Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

"Ευτυχισμένοι μαζί", μια ταινία του Γουόν Καρ Γουάι ("Happy Together", a film of Wong Kar-wai)



ΔΥΣΤΥΧΕΙΣ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ 
(του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου)
Το μαρτύριο του έρωτα: Ένα ερωτικό ζευγάρι. Η μετακίνηση, το ταξίδι για την από κοινού απόλαυση, χαρά της επικοινωνίας των σωμάτων, του χαδιού, της ηδονής, χαρά της ανακάλυψης, της ομορφιάς του έξω κόσμου. Για πάντα μαζί. Ο χρόνος καθυποτάσσεται. Η χίμαιρα των ανθρώπων. Φυσικά, η ταινία συλλαμβάνει –με γοργές κινήσεις και ήχους- και το αντίθετο: το «μαζί» φθείρει και φθείρεται, ο κόσμος δεν προσφέρεται, σε ζορίζει, η μοναξιά περιζώνει, χρόνος διαφεύγει. Η πτωτική καμπύλη των αισθημάτων, της ζωής, συντονίζεται με την ανοδική καμπύλη της κινηματογραφικής εκφραστικότητας. Αυτή είναι η δύναμη του Wong Kar-wai. Τα φευγαλέα πλάνα που εναλλάσσονται πριν τελειώσουν, κολλούν σε ρελαντί ή ακινησία, τρέχουν σε αξελερέ, με φωνή οφ ή ρυθμισμένα από τα ταγκό του Piazzolla, τα τραγούδια του Zappa, θίγουν το κλιπ και χτυπούν στο κέντρο του αινίγματος. Ο χρόνος αιώνιος και πάντα παρελθόν. Δεν έχει προχωρήσει πολύ η ταινία, η «αναποδιά», η σύγκρουση, όταν ο ένας εραστής, ο επιπόλαιος, ο απόλυτα «εμβαπτισμένος», λέει την τυπική έκλυση: «ας ξαναρχίσουμε από το μηδέν». Και ο άλλος ο σοβαρός, ο αφηγητής, σχολιάζει ακαριαία, οφ: «ήθελα πάντα να ξαναρχίσουμε από την αρχή». Να σβήσεις το χρόνο. (Τότε, το ασπρόμαυρο μετατρέπεται σε έγχρωμο.)
Που είναι ο παράδεισος; Το θέμα, λοιπόν: η ζωή του ερωτικού ζεύγους, παράδεισος και μαρτύριο, η διάρκεια φίλος και εχθρός και η κινηματογράφηση αποσπάσματα, θραύσματα. Ακινητοποίηση και μαζί φυγή προς τα εμπρός, ο κύκλος δεν κλείνει, αλλά ο σκηνοθέτης καρφώνει το χρόνο με τα ενσταντανέ του.
Ο Wong Kar-wai είναι δημιουργός, αλλά όχι «θεσμικός», Δεν έχει σύμπαν και μορφή ήδη διακεκριμένη, ώστε η φιλμική εργασία να επιβεβαιώνει το λόγο της, σε σύστημα «υπέροχο». Βουτάει στο βρώμικο νερό αυτής της πραγματικότητας που εν μέρει αγνοεί (οι Ταϊβανέζοι ήρωες στην Αργεντινή) και αρπάζει το υλικό του, υπερβολικό και φτωχό, όχι τυχαίο. Η ντοκιμαντερίστικη λήψη είναι αισθητικά καδραρισμένη, χρωματισμένη και με τον εσωτερικό ρυθμό της, η σύνθεση στο μοντάζ (και η παρέμβαση του ήχου-σχολίου της μουσικής) οργανώνει το χαρακτήρα των ατελών σκίτσων, υπαινισσόμενη τη δυνατότητα πολλών εικόνων. Αυτά τα πλάνα είναι επαρκή και σημαίνοντα, ο τρόπος γενναιόδωρος και ακριβής –λειτουργικός.
Πλούτος Έκφρασης: Αυτός είναι ο πλούτος και το νεωτερικό του κινηματογράφου του Wong Kar-wai. Οι δύο Ταϊλανδοί νέοι είναι ομοφυλόφιλοι, αλλά η ιστορία τους, ο πόθος, ο βαθύς σύνδεσμος και το αλληλοξέσχισμα, ανήκουν σε κάθε ερωτικό ζευγάρι. Χειρονομίες, ματιές, σημάδια από τις φουρτούνες του πάθους. Και γύρω η ξενιτιά, η γοητεία και η σκληρότητα, η ελπίδα να χαρείς την ομορφιά του καταρράκτη Ιγουασού –μαζί. Οι γαλάζιες τουλίπες των υδρατμών του παρεμβάλλονται σαν ανεξιχνίαστη, επίμονη όψη ομορφιάς στην αρχή, επιβεβαιώνονται όμοια στο τέλος, αλλά ο αφηγητής τις χαίρεται μόνος.
Οι εικόνες ξεχειλίζουν από υλικότητα. Ο έρωτας είναι δύσκολος και αντιφατικός αλλά και το περιβάλλον σκληρό. Η δουλειά, κράχτης και πορτιέρης για το Μπαρ Νότος, μέσα στο κρύο, λάντζα, μαγείρεμα, φαγητό, αργό πλύσιμο με σφουγγάρι, το φιλμ είναι έντονα απτικό. Τα σώματα, τα χρώματα, το ίδιο το μεταβαλλόμενα φως, όλα θαρρείς εγγίζονται. Πραγμάτωση του χρόνου και της αφής, αισθητική που πλάθεται «καθ’ οδόν», πάθος και νοσταλγία του «άλλου» που υπάρχει και χάνεται, μελαγχολία της ζωής και χαρά της εκφραστικής οξύτητας, ο Wong Kar-wai κινηματογραφεί γνήσια ερωτικά.
Πηγή

Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, Καθημερινή, 19 Ιανουαρίου 2001

Έρως πένης και πολεμοχαρής 
(της Μαρίας Γαβαλά)1
Ο Λάι Γιου-Φάι και ο Χο Πο-Γουίνγκ, οι ήρωες του Ευτυχισμένοι μαζί (τίτλος περιπαικτικός όσο και δηκτικός), έχουν έρθει στην Αργεντινή από το Χονγκ Κονγκ· είναι εραστές και, απ’ ό,τι φαίνεται, καθόλου ευτυχισμένοι μαζί.
Ήρθαν στην Αργεντινή για τουρισμό, ξέμειναν από λεφτά κι έγιναν δυο εμιγκρέδες, φτωχοί, κακότυχοι και ταλαιπωρημένοι, σε μια μακρινή γωνιά της υδρογείου. Παρόλο που ο αρχικός τους σκοπός είναι να περάσουν καλά, κατέληξαν να περνάνε χάλια. Η ένδεια μέσα στην οποία κυλά η ζωή τους είναι πολύμορφη και πλήρης. Είναι ένδεια υλική, οικονομικής φύσης, αλλά και ένδεια υπαρξιακή: συναισθηματική και φυσικά, ερωτική. Τα όνειρα και οι επιθυμίες των δύο αντρών συνεχώς εκπίπτουν· χάνουν την αξία τους. Για παράδειγμα, η επιθυμία τους να επισκεφτούν τους καταρράχτες του ποταμού Ιγουασού, στα σύνορα Αργεντινής και Βραζιλίας: το ζευγάρι φαντάζεται τους καταρράχτες ως τον τόπο της ερωτικής ευτυχίας· από τα πρώτα πλάνα της ταινίας ψάχνει αυτό το εξωτικό τοπίο της άγριας πτώσεις των υδάτων, εκεί όπου το εξωτερικό τοπίο της άγριας πτώσης των υδάτων, εκεί όπου η φύση ελευθερώνει, απαρεμπόδιστα, όλη την αχαλίνωτη ενεργό δύναμή της. Οι δύο εραστές θα μπερδευτούν, θα χάσουν το δρόμο, θα χαθούν κι οι ίδιοι στους αυτοκινητόδρομους αυτής της άγνωστης αχανούς χώρας που τους φιλοξενεί με στανικό τρόμο. Σημαδιακή ετούτη η αποτυχία να προσεγγίσουν το σημείο/αντικέιμενο της σφοδρής επιθυμίας τους. Η απώλεια του επιθυμητού μέρους θα τους κυνηγά στο μέλλον σαν κατάρα. Ποτέ ξανά δεν θα επιχειρήσουν, μαζί, να πλησιάσουν τους καταρράχτες, που για κείνους γίνονται ένας τόπος που σχεδόν δεν υπάρχει, ένας ου-τόπος. Την άγρια ομορφιά τους θα πλησιάσει μόνον ο Φάι, ολομόναχος και θλιμμένος, όταν έχει αποφασίσει να κόψει κάθε σχέση με τον Γουίνγκ. Οι δύο εραστές θα καταφύγουν λοιπόν σε ένα υποκατάστατο: μια ζωγραφιά καταρρακτών πάνω στο λαμπατέρ που έχουν πλάι στο κρεβάτι τους. Μια λάμπα περιστρεφόμενη εσωτερικά δίνει την ψευδαίσθηση της κίνησης των νερών. Ο επιθυμητός τόπος γίνεται εικονικός, αποκτά πλασματική υπόσταση
