Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

PENIS IN LITERATURE part II





ΤΟ ΠΕΟΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (μέρος 2ο)
Παρουσιάζουμε εδώ, σε ένα δεύτερο μέρος, πεζογράφους και ποιητές που τόλμησαν να πουν τα πράγματα με το όνομά τους. Όπως και στο πρώτο μέρος τούτου του αφιερώματος, επικεντρωνόμαστε σε όσους τόλμησαν να περιγράψουν τον έρωτα στην πιο απλή και στοιχειώδης έκφανσή του που είναι το σεξ. Σε αυτούς δηλαδή που άφησαν το γυμνό και αληθινό σώμα να μπει στα γραπτά τους μιλώντας και για το πέος, τούτο το απλό, ερωτικό, φυσικό και βιολογικό κομμάτι του αντρικού σώματος. Συγγραφείς, που ως οραματιστές και προφήτες, όπως λέει ο Οδυσσέας Ελύτης, άφησαν και έδωσαν την ευκαιρία στο αντρικό μέλος να «εισχωρήσει» ακόμα και στις πιο ανυποψίαστες σελίδες....
Να πούμε για μια ακόμα φορά ό,τι τα αποσπάσματα που ακολουθούν, είναι ένα μικρό δείγμα λογοτεχνικών έργων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, που τόλμησαν αδιαφορώντας αν οι κρατούντες τους απαγορεύσουν, τους λοιδορήσουν, τους κακοχαρακτηρίσουν, να μιλήσουν ελεύθερα. Σημειώνουμε και τονίζουμε για μια ακόμα φορά ό,τι η πολυτονική γραφή των αποσπασμάτων του Μεγάλου Ανατολικού, κρίθηκε απαραίτητη, αφού, η μεταγραφή τους σε μονοτονικό, σε καμιά περίπτωση δεν δύναται να διατηρήσει τη μαγεία της ποίησης αυτού του μοναδικού κειμένου.
... και πάλι, όπως στο πρώτο μέρος, δεν περιοριστήκαμε μόνο στην gay λογοτεχνία, απλά, την αφήσαμε να κρατάει τα σκήπτρα. Σε τούτο το μέρος μάλιστα, αντλήσαμε υλικό και από τη δημοτική μούσα.
Καλή ανάγνωση.
Πάει ο πούτσος στο παζάρι
και δεν ξέρει τι να πάρει,
βρίσκει κώλο δίχως πάτο
και τον κάνει άνω-κάτω

Γεια σου Αντώνη βυζαρά
πού 'χεις αρχίδια μαλλιαρά
και στραβό έχεις τον ψώλο
ό,τι πρέπει για τον κώλο.
Από τη συλλογή του Γιώργου Μελίκη, Αντρικά μουνάτα, παραγωγή: Συλλογή-Αρχείο Γιώργου Μελίκη, Θεσσαλονίκη, 2000.


Ἡ ψωλή
ποτσε, καπιτάνιε τοῦ ψωλῶνε,
πο σὰν κομμάτι τράβο ξεφυτρώνεις,
παρπάλι, πο τσὶ τρπες τοῦ μουνιῶνε
ξεσκλς καὶ μὲ τὸν κλο τσ' ἀνταμώνεις,


σὤπρεπε στὸ ρουθονι ὅντες θυμώνεις,
γιὰ προφυλαχτικ τοῦ γυναικῶνε,
ἕνα ἀπὸ κειὰ τὰ σίδερα νὰ χώνεις
ποὺ βάνουνε στὴ μούρη τοῦ σκυλιῶνε.


Κι ὅντες σὤρχεται ἡ λύσσα νὰ γαμήσεις,
νἄχει ἐκειὸς ποὺ σ' ἔχει ἀσκιὰ σπασμένα,
νὰ τρίβεσαι ἐκεῖ μέσα ὤς ν' ἀποχύσεις
·

γιατὶ καὶ ποιὸ μουνὶ κάνει γιὰ σένα
πούτσαρδε, καπιτάνιε τοῦ ψωλῶνε,
ποὺ ἡμπορεῖς νἄσαι ἀργούντουλας καϊκιῶνε.
Α[νδρέα] Λ[ασκαράτου]. Πολύτιμη μονοτυπία που τύπωσε σε μονόφυλλο στα "ΚΕΙΜΕΝΑ" ο σπουδαιότερος των εκδοτών Φίλιππος Βλάχος. Τὸ ποίημα αναδημοσιεύεται και στην Ιστορία της καπότας του Ηλία Πετρόπουλου.



«Σκύψε Τζώννυ»... Το αγόρι πήρε ένα μεταλλικό κουτάκι Βαζελίνης και αργά με ήρεμη σοβαρή έκφραση το άλειψε πάνω στον πούτσο του «Σκύψε Τζώννυ κι άνοιξε κώλο»... νιώθει τα μάτια και τα δάχτυλα στον πρωκτό του οι τρίχες στον κώλο χωρισμένες η αργή διείσδυση... «Χέρια στα γόνατα Τζώννυ»... Κουνάει αργά αργά το σώμα του κυκλικά χέρια σφιγμένα στα γόνατα αναδίδοντας μπλε δίνες πιο σφιχτά πιο πιο σφιχτά πιο σφιχτά εκτοξεύοντας μπλε κινέζικους χαρακτήρες στο πορφυρό σούρουπο της Λίμα λέει με κομμένη την ανάσα «muy bueno» τα χέρια στα γόνατα τα μάτια του Καρλ πετάνε γαλάζιες σπίθες το πρόσωπό του θολώνει και χάνεται εξαρθρωτικοί σπασμοί αχνογάλανοι κόσμοι πετάγονται στον αέρα σπέρμα αυλακώνει τον ουρανό.
Ουίλιαμ Μπάροουζ (William S. Burroughs), Τα άγρια αγόρια, μτφ. Βασίλης Κιζήλος, εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα, 1995.
 




Σκέφτηκα το λευκό επουλωμένο του δέρμα πάνω από την κοιλιά, το δασύ τρίχωμα της ήβης που άρχιζε στις καμπύλες των μηρών του, τον κολλώδη ομφαλό του και τις βρώμικες μασχάλες του, τον τραχύ τρόπο του προς τις γυναίκες και τα αυτοκίνητα, και την υποτακτική του τρυφερότητα απέναντί μου. Ακόμη κι όταν έβαλα το πέος μου στον πρωκτό του Βων ήξερε πως θα προσπαθούσε να με σκοτώσει, σε μια έσχατη επίδειξη της περιστασιακής αγάπης του για μένα .
Τζέιμς Γκ. Μπάλλαρντ (J. G. Ballard), Grash, μτφ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης και Σώτη Τριανταφύλλου, εκδόσεις Απόπειρα, 1992.


ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ: Διάολε είναι έτοιμος· μόλις χωθεί στη μικρούλα θα χύσω!
ΙΠΠΟΤΗΣ: αρπά το μαμουθιένιο καυλί του κηπουρού: Δες, Ευγενία, πως καύλωσε... είναι άξιος αντικαταστάτης μου.
ΕΥΓΕΝΙΑ: Τι τιμωρία, Θεέ μου!... Είναι φανερό, θέλετε μα με σκοτώσεται!...
ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ: αρπάζει την Ευγενία: Δεσποινίς, ποτέ δε σκότωσε κανένα.
ΝΤΟΛΜΑΝΣΙΕ: Μια στιγμούλα, ωραίο μου αγόρι: πρέπει να μου δείχνει τον κώλο της όσο τη γαμάς.... ναι, έτσι, ελάτε κοντά κυρία· υποσχέθηκα να σας σοδομίσω, θα κρατήσω το λόγο μου· αλλά σταθείτε έτσι που να είμαι κοντά στο γαμιά της Ευγενίας. Κι ο ιππότης να με μαστιγώνει στο διάστημα αυτό. (Τακτοποιούνται).
ΕΥΓΕΝΙΑ: Γαμώ το με σακατεύει... μαλακά, κάθαρμα! .... Αχ! ο κολόμπος έσκαψε ως το βάθος.... έφτασε ο γαμιόλης! .... ως τον πάτο!.... παιθαίνω!..... Ω, Ντολμανσέ, πως χτυπάς!.... θα μ' ανάψεις και μπρος και πίσω! Αχ! Τα μπούτια μου καίγονται!..
Μαρκήσιος ντε Σαντ (Marquis de Sade), Η φιλοσοφία στο μπουντουάρ, μτφ. Βασίλης Καλλιπολίτης, εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα, 1979.




 

Μια ψωλή αρματωμένη
απ' τ' Άγιον Όρος κατεβαίνει
κι έχει τα μαλλιά σα χήνα
το κεφάλ' σαν προβατίνα

Να κι ο παπαγούμενος
σεινάμενος, κουνάμενος
στέκεται την κάνει χάζι,
την κοιτάζει, τη θαυμάζει.

Έφτασε κοντύτερα
τη θωρεί καλύτερα.
Έφτασε και πιο κοντά,
σκύβει και τη χαιρετά.

«Την ευχή μου να 'χεις ψώλε
και την ευλογιά μου όλη».
Και του δίνει κομποσκοίνι
να γαμάει και να χύνει.
Από τη συλλογή του Γιώργου Μελίκη, Αντρικά μουνάτα, παραγωγή: Συλλογή-Αρχείο Γιώργου Μελίκη, Θεσσαλονίκη, 2000. 
 


Μετ' ὀλίγα λεπτὰ, εἰς τὸν θάλαμο τῶν Νέγρων, ἐλάμβανε χῶραν τριπλοῦς αὐνανισμός. Ἔχοντες στρώσει ἕνα προσόψιον ἐπὶ μιᾶς τραπέζης καὶ ἱστάμενοι πέριξ αὐτῆς, μὲ τὰς ὀγκώδεις καὶ ἰσχυρὰς ψωλὰς των ἀκαλύπτους καὶ ἀσπερούσας εἰς τὰς άδρὰς των χεῖρας, μὲ τοὺς μεγάλους ὄρχεις των ὡσαύτως ἐκτεθειμένους, μὲ τοὺς ὀφθαλμούς των προσηλωμένους, ἐν ἀναμονῆ τῆς συγκλονιστικῆς λευκῆς έκρήξεως, εἰς τοὺς σφύζοντας χονδροὺς καυλοὺς ὁ ἔνας τοῦ ἄλλου, οἱ τρεῖς Νέγροι ἐμαλακίζοντο περιπαθῶς καὶ ἀλληλεγύως, ἀλληλοενθαρρυνόμενοι καὶ ἐπικαλούμενοι, ἐν μέσω βαθέων στεναγμῶν καὶ ἀναφωνήσεων ἡδονῆς, τὰ μάτια, τὸ στόμα, τὰ στήθη, τὸν κῶλον καὶ πρὸ πάντων καὶ περισσότερον παντὸς ἄλλου, το τρυφερόν μουνὶ τῆς ἀνεψιᾶς τοῦ βιολιστοῦ.
Αἴφης ἠκούσθησαν τρεῖς ἄγριαι κραυγαὶ λαγνείας, ὠσὰν φωναὶ θηρίων ἐν λόχμες βατευόντων, καὶ ἀπὸ τὰς μέχρι διαρρήξεως σπαργώσας τεραστίας μαύρας ψωλάς ἐξετοξεύθει ταυτοχρόνως, εἰς πολλὰς ὁρμητικὰς ριπὰς θερμὰς καὶ ἐπαλλήλους, πάλλευκον, πλούσιον καὶ πυκνόν, τό σπέρμα τῶν τριῶν άνδρῶν.
Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο Μέγας Ανατολικός, μέρος πρώτον, τόμος Α, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 1990.



Ένας γέρος ηρκουντάνε
Ένας γέ- ένας γέ- ένας γέρος ηρκουντάνε
ένας γέρος ηρκουντάνε, η ψωλή του κρεμουντάνε.
Δεν ιπολοκρεμουντάνε, μόνο κάτω συρνουντάνε.
Kαι του ’πάντηξε μιά γριά: «Γέρο, ίντα ’ν’ αυτό νά;»
- Tο βουκέντρι μου, κυρά μου, που λαλώ την αελιά μου.
Mα η γριά η κουτσοδόντα, πού ’χε φτάσει τα ογδόντα:
- Έλα, γέρο, με τα μένα, πού ’ν’ τα μέσα μου καμένα.
Kαι της δίνει μιά στα σκέλια, ξεκαρδίζεται στα γέλια.
Από τη συλλογή τραγουδιών της Δόμνας Σαμίου, Τα αποκριάτικα, παραγωγή: Καλλιτεχνικός Σύλλογος Δημοτικής Μουσικής Δόμνα Σαμίου, Αθήνα 1994.



 

Ξανακοιτώντας τον, αγγίζω τις δεκάδες ανάγλυφες φλέβες που τον στολίζουν από τη βάση μέχρι το κεφάλι. Λεπτός πάνω, χοντρύτερος όσο κατεβαίνει στη ρίζα, ντούρος και μελιτζανής, όλο το αίμα μου σ' αυτόν το έδωσα και θα το δίνω για ν' αντρειώνεται, για τεζάρουν οι συρρικνωμένες πέτσες του, να αστραποβολεί σαν τον κατακόρυφο ήλιο του μεσημεριού.
Τ' αρχίδια αρχίζουν να μαζεύονται πάλι, τα καρυδάτα αρχίδια μου περιμένουνε σειρά να τροφοδοτήσου με τα κοιτάσματά τους τον αγωγό· ο μικρούλης γίνεται πανύψηλος, γίγας, αιματώδης κίων, χιλιόμετρα αγγούρι -ανατριχιάζω σύγκορμος- και ξεκινάω για καινούργιες ιστορίες.
Γιάννης Παλαμιώτης, Οι φίλοι ή παραχάραξη της ηθικής, εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα, 1984.



Ήταν σαν να είχαμε μεγαλώσει απότομα, σαν να είχαμε βαρεθεί να είμαστε παιδιά. Δεν τρέφαμε καμιά υπόληψη για τους μεγαλύτερους. Σαν ψωραλέα λιοντάρια ήμασταν. Ένας Εβραίος, ο Σαμ Φέλντμαν, είχε πυκνά γένια κι έπρεπε να ξυρίζεται κάθε πρωί. Μέχρι το απόγευμα, το πιγούνι του ήταν κατάμαυρο. Το στήθος του ήταν γεμάτο μαύρες τρίχες και οι μασχάλες του μύριζαν απαίσια. Ένας άλλος έμοιαζε με τον Τζακ Ντέμπσυ. Ο Πήτερ Μανγκάλοπ είχε μια ψωλή είκοσι πόντους, πεσμένη. Όταν πρωτοπήγαμε στα ντους ανακάλυψα πως είχα τα μεγαλύτερα αρχίδια.
«Ε, για δες εκεί αρχίδια ο τύπος, ε;»
«Πόπο, αδελφάκι μου! Μια σταλιά ψωλή, από αρχίδια όμως....!»
Τσαρλς Μπουκόφσκι (Charles Bukowski), Τοστ ζαμπόν, μτφρ. Γιώργος Μπλανάς, εκδόσεις Γράμματα, Αθήνα, 1990.




Μα, κι αυτηνής τα χέρια δεν έμεναν άπραγα. Είχαν αρπάξει το φαλλό του πρίγκηπα, και τον οδήγησαν μέσα στο στενό χώρο των Σοδόμων. Η Αλεξίνα έσκυβε με τέτοιο τρόπο, έτσι που ο πισινός της πρόβαλλε καλλίτερα, για να διευκολύνει την εισαγωγή του πιστονιού του Μόλυ.
Σύντομα το κεφάλι μπήκε μέσα, το υπόλοιπο ακολούθησε και τ' αχαμνά ήρθαν να χτυπήσουν, στο κάτω μέρος των γλουτών της γυναίκας.
Η Κουλκουλίνα, που είχε αρχίσει να βαριέται μόνη να κάθεται στην καρέκλα, ανέβηκε κ' αυτή στο κρεβάτι κ' άρχισε να πιπιλάει το γατί της Αλεξίνας, που, γιορτάζοντας διπλά, ευχαριστιόταν μέχρι δακρύων. Το κορμί της φουντωμένο από ηδονή, στριφογύριζε σα να υπέφερε. Απ' το λαιμό της βγαίνανε ρόγχοι ηδονικοί. Το χοντρό όργανο που της γέμιζε τον πισινό, πηγαίνοντας μπρος-πίσω, ερχόταν να συγκρουστεί με τη χονδρή μεμβράνη που το χώριζε από τη γλώσσαν της Κουλκουλίνας, που 'γλειφε τα ζουμιά που τρέχανε, αποτέλεσμα τούτης της δράσης, ενώ η κοιλιά του Μόλυ, βροντούσε πάνω στους γλουτούς της Αλεξίνας. Σε λίγο, ο πρίγκηπας, χτυπώντας δυνατότερα, βάλθηκε να δαγκώνει το σβέρκο της γυναίκας. Το εργαλείο πήρε φωτιά. Η Αλεξίνα δε μπορούσε πια ν' αντέξει τόση ευτυχία. Τα πόδια της παρέλυσαν κ' έπεσε πάνω στο πρόσωπο της Κουλκουλίνας, που δεν σταμάτησε ούτε και τότε το πιπίλισμα, ενώ ο πρίγκιπας την ακολουθούσε στην πτώση της, χωρίς να σταματάει το μέσα-έξω. Ακόμη λίγα χτυπήματα, κ' ο Μόλυ αμόλυσε τα ρευστά του.
Γκιγιώμ Απολλιναίρ (Guillaume Apollinaire), Ένδεκα χιλιάδες Βέργες ή Οι έρωτες ενός Οσποντάρ, μτφρ. Περικλής Πετρακόπουλος, εκδότης Περικλής Πετρακόπουλος, Αθήνα, 1975.



Όλο τον κόσμο γύρισα
πήγα και στ' Άγιον Όρος
εκεί κατάλαβα καλά
το χάος ποχ' ο κώλος.

Όλο τον κόσμο γύρισα
πήγα και στ' Άγιον Όρος
εκεί ψωλές δεν έχουνε
έχουνε μόνο κώλους.


Όλο τον κόσμο γύρισα
πήγα και στ' Άγιον Όρος
να δεις πως κάνουν για ψωλή
να δεις πως τρέμει ο κώλος.

Όλο τον κόσμο γύρισα
και στ' Άγιον Όρος πήγα
εδώ κατάλαβα καλά
του κώλου μου τη γλύκα.
Από τη συλλογή του Γιώργου Μελίκη, Αντρικά μουνάτα, παραγωγή: Συλλογή-Αρχείο Γιώργου Μελίκη, Θεσσαλονίκη, 2000 
 





Τραγουδούν στο ρυθμό των βυζαντινών ψαλμών, λέγοντας όμως δικά τους λόγια. Επαινούν την ευρηματικότητα ενός μοναχού που μεταφέρει ένα βαρύ φορτίο πάνω στον πούτσο του, χρησιμοποιώντας τ' αρχίδια του σαν «τροχαλία». Έτερο άσμα παρουσιάζει τον πούτσο με ζυγό και τ' αρχίδια μ' ένα ζευγάρι βόδια. Αλλού, ένας γέρος αυλακώνει τη γη με την ψωλή του υπό τα έκθαμβα μάτια νεαρών καλογραιών.
Βασίλης Αλεξάκης, μ. Χ., εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα, 2007.



Έφτανε σιωπηλός, καπνίζοντας τ' απομεινάρια ενός τσιγάρου, κτηνώδης. Εγώ ήμουν κυριευμένος από μια εξευτελιστική τρυφερότητα, κι εκείνος ούτε καν με κοίταζε (ή μήπως το 'κανε επίτηδες καταλαβαίνοντας την αδυναμία μου;). Πετούσε καταγής το άδειο σακί έριχνε ακατάστατα τ' άθλια του κουρέλια και πήγαινε ολόγυμνος να βουτήξει. Για μένα τ' αγόρια ήταν ως τότε Άγγελοι χωρίς φύλο: δεν τα είχα δει ποτέ. Τότε δεν το σκέφτηκα, αλλά στον Μπρούνο, στο φύλο του υπήρχε κάτι πως να το πω, το πριαπικό....
Πιερ Πάολο Παζολίνι (Pier Paolo Pazolini), Amado Mio, μτφρ. Μπέττυ Βακαλοπούλου, εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 1984.



Θα σας μιλήσω αρχικά για το Ρολάν. Ήταν κοντός, εύσωμος, γύρω στα τριάντα πέντε, με αδιανόητη δύναμη, τριχωτός σαν αρκούδα, με αρρενωπά χαρακτηριστικά, μακριά μύτη, γενειάδα που φύτρωνε ως κάτω από τα μάτια, πυκνά και κατάμαυρα φρύδια και κείνο το τμήμα του σώματος που ξεχωρίζει τους άντρες από τις γυναίκες τόσο μακρύ και τόσο χοντρό, που δεν είχα ξαναδεί όμοιό του και πιστεύω πως κι η φύση δεν είχε δημιουργήσει ποτέ πριν κάτι με τόση απλοχεριά. Δύσκολα το 'πιανα με τα δυο μου χέρια. Ήταν σαν το μπράτσο μου μακρύ. Τέτοια φυσικά χαρακτηριστικά στο Ρολάν συνδυάζονται με όλες τις ιδιοτροπίες που αποτελούν καρπό μιας φλογερής ιδιοσυγκρασίας, πολλής φαντασίας και μιας πολύ σημαντικής οικονομικής ευχέρειας, που δεν τον άφηνε να πέσει σε κακουχίες.
Μαρκήσιος ντε Σαντ (Marquis de Sade), Ζυστίν ή τα βάσανα της αρετής, μτφ. Μίρκα Σκάρα, εκδόσεις Νέα Σύνορα Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1991.




 

Κωλομπαράδες μάστοροι
και γαμηστρόνια φίνα
θε να σε κάνουν να πατάς
σαν πάπια και σα χήνα.

Κι αν είσαι και γαμησταράς
και δεις πως θα σε πάνε
θα σ' έχουνε σ' εκτίμηση
και θα σε αγαπάνε.
Από τη συλλογή του Γιώργου Μελίκη, Αντρικά μουνάτα, παραγωγή: Συλλογή-Αρχείο Γιώργου Μελίκη, Θεσσαλονίκη, 2000.



Θά σέ μυρώσω, τοῦ εἶπε. Ἄρχισε ν' ἀπλώνει τήν κολόνια μέ τήν παλάμη του στό σῶμα τοῦ ἄλλου. Σταμάτησε, τόν κοίταξε, πόδια, ὑπογάστριο ξανθό, τελικά τήν ἔχεις μεγαλύτερη ἀπό τή δικιά μου... μπαγάσα Μυρτίλε, Μυρτίλε μου. Καί χαμογέλασε κάπως. Τώρα γινόταν, εἶχε γίνει, οἰκεῖος. Δικός. Εἶχε τό θάρρος νά τοῦ λέει προσωπικά πράγματα, αυτά τά μεταξύ φίλων... πού ἔχουν κάνει ντούς μαζύ, μετά τό μπάσκετ... πού κατουρᾶνε μαζύ στή ἴδια λεκάνη, ἀντικρυστά, ἡ ματιά ψηλά στήν ἀρχή καί ἀργότερα, κλεφτά γιά ἕνα ἄστραμμα στιγμῆς, θά κατέβει κάπως ντροπαλή πρός ἀπέναντι, χαμηλά, ἀλλά κάπως αὐτό σάν νά τοῦ ζητοῦσε, ἀπαιτοῦσε ὁ ἀντικριστός του αὐτό, τή φευγαλέα σάν ἄστραμμα ματιά... ποῦ φαντάροι ἔχουν πάει στό ἴδιο μπορδέλο, στή ἴδια γυναίκα, ὁ ἕνας κολλητά μετά τόν ἄλλον, δίχως ν'ἀφήσει τή γυναίκα νά πλυθεῖ ἀπό τόν προηγούμενο... (καί ὅσο τό χέρι του ἀπλωνόταν τώρα στά μαλλιά τοῦ Μύρτου, ὁ Ἑρμῆς εἶχε λησμονήσει πώς ὅλα αὐτά δέν τά εἶχε κάνει ποτέ, οὔτε σέ μπορδέλο εἶχε πάει ποτέ, οὔτε εἶχε κατουρήσει ποτέ παρέα μέ ἄλλον.)
Παῦλος Μάτεσης, λδεβαράν, κδόσεις Καστανιώτη, θήνα, 2007.



Ο Πράιορ άνοιξε το δοχείο, άλειψε το εργαλείο του με ένα μείγμα βαζελίνης και σάλιου και σκούπισε το υπόλοιπο στον πισινό του Μάνινγκ. Έφερε τα πόδια του Μάνινγκ πάνω στο στήθος του, με πολλή προσοχή, μη και λυγίσει απότομα το γόνατο. Ήταν πάρα πολύ ανυπόμονος και η θέση ήταν απελπιστικά ακατάλληλη για να έχει κάποιον έλεγχο, και πριν καλά καλά μπει πάλευε με τον εαυτό του, δεν ήξερε τι να κάνει και μετά ο Μάνινγκ ούρλιαξε και προσπάθησε να τραβηχτεί. Ο Πράιορ άρχισε να παραιτείται, μετά έξαφνα κατάλαβε ότι ο Μάνινγκ ήθελε να πονέσει. «Μείνε ακίνητος», είπε, και συνέχισε να γαμάει. Ήταν ένα επικίνδυνο παιχνίδι. Ο Πράιορ ήταν ικανός να φτάσει σε καθαρό σαδισμό, το γνώριζε κι ο ίδιος, και το γόνατο ήταν μόνο μια ίντσα περίπου από το χέρι του. Τελείωσε γρήγορα, με ρίγη βαθιών βογκητών, με μια αίσθηση, που άρχισε απ' το λαιμό του, ότι αποσχιζόταν απ' τον εαυτό του. Κατέβασε προσεχτικά τα πόδια του Μάνινγκ και τον ρούφηξε. Ήταν τόση η λαχτάρα του Μάνινγκ που κρατούσε σφιχτά το κεφάλι του Πράιορ και η ανάσα του είχε κοπεί πριν ακόμα αρχίσει. «Το χρειαζόμουν αυτό», είπε, όταν τελείωσε. «Χρειαζόμουν ένα καλό γαμήσι».
Πατ Μπάρκερ (Pat Barker), Το μάτι στην πόρτα, μτφ. Κατερίνα Καφούρου, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα, 1996.




 

Τα ποδάρια σήκωτα δε σου κάνω τίποτα
κι αν σου κάνω τίποτα πάλι ξανασήκωτα
να σου βάλω τη μισή να θαμάξει το νησί
να σου την εβάλω όλη να θαμάξει και η πόλη
να σου βάλω και τ' αρχίδια να θαρρείς πως τρως απίδια
να σου βάλω και τις τρίχες να θαρρείς πως τρως μαστίχες.
Από τη συλλογή του Γιώργου Μελίκη, Αντρικά μουνάτα, παραγωγή: Συλλογή-Αρχείο Γιώργου Μελίκη, Θεσσαλονίκη, 2000.
 


[Κάποτε μου είπε ότι τα μαλλιά της άσπρισαν από τη μια μέρα στην άλλη, προτού μπει στα δεκάξι, κι όταν είπα: «Από τη μια μέσα στην άλλη,» είπε: Ήταν από την μια τα ρώσικα βουνά στο λούνα παρκ κι από την άλλη το τσουτσούνι του Εντ Τζένκινς. Αυτά τα δύο, τόσο κοντά το ένα στο άλλο. Βλέπεις ένα βράδυ είχα ανέβει στα ρώσικα βουνά στη λίμνη κι ήμασταν στο τελευταίο βαγόνι. Χωρίστηκε και παραλίγο να ξεφύγουμε απ' τις ράγες, και το επόμενο πρωί τα μαλλιά μου είχαν γκρίζες πιτσιλιές. Κάπου μία εβδομάδα αργότερα έγινε κι αυτό με τον Εντ Τζένκινς, ένα γνωστό μου αγόρι. Μια από τις φίλες μου μου είπε ότι ο αδελφός της της είπε ότι ο Εντ Τζένκινς είχε το μεγαλύτερο τσουτσούνι που είδε ποτέ κανείς. Ήταν ωραίος αλλά κοκκαλιάρης, όχι πολύ πιο ψηλός από σένα, και δεν το πίστεψα, έτσι, μια μέρα, κοροϊδεύοντάς τον, είπα: “Εντ Τζένκινς, άκουσα ότι έχεις ένα τσουτσούνι να” κι εκείνος είπε: “Ναι, θα σ' το δείξω” και μου το 'δειξε, εγώ ούρλιαξα, μου είπε: “Και τώρα θα το βάλω μέσα σου” κι εγώ είπα: “Α, όχι, δεν θα το κάνεις!” για ήταν μεγάλο σαν χέρι μωρού που κρατάει ένα μήλο. Θεέ μου! Όμως το 'κανε. Το έβαλε μέσα μου. Μετά από τρομερή πάλη. Και ήμουν παρθένα. Σχεδόν. Κατά κάποιο τρόπο. Έτσι, μπορείς να φανταστείς. Λίγο μετά τα μαλλιά μου έγιναν άσπρα σαν μάγισσες».]
Τρούμαν Καπότε, (Truman Capote), Μουσική για χαμαιλέοντες, μτφ. Μιχάλης Μαρκόπουλος, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2008.

 



«[...] κοίτα νὰ δῆς πῶς μὰς ἔκανες... Νά!... νά, τὴν βγάζω ἔξω...».
Λέγων ὁ Τζὲφ ὠρθώθη καὶ ἐν ριπῆ ὀφθαλμοῦ ἔβγαλε ἔξω καὶ ἐπέδειξε εἰς τὴν Ἔθελ μιὰν γιγαντιαίαν μαύρην ψωλήν, ποὺ ἀμέσως ἤρχισε νὰ πάλλεται καὶ νὰ σκιρτᾶ εἰς τὸν ἀέρα, σφύζουσα τρομακτικὰ. Ἔπειτα ἐξήγαγε μὲ τὴν ἰδίαν ταχύτητα τοὺς 2 ὀγκώδεις ὄρχεις του, ποὺ ὠμοίαζαν μὲ μπάλλες σφαιριστηρίου, ἢ μὲ ὑπερμεγέθη ὠὰ, ταλαντευόμενα ἐντὸς ἐκ λεπτοῦ δέρματος σάκκου. Οἱ δὺο σύντροφοι τοῦ Τζὲφ, ἀνορθωθέντες πάραυτα τὸν ἐμιμήθησαν, καὶ ἔτσι ἡ μικρὰ μετανάστις εὑρέθη πρὸ τριῶν τεραστίων πούτσων ποὺ καὶ οἱ τρεῖς χοροπηδοῦσαν καὶ ἐδονοῦντο ἐμπρός της μὲ ἐξαίσια σκιρτήματα καὶ ἀναπαλμοὺς σφρίγους άρρενωποῦ καὶ ἐρωτικοῦ μένους.
Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο Μέγας Ανατολικός, μέρος δεύτερον, τόμος Β, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 1990. 
 



 

Ο ψωλαράς κρατούμενος
μεσ' του Γεντί το κάστρο
έχει μεγάλη πέραση,
έχει γαλόνια κι άστρο.

Οι γέροι τον λατρεύουνε
κι οι νέοι τον κερνάνε
κι οι φύλακες τον θέλουνε
και τον γλυκοκοιτάνε.

Στα κάτεργα και στα κελιά
έχουν δική τους τάξη,
έχουν αρχίδια κετηφέ
και τις ψωλές μετάξι.

Φύλακες και κρατούμενοι
γαμιούνται και γαμάνε
κι όσοι τον κώλο αρνηθούν
στο διάολο να πάνε.
Από τη συλλογή του Γιώργου Μελίκη, Αντρικά μουνάτα, παραγωγή: Συλλογή-Αρχείο Γιώργου Μελίκη, Θεσσαλονίκη, 2000.



Το τηλέφωνο κουδούνιζε όλη μέρα. Οι προσφορές έρχονταν απ' όλη τη χώρα. Το πέος του Δημήτρη κατέκτησε την αγορά. Πόζαρε συνέχεια και πολλές φορές δεν πρόφταινε να φορέσει το παντελόνι του.
Πήγε στο κρεββάτι ανασήκωσε το στρώμα και γύρισε με ένα μάτσο πορνοπεριοδικά. Μου έδειξε τις φωτογραφίες. Κάθε τόσο έλεγε: «Εδώ είμαι εγώ!».
Είδα μουνιά και πούτσους σε διάφορα μεγέθη και στάσεις: στο στόμα, ανάμεσα στα στήθη, στο χέρι κι ένα σωρό ακόμα στιγμιότυπα. Σπάνια όμως έβλεπα και κανένα πρόσωπο. Κάθε φορά που πέφταμε στο πέος του Δημήτρη, φώναζε: «Να 'μαι πάλι!».
Το καινούργιο επάγγελμα δεν είχε και τόση σημασία γι' αυτόν. Όσο καιρό είχε εκείνο που οι άλλοι αποκαλούσαν «χρυσό πέος» και όσο καιρό του σηκωνόταν το χρήμα έπεφτε. Έγινε αφάνταστα διάσημος σ' εκείνους τους κύκλους κι άρπαξε κιόλας την πρώτη βλεννόρροια.
Θεόδωρος Καλαφατίδης, Με λένε Στέλιο, μτφ. Νατάσα Τσίρκα, εκδόσεις Πλειάς, Αθήνα, 1974.




 

Ο Πράιορ τεντώθηκε και μια και βρισκόταν στην περιοχή άρχισε να τρίβει το πρόσωπό του πάνω στις τρίχες της ήβης του Μάνινγκ. Ο πούτσος του ρίγησε και σηκώθηκε και ο Πράιορ τον πήρε στο στόμα του. Ακόμα και τότε όμως και για αρκετή ώρα, απλώς, έπαιζε, περνώντας τη γλώσσα του γύρω από το γυαλιστερό θόλο. Οι μηροί του Μάνινγκ σφίχτηκαν. Μετά από λίγο, το χέρι του υψώθηκε και χάιδεψε τα κουρεμένα μαλλιά του Πράιορ, ενώ το δάχτυλό του έκανε μασάζ στο σβέρκο του. Ο Πράιορ, σήκωσε το κεφάλι του και είδε πως ο Μάνινγκ φαινόταν νευρικός. Δικαιολογιμένα. Σ' αυτή την κατάσταση η τρυφερότητα μπορούσε να γίνει αφορμή βίας, αν υπήρχε κάτι να την προκαλέσει. Και ο Μάνιγκ δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει κάτι τέτοιο. Συνέχισε το γλείψιμο, κρατώντας σφιχτά με τα δυο του χέρια τους γλουτούς του Μάνινγκ και κουνώντας γρήγορα το στόμα του πάνω κάτω στο βέλος. Ο Μάνινγκ τον έσπρωξε απαλά και μπήκε στο κρεβάτι. Ξάπλωσαν για λίγο τεντωμένοι δίπλα δίπλα. Ο Πράιορ στηρίχτηκε στον αγκώνα του και άρχισε να χαϊδεύει το στήθος του Μάνινγκ, την κοιλιά του και τους μηρούς του. Σκεφτόταν πόσο αδύνατο ήταν να συνοψίζεις το σεξ στη βάση του ποιος βάζει τι και που.
Πατ Μπάρκερ (Pat Barker), Το μάτι στην πόρτα, μτφ. Κατερίνα Καφούρου, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα, 1996.



Το δωμάτιό μου, που την είσοδό του απαγόρευα στους φίλους, έμοιαζε με αποθήκη πορνομάγαζου. Έβλεπες σπαρμένα παντού παντού τεχνητά πέη, πουάρ για πλύσεις, κλύσματα, μαστίγια, δερμάτινους κορσέδες, χειροπέδες, κυλότες με ειδικά ανοίγματα, κρίκους μα αγκάθια ή δόντια, πραγματική μεσαιωνική αίθουσα βασανιστηρίων, απ' όπου δεν έλειπε παρά η σπαραχτική σκιά του Εσταυρωμένου. Όταν ερχόταν ο γιος μου για τη βδομαδιάτικη επίσκεψή του, τα στριμώχναμε όλα σ' ένα ντουλαπάκι διπλοκλειδωμένο και κάναμε τους αγίους.
Πασκάλ Μπρυκνέρ (Pascal Bruckner), Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα, μτφ. Μαρίνα Λώμη, εκδόσεις Αστάρτη, Αθήνα, 1985. 
 




Στη Ρωσία μιλούσαν συχνά για τα πλεονεκτήματα των Μαύρων έναντι των Λευκών. Κυκλοφορούσαν μάλιστα φήμες σχετικά με το μέγεθος του πουλιού τους. Και να που βρισκόμουν μπροστά σ' αυτό το μυθικό εργαλείο. Παρά την ειλικρινή επιθυμία που είχα να κάνω έρωτα μαζί του, η περιέργειά μου νίκησε κι άρχισα να το περιεργάζομαι. «Είναι μαύρο ή μήπως είναι πιο ανοιχτόχρωμο;» Δεν μπορούσα να δω, μολονότι, γενικά, βλέπω στο σκοτάδι. Είχε χοντρό πούτσο. Αλλά όχι πιο μακρύ απ' το δικό μου. Οπωσδήποτε όμως πιο παχύ. Μια ματιά έφτανε για να ικανοποιηθεί η περιέργειά μου. Ύστερα ήρθε η επιθυμία.
Ψυχολογικά, ήμουν πολύ ευχαριστημένος απ' αυτό που μου συνέβαινε. Για πρώτη φορά εδώ και μήνες ζούσα κάτι που με ικανοποιούσε και μου άρεσε απόλυτα. Ήθελα να πάρω τον πούτσο του στο στόμα μου. Ένιωθα ότι θα μ' ευχαριστούσε κάτι τέτοιο και ήθελα κυρίως να δοκιμάσω τη γεύση του σπέρματός του, να νιώσω τους μυς του να τεντώνονται, να συσπώνται και να τους τους νιώσω σφίγγοντάς τον πάνω μου. Πήρα τον πούτσο του και, για πρώτη φορά, πέρασα τη γλώσσα μου πάνω στην άκρη του. Ο Κρις ανατρίχιασε.
Θεωρώ ότι αυτό το κάνω πολύ καλά γιατί είμαι απ' τη φύση μου εκλεπτυσμένος και δραστήριος, δεν είμαι απ' αυτούς που θέλουν να φτάσουν σε οργασμό με κάθε τρόπο. Είμαι καλός σύντροφος, απολαμβάνω τους αναστεναγμούς, τις φωνές και την ηδονή του άλλου. Γι' αυτό ασχολιόμουν με τον πούτσο του απόλυτα συγκεντρωμένος σ' αυτό που έκανα· είχα αφεθεί στις αισθήσεις μου και την επιθυμία μου. Με το αριστερό χέρι, του χάιδευα τ' αρχίδια. Αναστέναζε, στηριγμένος στους αγκώνες, αναστέναζε μέσα σε λυγμούς. Ίσως και να είπε «Ω, Θεέ μου» δε θυμάμαι.
Σιγά σιγά άρχισε να σκιρτά και να σπρώχνει τη λεκάνη του προς το μέρος μου, χώνοντάς μου βαθιά στο στόμα τον πούτσο του. Ήταν ξαπλωμένος στην άμμο, γυρισμένος στο πλάι και ακουμπισμένος στο δεξί αγκώνα και, με το αριστερό χέρι, μου χάιδευε απαλά τα μαλλιά και το λαιμό. Του κάβλωνα τον πούτσο με τα χείλη και τη γλώσσα μου, ενώ κατά διαστήματα, του έπαιρνα τον πούτσο ολόκληρο στο στόμα μου. Μια φορά, μάλιστα, κόντεψα να πνιγώ, μου άρεσε όμως.
Τι συνέβαινε όμως με τον δικό μου πούτσο; Ήμουν ξαπλωμένος μπρούμυτα στην άμμο και, σε κάθε κίνηση που έκανα, ο πούτσος μου τριβόταν, μέσα απ' το μπλου τζην, στην άμμο· αισθανόμουν μ' αυτό τον τρόπο μια ευχάριστη φαγούρα. Ήμουν πανευτυχής. Είχα μια σχέση. Εδώ και δυο μήνες ήμουν ολότελα ταπεινωμένος και δυστυχής. Ένα ανθρώπινο πλάσμα είχε σκύψει πάνω μου και είχα μια σχέση. Επιτέλους. Του ήμουν απόλυτα ευγνώμον, ήθελα να είναι καλά και νομίζω πως ήταν, άλλωστε. Δεν ήταν μόνο πως έπαιρνα τον πούτσο του στο στόμα μου· οι ερωτικές μας κινήσεις συμβόλιζαν για μένα τη ζωή, το θρίαμβο της ζωής, την επιστροφή στη ζωή. Επικοινωνούσα με τον πούτσο αυτού του νεαρού κακοποιού και αυτός ο πούτσος ήταν για μένα το όργανο της ζωής, η ίδια η ζωή. Κι όταν έφτασε σε οργασμό, όταν ένιωσα εκείνο το συντριβάνι μέσα μου, μέσα στο στόμα μου, αισθάνθηκα ευτυχής. Ξέρετε τη γεύση έχει το σπέρμα; Είναι έντονη γεύση. Δεν ξέρω να υπάρχει πιο έντονη γεύση απ' αυτή του σπέρματος.
Μεθυσμένος πια, έγλειφα όλο το σπέρμα που υπήρχε πάνω στον πούτσο και τ' αρχίδια· ό,τι είχε τρέξει το 'γλειψα και το κατάπια. Ο Κρις θα πρέπει να έμεινε άναυδος· δε νομίζω ότι κατάλαβε, ότι μπορούσε να καταλάβει τι ήταν για μένα· θα πρέπει να τον παραξένεψε ο ενθουσιασμός και ο ζήλος με τον οποίο επιτελούσα το έργο μου. Μου ήταν ευγνώμων, και με πολλή τρυφερότητα απ' αυτή που διαθέτει, μου χάιδευε και μου ψιθύριζε: «Μωρό μου, μωρό μου».
Ακούστε υπάρχει μια ηθική, υπάρχουν στον κόσμο λογικοί άνθρωποι, υπάρχουν γραφεία και τράπεζες, υπάρχουν κρεβάτια, στα κρεβάτια κοιμούνται λογικοί άνθρωποι, άντρες και γυναίκες. Όλα έγιναν και γίνονται την ίδια στιγμή. Κι εγώ ήμουν εκεί, με τον Κρις, πάνω στην άμμο, όπου συναντηθήκαμε σ’ έναν τεράστιο χώρο της Μεγάλης Πόλης, στη Βαβυλώνα, ήμασταν ξαπλωμένοι εκεί κι εκείνος μου χάιδευε τα μαλλιά. Εγκαταλειμμένα παιδιά του κόσμου.
Κανείς δε με είχε ανάγκη, είχαν περάσει δυο μήνες χωρία κάνεις να μ’ αγγίξει, χωρίς ούτε καν να μου πιάσει το χέρι, και να τώρα που κάποιος με χάιδευε και μου ‘λεγε: «Αγόρι μου, αγόρι μου!» Παραλίγο να βάλω τα κλάματα, παρ’ όλο το χιούμορ που διέθετα· ήμουν ένα πλάσμα εξόριστο, διωγμένο Κι κουρασμένο και χρειαζόμουν ακριβώς αυτό, ένα χέρι που να με χαϊδέψει. Τα δάκρυα ανέβηκαν, ανέβηκαν… κι άρχισαν να κυλάνε. Εκείνος ανέδιδε μια μυρωδιά και εγώ έκλαιγα, με το πρόσωπο χωμένο στα μπούτια του, πάνω στα ζεστά του αρχίδια, τις τρίχες και τον πούτσο του. Δεν πιστεύω ότι είμαι ευαίσθητος, αλλά κατάλαβε πως έκλαιγα και με ρώτησε γιατί· μου σήκωσε μα το ζόρι το πρόσωπο και άρχισε να μου σκουπίζει τα δάκρυα με τα δάχτυλά του. Τα χέρια του ήταν δυνατά.
Πουτάνα ζωή, μας κάνεις αγρίμια. Ήμασταν ενωμένοι εδώ, μες στη βρωμιά, και δεν είχαμε τίποτα το κοινό. Με πήρε στην αγκαλιά του προσπαθώντας να με παρηγορήσει. Έκανε ό,τι ακριβώς ζητούσα εδώ και καιρό, ό,τι είχα πάψει πια να περιμένω. Όταν συγκινούμε, οι τρίχες του κορμιού μου σηκώνονται, ίδιες με μικρές καρφίτσε;, εκατοντάδες χιλιάδες καρφιτούλες. Κρυώνω και αρχίζω να τρέμω, Για πρώτη φορά εδώ και καιρό, ο εαυτός μου δε μου ενέπνεε οίκτο. Είχα περάσει τα χέρια μου γύρω απ’ το λαιμό του κι εκείνος με κρατούσε σφιγμένο πάνω του. Του είπα: «Με λένε Έντυ. Δεν έχω κανέναν. Θα μ’ αγαπάς; Ναι; Και θα είμαστε πάντα μαζί; Ε;
[…] Κουβεντιάζαμε σιγανά, πάντα σ’ αυτή την παράξενη διάλεκτο. Κάπου, κάπου ξεχνιόμουν και τον άρχιζα στα ρώσικα. Γελούσε γλυκά· του έμαθα μερικές λέξεις. Δεν ήταν απ’ τις καθωσπρέπει λέξεις: πούτσος, έρωτας και άλλες ανάλογες.
Στη μέση της κουβέντας τον πόθησα και του παραδόθηκα. Έβγαλα το παντελόνι μου, ήθελα να με γαμήσει. Όσο για το σλιπ, του ζήτησα να μου το κατεβάσει αυτός, ήθελα να μου το κατεβάσει· υπάκουα, μου κατέβασε το κόκκινο σλιπ. Το πήρα και το πέταξα μακριά.
Εκείνη τη στιγμή ήμουν στ’ αλήθεια γυναίκα, όλο καμώματα, απαιτητική και ασφαλώς ελκυστική γιατί θυμάμαι πως κουνούσα τον πισινό μου ενώ τα χέρια μου βυθίζονταν βαθιά στην άμμο. Ο πισινός μου είναι όλο μυς· ακόμη και η Ελένη τον ζήλευε. Έκανε ό,τι έκανα εγώ τώρα: έσκυβε λίγο μπροστά και η γύμνια, η λευκότητα και η απαλότητά της μου χάριζαν μεγάλη ηδονή. Νομίζω ότι επρόκειτο ήδη για καθαρά γυναικείες sensations. «Γάμησέ με, γάμησέ με!» του ψιθύρισα.
Ο Κρις ανάπνεε με δυσκολία. Νομίζω ότι τον είχα φτάσει στο αποκορύφωμα της ηδονής. Δεν ξέρω τι έκανε, ίσως να έβαλε σάλιο στον πούτσο του· σιγά σιγά όμως μπήκε μέσα μου. Δε θα ξεχάσω ποτά αυτή την αίσθηση πληρότητας που ένιωσα. Αν ήταν οδυνηρή; Από τότε που ήμουν παιδί μου άρεσαν οι έντονες αισθήσεις. Πριν από τις γυναίκες, όταν αυνανιζόμουν στην εφηβεία μου, χρησιμοποιούσα μια μέθοδο δικής μου επινόησης: έχωνα στον πισινό μου κάθε είδους αντικείμενο, από μολύβι ως κερί. Καμιά φορά τα αντικείμενα ήταν ευμεγέθη και ο διπλός αυνανισμός απ’ τον πούτσο κι απ’ τον πισινό ήταν, θυμάμαι, πολύ ζωώδης, πολύ έντονος και δυνατός. Γι’ αυτό δε φοβήθηκα όταν μου έχωσε τον πούτσο του και δεν πόνεσα σχεδόν καθόλου, ούτε καν στην αρχή. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο πισινός μου ήταν από καιρό συνηθισμένος. Αυτή όμως η μυθική αίσθηση πληρότητας ήταν κάτι το πρωτόγονο.
Μπήκε μέσα μου και άρχισα να αναστενάζω. Έμπαινε χαϊδεύοντάς μου τον πούστο με το ένα χέρι· εγώ αναστέναζα, τεντωνόμουν ηδονικά κι αναστέναζα ολοένα πιο πολύ, ολοένα πιο γλυκά. Συο τέλος μου είπε: Πιο σιγά, μωρό μου, θα μας ακούσουν!» Του απάντησα πως δε φοβόμουν τίποτα αλλά, για να τον ευχαριστήσω, αναστέναζα πιο σιγά.
Εκείνη την ώρα φερόμουν όπως ακριβώς φερόταν η γυναίκα μου όταν την πηδούσα. Το συνειδητοποίησα και σκέφτηκα: «Να τι είναι αυτή! Να τι είναι όλες τους!»· ανατρίχιασα από χαρά. Στον τελευταίο μας σπασμό κυλιστήκαμε στην άμμο, ο οργασμός με βρήκε πάνω στην άμμο κι αισθάνθηκα ένα έντονο κάψιμο μέσα μου. Είχε χύσει. Ο πούτσος μου είχε χωθεί μες στην άμμο και τα τσιμπήματα από τους κόκκους της άμμου ήταν τόσο ευχάριστα που κάβλωσα σχεδόν αμέσως και πάλι.
Ντυθήκαμε και καθίσαμε όσο πιο άνετα μπορούσαμε για να κοιμηθούμε. Ξαναπήρε τη θέση του στον τοίχο, εγώ κάθισα δίπλα του, με το κεφάλι ακουμπισμένο στο στήθος του, και πέρασα τα χέρια μου γύρω απ’ το λαιμό του: μ’ αρέσει πολύ αυτή η στάση. Μ’ έσφιξε πάνω του και έτσι μας πήρε ο ύπνος.
Έντουαρντ Λιμόνοφ (Édouard Limonov), Ένας ρώσος ποιητής προτιμά τους μεγάλους νέγρους, μτφρ. Ευδοκία Παπαγκίκα, εκδόσεις Aquarius, Αθήνα, 1986.




 

Ο Νιζιούτι, ζεσταμένος, μπήκε με το τραπεζάκι στους ώμους μέσα στο πλημμυρισμένο από ήλιο και χλιαρό αέρα δωμάτιο, όπου εγώ τον περίμενα· όλο κέφι ξεφόρτωσε το τραπεζάκι στη μέση. Φορούσε το ροζ πουκάμισο λίγο ξεκούμπωτο και το παντελόνι, από χοντρό καφέ πανί, που έπεφτε σκληρό. Τώρα πια οι αδιακρισίες μου για το γλυκό μυστήριο της εφηβείας του είχαν εξαντλήσει την περιέργεια για το τρίχωμα στο χείλος, για εκείνη την πρώτη φλούδα συστολής που είχε τυλίξει τρυφερά τον Νιζιούτι. Τώρα την περιέργειά μου, τη φλογισμένη και ασυγκράτητη πια, τη διέγειρε το παντελόνι του. Μιλώντας του σαν κάθε φορά για την ηλικία του, στ' αστεία -ενώ πέθαινα από συγκίνηση- του άγγιζα με το χέρι την κοιλιά, εκεί όπου το απαλό φούσκωμα, πάναγνο, μαρτυρούσε την παρουσία του έφηβου φύλου του.
Πιερ Πάολο Παζολίνι, (Pier Paolo Pazolini) Amado Mio, μτφρ. Μπέττυ Βακαλοπούλου, εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 1984.





ΣΟΝΕΤΤΟ ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. 15
(Η χρήση χυδαίων λέξεων)

Ἐγώ ὁ ἀμετρος, ποὺ ζῶ μετρίως, στὰ τρία μου
σᾶς γράφω, φίλοι νὰ τὸ ξέρετε! Σο-
βαρὰ ποθῶ χυδαῖα νὰ σᾶς ξεχέσω
- ἀνάγκη δὲν σᾶς ἔχω... μήτε χρεία μου!

Στὸ πήδημα τὰ λόγια φτιάχνουν καύλα:
τὸ χαίρεται ὁ γαμιάς νὰ λέει γα-μή-σι
- κι αὐτός, ποὺ λέξεις ἔχει νὰ σκορπίσει,
ποτέ του δὲν θὰ κοιμηθεῖ σὲε τάβλα.

Γαμίκουλες καλούς ἡ γλώσσα θά 'χει στέψει,
μόνο ὅταν τὸ κοράσι τοὺς πιπώσει
στεγνά καὶ ἀγρίως -κοντά στὸ νοῦ κι ἡ γνώση.

Στεγνός στὸ πνεῦμα μόνο μὴν καὶ μείνω!
Ἡ τέχνη τοῦ ἄντρα λέει: γ α μ ῶ μ ὲ σ κ έ ψ η∙
κι ἡ πολυτέλεια: ν ὰ γ ε λ ά ω, ὅ τ α ν χ ύ ν ω!


Μπέρτολτ Μπρεχτ (Bertolt Brecht), μτφρ. Γιώργος Κεντριώτης από το βιβλίο Σάουνα και συνουσία, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα, 2005.



Τέσσερεις μαζί τουμπάραμε μια σκύλα που φαινόταν ξελιγωμένη για πήδημα. Ο ένας την τον εφάρμοσε δια της κανονικής οδού και κάνοντας ψαλίδι μ' άλλον έναν, της τον πέρασε ο δεύτερος στον κώλο· εγώ με τον τέταρτο φιλαράκο σταθήκαμε όρθιοι εκ δεξιών κ' εξ ευωνύμων αντιστοίχως και της δώσαμε δυο μεγαλόπνοα τσιμπούκια. Ούτε που ακούστηκε η φωνούλα της, τα κατάπιε όλα απ' όλες τις τρύπες του πεινασμένου κορμιού της, κολύμπησε η σκρόφα στα υγρά μας, το 'λεγε η καρδούλα της, άντεχε πεντ' έξι φορές ακόμα να περιποιηθεί τους ψώλαρούς μας, σταματήσαμε στην τρίτη, αφού σφηνώθηκα διαδοχικά σε τρία διαφορετικά σημεία της κ' έπεσα ξέπνοος.
Γιάννης Παλαμιώτης, Οι φίλοι ή παραχάραξη της ηθικής, εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα, 1984.




Κάτω απ' τα σκονισμένα ρούχα του –ο Θεός να τα κάνει ρούχα δηλαδή- αυτός ο αλήτης είχε ένα θαυμάσιο κορμί κι έναν ολοστρόγγυλο πισινό. Ντυμένος, έδειχνε να ‘χει μεγάλο κώλο, αλλά εδώ διαπίστωσα ότι ήταν αριστούργημα. Έκανε ζέστη, ήμασταν κι οι δυο γυμνοί και, παρά το ηλιοκαμένο μου δέρμα, μπροστά του ήμουν σαν το γάλα. Αν και ήταν πιο κοντός απ’ το Κρις, είχε τεράστιο πούτσο. Και μόνο στη θέα του πούτσου του, ξέχασα κάθε δυσαρέσκεια. Τον άρπαξε και –δεν υπερβάλλω- τον έχωσα με δυσκολία στο στόμα μου. Ήταν πολύ ευαίσθητος, ο Τζόνυ και δεν με παίδεψε καθόλου. Σε λίγα λεπτά, έχυσε. «Τι τεράστιος πούτσος». Σκεφτόμουν τρίβοντάς τον στην κοιλιά μου, «απίστευτο τι μπορεί να φτιάξει η φύση». Ήμουν ευχαριστημένος· το ίδιο κι εκείνος.
Με κάθισε πάνω στο στήθος του κι άρχισε να μου γλείφει τον πούτσο. Είχε ωραία σαρκώδη χείλη και ήξερε τη δουλειά του. Με τρέλανε, αν και άργησε κάμποσο. Εξιλεωνόταν για την τσιγκουνιά του.
Του άρεσε· έγλειφε τον πούτσο μου, που έπλεε σε πελάγη ευδαιμονίας· τα χείλη του ήταν τόσο γλυκά και ζεστά που νόμιζα πως ήταν κύματα των θαλασσών του Νότου· μεγάλα και ζεστά. Με απορρόφησε τόσο πολύ που ξέχασα, για πρώτη φορά μετά από τόσους μήνες να παίξω θέατρο, με λίγα λόγια, είχα χαλαρώσει κι απολάμβανα. Κι αυτός όμως ακούραστος…
Έντουαρντ Λιμόνοφ (Édouard Limonov), Ένας ρώσος ποιητής προτιμά τους μεγάλους νέγρους, μτφ. Ευδοκία Παπαγκίκα, εκδόσεις Aquarius, Αθήνα, 1986.



Νάτους τώρα ολόγυμνοι, να βουτάνε στα παγωμένα νερά του Βερς, φωνάζοντας, καταβρέχοντας ο ένας τον άλλον, ουρλιάζοντας και βουτώντας τα κεφάλια τους κάτω απ’ το νερό. «Ελάτε!». Και πήγαμε. Πέφτουνε στην αγκαλιά μας, σα να ‘θελαν να παλέψουν μαζί μας και μας σπρώχνουν ώστε να χάσουμε την ισορροπία μας και να γελάσουμε, αλλά και να πέσουμε απάνω μας καθώς εμείς τους σφίγγουμε. Ακόμη κι ο μικρός Ελί βουτάει και γλυστράει ανάμεσα στα πόδια μου για να βγει κοντά στον Ετιένν που κοντά μου με χτυπάει φωνάζοντας: «Αυτό κάνει καλό, ε, φίλε;».
Μετά, βγαίνουμε απ’ το νερό. Ο Ετιένν παίρνει τον Ελί στην αγκαλιά του. «Κρυώνει. Τρέμει. Τρίψτονε, του αρέσει». Τα γέλια τους. Αγροίκοι, αυθάδεις, σίγουροι για τους εαυτούς τους. Πρέπει να τα ξαναγράψω ολ’ αυτά, να τα βάλω σε μια τάξη. Μα πώς να τα τακτοποιήσω χωρίς να τα συγκρίνω; Τα λόγια μου ‘ρχονται από μόνα τους, στο νου, χωρίς να σχηματίζουν φράσεις.
Γυμνοί, όρθιοι στην όχθη, με τα πόδια χωμένα μέσα στο χορτάρι, το παιχνίδι συνεχίζεται, χτυπιόμαστε για να ζεσταθούμε, τσιμπάμε τα μάγουλα, χτυπάμε τους ώμους μας, τα πόδια μας, γελώντας συνέχεις, γελώντας μέχρι σκασμού, μέσα σ’ ένα κλίμα σχεδόν πρωτόγονο. «Ελέν Ελέν, εδώ είμαστε!». Και διασκεδάζουν με το να χτυπιούνται με τα πέη τους ολόγυμνα, σαν πρωτόγονα ζώα. Του Αντουάν του αρέσει η ψωλή μου. Όμως δεν την αγγίζει. Κανείς δεν αγγίζει κανέναν, εκεί. Χτυπιόμαστε. Αυτό είναι όλο. Ο μικρός Ελί, έρχεται να προστατευτεί στην αγκαλιά μου. Αυτή τη φορά συναντώ το βλέμμα του Ζοζέφ. Μου χαμογελάει.
Ύβ Ναβάρ (Yves Navarre) Μυστικός γάμος, μτφ. Ντίνος Σ. Κουμπάτης, εκδόσεις Λητώ, Αθήνα, 1981.




 

Την ψωλή μου τη μεγάλη
την εχώνω μεσ' το λάδι
την τεντώνω στο κωλί σου
και λιγώνεται η ψυχή σου.

Την ψωλή μου τη μεγάλη
την αλείφω μες το λάδι,
την τεντώνω, την καυλώνω
μεσ' τον κώλο σου τη χώνω.

Όταν μπαίνει κι όταν βγαίνει
τότε χαίρεται η καημένη
κι όταν χύνει τα μυαλά της
τότε χαίρεται η καρδιά της.
Από τη συλλογή του Γιώργου Μελίκη, Αντρικά μουνάτα, παραγωγή: Συλλογή-Αρχείο Γιώργου Μελίκη, Θεσσαλονίκη, 2000.
 


Το τεράστιο όργανο του Ρολάν μου ξέσκιζε τα σωθικά έτσι όπως το 'σπρωχνε μέσα μου και, παρά τη φρικτή κατάσταση στην οποία βρισκόμουν, ένιωσα να με πλημμυρίζουν μέσα μου τα κύματα της ηδονής. Ακόμα ηχούν στ' αυτιά μου οι φωνές που έβαλε καθώς έχυνε μέσα μου. Ακολούθησε μια στιγμή αφασίας, όπου δεν ήξερα που βρισκόμουν, κι ύστερα πάλι τα μάτια μου άνοιξαν στο φως.
Μαρκήσιος ντε Σαντ (Marquis de Sade), Ζυστίν ή τα βάσανα της αρετής, μτφ. Μίρκα Σκάρα, εκδόσεις Νέα Σύνορα Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1991.




 

Μια φορά το πλοίο μας άραξε σε ένα μικρό λιμάνι στη Νέα Σκωτία ονόματι Σίδνεϊ. Είχαμε ρίξει άγκυρα σε ένα παγωμένο φιόρδ στη Γριλανδία για δυο μήνες και δεν βλέπαμε την ώρα να γίνουμε τύφλα. Όλο το πλήρωμα βγήκε στη στεριά -ήμασταν εκατόν πενήντα, το πλοίο ήταν ένα μεσαίο εμπορικό- και μόνο πενήντα καταφέραμε να μην μας μπουζουριάσουν. Έναν τον συνέλαβαν γιατί την έπαιζε σε ένα άλογο στη Μέι Στριτ. Ένας άλλος κυκλοφορούσε με την ψωλή έξω γιατί είχε ξεχάσει να τη βάλει μέσα μετά το κατούρημα, οπότε τον μάζεψαν κι αυτόν.
Ουίλιαμ Μπάρουζ – Τζακ Κέρουακ (William S. Burroughs-Jack Kerouac), Και έβραζαν οι ιπποπόταμοι στις γούρνες τους, μτφ. Γιώργος Μπέτσος, εκδόσεις Τόπος, Αθήνα, 2009.
 


ΤΟ ΣΟΝΕΤΟ ΓΙΑ ΕΝΑ Γ' ΤΑΞΕΩΣ ΓΑΜΗΣΗ

Καὶ μέχρι νὰ σ' τὸν δώσω (ἐν τέλει) καρεκλάτο,
ἐλπίζω νὰ 'σαι (ἐν τέλει) τέλειο σου-ρω-τή-ρι...
πιὸ νοτερή ἀπ' τὴν ἄλλη ποὺ εἶχα γιὰ χατήρι.
(Ἀκόμα καὶ στὸν τάφο ζεῖ, ἄχ!, ἡ ἐλπίδα... κάτω).

Σχεδίου πηγαίνω βάσει -τό 'χω κανονίσει.
Μὲ τρώει μιὰ ἔγνοια: ὅταν ἐρθεῖς, θὰν τὸν ἔχεις πλύνει;!
(Ὀλίγος ὁ ἔρως, πλὴν πιὸ λίγη ἡ βαζελίνη!...)
Τοῦ κώλου στίχοι -Γ' τάξεως γαμήση!

Ἀλόγου πούτσα -μοῦ 'λεγες πρὶν ἀπὸ λίγο- ἐσέ, τὴν
ἀλόγα, πὼς σ' ἐπήδα! Πιάσ' τ' ἀρχίδια, χῶσ' τα
στὴν πίσω τρούπα, καὶ μὲ τὰ τρία γὰμησέ την!
Με λὲς καὶ Ἀνέστη (...ἐχέστηκα!...)· με λένε Κώστα!

Ζαμανφού ἐγὼ τελείως γιὰ τὰ «μοῦ 'πες», τὰ «σοῦ 'πα»:
σ' τὸν χώνω, καὶ ἀπὸ τὰ ὑγρά σου ἔχω -μμμού!- καὶ σούπα!

Μπέρτολτ Μπρεχτ (Bertolt Brecht), μτφρ. Γιώργος Κεντριώτης από το βιβλίο Σάουνα και συνουσία, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα, 2005.




 

«Μήπως ἄν σοῦ ἔδειχνα τὸ δικό μου, θὰ σοῦ ἦταν πιὸ εὔκολο νὰ ἀποφασίσεις; Θὰ βάλλουμε τοὺς δυὸ σωλῆνες μας, τὰ δύο “συντριβάνια” μας νὰ φιληθοῦνε, ἔπειτα θὰ τὰ τρομπάρουμε, θὰ τὰ γλυκοτρίψουμε, ἐγὼ τὸ δικό σου ἐσὺ τὸ δικό μου, καὶ θὰ τὰ κάνουμε νὰ χύσουν, νὰ πιτσιλίσουν, ὅπως ὅλα τὰ συντριβάνια. Ἐκείνο τὸ ὡραῖο σὰν γάλα ἢ κρέμα ὐγρὸ ποὺ συνηθίζουν νὰ πετᾶν μὲ ὁρμὴ ψηλὰ στὸν ἀὲρα, κάθε φορὰ ποὺ τὰ χαϊδεύει κανεὶς μὲ τὸ χέρι ἤ μὲ τὴν γλῶσσα... Ἔλα ἀγόρι μου, μὴν ντρέπεσε ἀπάντησέ μου . . . Τὸ συντριβανάκι σου δὲν ντρέπεται . . . ἄρχισε νὰ . . . νὰ μεγαλώνει . . . νὰ φουσκώνει . . . Ἔλα ἀγοράκι μου μὴ μὲ παιδεύεις . . . Γιὰ δὲς τὸ πρᾶμα μου πῶς φούσκωσε κάτω ἀπὸ τὸ παντελόνι! . . . »
Ὁ Χὰνς Ἔντελμαν, ψαύων πάντοτε τὴν ψωλὴν τοῦ παιδός μὲ τὴν μίαν χεῖρα, ἐξεκούμβωσε τὴν περισκελίδα του καὶ ἐξήγαγε τὸ ἐρωτικὸν του ὄργανον καὶ τούς δύο του ὄρχεις. Ἦτο ἓν μέγα καὶ χονδρὸν σκοῦρον πέος ἤδη πολύ ἐξογκωμένον καὶ μακρύ, εὑρισκόμενον ἀκόμη εἰς ἡμιμαλακὴν κατάστασιν, ἀλλὰ ἐτοιμαζόμενον, καθώς ἐλάμβανε τὰς πλήρεις διαστάσεις του, να ὀρθωθῆ εἰς πλήρη στῦσιν.
«Κοίταξε, Μπίλλυ, πῶς ἔγινε τὸ πρᾶμα μου γιὰ σένα . . . », εἶπε μὲ ἠλλοιωμένην άπὸ τὴν καύλαν του τὴν φωνήν του.
Τώρα ἡ ψωλὴ τοῦ λάγνου ἀνδρὸς ἔκανε δύο-τρὶα σκιρτήματα, ὑψώθει μέχρι τινός, ἀλλὰ κατέπεσε πάλι, ἐξακολουθοῦσα νὰ ἐξωγκούται καὶ, τώρα πλέον, ὄχι μόνον νὰ ἐπιμηκύνεται, μὰ καὶ νὰ σκληραίνη. Ἡ θέα τοῦ γεννητικοῦ ὀργάνου τοῦ Ἑλβετοῦ ἔκαμε τὸν Μπίλλυ νὰ ριγήση καὶ αἴφνης ἡ στῦσις τῆς νεανικῆς ψωλίδος του ἐχάθη.
« Ἄχ, ἀγοράκι μου καλό, ἐμένα ἡ ψωλὴ κοντεύει νὰ σηκωθῆ σὰν κατάρτι καὶ σένα σοῦ ἔπεσε; Μὰ τόσο πολὺ πιὰ μὲ ντρέπεσε ἣ μὲ φοβὰσαι; Γιὰ δὲ τὴν πούτσα μου. Εἶμαι 58 ἐτῶν καὶ ἀκόμη μοῦ σηκώνεται εὔκολα μόνη της . . . χωρίς τρίψιμο τὶς περισσότερες φορές, ἥ, ἄν ἔχω χύσει πολλὲς φορές, τὴν ἴδια μέρα ἣ τὶς προηγούμενες, λίγο τριψιματάκι τῆς άρκεῖ, γιὰ νὰ σταθῆ ὄρθια σὰν νἄχει σοῦστες . . . Νὰ, κοίτα την, πήδηξε . . . πηδάει πάλι . . . Σηκώνεται! . . . ἄχ! . . . ὤχ! . . . Ὑψώνει τὸ κεφάλι της . . . Κοίτα την Μπίλλυ! . . . Κοίτα την! . . . Ἄααχ! . . . Ὤχχ! . . . Νὰ! . . . Νὰ! . . . μοῦ σηκώθηκε! . . . Σηκώθηκε ἐντελῶς! . . . Γιὰ δές την, πῶς κάνει, πῶς χοροπηδάει γιὰ σένα καὶ τὴν ψωλίτσα σου, καλέ μου Μπίλλυ . . . »
Πράγματι, τὸ πέος τοῦ Χὰνς, λαβὸν τὰς πλήρεις διαστάσεις του, εἰς μῆκος καὶ χόνδρος, ἵστατο ὄρθιον καὶ ἔσφυζε μὲ πλήρως ξεπεταγμένον ἀπὸ τὴν πόσθην τὸν ὀγκώδη κόκκινον καυλόν του. Ἦτο ἕνας τεράστιος ποῦτσος, ποὺ, παρὰ τὴν ἠλικίαν τοῦ Ἑλβετοῦ, ἔσφυζε τώρα καὶ έπάλλετο σὰν πέος άνδρὸς 30 ἣ 40 ἐτῶν, ἐν ὄψει τρυφεροῦ μουνιοῦ ὡραίας νεανίδος ἣ κορασίδος.
Καυλοπυρέσων ὁ Ἑλβετὸς ἰατροφιλόσοφος μὲ ἀπερίγραπτον ἔκφρασιν λαγνείας εἰς τὸ πρὸσωπὸν του, ἔπαυσε νὰ ψηλαφῆ τὸ πέος τοῦ αἰφνιδιαθέντος παιδὸς καὶ ἀρχίζον νὰ ξεκουμβώνη τὴν περισκελίδα του εἶπε:
«Ἔλα . . . Θὰ τὶς βάλουμε νὰ φιληθοῦν καὶ ἔπειτα θὰ τὶς γλυκοτρίψουμε ὁ ἕνας του ἄλλου . . .»
Τὴν φορὰν ταύτην ὁ μικρός ἠμύνθη. Καταβιβάζων τὰς χεῖρας του ἐμπρὸς καὶ τώρα πλέον ἐρυθριῶν πολύ, προσεπάθησε νὰ ἐμποδίσει τὸν φιλήδονον Ἑλβετόν. Ὁ Ἔντελμαν βλέπων τὴν ταραχήν του διέκοψε τὸ ξεκούμβωμα, ἀλλὰ δὲν παρητήθη. Θωπεύων τὴν κόμην τοῦ μείρακος μὲ τήν μίαν χεῖρα, καὶ, ένῶ, μὲ τὴν ἄλλην, ἀνεβίβαζε καὶ καταβίβαζε βραδέως ἀλλὰ σταθερῶς τὴν ἐπιδερμίδα τῆς χονδροπούτσης του, καλύπτων καὶ ἀποκαλύπτων τὴν πελωρίαν καφαλήν της, ὁ καυλωμένος ἄνδρας εἶπε:
«Χρυσό μου ἀγόρι, ἔχω νὰ σοῦ πῶ κάτι, ποὺ ἴσως νὰ σὲ ξαφνιάσει κάμποσο . . . Ὅμως, αὐτὸ ποὺ θ' ἀκούσης, δὲν θὰ σοῦ τὸ πῶ γιὰ νὰ σὲ ἐκβιάσω μὰ γιὰ νὰ σὲ διευκολύνω . . . Ἔχεις τὸ λόγο μου . . . Ἄκου με καὶ θὰ δῆς . . . Ἐδῶ, δίπλα στὴν καμπίνα μου μένει μιὰ ὄμορφη κυρία . . . Τὴν λένε Τζέην Μπόσουελ . . . Πρὸ δυό-τριῶν ἠμερῶν σὲ εἶδα άπὸ τὴν κλειδαρότρυπα μαζύ της . . . Κατάλαβες Μπίλλυ, τὶ εἶδα . . . Θέλεις νὰ στὰ θυμίσω; Ἀφοῦ σοῦ χάϊδεψε τὴν ψωλίτσα σου καὶ σ' τὴν μεγάλωσε καί σ' στὴν φούσκωσε πολύ, σοῦ τὴν ἔγλειψε . . . Σοῦ τὴν ἔγλειψς πάρα πολὺ ὄμορφα καὶ σὲ ἔκανε νὰ χύσης μέσα στὸ στόμα της . . .
[...] Την φορὰν ταύτην ὁ Μπίλλυ Γκάλλοπ οὔτε ἠμύνθη, οὔτε διεμαρτυρήθη. Ἐρυθριῶν ἀκόμη μέχρι τῶν ὤτων του ἐκοίταζε τὴν σθεναρῶς δονουμένην ἔμπροσθέν του καυλοπυρέσσουσαν χονδρόπουτσαν τοῦ μεσήλικος θαυμαστοῦ του.
«Πώ! . . . Πώ! . . . Τί ὄμορφη ψωλίτσα ποὺ ἔχεις! . . . », ἀνεφώνησε ὁ λάγνος φιλόσοφος. «Καὶ άρκετὰ μεγάλη, ἀρκετὰ χονδρὴ γιὰ τὴν ἠλικία σου ἀγόρι μου! . . . Θέλεις νά χύσης . . . νὰ χαρής . . . Δὲν εἶναι ἔτσι Μποίλλυ;»
«Ἄχ, ναὶ! . . . », ἀπήντησε μὲ ψίθυρον παριπαθῆ, μὰ ἐρυθριῶν άκόμη ὁ φιλήδονος παῖς, καὶ, ἐσιώπησε, ἐν ἀναμονῆ περαιτέρω πρωτοβουλίας τοῦ θαυμαστοῦ του.
«Πρῶτα ἂς τὶς βάλουμε νὰ φιληθοῦνε . . . Πιάσε τὴν πούτσα μου καὶ ὁδήγησέ την στὴ δική σου . . . Ἐγὼ θὰ ὁδηγήσω τὴν δική σου στὴγ δική μου . . . »
Μὲ τρέμουσαν χεῖρα, ὁ Μπίλλυ ἐξετέλεσε τὴν ἐντολήν.
«Ὤωωχ! . . . Ἄααχ! . . . », ἔκαμε μὲ ἔντονον λαγνείαν ὀ ἐπιφανὴς ἰατροφιλόσοφος, ἅμα τῆ ἐπαφῆ τῶν δὺο πεῶν, καὶ ἔτριψε τὴν καφαλὴν τοῦ κομψοῦ παιδιοῦ πέους ἐπὶ τοῦ ὀγκῶδους καυλοῦ τῆς ἰδικῆς του χονδροπούτσης. Μετά τινὰ δευτερόλεπτα, κ' ἐνῶ ὁ Μπίλλυ ἐπίεζε δειλὰ-δειλὰ, ἀλλά, μὲ ρῖγος λαγνείας τὴν προυμνοειδῆ κεφαλὴν τοῦ σφύζοντος γίγαντος ἐπὶ τῆς κοραλλένιας κεφαλῆς τῆς νεαρᾶς ψωλῆς του, ἐπὶ τῆς ὁποίας, ὁ μέγας ποῦτσος δονούμενος. Ἄφηνε τώρα, κάθε τόσον, ἀπὸ τὴν μεγάλην καύλαν, διαφανεῖς λιπαρὰς σταγόνας προσπερματικοῦ ὑγροῦ, καὶ ἐνῶ ἡ χαρίεσσα ψωλὴ ἀπέκτησε πλέον μεγάλην σκλήρυνσιν, ἐξογκούμενη καὶ ἐπιμηκυνόμενη εἰς τὰς διαστάσεις τῆς πλήρους στύσεώς της, ὁ Ἑλβετός, ἀφοῦ ἐπήνεσε λαγνοβοῶν τὸν μικρὸν φίλον του διὰ τὰς καλῶς ἐκτελούμενας χειρονομίας του, ἀνεφώνησε:
«Τώρα . . . ὤωωχ! . . . ἄααχ! . . . ἄααχ! . . . ἄς . . . ἄς . . . τριφτοῦμε . . . »
Λέγων, ὁ φιλήδονος μαθητὴς τοῦ Γεωργίου Ἑγέλου. Ἤρχισε νὰ αὐνανίζη τὴν ψωλὴν τοῦ ἀγοριοῦ, φανταζόμενος ὅτι ἦτο ὁ ἴδιος ὁ Ζεὺς καὶ ὁ Μπίλλυ ὁ Γανυμήδης, ἐνῶ ὁ μικρὸς Ρωσσοαμεριανὸς ἔκαμνε τὸ ἴδιον εἰς τὸν Ἑλβετόν, ποὺ, κάθε τόσον, ἐξέβαλλε βόγγους καί συνταρακτικὰς ἀναφωνήσεις ἀπὸ τὴν γλύκαν ποὺ ἐδοκίμαζε. Ἐντὸς ὀλίγου καὶ ὁ Μπίλλυ, ἀπὸ τοῦ ὁποίου τὸ πρόσωπον κάθε ἴχνος ἐρυθρήματος εἶχε ἐξαφανισθῆ, καὶ καθὼς ἐκοίταζε μὲ πολὺ ἀνοικτὰ τὰ μάτια του τὸ ὀγκῶδες πέος τοῦ Χὰνς ποὺ ἔσφυζε εἰς τὴν χούφταν του, καὶ τὸ ὡσαύτος σφύζον ἰδικόν του, εἰς τὴν στιβαρὰν χεῖραν τοῦ Ἑλβετοῦ, ἤρχισε καὶ αὐτὸς νὰ ἀναστενάζη γλυκύτατα καὶ νὰ κινῆται σπασμωδικῶς μεταξὺ τῶν σκελῶν τοῦ λάγνου ἀνδρός. Ἀκόμη ἕνα ἢ ἓν καὶ ἥμισυ λεπτὸν παρῆλθε, καὶ, αἴφνης, τρεῖς, τέσσερις, πέντε τοὐλάχιστον ἐπάλληλοι στεναί, σχεδὸν συνεχόμεναι γαλακτεραὶ λωρίδες λεπταί, ἀλλὰ πυκνότητος μεγάλης, ἐξεπήδησαν ὑψηλὰ εἰς τὸν ἀέρα, ὡς χονδρὰ νήματα ὑγρά, ἤ, ὡς μικραί, ἀλλὰ ἰσχυραί, ἀναβλύζουσαι μὲ ὁρμὴν ρουκέτται, καὶ ἠ νεαρὰ ψωλὴ περιέλουσε μὲ ἄφθονον σπέρμα τὴν αὐνανίζουσαν αὐτὴν εἰσέτι στιβαρὰν χεῖρα τοῦ Ἔντελμαν, μὲ τὴν θερμὴν καὶ λιπαρὰν βροχήν της. Τὴν ἰδίαν στιγμήν, ἕνας βόγγος ὡς μυκηθμὸς ἀργίου θηρίου βατεύοντος θῆλυ ἠκούσθη, καὶ ἀπὸ τὴν πελωρίαν παλλομένην εἰς τὴν γοργοκινουμένην ἐπ' αὐτῆς χεῖρα τοῦ Μπίλλυ ψώλαν, παρὰ τὴν κάπως προκεχωρημένην ἡλικίαν τοῦ αὐνανίζοντος καὶ ὐφισαμένου ταυτοχρόνως αὐνάνισιν Ἑλβετοῦ, ἀνεπήδησε μὶα άπιθάνως μεγάλη ποσότης παχέος ψωλοχύματος, ποὺ, κυριολεκτικῶς, ἐκάλυψε τὴν χούφταν τοῦ σειομένου φρενιτιωδῶς καὶ ἐκπέμποντος, μαζὺ μὲ τὸ σπέρμα του, ὀξείας φωνὰς γλυκασμοῦ μείρακος, ἐξαφανίζουσα ἐπί τι διάστημα τὰ δάκτυλα τῆς μικρᾶς χειρός του, ποὺ ἀκόμη ἀνεβοκατέβαινε ἐπὶ τοῦ σφύζοντος τρομακτικὰ χονδροῦ κορμοῦ τῆς πτυούσης τὸν πλούσιον ἡδονικόν της ἔμετον ὀγκώδους πούτσης ἥτις περιέλουε καί αὐτή, μὲ τὰ ἐκτοξευόμενα γλοιώδη νάματά της, τὴν χύνουσαν ἀκόμη ἐν ἐκστάσει κομψὴν ψωλὴν τοῦ παιδαρίου . . .
Μόνον ὅταν ἔπαυσε νὰ ἀναβλύζη τὸ παιδικὸν σπέρμα καὶ ὁ ἰδικός του πυκνὸς ἐρωτικὸς ὀπός, ἔπαυσε ὁ Ἔντελμαν νὰ κινῆ τὴν χεῖρα του ἐπὶ τῆς νεαρᾶς πούτσης. Ἀλλά, μόλις ἀπέσυρε τὴν χεῖρα του ὁ σοφὸς ἀνήρ, μιὰ λιγωμένη φωνὴ ἠκούσθη:
«Ἄχ, ἔχω καὶ ἄλλο κύριε Ἔντελμαν . . . », ἀνεφώνησε ὁ Μπίλλυ. «Ἂν δὲν σταματήσετε . . . σὲ λίγο . . . πολὺ γρήγορα . . . θὰ . . . θὰ ξανακάνω . . . »
Ἐπὶ τῶ ἀκούσματι τῆς φωνῆς ποὺ ὡμοίαζε μὲ διάπυρον ἔκκλησιν, ρίγος λαγνικοῦ ἐνθουσιασμοῦ ἔσεισε τὸν Ἔντελμαν. Παρὰ τὴν μόλις λήξασαν ἐκσπερμάτωσίν του, ἡ ἱμερική του ἔξαρσις ἦτο τόσον μεγάλη, ποὺ ὁ Χὰνς Ἔντελμαν ἔπεσε πάραυτα εἰς τὰ γόνατά του καὶ ἐν ριπῆ ὀφθαλμοῦ ἔλαβε τὴν σφύζουσαν εἰσέτι ἐν πλήρει στύσει ψωλὴν τοῦ Μπίλλυ εἰς τὸ στόμα του, καὶ ἀντικαθιστῶν τώρα τὴν χεῖραν τοῦ παιδὸς μὲ τὴν ἰδικὴν του δεξιὰν, ένῶ ἔγλειφε καὶ ἐπιπίλιζε μὲ περιπάθειαν καὶ ἀπληστίαν τὴν κοραλλένιαν κεφαλὴν τῆς λευκῆς ψωλίδος, ἤρχισε νὰ κάμνη συγχρόνως μαλακίαν, τρίβων μὲ δύναμιν τὸ μὴ προφθάσαν νὰ περιέλθη εἰς χάλασιν ἰδικὸν του ἐξωγκομένον πέος, ἐνῶ ὁ μικρός Ρωσσοαμερικανός, ἀγαλλιῶν τὸν ἐκοίταζε μὲ γουρλωμένα μάτια νὰ γλειφοβυζαίνη, καὶ ἔκαμνε συνεχῶς «Ἄαα ! . . . Ἄαα ! . . . » καὶ «Ὤωω ! . . . Ὤωω ! . . . » άπὸ τὸ μέγεθος τῆς ἡδονῆς ποὺ ἐδοκίμαζε.
Τρία λεπτὰ διήρκεσε ὁ τρυφερὸς ὅσον καὶ λάβρος θηλασμὸς καὶ αἴφνης, ἐνῶ ὁ Μπίλλυ ἐσείετο σπασμωδικῶς ἐκ νέου, ἠκούσθησαν τρεῖς ὀξεῖαι κραυγαὶ ἀπεριγράπτου γλυκασμοῦ, ἑκάστη πλέον διαπεραστικὴ καὶ πλέον ἠχηρὰ άπὸ τὴν προηγούμενην καὶ ὁ Μπίλλυ Γκάλλοπ, εἰσερχόμενος εἰς Ἐδεμικὴν εὐδαιμονίαν ἀπροσμέτρητον, ἐγέμισε τὸ στόμα τοῦ γλειφοπιπιλίζοντος ἐντόνως τὸ δονούμενον πέος τοῦ Ἑλβετοῦ μὲ νέαν δόσιν εὐόσμου νεανικοῦ σπέρματος, ποὺ, αὐνανιζόμενος μανιωδῶς ὁ ἐπιφανής ἰατροφιλόσοφος, μὲ ἀφάνταστον λαιμαργίαν λαγνικὴν κατάπινε, ἐνῶ ὁ ἰδικός του έρωτικὸς χυμός, πλούσιος καὶ θερμός, ἐπάνω ἀπὸ τὴν γορργοκινούμενην ἐπὶ τῆς ἀσπαιρούσης πούτσης του χεῖρα του, παρὰ τὰ 58 του χρόνια, πάλιν, μὲ ὁρμήν, ἀνέβλυζε. -
Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο Μέγας Ανατολικός, μέρος τέταρτον, τόμος Α’, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 1990.

 

Σημειώσεις:

© φωτογραφιών: στους φωτογράφους και στα site από όπου προέρχονται.
© κειμένων: στους εκδότες, στους συγγραφείς ή στους κληρονόμους έτσι όπως ορίζεται από τη σχετική νομοθεσία.
Αν κάποιος κάτοχος πνευματικού δικαιώματος, καλλιτέχνης, εκδότης ή μεταφραστής, δεν συμφωνεί με την παρουσία του έργου του ή του αποσπάσματος αυτού στην ανάρτησή μας και επιθυμεί να αφαιρεθεί, ας επικοινωνήσει μαζί μας και αυτό θα γίνει άμεσα.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου