Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Αυτοί που μ' αγαπούν θα πάρουν το τραίνο (Ceux Qui M'Aiment Prendront le Train) μια ταινία του Πατρίς Σερό (Patrice Chéreau)



Ο Ζαν-Μπατίστ Εμερίχ, ζωγράφος και καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Παρίσι, ζήτησε πριν πεθάνει στα εβδομήντα του να θαφτεί στη Λιμόζ, λέγοντας «όσοι μ’ αγαπούν θα πάρουν το τραίνο». Στο σταθμό Αούστερλιτς μαζεύονται φίλοι, συγγενείς μαθητές και πρώην εραστές του. Ανάμεσά τους ο Φρανσουά που αντιμετωπίζει τα πάντα με έναν απόμακρο κυνισμό, ακόμα και τη διάλυση της σχέσης του με το σύντροφό του Λουί. Ο τελευταίος νιώθει μαγνητισμένος από την παρουσία του Μπρούνο, ενός νεαρού αγοριού που ταξιδεύει στο ίδιο τραίνο, αγνοώντας ότι ο τελευταίος είναι κρυφός εραστής του Φρανσουά, όπως επίσης φορέας του AIDS. Ο Λουί θα ζητήσει από τον Φρανσουά να συμπεριλάβουν και τον Μπρούνο στην σχέση τους, εκείνος όμως του αρνείται, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στους άλλους δύο. Στο τρένο βρίσκεται και ο Ζαν-Μαρί, ανιψιός του Ζαν-Μπατίστ, ο οποίος έχει χωρίσει από τη γυναίκα του Κλερ.
Στο νεκροταφείο της Λιμόζ ο Ζαν-Μαρί συναντά ύστερα από 15 χρόνια τον πατέρα του Λισιέν, δίδυμο αδελφό του Ζαν-Μπατίστ, τον οποίο δεν έχει συγχωρήσει για την αυτοκτονία της μητέρας του. Στην κηδεία εκφωνεί έναν πικρόχολο λόγο κατά του μακαρίτη αλλά και πολλών παρευρισκομένων, που προκαλεί αμηχανία. Ένας νέος χαρακτήρας που θα εμφανιστεί κατευθείαν στην τελετή θα κερδίσει τις εντυπώσεις, η τραβεστί Βιβιάν, που δεν είναι άλλη από τον Φρεντερίκ, γιο του Ζαν-Μπατίστ. Καθένας στο τέλος θα ακολουθήσει τη δική του τροχιά, με εξαίρεση τον Λισιέν που μένει φύλακας-φάντασμα στον οίκο των Εμερίχ. 
 
Ένα ταξίδι προς τη διαύγεια
(του Patrice Chéreau)
Ένα τραίνο, μια ωραία μέρα της Άνοιξης.
Κάποιος κοιτά από το παράθυρο: «Είναι νόμιμο να μεταφέρεις ένα φέρετρο με ιδιωτικό αυτοκίνητο;» Γύρω του σιωπούν. Ένα Peugeot station wagon ξεχωρίζει στον ορίζοντα πίσω από ένα χωράφι σιτηρών, τρέχει πολύ γρήγορα, παράλληλα με το τραίνο και ενίοτε δίπλα του. Στο βολάν διακρίνουμε το πρόσωπο του οδηγού. Του κάνουν σήμα, εκείνος εξαφανίζεται, ξαφνικά αλλάζει πορεία προς διάφορα δρομάκια για να εμφανιστεί ξανά λίγο πιο κάτω.
Μια στιγμή σιωπής. Όλοι κοιτούν την ογκώδη σκιά που φράζει τα πίσω παράθυρα του αυτοκινήτου και γεμίζει το χώρο. Όλοι κοιτούν το φέρετρο του Ζαν-Μπατίστ. Ύστερα τους σκεπάζει ένα τούνελ, εκκωφαντικό και σκοτεινό.
Λίγο πριν αφήσει τα εγκόσμια και μια ζωή που δεν του έδινε καμιά ευχαρίστηση, ένας άνθρωπος που έζησε πάντα στο Παρίσι, ζήτησε: «Θέλω να ταφώ στη Λιμόζ», σε μια πόλη ωστόσο την οποία είχε αγνοήσει και στην οποία δεν όφειλε τίποτα. Πρόσθεσε, λες σαν δικαιολογία επειδή πήγαινε να εξοριστεί τόσο μακριά: «Αυτοί που με αγαπούν θα πάρουν το τραίνο».
Ο Ζαν-Μπατίστ ήταν ζωγράφος· κι όπως ένας γέρικος γάτος γνώρισε πολλές ζωές. Ζωγράφισε, σκίτσαρε, δίδαξε, πέρασε πολλές κρίσεις κι αρκετές αμφιβολίες ώσπου μια μέρα σταμάτησε ξαφνικά. Κι ύστερα ξανάρχισε, πιο αθόρυβα, αλλά πολύ καλύτερα, να ζωγραφίζει, να σκιτσάρει, να διδάσκει, γιατί αγαπούσε πολύ τους μαθητές του κι εκείνοι τον λάτρευαν. Αγόρια και κορίτσια όλα γοητευμένα από αυτόν τον άνθρωπο, όλα υποχείρια της ερωτικής του εξουσίας.
Αγαπούσε τα αγόρια, τα κορίτσια όχι και τόσο, του αρκούσε μόνο να τα σαγηνεύει. Αγαπούσε τα αγόρια υπέρμετρα κι ήταν σχεδόν όλα τους εκεί, στην καντίνα του σταθμού του Αούστερλιτς, όπως και τα κορίτσια που είχαν παντρευτεί τ’ αγόρια.
Ήταν εκεί οι εραστές και οι εραστές των εραστών, οι γυναίκες των παλιών εραστών, οι παντοτινοί φίλοι, οι ευκαιριακές γνωριμίες και οι πιστοί. Ύστερα το ταξίδι, ο υπνάκος μέσα στο τρένο, τα τρελά γέλια. Και στο τέλος του τραίνου, οι συγγενείς από την επαρχία, να στέκονται όλοι μαζί εμβρόντητοι, και το μεγάλο οικογενειακό σπίτι στοιχειωμένο από την συγκεκριμένη άφιξη… Από όλους αυτούς στους οποίους έμαθε να λάμπουν και που μεγάλωσαν υπό το φως της γοητείας του και του απίστευτου ανταγωνισμού που ενθάρρυνε μεταξύ τους («Κάποιες φορές θύμιζε ροντέο, δεν είναι έτσι;)».
Πέρα από τη θλίψη, μια χαοτική, ευχάριστη και υπέροχη περιπέτεια για όλους αυτούς τους ανθρώπους που χωνεύουν τώρα τον πικρό καφέ της καντίνας του Αούστερλιτς.
Ο Ζαν-Μαρί, ο ανιψιός του Ζαν-Μπατίστ, και η γυναίκα του Κλερ. Εκείνος, ένας τριανταπεντάρης που έμεινε παιδί, εκείνη τόσο εύθραυστη, προκλητική, ασταθής και δυνατή: πρέπει να την εμπιστευτείς. Χώρισαν πριν ένα μήνα, ίσως δύο, το γνωρίζουν μόνον αυτοί, και το απρόσμενο ταξίδι τους ένωσε ξαφνικά κάτω από τα περίεργα βλέμματα των άλλων.