Οι δύο άντρες έχουν συνεχώς την ψευδαίσθηση πως θα μπορούσαν να είναι ευτυχισμένοι μαζί· ειδικά ο Γουίνγκ, που μοιάζει να διαθέτει την μεγαλύτερη επιμονή, την περισσότερη αισιοδοξία αλλά και αμεριμνησία. Έτσι, συνεχώς ζητάει από τον σκεπτικιστή και ανόρεχτο εραστή του να δοκιμάσουν να κάνουν μια καινούργια αρχή. Μέσα στον κύκλο του κάθε χωρισμού τους, συνηθίζει να ψελλίζει κάτι που ηχεί ως ξόρκι απέναντι στο αδύνατο και το κακό. «Μπορούμε να αρχίσουμε από την αρχή». Πως γίνεται, όμως, να υπάρξει πραγματική, οριζόμενη αρχή σε μια σχέση που γράφει αέναο κύκλο; Η ερωτική σχέση του Φάι και του Γουίνγκ θυμίζει τον κυκλικό χρόνο, την Αιώνια Επιστροφή, τις αστρολογικές κυκλικές περιόδους των πλανητών. Η ιστορία των δύο εραστών είναι ιστορία επαναλαμβανόμενη. Το πεπρωμένο του έρωτά τους πάντα ίδιο. Κάποτε, κάτι βλέπουμε να γεννιέται από τις στάχτες. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν πρόκειται για κάτι καινούργιο. Όλα έχουν υπάρξει στο παρελθόν, και το μέλλον δεν επιφυλάσσει παρά «ατέρμονες επαναλήψεις»,2 μικρά, καθημερινά προβλήματα, βιοτικά ή υπαρξιακά τέλματα· δηλαδή, όλα όσα συμβάλουν ώστε ένας ήδη δύσκολος έρωτας να μην μπορεί να περπατήσει κανονικά.
Οι δύο άντρες άφησαν την πατρίδα τους και ήρθαν στην Αργεντινή γι’ αυτήν ακριβώς την πολυπόθητη καινούργια ερωτική αφετηρία. Το Χονγκ Κονγκ και το Μπουένος Άιρες είναι δύο ακρότατα σημεία. Το σημείο αφετηρίας –η πατρίδα τους- και το σημείο τερματισμού –η ξένη χώρα- παύουν να είναι δύο τόποι διαφορετικοί, που μοιάζουν μεταξύ τους, αλλά μοιραία γίνονται ο ίδιος τόπος. Τόποι και άνθρωποι έχουν κοινή μοίρα. […]
Ο Λάι Γιουφάι μοιάζει να είναι ο πιο ενήλικος και ώριμος, ο περισσότερο ορθολογιστής, εκείνος που αντιμετωπίζει τις συναισθηματικές και υπαρξιακές του δυσκολίες με ήρεμη και θλιμμένη στοχαστική διάθεση. Μήπως όμως και ο παρορμητικός, αστόχαστος και ανήσυχος Γουίνγκ βιώνει με λιγότερη θλίψη τη μοναχικότητά του και το αδύνατο της ερωτικής του δικαίωσης; Στην περίπτωσή του δεν υπάρχει νηφαλιότητα, αλλά μια ζωώδη απόγνωση: αυτή του παγιδευμένου αγριμιού. Ο Φάι μοιάζει να είναι ο πλέον ενεργητικός , εργατικός, προκειμένου να μαζέψει τα χρήματα της επιστροφής στην πατρίδα του. Δουλεύει πορτιέρης σε ταγκό μπαρ, μάγειρας, εργάτης σε σφαγείο. Αλλά και ο Γουίνγκ δεν μένει με σταυρωμένα χέρια. Η δική του σκληρή δουλειά είναι η πορνεία. Όμως, η πλέον εξαντλητική δουλειά των δύο αντρών είναι η έγνοια του έρωτά τους: η διαμάχη τους και ο ερωτικός τους καημός αποτελούν την μεγαλύτερη δοκιμασία, γίνονται η δυσκολότερη αγγαρεία, η εξαντλητικότερη δουλειά. Στον ξεχωριστό κόσμο του καθενός, ο Φάι «αμείβεται» με κούραση, ανία, αηδία, κάνοντας δουλειές εξευτελιστικής ρουτίνας, ενώ ο Γουίνγκ φορτώνεται πρόσθετα με σωματικές τιμωρίες, αιμάσουσες πληγές. Τον γρονθοκοπούν, τον μαχαιρώνουν, του αχρηστεύουν τα χέρια. Ο Φαί είναι εκείνος που ξεχωρίζει το ήθος από την ηδονή, δέχεται την απόλαυση αλλά αρνείται την αήθη συμπεριφορά του εραστή του, που έχει γίνει ερωτική πεταλούδα και κανονικό ρεμάλι της νύχτας. Ο ίδιος όμως δεν είναι άμεμπτος ηθικά. Αντίθετα, έχει άσχημα λερωμένη τη φωλιά του, αφού έχει κατακλέψει τον ίδιο τον πατέρα του προκειμένου να βρει λεφτά για το ταξίδι στην Αργεντινή. Ο κοστουμαρισμένος, νοικοκύρης Φάι (συχνά με συμπεριφορά δανδή) σιχαίνεται τις δημόσιες τουαλέτες, σημείο ανεύρεσης και συνεύρεσης εραστών. Αντιθέτως, σε αυτούς τους χώρους ο Γουίνγκ κολυμπάει όπως το ψάρι στο νερό. Ο Φάι, όμως θα περάσει την πόρτα αυτών των χώρων, θα ζητήσει ερωτικό σύντροφο μέσα στο βόρβορο και το σπουδαιότερο θα απολαύει την ηδονή. Ο καθαρός Φάι κατεβαίνει στους λερωμένους χώρους των αγοραίων ηδονών και ο βρώμικος Γουίνγκ ανεβαίνει στο παρατημένο, άδειο δωμάτιο, που έχει υπάρξει φωλιά της ερωτικής αποκλειστικότητας αλλά και της αιματοχυσίας. Οι δύο άντρες, λοιπόν, είναι δύο ξεχωριστά, ομοιόμορφα, παράλληλα ασανσέρ, διαφορετικής κατεύθυνσης το καθένα. Δύο κινούμενες πλατφόρμες που δεν θα συναντηθούν ποτέ.
Είναι αναπόφευκτο (Συμπόσιο του Πλάτωνα) να επιθυμεί κάνεις εκείνο το αντικείμενο του ερωτικού πόθου που λείπει, ή να μην το επιθυμεί όταν δεν του λείπει.
«Επιθυμεί ότι δεν είναι στη διάθεσή του και ότι δεν είναι παρόν». Ο Έρωτας, όντας γιος του Πόρου και της Πενίας βρίσκεται πάντα σε δύσκολή κατάσταση. Πένης, λοιπόν, καθόλου απαλός και ωραίος· αντίθετα σκληρός και άγριος, ξυπόλυτος και άστεγος. Ο ερωτισμός και η ηδονή περικλείουν κάθε είδους δυσκολία και αγριότητα: την τυφλή μανία πρώτα-πρώτα. Είναι λογικό, επίσης, οι εραστές να φοβούνται τις βίαιες πράξεις και να επιζητούν προστασία. Ο ερωτευμένος δεν είναι παρά υποδουλωμένος σε αυτόν που αγαπά, βρίσκεται λοιπόν σε αδιέξοδο, παγιδευμένος σε έναν φαύλο κύκλο. «Η ερωτική απουσία είναι μονής κατευθύνσεως και μπορεί να διατυπωθεί μόνον από αυτόν που φεύγει: το εγώ, πάντα παρόν, συνιστάται απέναντι στο εσύ που συνεχώς απουσιάζει».2 Ο ενεστώτας χρόνος είναι ο πιο δύσκολος, πληγωμένος από τα βάσανα, χτυπημένος από το ερωτικό άγχος. Ιδού, λοιπόν, η λογική της αντίφασης. Μέσα στην ερωτική τρικυμία, το εγώ είναι τόσο ευτυχισμένο, παραδομένο στο άγχος της αναμονής (υπάρχουν μακριοί χρόνοι αναμονής, όπως και χώροι αναμονής στην ταινία του Wong Kar-wai) του αγαπημένου πλάσματος. «Η μοιραία ταυτότητα του ερωτευμένου δεν είναι άλλη από αυτή: είμαι αυτός που περιμένει».4 Ολόκληρη η ταινία του Wong Kar-wai βουτάει και κολυμπά στην αναμονή, όπως και στο πένθος. Γιατί υπάρχει αυτό ακριβώς το βάσανο που επισημαίνει ο Barthes. Υποφέρω γιατί ο άλλος με πληγώνει όταν είναι παρών, και παθαίνω κατάθλιψη όταν είναι απών, νεκρός. Μου λείπει αφόρητα η μορφή του, τότε που εγώ τον αγαπούσα κι αυτός με πλήγωνε.
Προς το τέλος της ταινίας, και ενώ η σχέση των δύο εραστών έχει βαλτώσει πλήρως, κάνει την εμφάνισή του ο τρίτος άνθρωπος. Ο Τσανγκ, που έχει αφήσει την Ταϊπέι και έχει έρθει στην Αργεντινή για τους ίδιους, πάνω κάτω, λόγους με το ζευγάρι των εραστών. Ο Τσανγκ, δεν θα γίνει μονάχα φίλος του Φάι, αλλά και ο πλέον επικίνδυνος «odiosamato» (ερωτικός αντίζηλος) στην ιστορία της σχέσης του ζευγαριού· γι’ αυτό και την υποσκάπτει με την παρουσία του συμβάλλοντας στο τέλος της. Το περίεργο είναι πως στον ενεστώτα χρόνο –που μας ενδιαφέρει κυρίως-, ο Τσιάνγκ είναι απλός φίλος του Φάι και σύντροφος στα ποδοσφαιρικά παιχνίδια που παίζονται στα δρομάκια του Μπουένος Άιρες. Το μοναδικό σωματικό δέσιμο των δύο αντρών συμβαίνει τη στιγμή που αγκαλιάζονται δυνατά για να πουν αντίο. Παθιασμένο σμίξιμο το οποίο, μέσα στη μη-ερωτική του αμφίεση, ψελλίζει διάφορες υποσχέσεις για πιθανές μετεξελίξεις που θα συμβούν στο μάλλον. Ο παρατατικός χρόνος τραβάει τις βαριές κουρτίνες του. Το αθώο και καθαρό βλέμμα του Τσιάνγκ βρίσκεται στον αντίποδα του σκοτεινού και ηδυπαθούς βλέμματος του Γουίνγκ. Έχει σχέση με την φρεσκάδα, τη φωτεινότητα, την αναγέννηση που υπόσχεται ένας μελλοντικός χρόνος, μέσα στα μυστικά και τις σκοτεινές πτυχές. Ο Τσανγκ, προτού να φύγει, δίνει στον Φάι ένα μαγνητόφωνο για να καταγράψει τα συναισθήματά του. Ο Φάι δεν θα καταφέρει να μαγνητοφωνήσει παρά κάποιες σπασμένες συλλαβές κλάματος, δυο τρία αναφιλητά.
«Τα δάκρυα είναι σημεία, δεν είναι εκφράσεις. Με τα δάκρυά μου διηγούμαι μια ιστορία».4 Μετά τον αποχωρισμό τους, ο Φάι και ο Τσάνγκ θα ψάξουν να βρουν ο ένας τον άλλο, στις αντίθετες άκρες της γης· κάτω από τον φάρο της άκρης του κόσμου, που προσφέρει το παυσίλυπο φως του σε όποιον καταφέρει να φτάσει εκεί κουρασμένος αλλά ευθυτενής, σαν ήρωας από ταινία του Wenders. Δεν θα ανταμωθούν ποτέ μέσα στα πλάνα του Wong Kar-wai. Ο ένας είναι η Ταϊπέι κι ο άλλος το Μπουένος Άιρες. Κι όταν ο πρώτος γίνεται το Μπουένος Άιρες, ο δεύτερος γίνεται η Ταϊπέι. Ένα από τα πράγματα, όμως, που ενώνουν τους Φάι και Τσανγκ είναι ο νόστος. Ο νόστος του καθενός είναι ο δύσκολος και συχνά ματαιωμένος. Ποτέ όμως δεν είναι αδύνατος. Και οι δυο συνειδητοποιούν, με διαφορετικό τρόπο, ότι φεύγεις μακριά από κάπου, επειδή ξέρεις πως εκεί ακριβώς μπορείς να ξαναγυρίσεις. Φιλοδωρώντας τον εαυτό του με μια καινούργια ευκαιρία (την πολυπόθητη καινούργια αρχή, τη μακρινή, μετακινούμενη στεριά των ναυαγών που συνεχώς υπαινίσσεται η ταινία), διαλέγουν ένα σημείο πάνω στον πλανήτη όπου μπορούν να συναντηθούν. Είναι το εστιατόριο που έχουν οι γονείς του Τσανγκ στην υπαίθρια αγορά της Ταϊπέι. Σε αυτόν τον πολύβουο χώρο της λαϊκότητας, της γευστικής ποικιλίας και απόλαυσης, της σφύζουσας ανθρώπινης ζωντάνιας, υπάρχουν πολλές ελπίδες να πυροδοτηθεί ένας καινούργιος έρωτας, με ευτυχισμένο πεπρωμένο.
Ταινία τόπων-σημείων, πόλεων, αυτοκινητοδρόμων, υδάτινων τοπίων, το Ευτυχισμένοι μαζί μιλάει ειδικά για μια πόλη, το Μπουένος Άιρες. Η κάμερα του Wong Kar-wai στριφογυρίζει σε ταγκό μπαρ, σε δρομάκια και σε φτωχογειτονιές, στο λιμάνι Λα Μπόκα και σε πορνομάγαζα, σε χώρους δηλαδή όμοιους με εκείνους όπου τοποθετούνται οι ρίζες του ταγκό, εκεί όπου συνεχίζει να ξετυλίγεται απρόσκοπτα και με την μεγαλύτερη δυνατή αυθεντικότητα όλη η σημερινή λικνιστική μελαγχολία του. «Στις γωνιές των δρόμων χόρευαν ζευγάρια αντρών, γιατί οι γυναίκες του λαού δεν ήθελαν να παίρνουν μέρος σε αυτόν τον ακόλαστο χορό».6 Κι ακόμα: «Γιατί στο τέμπο ενός ταγκό, της Λα Μορότσα, δυο γόητες της γειτονιάς κάνουν σβέλτες φιγούρες». Όντως ο Φάι και ο Γουίνγκ θα αποδώσουν το πάθος του έρωτά τους, την αισθαντικότητα αλλά και τη βαθιά μελαγχολία δυο ερωτικών, μοναχικών ανθρώπων, χορεύοντας ένα ηδυπαθέστατο ταγκό σε μια από τις πιο όμορφες σκηνές της ταινίας του Wong Kar-wai. Όμως η σχέση της ταινίας με το ταγκό δεν περιορίζεται στη σκηνοθεσία κάποιον παρόμοιων λικνισμών ή στην επίμονη κυκλική παρουσία της μουσικής του Astro Piazzola. Η σκέψη μας τρέχει συχνά στο «Καθώς χορεύαμε, μοιάζαμε του ταγκό ξεβράσματα, που μας έφερνε και μας έπαιρνε, μας ξανάσμιγε και μας χώριζε».7
Ο Γουίνγκ, που μοιάζει να είναι ενσωματωμένος στο αργεντίνικο περιθώριο, γίνεται ένας μάγκας που έχει βγει κατευθείαν από τα λόγια ενός ταγκό, μιας μιλόνγκας, από την καρδία ενός μεγάλου ποιήματος της πόλης. Φτάνει στο δωμάτιο του εραστή του ματωμένος, σακατεμένος, βγαλμένος από μαχαιρώματα, συναντήσεις με παλικαράδες και μαχαιροβγάλτες, από νυχτερινούς καυγάδες σαν αυτούς που αφηγείται ο Borges που προαναφέρεται. Μονάχα ένα μαχαίρι εμφανίζεται στο τέλος του διηγήματος. Ακριβοθώρητο μεν, αλλά πολύ κοφτερό. Οι θεατές της ταινίας του Wong Kar-wai διαπιστώνουν μονάχα τις πληγές και τα αίματα πάνω στο σώμα του Γουίνγκ· και τη σχεδόν μητρική φροντίδα από τη μεριά του Φάι, που περιποιείται τούτο το κακοποιημένο σώμα και βοηθάει στο να επουλωθούν οι πληγές. Παρακολουθούν, όμως, λεπτομερέστατα και τις διάφορες φιγούρες του ερωτικού σπαραγμού των δύο εραστών, ενός σπαραγμού που περικλείει πείσμα, ζήλια, ηδυπάθεια εκδικητικότητα, μένος πολεμικό και πολεμόχαρη ευφορία.
Το Ευτυχισμένοι μαζί, όσο κι αν φλερτάρει με ποικίλους χορούς, στην πραγματικότητα είναι μια ταινία/παθιασμένος λικνισμός. Τσιτάρει –κινηματογραφικά- διάφορα ετερόκλητα πράγματα (ξεκινώντας από ένα σχεδόν μπρεσονικό μινιμαλισμό, περνάει σε στιγμές που θυμίζουν Wim Wenders· έχει πλάνα «διαφορετικού» σινεμά, με μακρόσυρτες εικόνες και αυθαίρετη εναλλαγή χρωμάτων από τη μια, ενώ από την άλλη δανείζεται την αισθητική των ρυθμών των βίντεο κλιπ· ο Astor Piazzola πάει δίπλα-δίπλα με τον Frank Zappa ή το ευφρόσυνο και ειρωνικό τραγουδάκι του τέλους κ.πλ.). Ο Wong Kar-wai θυμίζει επιδέξιο χορευτή/ακροβάτη που μπορεί να ισορροπεί θαυμάσια μέσα σε αυτούς τους παράδοξους συνδυασμούς, εκεί που ένας άλλος, με παρόμοιο υλικό, θα σερβίριζε ένα ακαλαίσθητο αλαλούμ. Είναι όμως ένας καθαρόαιμος μοντέρνος κινηματογραφιστής, παρών με ζωντάνια μέσα στην εποχή του, ένας καλλιτέχνης που δοκιμάζει τολμηρά τα όρια και τις αντοχές του, χωρίς φόβο απέναντι στο οποιοδήποτε κόστος. Η ψυχή του δημιουργήματός του έχει διπλή και κοφτερή όψη. Το πάθος, η ηδονή, η αισθαντικότητα γίνονται στιλέτα και χώνονται, με μεθοδικότητα και σε βάθος, σε ένα σύμπαν σημαδεμένο από την ένδεια και την πολύμορφη ανεπάρκεια. Όπως επίσης, και η ένδεια μπορεί να γίνει σκουριά και να σκεπάσει το ερωτικό πάθος. Το αποτέλεσμα δίνει μια δυνατή εικόνα σφαγής: του έρωτα, των συναισθημάτων, των ανθρώπινων σχέσεων. Συγχρόνως, όμως, υπάρχει άφθονο υγρό στοιχείο –νερό, δάκρυα, χυμοί των ορμών της ζωής-, που βοηθά να ξεπλυθεί το αίμα και η ηδονή, και να βρουν οι ήρωες τη λύτρωση στην πλέον μακρινή, επί της υδρογείου, ή πλέον κοντινή τους γωνιά.
Πηγές και σημειώσεις

1. Μαρία Γαβαλά, από τον τόμο Wong Kar-wai, εκδόσεις Καστανιώτη - Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2003.
2. Jorge Luis Borges, «Ο κυκλικός χρόνος», στο Οι μεταμορφώσεις της χελώνας, μτφ. Γ. Δ. Χουρμουζιάδης, εκδ. Ύψιλον, σελ. 33-38
3. Roland Barthes, «Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου», μτφ. Βασίλης Παπαβασιλέιου, εκδ. Ραππα, Αθήνα 1987, σελ. 23
4. Roland Barthes, ό.π., σελ. 55
5. Roland Barthes, ό.π., σελ. 214
6. Jorge Luis Borges, «Ιστορία του ταγκό», στο Εβαρίτσο Καριέγκο, μτφ. Τάσος Δενέγρης, εκδ. Ύψιλον, σελ. 96-111.
7. Jorge Luis Borges, «Ο άνδρας της ρόδινης γωνιάς», στο Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας, μτφ. Γ. Δ. Χουρμουζιάδης, εκδ. Ύψιλον, σελ. 73-82.



Happy Together - Trailer


«Cucurrucucu Paloma» Caetano Veloso

«Tango Apasionado» Astor Piazzolla

Η ταινία στο imdb: Εδώ
Η ταινία στη Βικιπαίδεια: Εδώ
© Φωτογραφιών: 1997 Kino International

1 σχόλιο: