Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

«Τρεῖς τρόποι σιωπῆς», ἕνα ποίημα τοῦ Ron Schreiber








ΤΡΕΙΣ ΤΡΟΠΟΙ ΣΙΩΠΗΣ

Ι     σὲ φώναζα συνέχεια χτὲς τὴ νύχτα,

       ἀλλὰ ἐσὺ

       δὲν ἔλεγες τίποτα.

ΙΙ   ὅταν κάνουμε ἔρωτα ποτὲ
       δὲν ψιθυρίζω μὲς στ' αὐτί σου, ποτέ,

       δὲν σοῦ μiλῶ ἢ δὲν μοῦ ξεφεύγουν ἧχοι
       λέξεων, ἐσὺ καμιὰ φορὰ μουρμουρίζεις

       ἢ κάπως ἔτσι θυμᾶμαι
       ὅταν κάναμε ἔρωτα

       μαζί, ἀλλὰ δὲν μιλᾶμε
       πιὰ τώρα γι' αὐτό.

ΙΙΙ  καθὼς ἐρχόμασταν ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον
       στὴν ἀνοιχτὴ ἀκρογιαλιά, ὁ ἥλιος

       ἔλαμπε, ἤρεμη ἡ θάλασσα – πράγμα σπάνιο
       ἀνάμεσά μας ἕνα σημεῖο σιωπς

       ποὺ μπαίνουμε μαζὶ
       ταυτόχρονα.



Πηγή

Ἀμερικάνικη ὁμοφυλόφιλη ποίηση, μετ. Ἀντρέας Ἀγγελάκης, ἐκδόσεις Ὀδυσσέας, Ἀθήνα 1982.


Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ, «Παῖδες» - MANOS HADJIDAKIS, «Boys»







Παῖδες, πρὶν δεκαπέντε χρόνια μὲ μιὰν ἄλλη μουσική, σᾶς εἶχα πεῖ πῶς θὰ ξαγρυπνῶ ἔξω ἀπ' τὰ σπίτια σας γιὰ νὰ μαζεύω τὰ ὄνειρά σας.
Τώρα κουράστηκα.
Ἐσεῖς, εἴτε ὀνειρεύεστε, εἴτε ὄχι, μπορετε καὶ ζετε χωρὶς ἐμένα.
Δὲν ἀνήκω οὔτε στὴ ζωή σας οὔτε στὰ ὄνειρά σας.
Ἀκόμη κουράστηκα νὰ πλέκω μουσικὲς ἀπ' τὸ ὑλικὸ τῶν ματιῶν σας κι ἀπ' τὴν ἐπιθυμία τῶν σωμάτων σας. Προτιμ νὰ φύγω μακριά σας γιὰ πάντα.
Ἴσως συναντηθῶ μὲ μερικοὺς σοφοὺς ποὺ δὲν τοὺς ἔνιωσα ὅταν κι ἐγὼ ἤμουν νέος.
Γειά σας παῖδες... γειά σας!


Μάνος Χατζιδάκις, «Παδες», 1977.





ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ, (Ξάνθη, 23 κτωβρίου 1925 – θήνα, 15 ουνίου 1994)

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

ΟΙ ΤΥΡΑΝΝΟΚΤΟΝΟΙ ΑΡΜΟΔΙΟΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΟΓΕΙΤΩΝ, αφιέρωμα




Οι Τυραννοκτόνοι Αρμόδιος και Αριστογείτων. Μαρμάρινο αντίγραφο του χάλκινου πρωτότυπου έργου των γλυπτών Κριτίου και Νησιώτη (477-476 π.Χ.). Νάπολη, Αρχαιολογικό μουσείο. Φωτο: gayekfansi.blogspot.gr
 
 

Αρμόδιος και Αριστογείτων, αφιέρωμα στους Τυραννοκτόνους
 
Προλεγόμενα
Δεν θα ξεκινούσα το παρόν αφιέρωμα στην ιστορία του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα, των δυο εραστών που σκότωσαν τον Ίππαρχο, έναν από τους τυράννους της Αθήνας, το 514 π.Χ., αν δεν διάβαζα στο διαδίκτυο πλήθος ανιστόρητων κειμένων, ανακριβειών και αυθαίρετων συμπερασμάτων για το όλο θέμα. Αλλά όπως μπορεί να διαπιστώσει και μόνος του κανείς, στη χώρα μας έχουμε «δωρίσει» τα ιστορικά θέματα σε άτομα που φλερτάρουν αγρίως με τα άκρα της πολιτικής -τη φλερτάρουν δηλαδή έχουν σταθερή σχέση χρόνια τώρα, για να μην πω πως έχουν γίνει ένα σώμα και μια ψυχή- με το φόβο πως αν κανείς ασχοληθεί με τα θέματα αυτά, κινδυνεύει να του κρεμάσουν την ταμπέλα του εθνικιστή ή του εθνοαιματολόγου, που αναζητά μακρινούς συγγενείς. Μάταια όμως, μια και οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες μάς έμαθαν ότι, το να είσαι Έλληνας, είναι θέμα αγωγής και όχι καταγωγής. «Ἓλληνὲς εἰσι οἱ μετέχοντες τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας», για να το πω όπως ακριβώς το είπε ο Ισοκράτης.
Από την άλλη, βέβαια, τούτο το μέσω δεν φημίζεται για την τεκμηρίωση των όσων αναγράφονται σε αυτό. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να γίνει κάτι τέτοιο, όταν μάλιστα ο οποιοσδήποτε μπορεί να γράψει ό,τι θέλει, ό,τι νομίζει -ή θέλει να το νομίζει και να το θεωρεί ακραιφνή αλήθεια- χωρίς να παραπέμπει σε καμιά πηγή, προκειμένου ο αναγνώστης να έχει την ευχέρεια, ανατρέχοντας εκεί, να διαπιστώσει, του γράφοντος, του λόγου το αληθές;
Αλλά ας επιστρέψω στο αφιέρωμά μας και να πω -χωρίς να θέλω να βλογήσω τα γένια μου, που δεν έχω άλλωστε- ότι παρουσιάζω εδώ ένα άκρως αναλυτικό, τεκμηριωμένο και πληρέστατο αφιέρωμα, που λίγο ακόμα να δουλευτεί, μπορεί κάλλιστα να κυκλοφορήσει σε ένα βιβλιαράκι, έτσι για να υπάρχει και να πετιέται στα μούτρα του οποιοδήποτε ανιστόρητου παραχαράκτη και εθνοπατέρα. Αλλά οι πλειοψηφία των εκδοτικών οίκων αρμενίζουν στον γιαλό των συναισθηματικών μυθιστορημάτων που η κάθε ατάλαντη/ος συγγραφίσκη/σκος μας πλασάρει για σπουδαία λογοτεχνία -τρομάρα της/του. Προχωρώντας λίγο τούτη την προσωπική παρένθεση να πω και να παροτρύνω για το ακόλουθο: Διαβάστε τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς μάγκες και αφήστε τους σημερινούς. Είναι σχεδόν όλοι τους ατάλαντοι. Διαβάστε τούς παλιούς, είναι οι μόνοι που μπορούν να σάς κάνουν να σκέφτεστε, να σάς κρατούν εν εγρηγόρση και να σας εμφυσήσουν παιδεία. Διαβάστε τους αρχαίους συγγραφείς, είναι πρώτο πράμα σάς λέω...
Ας ξεκινήσουμε να δούμε την ιστορία των Αρμόδιου και Αριστογείτων, κάνοντας μια βασική διαπίστωση.
Να ξεκαθαρίσουμε δηλαδή από την αρχή, ότι τα κίνητρα των δυο Τυραννοκτόνων ήταν καθαρά προσωπικά, και όχι πολιτικά. Οι δυο άντρες δηλαδή δεν είχαν ενεργή ανάμιξή στην πολιτική ζωή τής τότε Αθήνας, και βασικός σκοπός τους δεν ήταν να την απαλλάξουν από την τυραννία του Ίππαρχου και του Ιππία, γιων του Πεισιστράτου που είχαν αναλάβει μετά το θάνατο του πατέρα τους την εξουσία, αλλά κινήθηκαν και οργάνωσαν ένα σχέδιο δολοφονίας των δύο τυράννων, ορμώμενοι από προσωπικούς λόγους.
Ο όλος σχεδιασμός βέβαια έγινε όχι μόνο από τους δυο άντρες, αλλά συμμετείχε ένας πολύ στενός κύκλος φίλων τους, και -φυσικά- δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα τού να υπήρχαν εκεί και άτομα που μισούσαν το καθεστώς, και να έβλεπαν στην όλη προσπάθεια την ανατροπή του. Όπως και να έχουν τα πράγματα, το ουσιαστικό είναι ότι η πράξη αυτή των δυο Τυραννοκτόνων θα τύχει θετικής πρόσληψης από το λαό, και ο Αθηναϊκός λαός είναι που θα τους δοξάσει και θα τους κάνει παράδειγμα πολίτη που αντιστέκεται στην τυραννία. Πάμε όμως τώρα να δούμε -όπως κάθε φορά- το ιστορικό πλαίσιο της εποχής στην οποία διαδραματίζονται τα γεγονότα.



 
Οι Τυραννοκτόνοι Αρμόδιος και Αριστογείτων. Μαρμάρινο αντίγραφο του χάλκινου πρωτότυπου έργου των γλυπτών Κριτίου και Νησιώτη (477-476 π.Χ.). Νάπολη, Αρχαιολογικό μουσείο. Φωτο: gayekfansi.blogspot.gr


Το ιστορικό πλαίσιο1
Αφιέρωμα στους τυραννοκτόνους Αρμόδιο και Αριστογείτονα δεν νοείται χωρίς αναφορά στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής. Διαβεβαιώνω πως δεν είναι ένας τρόπος για επίδειξη γνώσεων και πολυξερίασης από μέρους μου, αλλά είναι εξαιρετικά σημαντικό να δούμε, πριν αφηγηθούμε την ιστορία των δυο Τυραννοκτόνων, για πια ιστορική στιγμή της αρχαίας Ελλάδας μιλάμε. Είναι -για μένα- ένα ουσιαστικό και καίριο κομμάτι τούτου του αφιερώματος. Αν θέλετε μάλιστα, είναι και το σημαντικότερο κομμάτι του παρόντος αφιερώματος, που αν κανείς θα ήθελε να διαβάσει σύντομα, θα μπορούσε κάλλιστα να περιοριστεί σε τούτο και μόνον το κεφάλαιο.
Βρισκόμαστε λοιπόν στην εποχή όπου ο Σόλων έχει νομοθετήσει και αποχωρεί για δέκα χρόνια από την Αθήνα, πιστεύοντας πως τα πράγματα θα πάνε μια χαρά. Όμως τα πράγματα δεν πάνε και πολύ καλά μια και, το 590-589- και το 586-585 π.Χ., ξεσπούν επαναστάσεις που οφείλονται στα τρία κόμματα που ρυθμίζουν την πολιτική της Αθήνας, και που σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθούν με την σημερινή τους έννοια. Ψαράδες, τεχνίτες, πολίτες που κατοικούν στις ακτές, και νεώτεροι πολίτες που έχουν έρθει και εγκατασταθεί στην Αθήνα, εμμένουν σταθερά και υποστηρίζουν τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα. Μαζί τους είναι και οι Πεδιεῖς, μεγαλογαιοκτήμονοες που κατοικούσαν στα πεδινά της Αττικής. Τον κίνδυνο αποτελούν οι Διάκριοι, κόμμα που το αποτελούσαν ταραξίες βοσκοί των γύρω περιοχών που ανέμεναν αναδασμό της γης. Αυτοί είχαν την τύχη να αναδείξουν κάποια στιγμή αρχηγό τους τον Πεισίστρατο, έναν μακρινό συγγενή του Σόλωνα.
Ο Πεισίστρατος, επιτήδειος στις πολιτικές μηχανορραφίες κατάφερε να αποκτήσει φήμη, αφού σαν στρατιωτικός μπόρεσε να ξαναπάρει η Αθήνα, τα Μέγαρα και την Σαλαμίνα. Γλυκομίλητος και ευγενικός στους τρόπους του, καταφέρνει λοιπόν να πείσει την εκκλησία του δήμου ότι οι πολιτικοί του αντίπαλοι θέλουν να τον δολοφονήσουν. Η εκκλησία του δήμου αποφασίζει και του παραχωρεί προσωπική φρουρά, με την οποία ο Πεισίστρατος το 560 π.Χ. καταλαμβάνει την Ακρόπολη, με σκοπό να γίνει τύραννος. Τα δυο αντίπαλα κόμματα συμμαχούν και καταφέρνουν να τον εξορίσουν. Με την βοήθεια όμως μισθοφόρων, καταφέρνει να επιβληθεί και τελικά, να γίνει τύραννος.
Τα έργα και ημέρες του Πεισιστράτου δεν θα μας απασχολήσουν εδώ, μια και αποτελούν από μόνα τους ένα αρκετά εκτενές κεφάλαιο. Απλά, εν συντομία να αναφέρουμε ότι, επί τον ημερών του καταγράφηκαν τα ομηρικά έπη, θέσπισε να γιορτάζονται τα Μεγάλα Παναθήναια κάθε τέσσερα χρόνια δίνοντας στην γιορτή μεγάλη λαμπρότητα, προωθήθηκε πολύ το εμπόριο, και ξεκίνησε η ανέγερση του ναού του Ολυμπίου Διός -να αναφέρουμε για την ιστορία πως την ολοκλήρωση του ναού έκανε ο αυτοκράτορας Αδριανός.
Ο Πεισίστρατος λοιπόν πέθανε γέρος πια -από φυσικό θάνατο- το 528/7 π.Χ. και τον διαδέχτηκαν οι δυο γιοί του, Ιππίας και Ίππαρχος, που συνέχισαν την πολιτική του. Με την ανάληψη της εξουσίας από τους Πεισιστρατίδες, όπως ονομάστηκε η δυναστεία τους, ο Ιππίας ανακάλεσε από την εξορία τους Αλκμεωνίδες -που τους είχε στείλει ο πατέρας του Πεισίστρατος- σαν χειρονομία συμφιλίωσης για να κλείσει το χάσμα ανάμεσα στους ευγενείς και τους τυράννους. Με την επιστροφή τους στην Αθήνα οι Αλκμεωνίδες κέρδισαν την εύνοια του δελφικού Απόλλωνα, αφού ανοικοδόμησαν τον ναό του που είχε καταστραφεί από φωτιά.
Αν θέλαμε να κάνουμε ένα γρήγορο σκίτσο των δυο τυράννων, θα λέγαμε ότι από τους δυο, ο Ίππαρχος, που ήταν ο νεότερος, εμφανιζόταν περισσότερο στο προσκήνιο σαν ηγεμών και σαν ιδιώτης. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μιαν κατά κάποιον τρόπο μοναρχική ηγεμονία μιας οικογένειας τυράννων, την οποία ασκούσαν συμπληρώνοντας πετυχημένα ο ένας τον άλλον, ο περισσότερο δραστήριος και πρακτικός Ιππίας και ο Ίππαρχος με τα καλλιτεχνικά του ενδιαφέροντα.
Το 514 π.Χ. όμως είναι η χρονολογία που μας ενδιαφέρει περισσότερο εδώ, μια και είναι η η χρονιά όπου ο τύραννος Ίππαρχος πέφτει δολοφονημένος από δυο Αθηναίους πολίτες, τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα. Το γεγονός αυτό άλλαξε τον χαρακτήρα της τυραννίδας στην Αθήνα προς το χειρότερο, μια και ο εναπομείναν τύραννος Ιππίας, που συνέχισε να κυβερνά, έγινε καχύποπτος, σκληρός και τύραννος με την σημερινή κακή έννοια της λέξης -εύλογα θα αναρωτηθεί κάποιος τώρα, υπάρχει και καλή έννοια της λέξης; Θα έλεγα πως αν μελετήσουμε την περίοδο του Πεισιστράτου θα δούμε πως το χέρι του έπεφτε βαρύ πάνω στους ευγενείς, που αν δεν υπάκουαν εξορίζονταν και η γη τους μοιραζόταν στους φτωχούς αγρότες, και όχι μόνο αυτό, τους έδινε και τα σπορικά τους καθώς και ζώα για να σπείρουν, δεν είναι καθόλου τυχαία ότι η ευημερία των αγροτών συνεχίστηκε καιρό μετά το πέρας της τυραννίας της οικογένειας του Πεισιστράτου. Τέλος πάντων, όταν εξετάζουμε μια ιστορική περίοδο πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, και να μην αναγάγουμε δικές μας προβολές και σημερινές έννοιες σε καιρούς και άτομα που δεν τις είχαν ακριβώς έτσι ενσωματωμένες στη ζωή τους. Αλλά ας επανέλθουμε, μια και ο Ιππίας, μετά τη δολοφονία του αδελφού του, εξόρισε τους Αλκμεωνίδες και πάλι, έτσι αυτοί προσπάθησαν με τη βοήθεια των Βοιωτών να γυρίσουν δυναμικά στην Αθήνα, αλλά ηττήθηκαν όμως στο Λειψύδριο το 513 π.Χ.
Ο δελφικός Απόλλων όμως βοήθησε τους Αθηναίους, μια και κάθε φορά που οι έφοροι της Σπάρτης πήγαιναν να ζητήσουν χρησμό από το θεό, η απάντηση ήταν σταθερή: «Η Αθήνα πρέπει να απελευθερωθεί». Αν αναρωτιέται τώρα κάποιος πώς γίνονταν αυτό, θα αναφέρω ότι γνωρίζουμε περιπτώσεις που το Μαντείο των Δελφών χρησμοδοτούσε δωροδοκούμενο. Διόλου απίθανο λοιπόν -λέμε τώρα κάνοντας μια υπόθεση- πίσω από αυτή τη σταθερή απάντηση του Μαντείου προς τους Λακεδαιμόνιους να βρίσκονταν οι εξόριστοι ευγενείς της Αθήνας. Είναι η εποχή που η Πελοποννησιακή Συμμαχία έχει απλωθεί μέχρι την Αττική και φτάνει πια στα σύνορα της Αθήνας. Η Σπάρτη, που πάντα ορεγόταν την Αθήνα, και είχε τότε βασιλιά τον Κλεομένη, δεν θα είχε αντίρρηση να βάλει στη συμμαχία και την Αθήνα, έστω και με αυτόν τον τρόπο -απελευθερώνοντάς την δηλαδή από την τυραννίδα του Ιππία.
Ο Κλεομένης λοιπόν, επικεφαλής μιας δύναμης Πελοποννησίων, ενωμένες με εκείνες των Αλκμεωνιδών και της φατρίας τους, πολιορκούν την Αθήνα και αποκλείουν τον Ιππία στην Ακρόπολη. Ο Ιππίας, πολιορκημένος στην Ακρόπολη της Αθήνας παρέα με μια ομάδα υποστηρικτών του, αναγκάστηκε να έρθει σε συμφωνία, όταν, τα παιδιά των πολιορκημένων προσπαθώντας να ξεφύγουν μέσα από τις γραμμές των πολιορκητών, πιάστηκαν αιχμάλωτα. Ο Ιππίας παραδόθηκε με τον όρο να τον αφήσουν να αποσυρθεί από τη χώρα. Αυτό και έγινε. Έτσι η τυραννίδα των Πεισιστρατίδων έληξε το 510 π.Χ.
Αξίζει να αναφέρουμε πως ο Ιππίας κατέφυγε αρχικά στο Σίγειον, κατόπιν στην Λάμψακο κοντά στον Αιαντίδη, και από εκεί στην αυλή του Πέρση βασιλιά Δαρείου, προσφέροντάς του τις υπηρεσίες του. Δεν είναι τυχαίο που σκοπός των Περσών στην πρώτη τους εκστρατεία το 490 π.Χ. ήταν -μέσα σε πολλά άλλα- να ξανακάνουν κυβερνήτη της Αθήνας τον Ιππία. Γι' αυτό δούλευε εξάλλου και ο Ιππίας στην αυλή του Πέρση βασιλιά, που προσπαθούσε να τον πείσει πως πρέπει να επιστρατεύσει κατά της Ελλάδας, να την υποτάξει να τον τοποθετήσει και πάλι τύραννο.
Το «παλληκάρι» λοιπόν -τον Ιππία εννοώ- τον συναντάμε ξανά, γέρο πια, να οδηγεί τα στρατεύματα των Περσών κατά της Αθήνας. Για την ακρίβεια, όταν το 490 π.Χ. οι Πέρσες ήρθαν για να υποτάξουν τους Έλληνες, πολιόρκησαν πρώτα την Ερέτρια προκειμένου να την εκδικηθούν μια και μαζί με την Αθήνα ήταν οι μόνες ελληνικές πόλεις που είχαν στέλει βοήθεια στους Ίωνες όταν αυτοί επαναστάτησαν κατά των Περσών. Η πόλη της Ερέτριας λοιπόν μετά από έξι ημερών πολιορκία, παραδόθηκε από δυο κατοίκους της. Λεηλατήθηκε, όλος ο πληθυσμός αιχμαλωτίστηκε και μετά -ακόμα και την ήττα των Περσών στον Μαραθώνα- σύρθηκαν αιχμάλωτοι στην Περσία όπου και πουλήθηκαν σκλάβοι. Μετά λοιπόν την καταστροφή της Ερέτριας ο ηλικιωμένος Ιππίας είναι αυτός που οδήγησε τα περσικά στρατεύματα και πέρασαν απέναντι, στο Μαραθώνα. Η επιλογή του τόπου από τον Ιππία δεν ήταν τυχαία, μια και νόμιζε πως εκεί θα έβρισκε συμμάχους και οπαδούς, αφού ήταν μια περιοχή όπου οι Πεισιστρατίδες είχαν δύναμη. Η συνέχεια μάς είναι γνωστή, μια και οι Έλληνες -οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς για την ακρίβεια- κατατρόπωσαν τους Πέρσες στον Μαραθώνα, γράφοντας την Ιστορία που ακολούθησε. Να είμαστε σίγουροι πως αν συνέβαινε το αντίθετο, η πορεία της ευρωπαϊκής ιστορίας θα ήτα πολύ διαφορετική· σκοτεινή και δυσοίωνη.
Επανερχόμαστε όμως για να δούμε λίγο τα πράγματα μετά την πτώση του Ιππίας από την τυραννίδα. Με την πτώση λοιπόν του Ιππία, οι εξόριστοι ευγενείς επανήλθαν και άρχισαν να κυβερνούν υπεροπτικά. Αναθεώρησαν τους καταλόγους των πολιτών κατά πως τους βόλευε, σβήνοντας τα ονόματα πολλών Αθηναίων πολιτών που τα ονόματά των προγόνων τους είχαν καταχωρηθεί από τον Σόλωνα και τον Πεισίστρατο. Σκοπός τους ήταν να εξασφαλίσουν τον πολιτικό έλεγχο και να επαναφέρουν τα αριστοκρατικά ιδανικά. Έτσι το 508 π.Χ. εκλέγουν άρχοντα έναν δικό τους, τον Ισαγόρα. Αλλά υπολόγιζαν χωρίς τον λαό της πόλης των Αθηνών, μια και ο Αλκμεωνίδης Κλεισθένης, γιος της Αγαρίστης από τη Σικυώνα, αρνούμενος να υποταχθεί σε μια τέτοια εξευτελιστική μορφή πολιτεύματος, απευθύνθηκε στο λαό που είχε χάσει τα πολιτικά του δικαιώματα και είχε διαγραφεί από τους καταλόγους, υποσχόμενος να του τα ξαναδώσει. Ο λαός ανταποκρίθηκε. Ναι! ήταν άλλες εποχές τότε, ο λαός ανταποκρινόταν όταν έβλεπε να τον καταδυναστεύουν. Έτσι ο Ισαγόρας εξορίστηκε. Αλλά το βασικό πρόβλημα του Κλεισθένη ήταν να αποτρέψει την επιστροφή των νικημένων και να εγκαταστήσει το λαό στην εξουσία. Να του δώσει δηλαδή να καταλάβει, πια είναι η ειδική θέση του, και να τον ξεκολλήσει από την προσκόλλησή του στην τυραννίδα, που σε καμιά περίπτωση δεν έπρεπε να επανέλθει.
Θα τελειώσουμε τούτη τη μικρή αναφορά μας στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής λέγοντας πως, ο Κλεισθένης αποδείχτηκε ένας σπουδαίος πολιτικός και ένας γνήσιος δημοκράτης. Θα ήταν αδικία να μην του αποδώσουμε τον τίτλο του ιδρυτή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.
Αλλά ποιοι ήταν ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, αυτοί οι δυο Αθηναίοι πολίτες που κατάφεραν να υψώσουν το ανάστημά τους και να δολοφονήσουν έναν ηγέτη, για την ακρίβεια έναν τύραννο;



 
Οι Τυραννοκτόνοι Αρμόδιος και Αριστογείτων. Μαρμάρινο αντίγραφο του χάλκινου πρωτότυπου έργου των γλυπτών Κριτίου και Νησιώτη (477-476 π.Χ.), όπως παρουσιάστηκε σε περιοδική έκθεση στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα.


Αρμόδιος και Αριστογείτων
Ο Αριστογείτων ήταν Αθηναίος πολίτης (Ἀριστογείτων, ἀνὴρ τῶν ἀστῶν, μέσος πολίτης) μας πληροφορεί ο Θουκυδίδης. Είχε λοιπόν για ερωμένο του (ἐραστὴς ὢν εἶχε αὐτόν) τον όμορφο (ὥρα ἡλικίας λαμπροῦ) και καλοφτιαγμένο Αρμόδιο. Ο νεαρός Αρμόδιος όμως άρεσε και στον Ίππαρχο, τον έναν από τους τυράννους που θα τον πολιορκήσει ερωτικά, για να εισπράξει την άρνηση του Αρμόδιου, που θα μιλήσει γι' αυτή την ερωτική πολιορκία στον εραστή του Αριστογείτονα.
Η ανεπιτυχής συνεχής πολιορκία του νεαρού Αρμόδιου από τον ερωτευμένο Ίππαρχο θα έχει σαν αποτέλεσμα ο τύραννος Ίππαρχος να εκδικηθεί τον Αρμόδιο για την άρνησή του να γίνει εραστής του. Σκαρφίζεται λοιπόν το εξής: Στην κορυφαία γιορτή των Μεγάλων Παναθηναίων καλεί την ανύπαντρη αδελφή του Αρμόδιου να συμμετέχει στην ιερή πομπή ως κανιστροφόρος. Να σημειώσουμε ότι, σε τούτη τη πολύ-πολύ μεγάλη γιορτή της Αθήνας, οι φυλακισμένοι απελευθερώνονταν, επιτρεπόταν στους δούλους να γιορτάζουν κι αυτοί μαζί με τους κυρίους τους, διεξάγονταν αγώνες δρόμου, πολεμικοί χοροί με πλήρη οπλισμό, αθλητικοί αγώνες κ.ά. Σχηματίζονταν μεγάλη πομπή από ελεύθερους πολίτες, ιερείς, αξιωματούχους, εφήβους, κορίτσια, και το λαό λαμπροφορεμένο, έφιππο και πεζό που μετέφεραν διάφορα αντικείμενα και σκεύη για θυσίες. Κεντρικός σκοπός της όλης τελετουργίας ήταν να φέρουν τον πέπλο της θεάς Αθηνάς που είχε υφανθεί και κεντηθεί από επίλεκτα κορίτσια. Αυτή η πομπή περνούσε από την πόλη και ανηφόριζε προς την Ακρόπολη για να καταλήξει μπροστά από το βωμό της θεάς. Οι ενδιαφερόμενοι ας ρίξουν μια ματιά στα ανάγλυφα της ζωφόρου του Παρθενώνα, όπου ο Φειδίας αποθανάτισε μια τέτοια πομπή. Ότι και να πει κανείς γι' αυτό το παγκόσμιο έργο είναι ελάχιστο, γι' αυτό συνεχίζουμε την εξιστόρηση του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα.
Κάνιστρα λοιπόν στις πομπές έφεραν μόνο νεαρές παρθένες. Έτσι ο Ίππαρχος, μπροστά σε όλους, καθώς η πομπή ανηφόριζε για τον βωμό της θεάς πάνω στην Ακρόπολη, προσέβαλλε δημόσια την κοπέλα ότι δεν είναι ικανή να μεταφέρει κάνιστρο και να συμμετέχει στη μεγάλη πομπή, γιατί δεν τις αξίζει τέτοια τιμή, μια και δεν είναι τίμια για γι' αυτό τον υψηλό σκοπό· και την απέπεμψε. Η προσβολή είναι μεγάλη, έτσι ο Αρμόδιος σε συνεργασία με τον Αριστογείτονα αποφασίζουν να εκδικηθούν. Συνωμοτούν παρέα με έναν μικρό κύκλο φίλων να σκοτώσουν τους τυράννους. Πράξη τολμηρή που απαιτεί θάρρος, ανδρεία και ψυχικό σθένος. Η όλη συνωμοσία θα έχει σαν αποτέλεσμα να σκοτώσουν τον Ίππαρχο αλλά να σκοτωθούν και οι δυο εραστές, σχεδόν επιτόπου, από τους δορυφόρους του τυράννου.
Εκεί που πολλοί μπερδεύουν τα πράγματα είναι ότι ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτονας δεν κατάφεραν να σκοτώσουν και τον τύραννο Ιππία, έτσι ώστε η τυραννία να καταλυθεί άμεσα. Μια και ο Ιππίας μετά το γεγονός αυτό -όπως αναφέραμε παραπάνω- θα σκληρύνει τη στάση του απέναντι στον Αθηναϊκό λαό, για να εξοβελιστεί τελικά τρία χρόνια αργότερα από τους Λακεδαιμόνιους και να καταλήξει στην αυλή του Δαρείου, και, γέρος πια να έρθει πάλι στην Ελλάδα καθοδηγώντας τους Πέρσες, σαν προδότης, όταν αυτοί ήρθαν για πρώτη φορά και κατατροπώθηκαν από τους Έλληνες στον Μαραθώνα.
Την τόλμη του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα ο λαός των Αθηνών δεν θα την ξεχάσει, και θα τους τιμάει σ' ολόκληρη την πορεία της ιστορίας του. Μπορεί βέβαια, να μην κατέλυσαν με την πράξη τους την τυραννία εκείνη τη στιγμή, άνοιξαν όμως το δρόμο να πέσει ο δυνάστης τρία χρόνια μετά. Διατήρησαν θα λέγαμε στη συνείδηση του Αθηναϊκού λαού την αγάπη για τη δημοκρατία· αφύπνισαν τις δημοκρατικές συνειδήσεις.
Η πράξη τους δεν θα αργήσει να γίνει σύμβολο της αθηναϊκής ελευθερίας. Τα εγχειρίδια του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα που εξουδετέρωσαν τον Ίππαρχο, έπληξαν καίρια την τυραννίδα του Ιππία. Η αίσθηση της ελευθερίας δεν μπορούσε πια να καταπιεστεί όσο και αν ο τύραννος έσφιγγε το χαλινάρι της εξουσίας. Οι μέρες του ήταν πια μετρημένες.



 
Οι Τυραννοκτόνοι Αρμόδιος και Αριστογείτων. Μαρμάρινο αντίγραφο του χάλκινου πρωτότυπου έργου των γλυπτών Κριτίου και Νησιώτη (477-476 π.Χ.), όπως παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια περιοδικής έκθεσης στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο τη; Αθήνας.


Οι τιμές από τον Αθηναϊκό λαό
Η αττική δημοκρατία ύμνησε τους δυο Τυραννοκτόνους ψηφίζοντας ειδικά προνόμια για τους απογόνους τους, αλλά δεν ξέχασε να τιμήσει τους δυο άντρες με την τέχνη και με την ποίηση. Τα αγάλματά τους, έργο του γλύπτη Αντήνορου, στήθηκαν στην αγορά και έχαιραν μεγάλης εκτίμησης από τους δημοκρατικούς πολίτες. Με την περσική εισβολή του 480 π.Χ. στην Αθήνα, μετά την μάχη των Θερμοπυλών, τα αγάλματα αρπάχτηκαν και μεταφέρθηκαν στην Περσία, στα Σούσα. Ο Αρριανός.2 αναφέρει ότι ο Μέγας Αλέξανδρος τα βρήκε και τα επέστρεψε και πάλι στην γενέτηρά τους. Παρά τις σωζόμενες μαρτυρίες, καμιά περιγραφή τους δεν μας είναι γνωστή, έτσι δεν γνωρίζουμε τίποτα για τη μορφή τους.
Όταν το αρχικό σύμπλεγμα αρπάχτηκε από τους Πέρσες, δόθηκε παραγγελία στους γλύπτες Κριτίο και Νησιώτη προκειμένου να φιλοτεχνήσουν ένα δεύτερο, επίσης από χαλκό (477-476 π.Χ.). Το σύμπλεγμα αυτό στήθηκε στην αγορά στο ίδιο σημείο και παρέμεινε εκτεθειμένο εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας όπως μας αναφέρει ο Παυσανίας.3 Αξίζει να αναφέρουμε ότι στις ανασκαφές που έχουν γίνει στην Αγορά της Αθήνας, έχει ανευρεθεί ένα κομμάτι από τη βάση με τμήμα της αναθηματικής επιγραφής του εν λόγω συμπλέγματος. Το σύμπλεγμα αυτό πρέπει να έχαιρε μεγάλης φήμης. Αυτό μας δηλώνει το γεγονός των πολλών μαρμάρινων αντιγράφων που του έγιναν κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Μας σώζεται μάλιστα ένα εξαιρετικά καλά διατηρημένο αντίγραφο που είναι της περιόδου του αυτοκράτορα Αδριανού (2ος αι. μ.Χ.), από την έπαυλή του στο Tivoli.
Πριν τελειώσω εγώ την αφήγησή μου για την ιστορία των Τυραννοκτόνων Αρμόδιου και Αριστογείτονα, και δώσω το λόγο στον Θουκυδίδη, και για να γίνει αντιληπτό το πόσο ο Αθηναϊκός λαός εκτιμούσε τους δυο Τυραννοκτόνους, θα πάω στον Ηρόδοτο.
Βρισκόμαστε λοιπόν πριν από την μεγάλη και κρίσιμη Μάχη του Μαραθώνα και ο Μιλτιάδης προσπαθεί να πείσει τους στρατηγούς ότι η μάχη πρέπει να δοθεί εδώ και τώρα, μια και οι γνώμες είχαν διχαστεί και υπήρχε κίνδυνος να περάσει η άποψη που έλεγε πως τα ελληνικά στρατεύματα -των Αθηναίων και των Πλαταιών για να εξηγούμαστε- δεν έπρεπε να ριψοκινδυνέψουν μια απευθείας σύγκρουση στην πεδιάδα του Μαραθώνα με τις πολλαπλάσιες δυνάμεις των Μηδών.
Και όπως το ακούει αυτό κάποιος, αν βάλει κάτω τη λογική αποκομμένη από οποιοδήποτε συναίσθημα, μοιάζει σαν τη μόνη σωστή επιλογή, τη στιγμή μάλιστα που ο εχθρός είναι άγνωστος, πολεμοχαρής, και βέβαια πολύ μεγαλύτερος σε αριθμό. Αλλά ο Έλληνας και το παράλογο πάνε μαζί -όσοι διαφωνούν ας διαβάσουν το πολύ σπουδαίο έργο του E. R. Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο. Κατά την ψηφοφορία λοιπόν των δέκα στρατηγών το αποτέλεσμα ήρθε ισόπαλο. Πέντε λένε μάχη εδώ και τώρα, και πέντε να περιμένουμε και να μην το διακινδυνεύσουμε. Υπάρχει όμως και μια ενδέκατη ψήφος. Αυτή του Καλλίμαχου. Ο Καλλίμαχος ήταν από τις Αφίδνες, ήταν πολέμαρχος των Αθηνών και είχε εκλεγεί με κλήρο γιατί από παλιά η Αθήνα του είχε δώσει το δικαίωμα να ψηφίζει σαν ίσος μαζί με τους δέκα στρατηγούς. Έμενε λοιπόν η δική του ψήφος για να κριθεί μια από τις σημαντικότερες στιγμές της Ελληνικής Ιστορίας.
Πλησιάζει λοιπόν τον Καλλίμαχο ο Μιλτιάδης και του λέει (αντιγράφω από την Ιστορία του Ηροδότου,4 σε δική μου μετάφραση): «Από σένα εξαρτάται τώρα, Καλλίμαχε, είτε να υποδουλωθεί η Αθήνα, είτε εξασφαλίζοντας της την ελευθερία ν' αφήσεις όσο ζουν άνθρωποι μια τέτοια ανάμνηση που δεν άφησαν ούτε ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων. Γιατί ποτέ ως τώρα, από τότε που υπάρχουν οι Αθηναίοι, δεν αντιμετώπισαν τόσο μεγάλο κίνδυνο. Αν σκύψουν το κεφάλι κάτω από τον ζυγό των Μήδων, τα βάσανα που θα περάσουν, όταν βρεθούν κάτω από την εξουσία του Ιππία, έχουν καθοριστεί από τώρα κιόλας· αν όμως η Αθήνα νικήσει, μπορεί να γίνει πραγματικά η πρώτη πόλη στην Ελλάδα». Για την ιστορία να πούμε πως ο Καλλίμαχος ψήφισε να διεξαχθεί η μάχη εδώ και τώρα. Αυτό και έγινε. Όπως πάλι ο Ηρόδοτος μάς αναφέρει: «ο Αθηναίος πολέμαρχος Καλλίμαχος σκοτώθηκε, αφού έδειξε μεγάλη τόλμη και ανδρεία».
Βλέπει κανείς εδώ, στον Ηρόδοτο, τη σήμαινε για τον λαό των Αθηνών οι Τυραννοκτόνοι Αρμόδιος και Αριστογείτων.
Κάπου εδώ, εγώ τελειώνω με την αφήγηση της ιστορίας των δυο Τυραννοκτόνων και τις τιμές που η Αθηναϊκή Δημοκρατία τους έκανε. Στη συνέχεια παραθέτω, χωρίς σχόλια, την ιστορία του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα όπως την καταγράφει ο μεγάλος ιστορικός μας, Θουκυδίδης, (εδώ επέλεξα τη σπουδαία μετάφραση του Παπύρου).



 
 
  Λεπτομέρειες από το σύμπλεγμα «Οι Τυραννοκτόνοι Αρμόδιος και Αριστογείτων». Μαρμάρινο αντίγραφο του χάλκινου πρωτότυπου έργου των γλυπτών Κριτίου και Νησιώτη (477-476 π.Χ.). Νάπολη, Αρχαιολογικό μουσείο. Φωτο: gayekfansi.blogspot.gr


...και ο Θουκιδίδης5
Τὸ τόλμημα τοῦ Ἀριστογείτονος καὶ τοῦ Ἁρμοδίου ἔγινε διὰ λόγους ἐρωτικούς τοὺς ὁποίους ἐγὼ ἀφοῦ ἐκθέσω λεπτομερῶς, θὰ ἀποδείξω ὅτι οὔτε οἱ ἄλλοι Ἕλληνες οὔτε οἱ ἴδιοι οἱ Ἀθηναῖοι λέγουν τίποτε τὸ ἀκριβὲς περὶ τῶν ἰδικῶν των τυράννων καὶ περὶ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ. Ὅταν δηλαδὴ ἀπέθανεν ὁ Πεισίστρατος, γέρων πλέων καὶ ἐν τῆ ἀρχῆ εὐρυσκόμενος κατάλαβε τὴν ἐξουσίαν ὄχι ὁ Ἵππαρχος, ὅπως νομίζουν οἱ πολλοί, ἀλλ' ὁ Ἱππίας, ὁ ὁποῖος ἧτο πρεσβύτερος. Τὴν ἰδίαν ἐποχὴν ὁ Ἁρμόδιος ἧτο ὡραιότατος εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἀκμὴν τῆς ἡλικίας του· τοῦτον ἠγάπησε καὶ τὸν εἶχεν ὡς ἐρωμένον ὁ Ἀριστογείτων, ἐγχώριος Ἀθηναῖος, ἀνήκων εἰς τὴν μεσαίαν τάξην. Τὸν Ἁρμόδιον προσεπάθησε νὰ τὸν κάμη ἐρωμένον ὁ Ἵππαρχος ὁ υἰὸς τοῦ Πεισιστράτου· ἐκεῖνος ὅμως μὴ δεχθεὶς τὰς προτάσεις του τὸν κατήγγειλεν εἰς τὸν Ἀριστογείτονα. Αὐτὸς λυπηθεὶς κατὰ τρόπον ὑπερβολικὸν ὡς ἐρωτευμένος ποὺ ἧτο, καὶ φοβηθεὶς μήπως ὁ Ἵππαρχος, χρησιμοποιῶν τὴν δύναμίν του, προσεταιρισθῆ διὰ τῆς βίας τὸν Ἁρμόδιον, ἀποφασίζει ἀμέσως, καθ' ὅσον ἠδύνατο ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του, νὰ καταλύσει τὴν τυραννίδα. Ἐν τῶ μεταξὺ ὁ Ἵππαρχος, ἐπειδὴ δὲν κατόρθωσε νὰ μεταπείση τὸν Ἁρμόδιον, ἄν καὶ τοῦ ἔκαμε πάλιν ἐρωτικὰς προτάσεις, δὲν ἤθελε νὰ μεταχειρισθῆ βίαν, ἀλλὰ παρεσκευάζετο νὰ τὸν προσβάλη μὲ κάποιον κρυφὸν τρόπον τάχα διὰ κάποιαν ἄλλην ἀφορμὴν καί ὄχι διὰ τὸ ὅτι δὲν ἐδέχθη τὰς προτάσεις του. Ὁ Ἵππαρχος δὲν ἧτο μισητὸς εἰς τοὺς πολλοὺς οὔτε διὰ τὸν τρόπον τῆς ἐξασκήσεως τῆς ἐξουσίας του, τὴν ὁποίαν διερρύθμισε κατὰ τρόπον ποὺ νὰ μὴ διεγείρη τὸν φθόνον. Καὶ διὰ πολὺν χρόνον οἱ τύραννοι αὐτοὶ ἐπέδειξαν ἀρετὴν καὶ σωφροσύνην, καὶ ἐνῶ εἰσέπραττον ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους τὸ εἰκοστὸν μόνον ἀπὸ τὰ εἰσοδήματά των, καὶ τὴν πόλιν ἐκαλλώπισαν καὶ τοὺς πολέμους ἐπιτυχῶς διεξήγαγων καὶ εἰς τὰ ἱερὰ ἔθυον. Κατὰ τὰ ἄλλα ἡ ἴδια ἡ πόλις μεταχειρίσετο τοὺς παλαιοὺς νόμους, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι οἱ τύραννοι ἐφρόντιζον πάντοτε νὰ ἀναλαμβάνουν ἀξιώματα ἄνθρωποί τους. Καὶ ἄλλοι ἀπὸ τοὺς Πεισιστρατίδας κατέλαβον τὴν ἀρχὴν τοῦ ἐνιαυσίου ἄρχοντος τῶν Ἀθηνῶν καὶ ὁ Πεισίστρατος, ὁ υἱὸς τοῦ τυράννου Ἱππίου, ἔχων τὸ ὄνομα τοῦ παππού του, ὁ ὁποίος ὡς ἄρχων ἀφιέρωσε τὸν ἐν τῆ ἀγορᾶ εὑρισκόμενον βωμὸν τῶν δώδεκα θεῶν καὶ τὸν βωμὸν τοῦ Ἀπόλλωνος εἰς τὸ ἱερὸν τέμενος τοῦ Πυθίου. Καὶ τὸ μὲν ἐπίγραμμα τοῦ ἐν τῆ ἀγορᾶ βωμοῦ ἐξηφάνησε βραδύτερον ὁ δῆμος Ἀθηναίων ἐπεκτείνας τὴν οἰκοδομήν, ἀλλὰ τὸ ἐπίγραμμα εἰς τὸν βωμὸν τοῦ Πυθίου ἀκόμη καὶ τώρα φαίνεται μὲ ἀμυδρὰ γράμματα καὶ λέγει τὰ ἑξῆς:
«Τὸ μνημεῖον αὐτὸ τῆς ἰδικῆς του ἀρχῆς ὁ Πεισίστρατος, ὁ υἱὸς τοῦ Ἱππίου, ἀφιέρωσεν εἰς τὸ τέμενος τοῦ Πυθίου Ἀπόλλωνος».
Το ὅτι δὲ ὁ Ἱππίας ὡς πρεσβύτερος κατάλαβε τὴν ἀρχήν, τὸ ἐπιβεβαιώνω, διότι ἐξ ἀκοῆς γνωρίζω τοῦτο καλύτερον ἀπὸ ἄλλους, ἀλλά δύναταί τις νὰ τὸ κατανοήση καὶ ἀπὸ τὰ ἑξῆς: Μόνον ὁ Ἱππίας, μεταξὺ τῶν γνησίων ἀδελφῶν, ἀπέκτησε τέκνα, ὅπως φανερώνει καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ βωμοῦ ἐπιγραφὴ καὶ ἡ στήλη ποὺ ἐστῆθη εἰς τὴν Ἀκρόπολιν τῶν Ἀθηνῶν περὶ τῆς ἀδικίας τῶν τυράννων, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἀναγράφεται κανεὶς υἱὸς τοῦ Θεσσαλοῦ, οὔτε τοῦ Ἱππάρχου, ἐνῶ τοῦ Ἱππίου ἀναγράφονται πέντε, τοὺς ὁποίους ἀπέκτησεν ἀπὸ τὴν σύζυγόν του Μύρριναν θυγατέρα τοῦ Καλλίου, υἱοῦ τοῦ Ὑπεροχίδου· φυσικὸν ἦτο νὰ νυμφευθῆ πρῶτος ὁ πρωτότοκος. Εἰς τὴν ἰδίαν στήλην ὁ Ἱππίας ἀναγράφεται πρῶτος μετὰ τὸν πατέρα του, πολὺ εὐκόλως, ἐπειδὴ ἦτο ὁ προσβύτερος μετ' αὐτὸν καὶ ἔγινε τύραννος. Ἐκτὸς τούτων νομίζω ὅτι δὲν θὰ καταλάμβανε ποτὲ ἀμέσως καὶ εὐκολότερα τὴν τυραννικὴν ἀρχὴν ὁ Ἱππίας, ἐὰν ὁ μὲν Ἳππαρχος ἐφονεύετο κατέχων τὴν ἐξουσίαν, αὐτὸς δὲ ἐγκαθίστατο αὐθημερὸν εἰς τὴν ἀρχὴν. Ἀλλὰ διὰ τὸ ὅτι εἶχεν ἐμπνεύσει εἰς μὲν τοὺς πολίτας τὸν φόβον λόγω τῆς μακρᾶς συνηθείας, εἰς μὲν τοὺς δορυφόρους του τὴν αὐστηρὰν πειθαρχίαν, ἐστερεώθη εἰς τὴν ἀρχὴν μὲ πολὺ μεγαλυτέραν, ἀπὸ ὅσην ἐχρειάζετο, ἀσφάλειαν, καὶ δὲν εὑρέθη εἰς δύσκολον θέσιν, ὡς θὰ εὑρίσκετο ἄν ἦτο νεότερος ἀδελφὸς καὶ δὲν εἶχε λάβει προηγουμένως συνεχῆ πεῖραν τῆς ἀρχῆς. Συνέβη δὲ ὥστε ὁ Ἵππαρχος, γενόμενος ὀνομαστὸς διὰ τὸ ἀτυχὲς πάθημά του, νὰ νομισθῆ ὑστερότερα, ὅτι ἔγινε τύραννος.
Ὁ Ἵππαρχος λοιπὸν προσέβαλε τόν Ἁρμόδιον, ὅπως ἐσκέπτετο, διότι ἀπέρριψε τὰς ἐρωτικάς του προτάσεις. Διότι ἐνῶ εἶχον διατάξει μίαν ἀδελφήν του, ἄγαμον, νὰ ἔλθη εἰς κάποιαν πομπὴν φέρουσα κάνιστρον, τὴν ἀπέπεμψαν λέγοντες ὅτι διόλου δὲν τὴν διέταξαν, ἐπειδὴ δὲν τῆς ἄξιζε. Ἀφοῦ δὲ ὁ Ἁρμόδιος ἡσθάνθη διά τοῦτο μεγάλην προσβολήν, ἐξωργίζετο, ἐξ αἰτίας του, καὶ ὁ Ἀριστογείτων πολὺ περισσότερον. Καὶ ὑπ' αὐτῶν εἶχον γίνει αἱ ἀναγκαῖαι συνεννοήσεις μὲ τοὺς συνεργοὺς των εἰς τὴν πρᾶξιν, ἐπερίμεναν δὲ τὰ μεγάλα Παναθήναια, μόνη μέρα κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπροκάλει ὑποψίας ἡ ἔνοπλος συνάθροισις τῶν συνοδευόντων τὴν πομπὴν πολιτῶν. Εἷχε συμφωνηθῆ νὰ κάμουν ἀρχὴν τῆς πράξεως αὐτοὶ οἱ δύο, οἱ δὲ συνεργοί των νὰ τοὺς βοηθήσουν ἀμέσως εἰς τὸν ἀγῶνα πρὸς τοὺς δορυδόρους. Διὰ λόγους ἀσφαλείας δὲν ἦσαν πολλοὶ οἱ συνομόται, διότι ἤλπιζον ὅτι, καὶ ὅσοι δὲν εἶχον ἐκ τῶν προτέρων γνῶσιν τοῦ πράγματος, ὅσο λίγοι καὶ ἄν τολμήσουν κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἐπειδὴ βεβαίως εἶχον ὅπλα, θὰ θελήσουν νὰ τοὺς βοηθήσουν καὶ νὰ ἐλευθερωθοῦν καὶ οἱ ἴδιοι.
Καὶ ὅταν ἤρχισεν ἡ ἐορτή, ὁ μὲν Ἱππίας εὑρίσκετο ἔξω τῆς πόλεως, εἰς τὸν καλούμενον Κεραμεικόν, καὶ μὲ τοὺς δορυφόρους του ἐτακτοποίει τὰς λεπτομερείας τῆς πομπῆς, πῶς ἔπρεπε να προχωρήση, ὁ Ἁρμὸδιος καὶ ὁ Ἀριστογείτων ἔχοντες τὰ ἐγχειρίδια ἐπροχώρουν πρὸς τὴν πρᾶξιν. Ὅταν ὅμως εἶδον ἕνα ἀπὸ τοὺς συνωμότας νὰ συνομιλῆ φιλικῶς μὲ τὸν Ἱππίαν (ὁ δὲ Ἱππίας ἦτο καταδεκτικὸς πρὸς ὅλους), ἐφοβήθησαν νομίσαντες ὅτι κατηγγέλθησαν καὶ ἐντὸς ὀλίγου θὰ συλληφθοῦν. Ἤθελον λοιπὸν πρὶν συλληφθοῦν νὰ τιμωρήσουν πρώτον, ἐὰν ἠδύναντο, αὐτὸν ποὺ τοὺς προσέβαλε καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου διεκινδύνευον τὰ πάντα, καὶ ὅπως ἦσαν ἐπροχώρησαν ὁρμητικῶς πρὸς τὴν πόλιν καὶ συναντοῦν τὸν Ἵππαρχον πλησίων τοῦ καλουμένου Λεωκορίου. Ἀμέσως ἐπιτεθέντες ἐναντίον του ἀπερισκέπτως καὶ μὰλιστα μὲ ὅσον περισσότερον ὀργὴν ἠδύναντο ὁ μὲν εἷς ἕνεκα τῆς ἐρωτικῆς ἀντιζηλίας, ὁ δὲ ἄλλος ἕνεκα τῆς προσβολῆς ποὺ ἔπαθε, τὸν κτυποῦν ἐπανειλημμένως καὶ τὸν φονεύουν. Καὶ ὁ μὲν Ἀριστογείτων διέφυγε πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν δορυφόρων, διότι ἔτρεξεν ὄχλος πολὺς εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, συλληφθεὶς ὅμως ἀργότερον ἐφονεύθη κατὰ τρόπον σκληρὸν· ὁ δὲ Ἁρμόδιος ἐφονεύθη ἀμέσως ἐπὶ τόπου.
Ὅταν ἀνηγγέλθη τὸ γεγονὸς εἰς τὸν Ἱππίαν, εὐρισκόμενον εἰς τὸν Κεραμεικόν, αὐτὸς ἐπροχώρησεν ἀμέσως ὄχι εἰς τὸν τόπον ὅπου συνέβη τοῦτο, ἀλλὰ πρὸς τοὺς ἐνόπλους πολίτας τοὺς ἀκολουθοῦντας τὴν πομπὴν, προτοῦ μάθουν τίποτε αὐτοί, διότι ἦσαν μακράν, καὶ λαβὼν τοιαύτην ἔκφρασιν -πλαστὴν- εἰς τὸ πρόσωπόν του, ἀπέναντι τῆς ἐπελθούσης συμφορᾶς, οὕτως ὥστε κανείς δὲν τὸ παρετήρησε, διέταξεν αὐτοὺς νὰ συγκεντρωθοῦν εἰς μίαν τοποθεσίαν, τὴν ὁποίαν τοὺς ἔδειξε, χωρὶς ὅπλα. Καὶ οἱ μὲν πολῖται ἐπῆγαν πρὸς τὰ ἐκεῖ νομίζοντες ὅτι κάτι θὰ τοὺς εἰπῆ, ἐκεῖνος δὲ ἀφοῦ εἶπεν εἰς τοὺς δορυφόρους νὰ ἀρπάσουν τὰ ὅπλα, ἐξεχώρισε ἀμέσως ὅσους ὑποψιάζετο ὡς συνενόχους τῶν δραστῶν καὶ ὅποιον εὕρισκε νὰ ἔχει ἐγχειρίδιον, διότι ἐπεκράτει ἡ συνήθεια νὰ συνοδεύουν τὰς πομπὰς ὡπλισμένοι μόνον μὲ ἀσπίδα καὶ δὸρυ.
Κατὰ τοιοῦτον λοιπὸν τρόπον, ἔνεκα ἐρωτικῆς ἀγανακτήσεως, ἔγινε καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς συνωμοσίας καὶ ἡ παράλογος τόλμη, κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, ἐκ αἱφνιδίου ὑπερβολικοῦ φόβου τοῦ Ἁρμοδίου καὶ τοῦ Ἀριστογείτονος. Κατόπιν τούτου ἡ τυραννία ἔγινε περισσότερον καταθληπική εἰς τοὺς Ἀθηναίους, καὶ ὁ Ἱππίας κατεχόμενος ἤδη περισσότερον ἀπὸ φόβον ἐφόνευσε πολλοὺς πολίτας καὶ ταυτοχρόνως ἔστρεψε τὴν προσοχήν του πρὸς τὰς ἔξω τῶν Ἀθηνῶν χῶρας, μήπως κάπου εὕρη κάποιαν ἐξασφάλισιν, ἄν ἐγίνετο μεταβολὴ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως δι' ἐπαναστάσεως. Δι' αὐτὸ λοιπὸν ἔδωκεν εἰς τὸν Αἰαντίδην, υἱὸν τοῦ Λαμψακηνοῦ Ἱππόκλου, ὡς σύζυγον τὴν θυγατέρα του Ἀρχεδίκην, αὐτὸς ὁ Ἀθηναῖος εἰς ἕνα Λαψακηνόν, ἐπειδὴ κατενόησεν ὅτι αὐτοὶ εἶχον μεγάλην ἰσχύν πλησίον τοῦ βασιλέως Δαρείου. Τῆς Ἀρχεδίκης ὑπάρχει ὁ τάφος εἰς τὴν Λάμψακον μὲ τὸ ἐξῆς ἐπίγραμμα:
«Ἡ σκόνη αὐτὴ κρύβει τὴν Ἀρχεδίκην, θυγατέρα τοῦ Ἱππίου, ἀνθρώπου ὁ ὁποίος ἠρίστευσεν εἰς τὴν Ἑλλάδα μεταξὺ τῶν συγχρόνων του· ἄν καὶ ἦτο κόρη καὶ σύζυγος καὶ ἀδελφὴ καὶ μητέρα τυράννων, ἐν τούτοις δὲν ἀλαζονεύθη δι' αὐτά».
Ἀφοῦ ὁ Ἱππίας ἔμεινεν ἀκόμη τρία ἔτη ὡς τύραννος τῶν Ἁθηναίων καὶ κατὰ τὸ τέταρτον ἐξεθρονίσθη ἀπὸ τοὺς Λακαιδεμονίους καὶ τοὺς ἐξορίστους Ἀλκμαιωνίδας, ἔφυγε κατόπιν συνθηκολογήσεως κατ' ἀρχὰς μὲν εἰς τὸ Σίγειον, κατόπιν δὲ εἰς τὴν Λάμψακον πλησίον του Αἰαντίδου, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ εἰς τὸν βασιλέα Δαρεῖον, ἀπὸ ὅπου, μετὰ εἴκοσιν ἔτη, γέρων πλέον, ἐξορμήσας ἐξεστράτευσε μετὰ τῶν Μήδων εἰς τὸν Μαραθῶνα.

Πηγές


1. Για την σύνταξη και τεκμηρίωση του Ιστορικού πλαισίου αντλήθηκαν στοιχεία από τα παρακάτω βιβλία:
- Μπένγκτσον, Χέρμαν, Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδος, μτφ. Ανδρέα Γαβρίλη, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα, 1979.
- Schuller W. Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας, εκδόσεις ΜΙΕΤ. Αθήνα, 2001.
- Botsford & Robinson, Αρχαία Ελληνική Ιστορία, μτφρ. Σωτηρίου Ε. Τσιτσώνη, εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα, 1977.
- H. D. F. Kitto, Οι Έλληνες, μτφρ. Φιλολογική ομάδα Κάκτου, εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα, 2002.
2. [...] πολλὰ δὲ καὶ ἄλλα κατελήφθη αὐτοῦ, ὅσα Ξέρξης άπὸ τῆς Ἑλλάδος ἄγων ἦλθε, τὰ τὲ ἄλλα καὶ Ἁρμοδίου καὶ Ἀριστογείτονος χαλκαῖ εἰκόνες καὶ ταύτας Ἀθηναίοις ὁπίσω πέμπει Ἀλέξανδρος, καί νῦν κεῖνται Ἀθήνησιν ἐν Κεραμεικῶ αἰ εἰκόνες, ἧ ἄνιμεν ἐς πόλιν, καταντιρκὺ μάλιστα τοῦ μητρᾠου, οὐ μακρὰν τῶν Εὐδαμένων τοῦ βωμοῦ. (Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις 3.16.8).
3. Παυσανίου, Ελλάδος Περιήγησις - τ. Αττικά, εκδόσεις Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1974.
4. Ηρόδοτος, VI, 102-120 σε δική μου μετάφραση.
5. Θουκιδίδου Ιστορία, βιβλίον ΣΤ', μτφ. Φιλ. Παππά, εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα, 1949.

Κείμενοωτογραφίες: gayekfansi.blogspot.gr.
© κειμένου-φωτογραφιών, gayekfansi.blogspot.gr, με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος.



 
Οι Τυραννοκτόνοι Αρμόδιος και Αριστογείτων όπως εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο. της Νάπολης, Φωτο: gayekfansi.blogspot.gr

 Λεπτομέρεια του συμπλέγματος των Τυραννοκτόνων Αρμόδιου και Αριστογείτονα. Νάπολη, Αρχαιολογικό Μουσείο, Φωτο: gayekfansi.blogspot.gr


Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

Walt Whitman (1819 – 1892), a tribute



Ουώλτ Ουίτμαν. Φωτογραφία: George Collins Cox. 1887.


Ανυπομονώ και τραγουδώ τον εαυτό μου.
Κι ό,τι απαιτώ κ' εσύ θα τ' απαιτήσεις.
Γιατί κάθε μόριο που μ' ανήκει, όμοια κ' εσέ σου ανήκει,

Κάθομαι αργός και προσκαλώ την ψυχή μου,
Γέρνω, ξαπλωμένος άνετα και ρίχνω τη ματιά σ' ένα βλαστάρι
χλόης καλοκαιρινής.

Με τη γλώσσα μου και με το κάθε μόριο του αίματός μου
καμωμένα από το χώμα ετούτο κι από τούτο τον αγέρα,
γεννημένος εδωπέρα από γονιούς γεννημένους εδωπέρα, οπού
οι γινίς τους το ίδιο κ' οι γονιοί των γονιών τους πάλι το ίδιο,
Περπατώντας στα τριανταεφά μου χρόνια τώρα, υγεία γιομάτος, αρχινώ,
Με την ελπίδα να μην πάψω ώσμε τον θάνατο,

Παρατώντας θρησκείες και σχολεία,
Κι αφήνοντάς τα πίσω μου – έχοντας ικανοποιηθεί για κάμποσο
καιρό από κείνο που είναι – μα χωρίς ποτέ να τα ξεχνώ,
Γίνομαι το λιμάνι του καλού και του κακού, κι αφήνω να μιλεί στην τύχη
Η Φύση, δίχως χαλινάρι, με την έμφυτην ορμή.

Σαν τι γυρεύεις έτσι δα στοχαστικός και σιωπηλός;
Σαν τι 'ναι που σου λείπει σύντροφε;
Αγαπημένο μου παιδί, θαρρείς πως ειν' η αγάπη;
Άκου, παιδί αγαπημένο μου, άκου Αμερική θυγατέρα είτε παιδί
Είναι βαρειός ο πόνος όντας αγαπάς παράφορα έναν άντρα ή
μια γυναίκα, κι όμως είναι τρανή ευδαιμονία, είναι μεγάλο πράγμα,
Μα είναι κι εν' άλλο ακόμα τρισμέγαλο, όπου τα πάντα σμίγει,
Κι όπου περίλαμπρον, επάνω από την ύλη και μ' ολοένα τα
χέρια του απλωμένα περνά και για τα πάντα προνοεί.
Φύλα Χλόης, μετ. Ν.ικος Προεστόπουλος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας


Ουώλτ Ουίτμαν, (31 Μαΐου 1819 - 26 Μαρτίου 1892), αφιέρωμα
Προλεγόμενα
Ο Ουώλτ Ουίτμαν, που στις συμβατικές και «επίσημες» βιογραφίες θα βρείτε να τον αποκαλούν Αμερικανό ποιητή, δοκιμιογράφο, δημοσιογράφο, ουμανιστή, είναι κάτι παραπάνω από όλα αυτά. Αν και στην εποχή του το έργο του δεν θα έχει την αντιμετώπιση που του άξιζε, δεν θα αργήσει να πάρει την κορυφαία θέση στην Αμερικανική, αλλά και στην παγκόσμια ποίηση. Δίκαια λοιπόν θα πάρει τον τίτλο του «πατέρα του ελεύθερου στίχου», αλλά και του «πρώτου εθνικού ποιητή των Ηνωμένων Πολιτειών».
Ο Ουίτμαν δεν θα σπουδάσει τίποτα. Δεν έχει δηλαδή στο βιογραφικό του κανέναν τίτλο σπουδών, κανένα μεταπτυχιακό, κανένα ντοκτορά, κανένα μάστερ, καμιά τέλος πάντων περγαμηνή σαν κι αυτή που ο σημερινός άνθρωπος τρέχει να συλλέξει, για να έχει να την κραδαίνει δοθείσης ευκαιρίας, να την τυπώνει σε ταμπέλες και σε σφραγίδες προκειμένου να δηλώσει το ποιος είναι –και με τη βούλα, που λένε.
Απλά, το 1855, θα τυπώσει, με δικά του έξοδα, τα Φύλλα Χλόης (Leaves of Grass). Το έργο θα κατηγορηθεί ως ανήθικο, λόγω της απροκάλυπτης σεξουαλικότητας που το διαπνέει. Ο Ουίτμαν όμως αδιαφορώντας για όλα αυτά, δεν θα σταματήσει -ακόμα και μετά την έκδοσή του- να το δουλεύει, να το επεκτείνει και να το βελτιώνει, μέχρι το θάνατό του το 1892.
Δεν ξέρω τώρα, εδώ, στην Ελλάδα, πόσοι γνωρίζουν το έργο του Ουίτμαν, μια και είχαμε την τύχη να μεταφραστεί ολόκληρο στη γλώσσα μας αρκετά νωρίς, από τον Νίκο Προεστόπουλο. Για τους ομοφυλόφιλους ούτε κουβέντα. Ελπίζω και εύχομαι να έρθουν σε επαφή με τούτο το έργο. Θα τους βοηθήσει να δουν και να καταλάβουν καλύτερα τα πράγματα. Γι’ αυτό κάθομαι και ταλαιπωρούμε να κάνω τα διάφορα αφιερώματα σε τούτο το blog. Για να τους πείσω πως μόνο το σέρβις στις βιβλιοθήκες μπορεί να μας βοηθήσει. Να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους. Γιατί αν η τέχνη δεν έχει αυτήν την παιδευτική δύναμη, να αλλάζει δηλαδή και να βελτιώνει –προς το καλύτερο- τους ανθρώπους, τότε απλά, δεν μας χρειάζεται! Και για να πείσω να διαβάσετε τον Ουίτμαν θα αναφέρω τα λόγια του Carl Sandburg που μιλώντας για το έργο του καταλήγει: «ξεκαθαρίζουμε, πως τα Φύλλα Χλόης είναι ένα βιβλίο, που πρέπει κανείς να το κάνει δικό του, να το διατηρήσει, να πολεμήσει γι’ αυτό, και να το διαβάζει ωσότου ξεχυλίσει απ’ αυτό, κι ωσότου φθαρεί υλικά στα χέρια του από την πολύχρονη χρήση».
Επανέρχομαι λοιπόν στον Ουίτμαν για να πω πως, ο Ουώλτ Ουίτμαν, με το θαρραλέο και εξαγγελικό βιβλίο του Φύλλα Χλόης, θα χαράξει τους πιο τολμηρούς δρόμους γύρω από την ποιητική μορφή και σκέψη, αδιαφορώντας απόλυτα για την παραδεγμένη ηθική και τις κοινωνικές συμβατικότητες, αφηγούμενος την ύπαρξή του σε στίχους ελεύθερους από κάθε μετρική.
Ρωμαλέα αισιόδοξος και μεγαλόψυχος, τραγουδάει τον ειδωλολατρικό του έρωτα προς το ανθρώπινο κορμί και διαλαλεί την μυστική του πίστη προς τον αμερικάνικο πολιτισμό, που πλάθονταν κι ακόμη τώρα πλάθεται. Ιδεαλιστής είναι ο Ουίτμαν, αλλά καθόλου ουτοπιστής. Ξέρει, παράλληλα με την ξάστερη πνευματική εισδυτικότητά του, να πατάει γερά με τα δυο πόδια του στη γη. Ο Ουίτμαν εκφράζει με ειλικρίνεια, λυρισμό και πεποίθηση όλες τις ελπίδες ενός κόσμου που προβαίνει αλματικά. Έτσι δεν αντιπροσωπεύει μονάχα μια δεδομένη χαρακτηριστική περίοδο της αμερικανικής ευαισθησίας, μα προχωρεί σ’ ένα λυρικό προσδιορισμό, από τους πιο στέρεα διαρκείς, αυτής της χαρακτηριστικής ευαισθησίας του Νέου Κόσμου.
Τα Φύλα Χλόης, είναι τα’ απαράμιλλα ποιήματα ενός πληθωρικού, γεμάτου περιπάθεια ανθρώπου, που αγάπησε την πατρίδα του κι έγραψε γι’ αυτήν όπως κανείς ως τώρα. Τραγουδιστής, στοχαστής, οραματιστής και πολίτης αταίριαστος είναι ο Ουώλτ Ουίτμαν. Τα Φύλλα Χλόης είναι η ανεξάντλητη κληρονομιά του προς μια χώρα που η ζωτικότητά της είναι η λυδία λίθος της μεγαλοφυΐας του.
Ο Ουώλτ Ουίτμαν, ένας γίγας ανάμεσα στους Ποιητές του Κόσμου, αγάπησε ένα σωρό πράγματα, αγάπησε τα πάντα άπληστα και τολμηρά. Αγάπησε τον τόπο του και κάθε άντρα και γυναίκα που τον διέπλασαν τέτοιος που είναι. Πίστεψε απεριόριστα στην ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργήσει έναν καλύτερο κόσμο, και κατέχονταν από ακράδαντη πίστη για το μέλλον της δημοκρατίας.
Μα πάνω απ’ όλα αγάπησε την Ελευθερία. Σήμερα του Ουίτμαν το ξάστερο όραμα για έναν κόσμο ενωμένο αδελφικά, κάτω από τη σημαία της αγνής δημοκρατίας, λαμπιρίζει σαν πασίφωτος φάρος μέσα στην καταχνιά της παγκόσμιας σύγχυσης κι αβεβαιότητας. Και το μήνυμα που μας έρχεται από τα Φύλλα Χλόης δονεί σήμερα την οικουμένη ολοένα και πιο έντονα και πιο χαρούμενα παρά ποτέ άλλοτε.
Θα προχωρήσουμε λοιπόν σε ένα μικρό, αλλά συμπυκνωμένο αφιέρωμα στον ποιητή, που περιλαμβάνει -πέρα από το αναγκαίο βιογραφικό σημείωμα- ένα κείμενο του Τέλλου Άγρα και βέβαια την εισαγωγή του Άγγελου Σικελιανού στην ελληνική μετάφραση των Φύλλων Χλόης από τον Νίκο Προεστόπουλο.


 


Γνωρίζοντας τον Ουώλτ Ουίτμαν
Ο Ουίτμαν γεννήθηκε στις 31 Μαΐου του 1819 στο Λονγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκης. Ήταν ο δεύτερος γιος μιας πολυμελούς οικογένειας, που αριθμούσε συνολικά εννέα παιδιά. Ο πατέρας του, που εργάζονταν σαν μαραγκός, αναγκάζεται να πάρει την οικογένειά του το 1823 και να μετακομίσει στο Μπρούκλιν, πόλη όπου ο Ουίτμαν θα ξεκινήσει την μάθησή του, αφού για έξι χρόνια πηγαίνει στο εκεί δημοτικό σχολείο.
Από την ηλικία των δώδεκα ετών ο Ουίτμαν θα αρχίσει να εργάζεται. Αρχικά, θα εργαστεί σε δικηγορικό γραφείο ενώ στα δεκατέσσερά του τον βρίσκουμε μαθητευόμενο σε τυπογραφείο. Την περίοδο αυτή παίρνει τη σημαντική πρωτοβουλία, να εγγραφεί στο αναγνωστήριο κάποιας βιβλιοθήκης. Χαρακτηρίζουμε την πρωτοβουλία του αυτή σημαντική, γιατί θα του δώσει την ευκαιρία να έρθει σε επαφή και να ανακαλύψει μεγάλο αριθμό από τους κλασικούς, αλλά και από τους νεότερους συγγραφείς.
Θα επιστρέψει στο Λονγκ-Άιλαντ το 1835 και θα εργαστεί ως δάσκαλος. Την ίδια περίοδο θα ιδρύσει την εφημερίδα Long-Islander, στην οποία έχει τον τριπλό ρόλο του διευθυντή, υπεύθυνου σύνταξης και βέβαια του τυπογράφου. Με το εκπαιδευτικό έργο θα τελειώσει σχετικά νωρίς μια και θα το ασκήσει τα καθήκοντα του δασκάλου ως το 1841, οπότε την χρονιά αυτή μετακομίζει στη Νέα Υόρκη. Εδώ ο Ουίτμαν θα εργαστεί ως στοιχειοθέτης σε τυπογραφείο αλλά και δημοσιογράφος σε διάφορα έντυπα (περιοδικά και εφημερίδες) της εποχής. Την περίοδο αυτή αρχίζει και η ενεργό του ανάμιξη στην πολιτική μια και συμμετέχει στην προεκλογική εκστρατεία του Δημοκρατικού Κόμματος. Είναι πια καιρός να εγκαταλείψει την δουλειά του ως στοιχειοθέτης, μια και τον απορροφά ο τύπος. Έτσι τον συναντάμε ως διευθυντή εφημερίδων, διαδοχικά στις Daily Aurora και Brooklyn Eagle.
Είναι η περίοδος που μια πληθώρα άρθρων, διαφόρων θεμάτων θα δουν το φως της δημοσιότητας. Άρθρα που συνδέονται συνήθως με την παγκόσμια ή την αμερικανική πολιτική επικαιρότητα. Αποχωρεί από τη διεύθυνση της Brooklyn Eagle το 1848, για να συνεχίσει ως συντάκτης της Crescent, για έναν μόλις χρόνο, αρκετό διάστημα όμως, κατά τη διάρκεια του οποίου θα ταξιδεύει συνέχεια και θα γνωρίσει τον Αμερικάνικο Νότο.
Αποφασίζει να εκδώσει την δική του εφημερίδα, έτσι το 1849, τον βρίσκει επικεφαλής ενός μικρού τυπογραφείου, να θέτει σε κυκλοφορία την εφημερίδα Freeman. Αίφνης αποφασίζει να αποχωρίσει από το πεδίο του τύπου και να ασχοληθεί ως μαραγκός –δουλειά που έχει μάθει από τον πατέρα του- με την κατασκευή σπιτιών που στη συνέχεια τα πουλάει. Θα σταματήσει οριστικά την αναζήτηση εργασίας, μάλλον το 1854, για να ασχοληθεί με την συγγραφή του έργου της ζωής του. Των Φύλλων Χλόης, συλλογή που θα κυκλοφορήσει το 1855 με δικά του έξοδα. Σε τούτη την πρώτη εκδοχή, το έργο αποτελείτε από δώδεκα εκτεταμένα άτιτλα ποιήματα. Οι κριτικές είναι αρνητικές –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- και οι πωλήσεις ανύπαρκτες. Πωλείται ένα όλο κι όλο αντίτυπο.
Ο Ουίτμαν ουδόλως πτοείται από την αντιμετώπιση της κριτικής και του κόσμου και ένα χρόνο αργότερα, θέτει σε κυκλοφορία μια δεύτερη έκδοση του έργου, που τώρα το συναντάμε εμπλουτισμένο με είκοσι επιπλέων ποιήματα, κάποιες διορθώσεις, τα ποιήματα έχουν τίτλους και γενικά παρατηρούμε μια σαφέστερη ταξινόμηση. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ο Ουίτμαν προσθέτει σαν εισαγωγή του έργου, μια συγχαρητήρια επιστολή που είχε λάβει από τον Ραλφ Γουάλντο Έμερσον.
Ετούτη η δεύτερη έκδοση του έργου δεν θα έχει καμιά διαφορετική αντιμετώπιση από τους κριτικούς, μια και οι αντιδράσεις είναι σε γενικές γραμμές οι ίδιες. Το συντηρητικό κομμάτι της αμερικανικής κοινωνίας δεν διστάζει να χαρακτηρίσει το έργο ως πορνογράφημα και άσεμνο, έτσι με τον φόβο τυχόν δικαστικών διώξεων η συλλογή αποσύρεται, ενώ έχουν ήδη πωληθεί μερικές εκατοντάδες αντιτύπων. Ο καιρός περνάει και φτάνουμε στο έτος 1860. Χρονιά που ο εκδοτικός οίκος Thayer and Eldridge θα κυκλοφορήσει εκ νέου το έργο, αφού τα χρόνια που πέρασαν αν και μόλις πέντε,φαίνεται να έχει δημιουργηθεί σιγά-σιγά ένα ευνοϊκότερο κλίμα για τον Ουίτμαν.
Φτάνουμε την περίοδο που ο αμερικανικός εμφύλιος κατασπαράσσει τη χώρα. Ο Ουίτμαν θα εργαστεί ως εθελοντής νοσοκόμος περιθάλποντας τους τραυματισμένους στρατιώτες, κυρίως στην περιοχή της Ουάσινγκτον. Με το τέλος του αδελφοκτόνου πολέμου θα διοριστεί στο Υπουργείο Εσωτερικών, και μάλιστα θα εργαστεί στο τμήμα Υποθέσεων των Ινδιάνων. Δεν θα παραμείνει όμως για πολύ στη θέση αυτή, μια και λίγο αργότερα, ο νέος υπουργός Τζέιμς Χάρλαν (James Harlan), που το παλληκάρι ήταν πρώην ιεροκήρυκας των Μεθοδιστών, θα απολύσει τον Ουίτμαν. Ο λόγος; Μα είναι ο συγγραφέας τους έργου Φύλλα Χλόης! Ένα μήνα αργότερα όμως θα διοριστεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.
Το 1882 ο Ουίτμαν θα συναντηθεί με τον Όσκαρ Ουάιλντ, όταν ο δεύτερος θα κάνει το γνωστό ταξίδι του στην Αμερική για τις επίσης γνωστές διαλέξεις του.
Καλοκαίρι του 1866 και ο Ούίτμαν κατά την διάρκεια των διακοπών του, στο Μπρούκλιν, αρχίζει να ξαναδουλεύει πάνω στο έργο του. Θα επεξεργαστεί και θα εκδώσει για τέταρτη φορά τα Φύλλα Χλόης. Σε τούτη την έκδοση προσπαθεί να δώσει στο έργο μια ενότητα. Έτσι, διαφοροποιεί ορισμένους τίτλους και προχωρεί σε κάποια αρίθμηση. Τα ξαναδουλεμένα Φύλλα Χλόης κυκλοφορούν τελικά για τέταρτη φορά το 1867. Θα ακολουθήσουν άλλες τέσσερις εκδόσεις, με τελευταία αυτή του 1891, όπου ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σε μια ογκώδη συλλογή, που περιλαμβάνει περισσότερα από τετρακόσια ποιήματα. Με τούτη την οριστική εκδοχή τού έργου, ο Ουίτμαν τώρα πια χαίρει μιας ευρείας αποδοχής από κοινό και κριτική.
Ένα χρόνο μετά, το 1892, ο Ουίτμαν θα πεθάνει, αφού η υγεία του ήδη κλονιστεί σημαντικά από τις αρχές του 1970, που είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο τάφος του -που ο ίδιος σχεδίασε και πολλές φορές επισκέφτηκε για να παρακολουθήσει το φτιάξιμό του- βρίσκεται στο νεκροταφείο του Camden.


 
Ο Ουώλτ Ουίτμαν και ο Peter Doyle σε φωτογραφία του 1869.

Ουίτμαν και ομοφυλοφιλία
Η παράγραφος τούτη θα μπορούσε κάλλιστα να απουσιάζει από ένα αφιέρωμα στον Ουίτμαν, μια και πιστεύω απόλυτα, πως η σεξουαλική δραστηριότητα είναι μια καθαρά προσωπική υπόθεση και πρέπει να βγαίνει προς τα έξω μόνο αν ο ίδιος ο φέρον αυτή το επιθυμεί. Όλα τα άλλα, αποτελούν αυτό που απλοϊκά θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε, κουτσομπολιό. Γνωρίζοντας όμως ότι οι βιογράφοι του Ουίτμαν έχουν καταναλώσει σεβαστή ποσότητα μελανιού για το θέμα αυτό, θεωρούμε πως πρέπει να αναφέρουμε και εδώ δυο λόγια.
Η σεξουαλικότητα του Ουίτμαν είναι ένας γρίφος που έχει πονοκεφαλιάσει τους βιογράφους του. Κρίνοντας από την ποίησή του, αρκετοί, τον χαρακτηρίζουν ομοφυλόφιλο, αν και την εποχή που έζησε ο Ουίτμαν οι έννοιες ομοφυλόφιλος και ετεροφυλόφιλος δεν είχαν πάρει την σημερινή τους σημασία. Να θυμίσουμε ότι μόλις το 1868 επινοήθηκαν, και φυσικά δεν ήταν ευρέως γνωστές, δεν είχαν δηλαδή γίνει ακόμα κτήμα του κόσμου.
Οι κριτικές πάνω στο έργο του Ουίτμαν δεν είχαν να κάνουν με την κατηγορία του ομοφυλόφιλου έργου, ή τέλος πάντων, του έργου που προτρέπει και υμνεί τέτοιου είδους επιλογές. Αν και η μοναδική κριτική που διαβλέπει κάτι τέτοιο γράφτηκε πολύ νωρίς, στην πρώτη κιόλας έκδοση του έργου, δεν φαίνεται να επηρέασε και να ξεσήκωσε κάποιες αλυσιδωτές αντιδράσεις. Για την ιστορία να αναφέρουμε πως η κριτική αυτή γράφτηκε το Νοέμβριο του 1855, και φέρει την υπογραφή του Rufus Wilmot Griswold. Ο Griswold έγραφε τότε πως ο Ουίτμαν ήταν ένοχος για «εκείνο το φρικτό αμάρτημα και δεν πρέπει να αναφέρεται μεταξύ των Χριστιανών».
Το βέβαιο είναι πως ο Ουίτμαν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του είχε έντονες φιλίες με πολλούς άνδρες. Μερικοί βιογράφοι του, βασιζόμενοι κυρίως σε επιστολές και ημερολογιακές σημειώσεις, μιλούν για ξεκάθαρη σεξουαλική σχέση του Ουίτμαν με αυτούς τους άντρες.
Πιο συγκεκριμένα, ο βιογράφος του Ουίτμαν, David S. Reynolds, αναφέρεται σε έναν άνδρα που φέρει το όνομα Peter Doyle. Σύμφωνα με τον Reynolds, ο Ουίτμαν συνάντησε τον Doyle σε κάποιο λεωφορείο το 1866, και με την πρώτη ματιά αναπτύχθηκε μια φλογερή σχέση μεταξύ των δύο αντρών. Μια σχέση που σημάδεψε τον Ουίτμαν και που –σύμφωνα με τον βιογράφο- ήταν ο έρωτας της ζωής του, μια και ήταν αχώριστοι για αρκετά χρόνια. Παραθέτει μάλιστα και συνέντευξη του Doyle, που δόθηκε το 1895, τρία χρόνια μετά το θάνατο του Ουίτμαν, στην οποία φαίνεται να είπε: «Ήμασταν εξοικειωμένοι και οι δυο, καταλάβαμε με τη μία. Κάθισε δίπλα μου, έβαλα το χέρι μου στο γόνατό του, αμέσως καταλάβαμε και οι δυο».
Μια άλλη πληροφορία προέρχεται από τον Όσκαρ Ουάιλντ, που συνάντησε τον Ουίτμαν το 1882 στην Αμερική. Σε επιστολή του στον ακτιβιστή των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων, George Cecil Ives, ο Ουάιλντ φαίνεται να έγραψε ότι δεν υπήρχε «καμία αμφιβολία» για το σεξουαλικό προσανατολισμό του μεγάλου Αμερικανού ποιητή - «Έχω το φιλί του Walt Whitman ακόμα στα χείλη μου», του έγραφε χαρακτηριστικά.
Ακόμα, το 1924, ο Gavin Arthur, πήρε συνέντευξη από κάποιον με το όνομα Edward Carpenter, γέρο πια, που του περιέγραψε λεπτομερώς μια ερωτική συνάντηση που είχε στα νιάτα του με τον Ουίτμαν. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό που διεύθυνε τότε ο Gavin Arthur.
Τελειώνουμε τούτη τη μικρή αναφορά στο σεξουαλικό προσανατολισμό του μεγάλου Αμερικανού ποιητή, λέγοντας πως όλες οι πληροφορίες που έχουμε είναι από δεύτερο χέρι. Δεν έχουμε δηλαδή καμιά αναφορά από τον ίδιον Ουίτμαν, που σε σχετική ερώτηση που του έγινε προς το τέλος της ζωής του, αρνήθηκε να απαντήσει, ενώ σε συνέντευξη στο New York Herald είπε «ποτέ δεν είχα μια ερωτική σχέση».


Ουώλτ Ουίτμαν. Χαρακτικό βασισμένο σε δαγεροτυπία του Gabriel Harrison (το πρωτότυπο έχει χαθεί). Δημοσιεύθηκε στην 1855 ως προμετωπίδα στην έκδοση των Φύλλων Χλόης


Walt Whitman
(του Άγγελου Σικελιανού)
Από τον εξώστη του Προεδρικού Σπιτιού ο Αβραάμ Λίνκολν παρακολουθούσε πάνω από μια ώρα, με το βλέμμα σαν υπνωτισμένο πια από αδιάκοπη ροή, το ανθρώπινο ποτάμι, που περνούσε κάτου από τα μάτια του για να τον χαιρετίσει, όταν άξαφνα άγγιξε τον διπλανό του και κοιτάζοντας ψηλά σ’ ένα σημείο μέσα στο πλήθος, ρώτησε:
- Ποιος είναι αυτός;
Ένας άνθρωπος μέσα σε κείνη την ανθωποθάλασσα ξεχώριζε μες σ’ όλους. Ένας άνθρωπος οπούμοιζε σα να ‘ταν ριζωμένος μες σ’ αυτό το πλήθος και μαζί σάμπως να ξέβγαινεν ολόκληρος απάνωθε απ’ αυτό. Με το κεφάλι ελαφρά ανασηκωμένο, ασημωμένο από τα χρόνια και την όψη φωτισμένη, φλογερή, μες τα’ άσπρα γένια, όπου μόλις εσκεπάζαν από τα’ ανοιχτό του το πουκάμισο τη «χλόη» του στήθους του, επροχωρούσε ταλαντεύοντας το πάτημά του, σα να ενσάρκωνε με τούτον τον ρυθμόν όπου κινούσε όλους εκείνους τους ανθρώπους, ή καλύτερα σα να ‘δινε την κίνηση στο σύνολον, αυτός. Κ’ οι ορίζοντες –αν σήκωνε κανείς τα μάτια του πάνω από το πλήθος- ήταν σάμπως να μετατοπίζονταν αδιάκοπα μαζί του.
Επροχωρούσε λοιπόν έτσι ο άνθρωπος αυτός ωσάν αργότερα απ’ τους άλλους, όπως ο μεσαίος μεγάλος ποταμός μιας χώρας, όπου προχωρεί βραδύτερα, γιατί αρμονίζει μέσα του κι αθροίζει όλα τα ρέμματα απ’ τα μακρινά κι’ από τα γύρα παραπόταμα μες στην πλατιά δική του κοίτη –ενώ η όψη του έσφυζε, αρτηρία πνευματική τεράστια, οπού ολοφάνερα έκλεινε σε κίνησην ασίγητη μαζί με τους τρανούς ρυθμούς του σύμπαντος, το ζωντανό παλμό και την πορεία ενός αμέτρητου τριγύρα του λαού.
Ένα μαζί του, όπως ο οργωτής ειν’ ένας με τη γη που οργώνει, ο θεριστής που με τα χωράφια που θερίζει, ο τρυγητής μ’ όλα τα’ αμπέλια που τρυγάει, φανερός μαζί και μυστικός όπως ο Διόνυσος στη μέση από τις ίδιες του «θεωρίες», όπου ο θύρσος του, ενώ κρατάει απόκρυφο το πνεύμα της πορείας του προς τον πόλο του δικού του απόρρητου οίστρου, όμως σύγχρονα, μ’ αυτό τον θύρσο, βάζει τάξη, σαν τσοπάνης, στο περπάτημα του κοπαδιού του, έτσι προχωρούσε, έτσι κινούνταν ο άνθρωπος αυτός –Ο Ουώλτ Ουίτμαν- μες στο λαό του.
Κι αν ο πλαγινός τού Λίνκολν δεν προλάβαινε να ψιθυρίσει τα’ όνομά του, λίγο ακόμα κι αυτό τ’ όνομα ίσως θα να ξέσπαζεν απ’ τα ίδια εκείνα πλήθη, σ’ ένα σύνθημα, ωσάν Παιάνας ή σαν Ίακχος μυστικός, και στην όχθη της πολυάνθωπης βοής, θ’ απόθετε, καθώς μια τρικυμία π’ αφήνει απά στην άμμο κάποιο σμαραγδένιο θαλασσόχορτο –την πανανθρώπινη, μα απλή ετούτη μελωδία:
«Ανυπομονώ και τραγουδώ τον εαυτό μου. Κι ό,τι Εγώ απαιτώ και Συ θα το απαιτήσεις. Γιατί κάθε μόριο που μου ανήκει, όμοια και σε σου ανήκει!».
Και θα να ‘φτανε ασφαλώς, το τόσο απλό μελωδικόν ετούτο σύνθημα, για ν’ ακουστεί προσεχτικότερα κατόπι, και για να ενορχηστρωθεί πιο φωτεινά στη σκέψη, η ιερή προσωπική μα και μαζί η ομαδική και πανανθρώπινη τεράστια συμφωνία, οπούναι η ίδια η Ποίηση του Ουώλτ Ουίτμαν, οπούναι η ίδια μυθική και καθαυτό «δυναμική αθάνατη» ύπαρξη του Ουώλτ Ουίτμαν.
Γιατί η πρόχειρη μετάφραση ετούτου του συνθήματος, κι όταν το ενσάρκωνεν ο ίδιος, υψούμενος απ’ το πνεύμα και την φύση του, ωσάν ηγέτης θεός μες στο λαό του, κι όταν τ’ ακούμε ακόμα σήμερα να φτάνει σαν η βοή ενός Κόχυλα, απάνω από το θάνατο κι απάνω από τον ωκεανό, στις ακοές μας, η πιο πρόχειρη μετάφραση ετούτου του συνθήματος, οπού ενορχηστρωμένο, όπως είπα, από την όλη ωκεάνεια ποίησή του, από την όλη ωκεάνεια ύπαρξή του, αγκαλιάζει και φιλιώνει στον παλμό του όλες τις ρίζες, όλες τις ουσίες, όλα τα φαινόμενα, όλους τους καιρούς, όλους του τόπους, όλες τις λαχτάρες, μες στην ίδια ερωτική «φιλιά» και μες στο ίδιο ερωτικό απροσμέτρητον αγκάλιασμα, δεν μπορεί να ‘ναι παρά τούτη:
«Ανυμνώ και τραγουδώ τον εαυτό μου, γιατί εγώ πλαταίνω αδιάκοπα μαζί Σας, σημερινοί κι αυριανοί μου σύντροφοι, τα σύνορά μου, γιατί εγώ δεν σταματώ στον εαυτό μου τους ορίζοντες του κόσμου και της ζωής, αλλά με μύρια μάτια, τα δικά Σας, με τα μύρια Σας κορμιά, σημερινές νέες γενεές, ζητώ να φτάσω το πλατύτερο και πλέον αγέρωχο όραμα του κόσμου, γιατί Εσείς είστ’ ο εαυτός μου και γιατί είμαι και θα νάμαι πάντα Εσείς».
Τέτοιος λοιπόν ο χορηγός μιας ιδεατής Δημοκρατίας, μιας δημοκρατίας που δε στηρίζεται σε νόμους, αλλά στην πληθωρική βιοκοσμική συνείδηση του ίδιου της Ποιητή, ενός από τους μεγαλύτερους Ερωτικούς που γνώρισε ο κόσμος. Ενός κορυφαίου Ερωτικού, που στον γενεσιουργό παλμό του αναβαφτίζεται κι ανανεώνεται και ξαναγίνεται άμεσο, δυναμικό και ανθρώπινο το σύμπαν. Και που προχωρεί και σήμερα όπως την ημέρα όπου ο Λίνκολν μ’ ένα μύχιο κλονισμό τον εξεχώρισεν ανάμεσα στα πλήθη, τώρα πλέον ανάμεσα στα χρόνια, μα και σύγχρονα απάνω από τα χρόνια, σαν προφήτης τους, ποιμένας, αρχηγός.
                                                      *
Του ποιητικού αυτού γενάρχη ωστόσο, ελάχιστα τραγούδια του γνωρίζουμε στα ελληνικά. Για να ακουστεί ο τονικός του φθόγγος και στη γλώσσα μας, ο τονικός εκείνος φθόγγος πώχουνε τα δάση όταν φουσκώνουνε σαν κύμα από τον άνεμο της άνοιξης, την ώρα που σκορπίζουνε τα σύννεφα τη γύρη τους στον κόσμο, ο ανοιχτός ωκεανός, ή οι μυστικά ξεχειλισμένοι ποταμοί, εχρειαζόνταν ένα αίμα νέο που ν’ αφεθεί σ’ αυτό το φθόγγο με λατρεία και με διάρκεια, ως που να νιώσει σε μιαν απέραντη συνήχηση μαζί του.
Και ο Νίκος Προεστόπουλος, που για να μεταφράσει, όπως μετάφρασεν, ολόκληρο το έργο του Ουίτμαν, για δύο χρόνια ολόκληρα έδωσε το νέο του αίμα στο μεγάλον αυτό μόχθο, είναι βέβαιο πως κατώρθωσεν απόλυτα να φτάσει τη συνήχησην αυτή.
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ




Walt Whitman
(του Τέλλου Άγρα)
Αποσπάσματα από το έργο του Ουίτμαν έτυχε να πρωτοδιαβάσω, στα γαλλικά, νέος, ακόμα – όταν διαβάζει κανείς τα βιβλία για να τα «περάσει»… Άστρο πολικό στην αισθητική μου συνείδηση κυριαρχούσε τότε ο Μωρεάς, εκείνος της τελευταίας περιόδου, της «σοφόκλειας» ο Μωρεάς των «Stances» και των τρομερών αφορισμών… Και λίγο πριν «περάσω» τον Ουίτμαν, ήξερα πως ο Μωρεάς είχε βάλει κι εκείνος κάποιον από τους μαθητές του αμερικανού ποιητή να του τον διαβάσει, να του τον εξηγήσει· αλλά δεν τον άφηκε να τελειώσει. «Καλύτερα να μασσήσω κοτρόνια» του είπε με τον δικό του τρόπο, και τον εσταμάτησε.
Έστω… Όμως μήπως ο ίδιος πάλι δεν είχε πη: «Υπάρχουν πολλές ομορφιές που δεν έχουν καμιά σχέση με την τελειότητα;»
Για να νοιώσω, αληθινά, τον Ουίτμαν, έπρεπε να περάσουν αρκετά, πολλά πες, χρόνια· να πάψω να διαβάζω μόνο σαν «άνθρωπος των γραμμάτων»· να γεννηθούν μέσα μου ρωτήματα πολλά –τραγικά- που να θέλουν απόκριση. Και ιδού τον τώρα, μεταφρασμένος ολόκληρος στα ελληνικά, από χέρι που ομολογώ πως –κάθε τόσο, κάθε λίγο- αναγνωρίζω ανεπιφύλαχτα και την πείρα και το γύμνασμά του. Ολόκληρος… Γιατί έτυχε βέβαια και στο μεταξύ πάλι να διαβάσω κάτι, κάπου, κομματιαστά· μα έτσι, δεν είναι τίποτα. Σήμερα μόνο έχω την πρώτην καθολικήν εντύπωση από το έργο του μακρινού προφήτη.
Λέγω «προφήτη». Ναι, καθώς τώρα μόλις νοιώθω τον Ουίτμαν, τώρα νοιώθω και τη σημασία του επιθέτου τούτου, όταν το χαρίζουν σε έναν ποιητή. Προφήτης –πως αλλιώς να τον πεις εκείνον που, εδώ κι εξήντα χρόνια, αποκρίθηκε στα ρωτήματά σου τα σημερινά, στις λαχτάρες των μεταγενέστερών του- εκείνος που δεν τον έννοιωσαν οι σύγχρονοί του;
Ο ποιητής θαρρείς πως δεν μοιάζει με κανένα. Πώς να τα ονομάσεις πρώτα-πρώτα τα τεράστια τούτα ποιήματα –μ’ αδιάπτωτη πάντα την πνοή- στροφές πάνω στις στροφές, σελίδες πίσω από σελίδες, «φύλλα χλόης που τ’ ανασπά από τον κόρφο του –και γράφει;».
Να τα πεις ωδές; Προ πολλού ξεπέρασαν τις μορφολογικές διαστάσεις της ωδής. Να τα πεις λοιπόν ψαλμούς. Αλήθεια, αν η μνήμη σου τρέξει ως τον Προφητάνακτα (πως και πάλι να μη τον πεις προφήτη;), μπορεί να βρεις μιαν αναλογία με τον αμερικανό -τη μία και μοναδική.
«Revé de David éclos au climat dAmérique» -έτσι, θυμούμενος κάποιο στίχο του Μπωντλαίρ και παραλλάζοντάς τον, θα μπορούσες να πεις για τον Ουίτμαν. (Και καλά θυμάται κανείς τον Μπωντλαίρ· γιατί σε μερικά από τα πρώτα ποιήματα των «Fleurs du mal», καθώς στη «Géante» και σ’ άλλα υπάρχει, αλήθεια το ίδιο παράξενο στοιχείο, μια πρώτη «προσλαμβάνουσα παράστασης» για τον αμερικανό ποιητή. Μα σ’ άλλον κανένα).
Και πάλι – ο Ουίτμαν δεν μοιάζει ούτε με τον Δαβίδ. Φόρμα και ουσία είναι γι’ αυτόν ένα- αλλά μ’ έναν τρόπο που δεν έχει κανείς άλλος.
«Επύργωσε ρήματα» κι ο Ουίτμαν, όπως κι ο Αισχύλος. Μα του Ουίτμαν τα «ρήματα» δεν είναι σαν του Αισχύλου εκείνα τα κυβικά – που ο όγκος τους, όσο κι αν ακόμη απέχει, περιέχει όμως ρητές τις αναλογίες που εξεφράσθηκαν αργότερα με την ιωνικήν ευγραμμία του Ευριπίδη. Ο Αισχύλος είναι, στο βάθος, ο λόγιος, ο αισθητικός. Ο Ουίτμαν είναι παντού ο άνθρωπος.
Τι κάνει; Περιγράφει; Όχι. Σκέπτεται; Ούτε. Δημιουργεί. Δημιουργεί έναν άλλο κόσμο: άλλην οικουμένη, άλλη σάρκα, άλλη νοοτροπία –άλλον άνθρωπο. Δεν έχει αυτός τίποτε να κάμει με τα αισθητικά. Δεν είναι μάρμαρο, όπως οι παρνασσικοί, όπως οι αρχαίοι. Είναι σώμα γιγάντιο, πρωτόγονο σώμα: κρέας και χυμοί. Φέγγει όπως ένα γυμνό κορμί στον ήλιο –κι αντί για ήλιος. Αυτή η παρουσία του κορμιού, παντού στα ποιήματά του! Είναι σάρκινος. Όχι σαρκικός. Δύναμις όχι νεύρα. Δεν είναι το γλύκισμα, ούτε το κρασί. Είναι το ψωμί –το ψωμί και το κρέας. Μεγαλόπρεπα σαρκικός. Ένας θεός –«θεός του εαυτού του»- που δεν χρειάζεται τίποτε.
Τον κατηγορούσαν στον καιρό του ότι δεν ξέρει τι θα πει «χιούμορ». Και μόνο τούτο; Δεν ξέρει καν τι θα πει «ερασμιότης» -το πρώτο στοιχείο για κάθε ποίηση. Μήτε αυτό δεν το έχει· δεν το ξέρει, δεν το φαντάσθηκε καν. Ειν’ ένας αλλοιώτικος μεγάλος.
Δε μοιάζει με τον Δαβίδ, γιατί εκείνος έψαλλε το Θεό -των Εβραίων. Ο Ουίτμαν ψάλλει το θείον. Ψάλλει τον Άνθρωπο αλλά (το ξαναλέω) έναν άνθρωπο όπως τον έχει πλάσει αυτός. Ένας σπλαχνιστής Τιτάν, ένας Κύκλωπας κήρυκας δυνάμεων που δεν είναι ανθρώπινες.
Πως μας απογοητεύει, μας εξαγριώνει, μας φαρμακώνει το θέαμα της ζωής: Οι αδικίες· οι αποτυχίες, που είναι κι αυτές αδικίες· οι στερήσεις, άδικες κι αυτές· οι τραγικές ειρωνείες· οι ματαιότητες· τ’ άκαιρα και τα παράκαιρα· τα’ αδύνατα· όλα τα φριχτά. Κατηγορηματική τότε άρνηση κυριεύει του ανθρώπου το εσωτερικό. «Αδύνατο! λέει τότε κι εκείνος. Το τυχαίο τούτο θέαμα δεν ημπορεί να είναι η πραγματικότητα! Δεν ημπορεί ν’ αποτύχω, ενώ ήμουν άξιος να πετύχω· δεν ημπορεί να στερηθώ, αφού δεν θέλω να στερηθώ. Υπάρχει κάποιος άλλος κόσμος, όπου εκεί γίνεται ό,τι θέλω –ό,τι πρέπει…».
Αλλ’ όταν διαβάζει κανείς τον Ουίτμαν, όλη αυτή η νοοτροπία αλλάζει. «Άνω σχώμεν τας καρδίας» είπε η εκκλησία. Ανάταση πνιγμένη στα δάκρυα… Ο Ουίτμαν υψώνεται ελεύθερα. Δεν ημπορείς να πεις «το κατορθώνει». Σ’ έχει φέρει πολύ ψηλά στο σύμπαν; Σ’ έχει κατεβάσει κιόλας πολύ βαθειά στην Ύλη; Δεν το ξέρει κανείς, αυτός μιλεί αλλιώς, αρχίζει απ’ αλλού, τα προσωπικά μας τα ζητούμενα, η Δικαιοσύνη, η Ηθική, η Τάξις, ο Θάνατος, του είναι ωσάν ανύπαρκτα. Δίχως να αισθανθούμε κανένα πόνο, ξερρίζωσε κιόλας από μέσα μας το εγώ. Μιλεί, σαν αν μιλεί όχι άνθρωπος, άλλ’ η Γη, η Φύσις. Εξερρίζωσε το εγώ μας; Ή το πλάτυνε για να γίνει ένα με το παν; Αφάνισε τις μικρές μας λύπες, ή τις μεγάλωσε ως το άπειρο, και τις έκανε αναίσθητες; Όποιος αχόρταγα γυρεύει τη «λύτρωση» από την τέχνη, στον Αμερικανό πατριάρχη θαύρει μια λύτρωση ανεξήγητη.
Amor fati? Να πω πως ο Ουίτμαν είναι ο αντίλαλος του Νίτσε; Ένας Νίτσε χωρίς λυρισμό, χωρίς πείσμα και χωρίς πάθος. Ο Νίτσε ποθεί τον Υπεράνθρωπο. Ο Ουίτμαν είναι. Ο Υπεργήινος. Ο Θεουργός και ο Θεός. Ο Άρρην.
Όλ’ αυτά ανακατεύονται, πλάθονται και βγαίνει το ποίημα, ο ψαλμός, αδιαίρετος σε περιεχόμενο και μορφή: απρόσιτος για την κριτική. Να μιλήσει κανείς, ύστερ’ απ’ αυτά, για «τεχνοτροπία», θα ήταν άσχετο, ασυμβίβαστο και γελοίο.
Με όσην ολύμπιαν ευκολία βγαίνει η φωνή του, μ’ άλλη τόσην απλότητα η φαντασία του προπορεύεται. Καινούργιος, μεγάλος και απλός, Στην καταπονημένη ποιητική φαντασία του λατίνου, σαν θαύματα παρουσιάζονται, σε κάθε στροφή, τα ευρήματα τα μεγάλα –και μαζί τ’ απλά, ευρήματα κοσμικά, πηγαία- όθε ημπορούν να πηγάσουν ένα σωρό άλλα. Το καθένα τους κι ένας θησαυρός· θάφθανε να δώσει στον λατίνο τις μισές μεταφορές μιανής συλλογής. Κι ο αμερικανός, τα γεννά και τα’ αφήνει για να γεννήσει άλλα. Βλέπεις κι ανοίγονται οι ορίζοντες του Λόγου, εκεί που τους φανταζόσουν τελικά κλειστούς. Καινούργια Αμερική όπως κι η χώρα του. Τα Φύλλα Χλόης μοιάζουν η Αμερική του λόγου του ποιητικού… Και θα σημειώσω, όχι βέβαια ολόκληρες εικόνες, αλλά κοσμητικά επίθετα μερικά, που κάτι μπορούν να μαρτυρήσουν –τη «λυγερή θύρα», τον «σγουρό καπνό», την «αθλητική Αμερική», το «πρεσβύτερο χέρι», τον « φιδωτό φράχτη», τα «χνουδάτα μούσκλια», τα « θρακιασμένα κούτσουρα», το «ανέφθαρτο χώμα», την «εύρωστη ψυχή», τα’ «ογρό αναφυλλητό», τη «μορφή τη μοσχοσαπουνισμένη», τον «κοκκινοτρίχη το σεΐζη», το «δραπέτην ήλιο»…
Η χάρη, το χιούμορ, η ερασμιότητα λείπουν (το είπαμε) από τον Ουίτμαν εντελώς. «Μη ζητάται ρόδα στην Ιρλανδία... λέγει κάποιος ποιητής. Μελαγχολία, πόνος, σπαραγμός, πάθος, πείσμα, ζηλοτυπία, ακόμη κ’ ο έρωτας· κι αυτά λείπουν.
Την Υγεία, αίσθηση «άχροη, άοσμη και άγευστη», όπως η αίσθηση του Εγώ, όπως η αίσθηση του νερού -αυτήν τραγουδάει ο Ουίτμαν. Κι αν ήθελε κανείς όχι απλώς να τον σπουδάσει, μα και ν’ αναζητήσει την αιτία γιατί να είναι αυτός που είναι, κι όχι σαν τους άλλους, θαύρισκε πως αυτή η Υγεία είναι μέρος της ζωής, μα για να τον κάνει ατάραχο κι απέναντι στο θάνατό του τον ίδιο.
Έρχεται έπειτα ο ενθουσιασμός. Ο ενθουσιασμός ιδού η «ποιητική διάθεση» του Ουίτμαν, σ’ όλες του τις αποχρώσεις, από την πιο ήμερη, την καθημερινή, ως την πανηγυρική. Ενθουσιάζεται όπως αναπνέει. Ενθουσιασμός ήρεμος, κανονικός, ακατάπαυστος, θα ‘λεγε κανείς «φυτικός». Και κάπου-κάπου, έξαρση, βροντές, τυμπανοκρουσίες… για τα έμψυχα, όσο και για τα άψυχα, για τους νικητές, μα «προ παντών για τους νικημένους». Νομίζεις πως την Πλάσην αυτή δεν την έπλασε ο Θεός, παρά αυτός ο ίδιος: τέτοιο ύφος έχει η χαρά κι ο ενθουσιασμός του που τη βλέπει. «Πάντα καλά λίαν», το είπε ο Ιεχωβά, το ξαναλέει κι ο Ουίτμαν, για λογαριασμό του.
Έρχεται η Φιλία. Θαυμάζει τους Εραστάς, όλους εκείνους που αγαπούν κάτι ωσάν τους πλέον μεμυημένους της ζωής. Αλλ’ ο ίδιος δεν είναι εραστής· γιατί δεν έχει πάθος. Ο έρωτάς του είναι τόσο μεγάλος, τόσον απρόσωπος, που γίνεται φιλία του Ηρακλή με την φύση, ύστερ’ από τους δώδεκα άθλους του.
Τέτοια περίπου είναι η πρώτη μου εντύπωση από το έργο του Ουίτμαν. Όσο για τη μετάφραση, βρίσκω κ’ εγώ, μαζί με τον Άγγελο Σικελιανό, ότι «ο Νίκος Προεστόπουλος, που για δύο χρόνια έδωσε το νέο του αίμα στον μεγάλο μόχθο, είναι βέβαιο πως κατόρθωσεν απόλυτα να φτάσει τη συνήχησην αυτήν. Ο Ουίτμαν ολόκληρος στη νεοελληνική γλώσσα! Αμφιβάλω αν, στις ημέρες μας κι από τους σύγχρονούς μου, κάποιος άλλος θα ήταν άξιος να το κάμει. Γιατί ο Νίκος Προεστόπουλος δεν υπήρξεν απλώς ένας μελετητής του Αμερικανού ποιητού· αλλά της ζωής του περιστατικά τον είχαν φέρει να νοιώσει την αμερικανική ποίηση ζωντανά -ανάμεσα από ζωντανή ψυχή…
ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ, 1936


Εξώφυλλο της θρυλικής μετάφρασης των Φύλλων Χλόης από τον Νίκο Προεστόπουλο


Λίγα λόγια για τα Φύλλα Χλόης
Από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του το βιβλίο του Ουώλτ Ουίτμαν Φύλλα Χλόης ξεχωρίζει και είναι το πιο ιδιόρρυθμο και άξιο μνημείο στα έργα της αμερικανικής λογοτεχνίας.
Σ’ έναν ευρύτερο και ολοένα επεκτεινόμενο κύκλο αναγνωστών και κριτικών, θεωρείται σαν το πιο πρωτότυπο βιβλίο, το πιο αποφασιστικά ατομικό, η πιο μεγαλειώδεις προσωπική δημιουργία στην αμερικανική λογοτεχνία.
Είναι το πλέον εγκωμιαζόμενο, αλλά και το βαριά καταδικασμένο βιβλίο, που βγήκε ποτέ από αμερικανικό τυπογραφείο, σαν έργο αμερικανού συγγραφέα. Κανένα άλλο βιβλίο δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτό στις αμέτρητες δάφνες που του προσφέρουν διακεκριμένοι κριτικοί από την μια πλευρά, και στα επίσης άπειρα εχθρικά και ρυπαρά τούβλα που του εξεσφεντονίζουν εξίσου διακεκριμένοι κριτικοί από την άλλη πλευρά.
Είναι το πιο έντομα προσωπικό βιβλίο στην αμερικανική λογοτεχνία, που επιζεί με τρόπο μεγαλειώδη, σύμφωνα με την υποσχεμένη γραμμή του, «Όποιος αγγίξει το βιβλίο αυτό, έναν άνθρωπο αγγίζει», και ξεχύνει τις αναρίθμητες ομολογίες του με την παλληκαριά μιας κλάσεως αυτοβιογραφίας.
Το Φύλλα Χλόης, περιλαμβάνει, κάτω από το εξώφυλλό του, τη ζωή και τη σκέψη ενός ανθρώπου. Τυπώθηκε για πρώτη φορά όταν ο συγγραφέας του ήτανε 36 χρονών, και πραγματικά ποτέ δεν ξενάγραψε άλλο βιβλίο μ’ όλο πούζησε ως τα 73 του χρόνια. Το μόνο που τον απασχόλησε στο υπόλοιπο μέρος της ζωής του, αφού τύπωσε την έκδοση των Φύλλων Χλόης, ήτανε να ξαναγράψει και να επεκτείνει το πρώτο του αυτό βιβλίο.
Κανένας άλλος ποιητής, εκτός από τον Πόε, δεν εγνώρισε τη φήμη, τους φανατικούς θαυμαστές, μεσ’ στις δεκαετίες του χρόνου, και τη διεισδυτικήν επιρροή, που εγνώρισε ο Ουώλτ Ουίτμαν, ως αμερικανός συγγραφέας. Μια αμερικάνικη δύναμη στην Ευρώπη, στην Ασία, στην Αφρική, στην Αυστραλία, και στα διάφανα αρχιπελάγη.
Κανένα άλλο αμερικανικό βιβλίο δεν είχε τόσο σταθερό πλήθος φίλων, συνηγόρων και υποστηριχτών, σαν αυτό που γνώρισε από δεκαετία σε δεκαετία –κι εξακολουθεί να γνωρίζει και να είναι στην πρώτη γραμμή- σαν το Φύλλα Χλόης.
Είναι ο πιο πανηγυρικά διατρανωμένος επίσημος όρκος –από όσους γράφτηκαν ποτέ- πως η Αμερική κάτι σημαίνει, και κάπου πηγαίνει. Είναι η πιο κλασική αυτοδιαφήμηση της Αμερικής, όσον αναφορά τους σκοπούς της, τη μοίρα της, τα λάβαρά της και τους φάρους της.
Γι’ αυτό και ειδικά λόγω των παραπάνω επτά σημείων, που τονίσαμε, και ακόμα επιδή υπάρχουν και άλλα σημεία, στα οποία τα σχόλια μπορεί να είναι πλατύτερα, και γιατί ακόμα υπάρχουν μεγάλα και μυστικά σημεία επαφής με το έργο αυτό, που δεν μπορεί να τα περικλείσει μια πληροφοριακή αριθμητική καταγραφή, γι’ αυτό ξεκαθαρίζουμε, πως τα Φύλλα Χλόης είναι ένα βιβλίο, που πρέπει κανείς να το κάνει δικό του, να το διατηρήσει, να πολεμήσει γι’ αυτό, και να το διαβάζει ωσότου ξεχυλίσει απ’ αυτό, κι ωσότου φθαρεί υλικά στα χέρια του από την πολύχρονη χρήση.
CARL SANDBURG



 
Ουώλτ Ουίτμαν. Φωτογραφία του 1878.


ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
Ποίηση
  • Drum Taps (1865)
  • Good-Bye, My Fancy (1891)
  • Leaves of Grass (1855)
  • Leaves of Grass (1856)
  • Leaves of Grass (1860)
  • Leaves of Grass (1867)
  • Leaves of Grass (1870)
  • Leaves of Grass (1876)
  • Leaves of Grass (1881)
  • Leaves of Grass (1891)
  • Passage to India (1870)
  • Sequel to Drum Taps (1865)
Πεζά
  • Complete Prose Works (1892)
  • Democratic Vistas (1871)
  • Franklin Evans; or, The Inebriate (1842)
  • Memoranda During the War (1875)
  • November Boughs (1888)
  • Specimen Days and Collect (1881)


 
Μεταφράσεις του έργου του Ουίτμαν στα ελληνικά
Όπως προαναφέραμε, ολόκληρο το ποιητικό έργο του Ουώλτ Ουίτμαν με τίτλο Φύλλα Χλόης, κυκλοφόρησε αρκετά νωρίς στα ελληνικά -τη δεκαετία του '30- μεταφρασμένο από τον Νίκο Προεστόπουλο. Στα χρόνια που ακολούθησαν διάφοροι εκδοτικοί οίκοι κυκλοφόρησαν αποσπάσματα από την μετάφραση αυτή. Μετάφραση εξαντλημένη βέβαια προ πολλού, μια και κανένας εκδοτικός οίκος δεν φρόντισε να την επανατυπώσει τα τελευταία χρόνια -τελευταία ανατύπωση πρέπει να έγινε την δεκαετία του '50. Σήμερα στο εμπόριο κυκλοφορούν διάφορες αποσπασματικές μεταφράσεις από τα Φύλλα Χλόης. Οι ενδιαφερόμενοι για την συνολική μετάφραση των Φύλλων Χλόης από τον Προεστόπουλο, ας δοκιμάσουν την τύχη τους στα παλαιοβιβλιοπωλεία!!
  • Τέσσερα τραγούδια για το θεό και για το θάνατο, Paul Verlaine, George Gram Cook, Walt Whitman, Victor Hugo. Μεταφραστής: Νίκος Προεστόπουλος, Αθήνα: Σακελλάριος 1929
  • Ἐκλογή από τα φύλλα χλόης. Μετάφραση: Νίκου Προεστόπουλου. Πεχλιβανίδης [1958]
  • Walt Whitman, μετάφραση εισαγωγής Γιώργος Σπανός. Μετάφραση ποιημάτων Χάρης Βλαβιανός, Αθήνα: Πλέθρον 1986
  • Επιλογή ποιημάτων, μετάφραση: Δημήτρης Χορόσκελης, Θεσσαλονίκη: Εκδοτική 2006
  • Το τραγούδι του εαυτού μου, μετάφραση: Ζωή Ν. Νικολοπούλου. Πρόλογος: Κώστας Γεωργουσόπουλος. Αθήνα: Ηριδανός 2006
  • Αφιερώματα; Ξεκινώντας από το Πωμανόκ: Ποιήματα, μετάφραση: Ζωή Ν. Νικολοπούλου. Αθήνα: Ηριδανός 2007
  • Στη γαλάζια όχθη της Οντάριο, μετάφραση: Γιάννης Βαρβέρης, Αθήνα: Ύψιλον, 1999.
  • Παιδιά του Αδάμ. Κάλαμος, μετάφραση: Τόνια Κοβαλένκο. Αθήνα: Ηριδανός 2009.



© κειμένων, gayekfansi.blogspot.gr, με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος.


Ο Ουώλτ Ουίτμαν και ο Warren "Warry" Fritzinger (1866-1899) στις αποβάθρες του Camden, 1890.


Ουώλτ Ουίτμαν και Harry Stafford.


Ο Ουώλτ Ουίτμαν και ο Peter Doyle σε φωτογραφία του 1869.


Ουώλτ Ουίτμαν και Bill Duckett. Φωτογραφία του 1886.


Ουώλτ Ουίτμαν. Φωτογραφία του Michals Salute




Ουώλτ Ουίτμαν. Φωτογραφία: George Collins Cox. 1887.


Ουώλτ Ουίτμαν. Φωτογραφία του Thomas Eakins. 1885


Ο Ουώλτ Ουίτμαν. Φωτογραφία του 1848 στη Νέα Ορλεάνη.


 
Ο Ουώλτ Ουίτμαν φωτογραφημένος από τον Thomas Eakins. 1885.


Υπογραφή του Ουώλτ Ουίτμαν