Πιο κάτω, ο Φρανσουά, παλιός μαθητής του Ζαν-Μπατίστ, σήμερα ένας εύρωστος άνδρας 43 ετών, αγαπημένος του Ζαν-Μπατίστ για μεγάλο διάστημα, αλλά που εκείνος του έσπασε ενδεχομένως τη σπονδυλική στήλη, κατηγορώντας τον ότι δεν είναι αρκετά ισχυρή. Και ο Λουί, λίγο πιο νέος. Ο Λουί ζει με τον Φρανσουά.
Και στο μέσον του τραίνου, ο Μπρούνο, ένας νεαρός, σχεδόν αμούστακος, άγνωστος σε όλους, ένα εικοσάχρονο παιδί γεμάτο ζωή και σιωπές, ένα ερεθιστικό και αισθησιακό αίνιγμα, ένα χαμογελαστό και σοβαρό αγόρι σαν την ελπίδα.
Τούτη η μεγάλη μέρα στη ζωή όλων αυτών των ανθρώπων είναι μεγάλο ταξίδι προς την επιφώτιση. Στρες και τρόμος στην αρχή, στην ιδέα και μόνο ότι θα περάσουν μια μέρα στη Λιμόζ. Θέλουν να τελειώσουν μια ώρα αρχύτερα, επιθυμία που σύντομα θα εξαφανιστεί, θα καταβροχθισθεί από το κούνημα του τραίνου. Μια μέρα όπου ο χρόνος σταμάτησε και δεν μετρά πλέον: σύντομα όλοι μας θα βλέπουμε ανθρώπους που μαθαίνουν ξανά να μιλούν και να γελούν, που είχαν λησμονήσει να συμπεριφέρονται ευπρεπώς ή να ζητούν συγγνώμη.
Όλους αυτούς τους ανθρώπους θα θέλαμε απλώς να τους ρωτήσουμε τι είναι διαθέσιμοι να κάνουν, να θυσιάσουν για τον άλλον; Τι είναι η αγάπη που τρέφουμε για κάποιον άλλον; Τι είναι ο εγωισμός που κουβαλούμε μέσα μας, αυτή η ολέθρια αγάπη που την προσφέρουμε στον εαυτό μας, νομίζοντας ότι την προσφέρουμε στον άλλον; Παντού καιροφυλαχτεί μια δύσκολη και εξασθενημένη αγάπη, η οποία παρ’ όλα αυτά, εξαιτίας αυτών ακριβώς, σε δυο μέρες υποτάσσει εβδομάδες και νύχτες πάθους, άντρες και γυναίκες πιασμένους μαζί στην αμηχανία και στα δάκρυα. Η βιαιότητα της πρώτης σωματικής επαφής ανάμεσα στον Λουί και τον Μπρούνο, φευγαλέα, σύντομη ή μεγάλης διάρκειας –ποιος ξέρει-, βίαιη και η αναχώρηση μαζί, κάτι το απρόσμενο. Η ξαφνική ομορφιά της Κλερ που κοιμήθηκε ξανά έστω με τα ρούχα στην αγκαλιά του Ζαν-Μαρί – η κοινή και αυτή αναχώρησή τους, παραδόξως χωρίς ένταση. Ο Φρανσουά που ήρεμα αντιμετωπίζει την ποθητή μοναξιά, έστω κι αν γνωρίζει πλέον ότι του είναι ανυπόφορη.
Τι ’άλλο;
Επιθετικότητα, βεβαίως, κι όλοι αυτοί οι σπαραγμοί που είναι το άλλο πρόσωπο του πένθους, οι περιστασιακές εκρήξεις βίας και τα χτυπήματα που θα δοθούν με περισσή αγάπη. Σε όλους, στον Ζαν-Μαρί, στον Μπρούνο, στον Λουί, η μαγεία αυτού του ταξιδιού θα φέρει στο φως και λίγο πάθος, πολύ γέλιο και οδύνη, αρκετή ελαφρότητα και λίγη παραπάνω αυτοσυνείδηση. Το πένθος εδώ μεταμορφώνεται σε ευλογία, το κακό που έγινε στον άλλον επανορθώνεται και οι γιοι θα βρουν ξανά τους πατεράδες τους – πραγματικούς ή επινοημένους, λίγο ενδιαφέρει.
Τι είναι η ταινία; Ε, δυο μερούλες, ως ένα δώρο που προσφέρει αυτός ο άνθρωπος, ο Ζαν-Μπατίστ, αυτός που μόλις χάθηκε και τους σαγήνευε τόσο.
Πηγή:

Patrice Chéreau, από το press book της ταινίας.

Απόσπασμα συνέντευξης του Patrice Chéreau
Ας πούμε ότι σκιτσάροντας την φυσιογνωμία του Ζαν-Μπατίστ εμπνεύστηκα από τον πατέρα μου, που αυτό άλλωστε είναι το όνομά του. Ίσως γι’ αυτόν το λόγο να μην έδειξα τους πίνακες του· το θέμα δεν είναι να ξέρουμε τι είδους ζωγραφική έκανε, αλλά κυρίως τι είχε διδάξει τους μαθητές του, τους φίλους του, τους εραστές του, όλους τους γιούς του. Έχω όμως την εντύπωση ότι βρίσκομαι παντού μέσα στην ταινία κι όχι απαραίτητα εκεί που νομίζουν ότι είμαι. Υπάρχω ακόμη και στο ζευγάρι που σχηματίζουν ο Charlies Berling και η Valeria Bruni-Tedeschi, είμαι στο διαβολικό τρίο των Pascal Greggory, Bruno Todeschini και Sylvain Jacques. Ο άνθρωπος τον οποίο θάβουν είχε τους μαθητές του, το ίδιο κι εγώ οπότε, ναι, κι εγώ βρίσκομαι εν μέρει παντού.
Οι κύριες ιστορίες, εκείνη του ζευγαριού που ετοιμάζεται να χωρίσει κι εκείνη των τριών αγοριών, περιέχουν κομμάτια της ζωής μου, αλλαγμένα, ανακατεμένα. Δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου τόσο μέσα στις καταστάσεις, όσο στις συνέπειες και τις λύσεις των κρίσεων που υφίσταται ο καθένας. Υπήρχαν δύο ή τρία απίθανα πράγματα που ήθελα να διηγηθώ, για παράδειγμα πως δύο άνθρωποι που έχουν χωρίσει μπορούν ωστόσο να συμπορευτούν ξανά. Έτσι, για πολύ καιρό δεν γνώριζα αν η Κλερ και ο Ζαν-Μαρί θα ήταν ποτέ ξανά μαζί. Έλεγα: όσο βρίσκονται μέσα στην ηδονή της κρίσης τίποτα δεν μπορεί να λυθεί, αλλά από τη στιγμή που ο ένας από τους δύο χαλαρώσει ίσως δημιουργηθούν οι συνθήκες και η ιστορία του να ξαναρχίσει. Πρέπει όμως πρώτα να περάσουν από αυτή της σημαντική φάση που λέει η Valeria: «Θα σε αφήσω, θα φύγω…», πρέπει καθένας να δεχτεί να αποτραβηχτεί, αυτό άλλωστε δίνει διέξοδο στην κατάσταση. Το ίδιο και με την κατάληξη αυτού του αδύνατου και πολύ ωραίου έρωτα που είναι μοιρασμένος στα τρία· από την αρχή ήξερα ότι ο Φρανσουά (Pascal Greggory) θα ήταν αυτός που εκείνη την μέρα θα ήθελε να πενθήσει για όλα, που θέλει να τελειώνει με τον Ζαν-Μπατίστ (Jean-Louis Trintignam) τον οποίο αγάπησε τρελά, να χωρίσει από τον Λουί (Bruno Todeschini) που είναι εραστής του, να χωρίσει από τον Μπρούνο (Sylvain Jacques) με τον οποίο είχε μια περιπέτεια. Τελειώνει την ταινία μόνος όπως το ήθελε, κι ήθελα κι εγώ να περιγράψω αυτήν τη μοναξιά.
Παρεμπιπτόντως, σκέφτομαι ότι ο Πληγωμένος άνδρας, σε κάποια δεδομένη στιγμή, μπόρεσε να βοηθήσει τους ανθρώπους. Η ταινία δεν παρουσιάζει τον ομοφυλόφιλο νεαρό σαν μια ειδική περίπτωση, δεν υπήρχε τίποτα που να χρειάζεται εξήγηση, αγαπούσε τα’ αγόρια, τελέια και παύλα. Στην ταινία Αυτοί που μ’ αγαπούν θα πάρουν το τραίνο υπάρχει το AIDS. Θεώρησα σημαντικό να δούμε αυτό το οροθετικό αγόρι (Sylvain Jacques) να πηγαίνει να συναντήσει κάποιον με τον οποίο θα ζούσε μαζί, χωρίς πολλά δράματα, απλώς επειδή αυτό είναι από δω και πέρα μέρος της ζωής.
Πηγή: 

Patrice Chéreau, έκδοση του 46ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2005

Η ταινία στο imdb: Εδώ
Η ταινία στη Βικιπαίδεια: Εδώ
Tailer της ταινίας στο youtube: Εδώ

© φωτογραφιών Bac Distribution 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου