα, μια σονάτα για βιολί εκτελείται στο Παρίσι και μια μικρή φράση από τη σιγανή της κίνηση φτάνει στο αυτή του Swann, και γλιστράει μέσα στη ζωή του. Ο Swann είναι ερωτευμένος μ’ ένα ανάξιο πλάσμα, την Odette, και η φράση αυτή συνοδεύει την αγάπη του. Η ερωτική σχέση χαλάει, όπως οι περισσότερες σχέσεις στον Προυστ, η φράση ξεχνιέται. Μετά ξεσπάει πάλι όταν κατατρώγεται από τη ζήλια και τώρα συνοδεύει τη δυστυχία του και την περασμένη του ευτυχία σύγχρονα, χωρίς να χάνει τον δικό της θείο χαρακτήρα. Ποιος έγραψε τη σονάτα για βιολί; Ακούγοντας ότι ήταν του Vinteuil, ο Swann λέει: «Χμ, κάποτε ήξερα έναν δύστυχο μικρό οργανίστα με αυτό το όνομα. Δεν θα μπορούσε να είναι δική του». Αλλά είναι και η κόρη του Vinteuil, που άφηνε την εντύπωση ότι ήταν τόσο ανήθικη, με ευλάβεια έχει αντιγράψει το έργο του πατέρα της και το έχει δημοσιεύσει. Η φύση της είναι πολύπλευρη, όπως είναι η φύση των περισσότερων προσώπων στον Προυστ.
Αυτό μοιάζει να είναι όλο. Η «μικρή φράση» διασχίζει το βιβλίο πάλι, αλλά σαν μια ηχώ. Τότε εκατοντάδες, πραγματικά χιλιάδες σελίδες μετά, όταν ο Vinteuil έχει γίνει μια εθνική δόξα και έχει αρχίσει να συζητιέται η ανέγερση ενός αγάλματός του στην πόλη όπου είχε ζήσει τόσο δυστυχισμένος και άσημος, ένα του άλλο έργο εκτελείται –ένα μεταθανάτιο σεξτέτο εγχόρδων. Ο ήρωας ακούει, βρίσκεται σε ένα άγνωστο μάλλον φοβερό σύμπαν ενώ μια δυσοίωνη αυγή καταλήγει σε μια ερυθρή θάλασσα. Ξαφνικά γι’ αυτόν και για τον αναγνώστη επίσης, η «μικρή φράση» της σονάτας επανέρχεται –ακούγεται η μισή, έχει αλλάξει, αλλά δίνει έναν πλήρη προσανατολισμό, έτσι που βρίσκει τον εαυτό του στην εξοχή της παιδικής του ηλικίας με τη γνώση ότι ανήκει στο άγνωστο. Συγκλονίζει τη μνήμη, και αυτού του είδους οι συγκλονισμοί και οι συγκινησιακές τους συνέπειες είναι η βασική φροντίδα του Προυστ.
Έτσι το πρώτο που είχα να πω ήταν ότι ο αφηγητής ή ήρωας είναι λόγο πολύ ο Προυστ ο ίδιος, και το δεύτερο – κάτι το δύσκολο, γιατί μας πηγαίνει στο κεντρικό πρόβλημα- είναι ότι αυτό που τον απασχολεί δεν είναι τα γεγονότα και οι άνθρωποι όπως τον Τολστόι, αλλά οι αναμνήσεις των γεγονότων και των ανθρώπων, και ότι επομένως το μυθιστόρημά του συχνά έχει την ποιότητα μιας ονειροπόλησης, στην οποία συνηθισμένη διαδοχή του χρόνου διακόπτεται και αναστατώνεται. Το τρίτο που έχω να πω –κάτι όχι περίπλοκο- αφορά την κοινωνική σκηνή. Δίνει μια λαμπερή και κακεντρεχή εικόνα της γαλλικής αριστοκρατίας σαράντα ή πενήντα χρόνια πριν. Ήταν μια αριστοκρατία που είχε χρήματα και στιλ, αλλά καμιά αίσθηση ευθύνης, καμιά σύνδεση με τη γη και καμιά άλλη πίστη από αυτήν που είχε στη δική της ανωτερότητα σε σχέση με την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Ο Προυστ τη διαπέρασε με το βλέμμα του και υποκλίθηκε σε αυτήν. Ήταν σύγχρονα ένας σατιρικός συγγραφέας κι ένας σνομπ. Δίνει, επίσης, μια εικόνα και μια δυσάρεστη εικόνα της αστικής τάξης, της οποίας τα μέλη προσπαθούν να ανέβουν στην κοινωνική κλίμακα, όπως προχωρεί η ιστορία, και που τυπικά αντιπροσωπεύεται από τον κύριο και την κυρία Verdurin. Η εργατική τάξη εισχωρεί, ως υπηρέτες και παράσιτα, και τα μέλη της δεν αντιμετωπίζονται φιλικά επίσης. Τα μόνα άτομα που αντιμετωπίζει με σεβασμό είναι τη μητέρα του ήρωα και τη γιαγιά του, γυναίκες που είναι ανίκανες για οποιαδήποτε κοσμικότητα και μικρότητα, και τους καλλιτέχνες που, σαν τον Προυστ τον ίδιο, παλεύουν να καταλάβουν την απογοητευτική σκηνή και να δώσουν μετά μια συνοχή και μια ομορφιά που ποτέ δεν έχει στο χρόνο.
Το τέταρτο που έχω να πω: Ο Προυστ ως σχεδιαστής χαρακτήρων. Είναι αριστοτέχνης. Ζούμε με τους ανθρώπους του, τους βλέπουμε να αναπτύσσονται, να συμπεριφέρονται απίστευτα, και αργότερα βλέπουμε γιατί. Όταν αντιφάσκουν προς τον εαυτό τους το μόνο αποτέλεσμα είναι να γίνονται ακόμα πιο πραγματικοί. Πρόκειται για μια τεράστια αίθουσα έκθεσης πορτρέτων, στην οποία κυριαρχούν, η υπέροχη Duchess de Guermates και ο καταχθόνιος αν και συγκινητικός Boron de Charlus. Ακόμα και όταν οι άνθρωποι παρουσιάζονται για λίγα λεπτά, τους γνωρίζουμε, και μετά από εκατοντάδες σελίδες θα τους αναγνωρίσομε στην περίπτωση που θα εμφανιστούν πάλι. Οι διάφοροι χαρακτήρες συχνά ερωτεύονται ο ένας τον άλλο, και –αυτό είναι το πέμπτο που θέλω να πω ίσως- πρέπει να αναφερθώ στη θεωρία του Προυστ για τον έρωτα. Είναι μια απαισιόδοξη θεωρία και δεν συμφωνώ μαζί της. Πίστευε, για να είμαι σύντομος, ότι όσο πιο βαθιά οι άνθρωποι ερωτεύονται τόσο πιο πολύ διαστρέφουν ο ένας τον άλλον, έτσι που το πάθος είναι ένα βέβαιο προοίμιο της παρεξήγησης. Πίστευε επίσης ότι η ζήλια είναι αναπόφευκτη και ότι η έλευσή της σημαίνει την ανανέωση ενός έρωτα που διαφορετικά θα μπορούσε να είχε φιλεύσπλαχνα πεθάνει. Εκτεταμένες περίοδοι, όταν το έργο έχει προχωρήσει, αναφέρεται στη σχέση του «ήρωα» με την Albertine. Το διάβασμά τους καταλήγει στο να είναι καταθλιπτικό, και οι περισσότεροι αναγνώστες το παρακάμπτουν.
Είναι σημαντικό όταν κανείς καταπιάνεται με τον Προυστ, να είναι υποκειμενικός και έξυπνος. Δεν κάνει υποχωρήσεις στη βλακεία. Ορισμένοι συγγραφείς –και είναι μεγάλοι συγγραφείς- κάνουν υποχωρήσεις. Ο Ντίκενς κάνει και ακόμα και ο Τολστόι. Ο Προυστ όχι. Περιμένει μια συνεχή επαγρύπνηση, σύγχρονα από τον νου και τις αίσθησης. Ήταν ένας ατομικιστής, ήταν ένας ανάπηρος, ήταν λίγο σνομπ, ανήκε σε μια κοινωνική που είχε παρακμάσει και δεν τον ενδιέφερε η κοινωνική μεταρρύθμιση. Πως τολμώ να προτείνω ότι ένα τέτοιο πλάσμα παρήγαγε το δεύτερο καλύτερο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα; Τολμώ, επειδή δεν πιστεύω ότι αυτή η υπόθεση της τέχνης δεν μπορεί να παραμεριστεί. Καμιά βία δεν μπορεί να την καταστρέψει, κανένας σαρκασμός δεν μπορεί να τη μειώσει. Στηριγμένη σε μια ακεραιότητα, στη φύση του ανθρώπου που βρίσκεται βαθύτερα από την ηθική ακεραιότητα, φτάνει σε ύψη θριάμβου που μας κάνουν να ελπίζουμε. Ο Προυστ ήταν ένας καλλιτέχνης κι ένας τεράστιος καλλιτέχνης· βρήκε στη μνήμη τον τρόπο να ερμηνεύσει και να εξανθρωπίσει αυτόν τον χαώδη κόσμο και τα αποτελέσματα μας τα έδωσε στην Ανάμνηση Πραγμάτων που Έχουν Συμβεί.
Ε. Μ. Φόρστερ [1949]
Πηγή:

Από τον τόμο Ε. Μ. Φόρστερ, Δυο ζητωκραυγές για τη δημοκρατία, μτφρ. Νανά Ησαΐα, εκδόσεις Ερμείας.
© κειμένου, εκδόσεις Ερμείας

1 σχόλιο:

  1. όπως το αναφέρεις στην αρχή: από τα μεγάλα έργα που δεν έχουμε διαβάσει (στο σύνολό τους)...
    Ξενικός

    ΑπάντησηΔιαγραφή