Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Όταν ο Ε. Μ. Φόρστερ (Edward Morgan Forster) γνώρισε τον Κωνσταντίνο Καβάφη


(αρ) Κ. Π. Καβάφης, χαρακτικό του Γιάννη Κεφαλληνού

(δε) Πορτραίτο του Ε.Μ. Φόρστερ από τη Ντόρα Κάρινγκτον


Όταν ο Φόρστερ γνώρισε τον Καβάφη, το χρονικό μιας φιλίας

Πάει πολύς καιρός από τότε που το έργο του Κ. Καβάφη έχει πιάσει μια από τις πρώτες θέσεις στον χώρο της ποίησης σε διεθνές επίπεδο. Και ο λόγος εδώ δεν είναι μόνο για το συνεχές διευρυνόμενο αναγνωστικό του κοινό ή για τον συνεχή πολλαπλασιασμό των μελετητών του, αλλά και για το πλήθος των σύγχρονων ποιητών, οι οποίοι σπεύδουν να παίξουν στιλιστικά με το κλίμα και τα πρόσωπά του ή να αναμετρηθούν ποικιλοτρόπως με τα θεματικά του αρχέτυπα. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως τον δρόμο του Καβάφη προς την παγκόσμια σφαίρα άνοιξε ο Ε. Μ. Φόρστερ (E. M. Forster). Σίγουρα, χωρίς τη δύναμη της ποίησή του ο Καβάφης θα έμενε στα μισά της διαδρομής, ό,τι κι αν έκανε ο Φόρστερ. Παρ’ όλα αυτά, για να βηματίσει ένας δυνατός λογοτέχνης στην υδρόγειο χρειάζεται πάντα έναν ισχυρό μεσολαβητή. Και αυτόν ακριβώς τον ρόλο ανέλαβε ο Φόρστερ.

Ο τόπος και ο χρόνος της συνάντησης του Φόρστερ με τον Καβάφη είναι εμβληματικός. Πρόκειται για την Αλεξάνδρεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στην οποία ο Φόρστερ καταφτάνει το 1915 σε ηλικία 36 χρονών, για να ασχοληθεί με την Υπηρεσία Αναζητήσεων του Ερυθρού Σταυρού. Κατά τη διάρκεια παραμονής του στη μυθική πόλη, ο Φόρστερ γνωρίζεται με τρις σημαντικούς τοπικούς παράγοντες: τον Τζορτζ Αντόνιους, Παλαιστίνιο ελληνορθόδοξο, που εργάζεται στη λογοκρισία και θα δραστηριοποιηθεί τα επόμενα χρόνια ως διπλωμάτης στη Μέση Ανατολή, τον Ρόμπιν Φέρνες, που δουλεύει επίσης στη λογοκρισία και τον Περικλή Αναστασιάδη, που έχει σπουδάσει στη Βρετανία και είναι ζωγράφος, αλλά και οικονομικός αρωγός του Καβάφη.

Η Λέσχη Μεχμέτ Αλή

Την ιστορία των γνωριμιών του Φόρστερ στην Αλεξάνδρεια αφηγείται με ξεχωριστή δεξιοσύνη ο Μάικ Χάαγκ στο βιβλίο του «Αλεξάνδρεια: Η πόλη της Μνήμης» (μετάφραση Δημήτρης Γ. Στεφανάκης, εκδόσεις Ωκεανίδα, 2004), αναζητώντας το σημείο της πρώτης επαφής του Βρετανού μυθιστοριογράφου με τον Καβάφη. Ο Χάαγκ δεν μπορεί να μας διαβεβαιώσει για το ποιος από τους τρεις τον σύστησε στον Αλεξανδρινό (αν και έχει μια τάση να υποπτεύεται τον Αναστασιάδη), αλλά μοιάζει σίγουρος για ένα πράγμα – για το ότι ο Αντόνιους, ο Φέρενς και ο Αναστασιάδης βρέθηκαν μαζί με τον Φόρστερ και τον Καβάφη ένα μαρτιάτικο βράδυ του 1916 στη Λέσχη Μεχμέτ Αλή. Ο Καβάφης είναι τότε 53 ετών, εργάζεται στην Εταιρία Αρδεύσεων και επιβάλλεται τόσο με το εξαιρετικά φροντισμένο παρουσιαστικό του όσο και τη διανοητική και καλλιτεχνική του προσωπικότητα, χωρίς να μπορεί να ξεχάσει, όπως κάπως στυφά παρατηρεί ο Χάαγκ, ότι είναι γόνος πλούσιας οικογένειας.

Έξι μήνες αργότερα, ο Φόρστερ θα περιγράψει τον Καβάφη ως το «κορυφαίο μέλος της παρέας» με την οποία γνωρίστηκε στη Λέσχη Μεχμέτ Αλή, ενώ σύντομα θα αρχίσει να επισκέπτεται τον ποιητή στο διαμέρισμά του της οδού Λέψιους. Είναι το ξεκίνημα μιας φιλίας στην οποία φα πάρει με φανερή προθυμία μέρος ο «στοχαστικά ευαίσθητος και γνήσια φιλελεύθερος συνομιλητής του Αλεξανδρινού», όπως έχει περιγράψει τον Φόρστερ ο Γ. Π. Σαββιδης. Τι ακριβώς, όμως, θα προκύψει για τον Καβάφη και την ποίησή του από αυτόν τον τόσο φιλικό, αλλά ουδέποτε ερωτικό (ο ίδιος και ο Φόρστερ υπήρξαν συνειδητοί ομοφυλόφιλοι) δεσμό;

Μόλις μια τριετία μετά την πρώτη τους συνεύρεση, ο Φόρστερ δημοσιεύει στο λονδρέζικο περιοδικό «Athenaeum» το διάσημο σήμερα κείμενό του «Η ποίηση του Κ. Π. Καβάφη» (ο αναγνώστης μπορεί να βρει εύκολα τη μετάφρασή του στον τόμο «Εισαγωγή στην ποίηση του Καβάφη. Επιλογή κριτικών κειμένων», που κυκλοφόρησε το 1994 με επιμέλεια Μιχάλη Πιερή, από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Βρισκόμαστε στα 1919 και ο Φόρστερ συστήνει τον ποιητή του στο αγγλοσαξονικό κοινό με μια περιγραφή η οποία θα κάνει έκτοτε το γύρω του κόσμου: «Έχει τη δύναμη –και φυσικά τους περιορισμούς- του ανθρώπου που ζει κλεισμένος στον εαυτό του και που, μολονότι δεν φοβάται τον κόσμο, στέκει πάντα σε ελαφρά απόκλιση προς το σύμπαν» Αυτό, βεβαίως, είναι περισσότερο ένα επικοινωνιακό τρικ και λιγότερο μια κριτική και ερμηνευτική θέση.

Εξώφυλλο του βιβλίου του Φόρστερ για την Αλεξάνδρεια, έκδοση του 1922

Υποκειμενικότητα και ιστορία

Ο Φόρστερ, παρ’ όλα αυτά, δεν αρκείται στην αβρότητα της κοσμικής του συνάντησης. Μπαίνει βαθιά στο έργο του Καβάφη και αναδεικνύει, παρά τη συντομία του άρθρου του, την βασική του συνιστώσα. Το καβαφικό έργο, σημειώνει προσφυώς ο Φόρστερ, πηγάζει από την πρακτική ζωή και την εμπειρία, αλλά δεν επαναλαμβάνει ούτε αντιγράφει την πραγματικότητα: δημιουργεί, αντιθέτως, ένα βαθύ και ασίγαστο εσωτερικό κόσμο, ο οποίος μας βάζει υποβλητικά στη γεωγραφία του και δονεί κατά τον πλέον ευαίσθητο τρόπο τις συγκινησιακές χορδές μας. Όμως η Καβαφική ποίηση δεν περιορίζεται μόνο στην υποκειμενικότητά της- διαθέτει και μιαν αντικειμενική διάσταση, που δεν είναι άλλη από την ώσμωση και την ακαταπόνητη τριβή της με την Ιστορία.

Όσο για την τεχνική επί τη βάσει της οποίας συνθέτει ο Αλεξανδρινός τα ποιήματά του, ο Φόρστερ θα σπεύσει να της αναγνωρίσει έναν στιβαρό ριζοσπαστισμό. Η μορφή και η γλώσσα της καβαφικής ποίησης απομακρύνονται, κατά τον Φόρστερ από την καταθλιπτική τυραννία του κλασικισμού και κατευθύνονται προς τις λεπταίσθητες (και σαφώς αντιηρωικές και αντιδραματικές κατακτήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας. Ο Καλλίμαχος και οι συν αυτώ καθοδηγούν τον Καβάφη στην έκφρασή του και τον βοηθούν να πετύχει στο ακέραιο τους σκοπούς του. Αναθρεμμένος με την αρχαιοελληνική παιδεία, ο Φόρστερ ξέρει πως ανάλογη παιδεία φέρουν και όσοι τον διαβάζουν στο «Athenaeum» - και βιάζεται να την επικαλεστεί και να τη χρησιμοποιήσει, όχι μόνο για να προσελκύσει την προσοχή τους, αλλά και για να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους. Δεν σκοπεύει, εντούτοις, να κοροϊδέψει κανέναν ως προς το περιεχόμενο και το στιλ της ποίησης την οποία προτείνει. Ο Καβάφης, γράφει «κινείται πολύ αργά και συγχρόνως πολύ υψηλά». Ως εκ τούτου είναι ένας καλλιτέχνης ο οποίος δεν ενδιαφέρετε για την εύκολη ομορφιά – ένας καλλιτέχνης, με άλλα λόγια ο οποίος δεν θα γίνει ποτέ δημοφιλής.

Δεν θα γίνει ποτέ δημοφιλής: είναι, προφανώς, το μόνο στοιχείο στο οποίο αστόχησε ο Φόρστερ στην κριτική του για τον Καβάφη. Ο Καβάφης βρέθηκε τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα στην πρώτη γραμμή της διεθνούς ζήτησης και δεν πορεύεται διόλου διαφορετικά και κατά την πρώτη δεκαετία του καινούργιου αιώνα. Χάρη, ασφαλώς, στη διορατικότητα και την ανταπόκριση και του Φόρστερ, που του προσέφερε γενναιόδωρα τη δίοδο προς την Ευρώπη και τον κόσμο.

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου (Περιοδικό "Βιβλιοθήκη" της Ελευθεροτυπίας, 22 Ιουνίου 2007)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου