Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2019

ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ ΕΙΔΥΛΛΙΑ - XII «Αΐτης»








Ἐπιγράφεται δὲ τὸ παρὸν εἰδύλλιον Αΐτης. Γέγραπτε δὲ Ἰάδη διαλέκτῳ. Ἔστι δὲ τὸ εἶδος ἀφηγηματικόν. Ἀφ᾿ ἑνὸς γὰρ προσώπου προάγεται ὁ λόγος, τουτέστι τοῦ Θεοκρίτου. Διαλέγεται δὲ ὡς ἐραστὴς πρὸς τινα ἐρώμενον, οὐ πλέον τριῶν ἡμερῶν ἀποδεδημηκότα. Ὄθεν φυσὶν ἦλθες μετὰ τρεῖς ἡμέρας· ἐγὼ δὲ ἐν μιᾷν ἡμέρα γεγήρακα, ὡς ποθῶν. Ἔστι δὲ ΕΙΣΠΝΙΔΟΣ ὁ ἐραστής, κατὰ τὴν Ἀμυκαίων διάλεκτον· ΑΪΤΗΣ δὲ ὁ ἐρώμενος, ὡς Θετταλοὶ φασιν. Εὔχεται δὲ ἵνα μετὰ θάνατον γέγοιντο ἀοίδιμοι, Ἐπενεῖ δὲ καὶ τοὺς Μεγαρεῖς ὡς τετιμηκότας τὸν Διοκλῆν παιδεραστὴν ὄντα ἐπιτάφιῳ ἀγῶνι ἐν ᾧ οἱ νέοι ἠγωνίζοντο φιλήμασι, καὶ ὁ μᾶλλον φιλήσας ἐστεφανοῦντο βαρὺ στεφάνῳ, καὶ ἀπήρχετο πρὸς τὴν ἑαυτοῦ μητέρα.
Thomas Gaisford, Poetae Minores Graeci - Scolia ad Theocritum,  Λειψία 1823



Ο ΕΡΩΜΕΝΟΣ (ΕΙΔΥΛΛΙΑ XII - «Αΐτης»)
μετάφρασις
Τρία νυχτόημερα ἔκαμες καλέ μου νὰ γυρίσεις
δὲν ξέρεις, ἀγοράκι μου, πὼς οἱ ἀγαπημένοι
ὅταν δὲν συχνοβλέπονται καὶ δὲν συναπαντιῶνται
καὶ σὲ μιὰ μέρα μοναχὰ μποροῦνε νὰ γεράσουν.
Καὶ ἡ μεγάλη μου χαρὰ ποὺ σ᾿ εἶδα ἦταν τόση
ὅσο εἶναι γλυκύτερη ἀπ᾿ τὸ βαρὺ χειμώνα
ἡ ἀνθοστόλιστη ἄνοιξη μὲ τὶς πολλὲς τὶς χάρες
καὶ τ᾿ ὤριμο γλυκόμηλο ἀπ᾿τ᾿ ἄγριο κορομήλι
κι ὅσο περσσότερα μαλλιὰ ἔχει ἡ προβατομάνα
ἀπ᾿ τ᾿ ἄπλερο τ᾿ ἀρνάκι της ποὺ μόνο γάλα πίνει
κι ὅσο καλύτερη εἶναι την ἡ ἀπάρθενη κοπέλλα
ἀπ᾿ ὅσο τὸ ἐλαφόπουλο περνᾶ στὴ γληγοράδα
τὸ μοσχαράκι τὸ μικρό, κι ὅσο γλυκολαλάει
ἀπ᾿ ὅλα τ᾿ ἄλλα τὰ πουλιὰ καλύτερα τ᾿ ἀηδόνι.
Μόλις ἐξαναφάνηκες, χρυσούλη μου μπροστά μου
ἄμετρη ἐφούντωσε ἡ χαρὰ κι ἔφυγε κάθε λύπη
καὶ πλάι σου ηὖρα ἀνάσασι ὡς ὁ στρατοκόπος
στὸν ἴσκιο τῆς βελανιδιᾶς νὰ ξανασάνει τρέχει,
ὅταν ὁ ἥλιος, ὁ πυρρὸς, καίῃ καὶ ζεματίζῃ.
Μακάρι, ἀγαπημένε μου, μακάρι μεταξύ μας
ἡ ἴδια ἀγάπη νὰ κρατῇ ὅσο βαστάει ἡ ζωή μας
ὥστε τ᾿ ἀγγόνια, τὰ παιδιά, στὰ χρόνια ποὺ θὲ νά ᾿ρθουν
γιὰ δικό μας ἔρωτα ἔτσι νὰ τραγουδᾶνε:
«Ἔζησαν στοὺς προγόνους μας δυὸ ἀγαπημένοι φίλοι
τὸν ἕνα τὸν ἐλέγανε ἐραστὴ οἱ Ἀμυκλαῖοι
τὸν ἄλλονε οἱ Θεσσαλοὶ τὸν λέγαν ἐρωμένο,
ποὺ ὅμοια ἀγαπηθήκανε καὶ γκαρδιακὰ ὸ καθένας
κι ἐζήσανε καὶ πέθαναν εἰς τὰ χρυσὰ τὰ χρόνια
ποὺ ὅταν φιλοῦσες ἄνθρωπο σ᾿ ἐφίλαε καὶ ᾿κεῖνος».
Δία, Μεγαλοδύναμε, πατέρα τῶν ἀνθρώπων
καὶ σεῖς οἱ ἀθάνατοι ποὺ ὁρίζετε τὴ πλάση
μακάρι ὑστερότερα ἀπὸ διακόσια χρόνια
ν᾿ ἀκούσω στὸν Ἀχέροντα νὰ μοῦ γυκομιλήσουν.
«Σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο καύχημα ἡ ἀγάπη σας ἐστάθη
κι ἀπ᾿ ὅλους περισσότερο τὴ διαλαλοῦν τ᾿ ἀγόρια».
Μὰ ὅταν ἐγὼ θὰ ἐπαινῶ τὴν ὀμορφιά σου φίλε,
ποῦν᾿ τοῦ κορμιοῦ καὶ τῆς ψυχῆς ἀσύγκριτη ὀμορφάδα,
ἀλήθεια ὁλοφάνερη τὸ στόμα μου θὰ λέῃ
κι ἂν ἄθελα καμιὰ φορὰ σὲ λύπη μ᾿ ἔχεις βάλει
ἐσὺ μονάχα τό ᾿ξερες τὸ γιατρικὸ νὰ γιάνω
καὶ μοῦ ᾿καμες τὸ χωρισμὸ διπλάσια ὡραῖον.
Εὐτυχισμένοι πάντοτε νὰ εἶστε οἱ Νισαῖοι,
οἱ ναυτικοὶ ἀπ᾿ τὰ Μέγαρα, ὅπου στὸ Διοκλείδη,
ποὺ μὲ τοὺς νέους ἤτανε φίλος κι ἀγαπησιάρης,
τόσες τιμὲς ἐκάματε ποὺ ὅλοι τὶς θυμοῦνται,
καὶ σὰν ἀρχίσει ἡ ἄνοιξη καὶ σκάσουν τὰ μπουμπούκια
ὅλα τ᾿ ἀγόρια τρέχουνε στὸν τάφο του τρυγύρω
καὶ στὰ γλυκοφιλήματα μὲ χάρη παραβγαίνουν
κι ὅποιος τὸ φίλημα ἔδινε τὸ ποιὸ γλυκὸ ἀπ᾿ τ᾿ ἄλλα
στεφανωμένος νικητὴς στὸ σπίτι του γυρνοῦσε.
Κι εὐτυχισμένος ἤτανε κι ἐκεῖνος ποὺ ἡ συνήθεια
τὸν εἶχε τὰ φιλήματα νὰ κρίνει μὲ ἰσότη.
Τ᾿ ὄμορφο τὸ παιδόπουλο κοντά του τὸ καλοῦσε
τὰ ζαχαρένιο στόμα του γιὰ δοκιμή νὰ δώσει,
ὅπως τὸ ἴδιο κάνουμε οἱ χρυσικοί, οἱ τεχνίτες,
ὅπου μὲ πέτρα Λυδικὴ προσεχτικὰ κοιτάζουν
ὅταν θελήσουνε νὰ βροῦν τ᾿ ἀληθινὸ χρυσάφι.


ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ ΕΙΔΥΛΛΙΑ - ιβ «Αΐτης»
ἀρχαῖο κείμενο
Ἤλυθες, ὦ φίλε κοῦρε· τρίτῃ σὺν νυκτὶ καὶ ἠοῖ
ἤλυθες· οἱ δὲ ποθεῦντες ἐν ἤματι γηράσκουσιν.
Ὅσσον ἔαρ χειμῶνος, ὅσον μῆλον βραβίλοιο
ἥδιον, ὅσσον ὄϊς σφετέρης λασιωτέρη ἀρνός,
ὅσσον παρθενικὴ προφέρει τριγάμοιο γυναικός,
ὅσσον ἐλαφροτέρη μόσχου νεβρός, ὅσσον ἀηδὼν
συμπάντων λιγύφωνος ἀοιδοτάτη πετεηνῶν,
τόσσον ἔμ᾽ εὔφρηνας σὺ φανεὶς, σκιερὴν δ᾽ ὑπὸ φηγόν
ἠελίου φρύγοντος ὁδοιπόρος ἔδραμον ὥς τις.
Ἀλλήλους δ᾽ ἐφίλησαν ἴσῳ ζυγῷ. Ἦ ῥα τότ᾽ ἦσαν
χρύσειοι πάλιν ἄνδρες, ὅτ᾽ ἀντεφίλησ᾽ ὁ φιληθείς.”
Εἰ γὰρ τοῦτο, πάτερ Κρονίδη, πέλοι, εἰ γάρ, ἀγήρῳ
ἀθάνατοι, γενεῇς δὲ διηκοσίῃσιν ἔπειτα
ἀγγείλειεν ἐμοί τις ἀνέξοδον εἰς Ἀχέροντα·
Ἡ σὴ νῦν φιλότης καὶ τοῦ χαρίεντος ἀΐτεω
πᾶσι διὰ στόματος, μετὰ δ᾽ ἠϊθέοισι μάλιστα.”
Ἀλλ᾽ ἤτοι τούτων μὲν ὕπερ θεοὶ Οὐρανίωνες
μήσονθ᾽ ἅσσ᾽ ἐθέλουσιν· ἐγὼ δέ σε τὸν καλὸν αἰνέων
ψεύδεα ῥινὸς ὕπερθεν ἀραιῆς οὐκ ἀναφύσω.
Ἢν γὰρ καί τι δάκῃς, τὸ μὲν ἀβλαβὲς εὐθὺς ἔθηκας,
διπλάσιον δ᾽ ὤνησας, ἔχων δ᾽ ἐπίμετρον ἀπῆλθον.
Νισαῖοι Μεγαρῆες, ἀριστεύοντες ἐρετμοῖς,
ὄλβιοι οἰκείοιτε, τὸν Ἀττικὸν ὡς περίαλλα
ξεῖνον ἐτιμήσασθε, Διοκλέα τὸν φιλόπαιδα
Αἰεί οἱ περὶ τύμβον ἀολλέες εἴαρι πρώτῳ
κοῦροι ἑριδμαίνουοι φιλήματος ἄκρα φέρεσθαι·
ὃς δέ κε προσμάξῃ γλυκερώτερα χείλεσι χείλη,
βριθόμενος στεφάνοισιν ἑὴν ἐς μητέρ᾽ ἀπῆλθεν.
Ὄλβιος ὅστις παισὶ φιλήματα κεῖνα διαιτᾷ
Ἦ που τὸν χαροπὸν Γανυμήδεα πόλλ᾽ ἐπιβῶται
Λυδίῃ ἶσον ἔχειν πέτρῃ στόμα, χρυσὸν ὁποίῃ
πεύθονται, μὴ φαῦλος, ἐτήτυμοι ἀργυραμοιβοί.




Θεοκρίτου Εἰδύλλια ιβ «Αΐτης», μετάφραση Κ.Μ. Γράψα, Τύποις «Ρουμελιώτου» Μιλτιάδου 23, Ἀθήνα 1933.

Ὁ Θεόκριτος ἐγεννήθει στὶς Συρακοῦσες μεταξὺ 315-320 π.Χ. ἀπὸ οἰκογένεια καταγόμενη ἀπὸ τὴν Κῶ. Σὲ ἡλικία 30 ἐτῶν ἐγκαταστέθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου διέμεινε ἀρκετά ἔτη. Ἐκεῖ συνδέθηκε μὲ ὅλους τοὺς λογίους τῆς ἐποχῆς του. Ἐπέστρεψε στὶς Συρακοῦσες τὸ 265 π.Χ. ὅπου καὶ διέμεινε γιὰ τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του. Πέθανε σὲ πολὺ μεγάλη ἡλικία, -μάλιστα λέγεται πὼς εἶδε καὶ τὴν κυρίευση τῆς Σικελίας ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου