Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

Ἕνα ποίημα γιὰ «τ᾿ ἁλμυρὰ πρίσματα τοῦ πάθους» τοῦ τέλους τοῦ καλοκαιριοῦ


 




Η ΖΕΣΤΗ
Στὴ ζέστη τῆς Ἑλλάδας
τὰ κολλημένα στέρνα μας
ἀνάβλυζαν νερά·
ἔπινα τὸν ἱδρώτα σου
μαζὶ μὲ τὰ φιλιὰ σου
τὸ ἄχ σου
στὴ σκιὰ τοῦ παντζουριοῦ.
Τὴν ὥρα ποὺ ἀνέβαινε
τὸ ἄγριο μεσημέρι
τοῦ τόπου
ἐφούντωνες κι ἐσὺ
μὲ τὰ τρελλὰ τσουλούφια σου
τὰ θεῖα τσίνορά σου
τὸ γέλιο σου πολύεδρο
μὲς στ᾿ ἁλμυρὰ πρίσματα τοῦ πάθους.
Στὴν τόση λάβα
στὴν ἀκινησία
μὲ μόνο ἴσκιο πάνω μας
τὸ μαῦρο πεπρωμένο
τὰ σκίτσα τῆς ὕπαρξής μας
ἔμοιαζαν μ᾿ ἐξίσωση ἐντόμων.
Κακοφορμίζει ὁ Αὔγουστος
σὰν ἀνοιχτὴ πληγὴ
καὶ τὰ τζιτζίκια ἀστείρευτα
θυμίζουν πάλι τὸν ποιητὴ
στοῦ ποιήματος τὸ τέλος.
Ἄπνοια...
Ἡ μύγα σχολαστικὰ τὰ πάντα π᾿ ἀσκημίζει
ἐκάθησε στὸ πέος σου
καὶ τρώει τὸ χυμό σου.
Περνάει μὲ τὸ μεγάφωνο
αὐτὸς μὲ τὰ καρπούζια·
τὸ μεσημέρι πέφτει
στὰ πόδια μου
σὰν κεφαλὴ κομμένη.







Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ, ἀπὸ τὴ συλλογή, Ἐνάντιος ἔρωτας, Ἐκδόσεις Κέδρος Ἀθήνα 1982. 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου