Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2020

Ἕνα ποίημα τοῦ Ἀρθούρου Ρεμπὼ (Α poem by Arthur Rimbaud)

 

 


 

 

Ἀλῆτες

Ἄμοιρε δερφέ! Τί φριχτὲς ἀγρύπνιες τοῦ χρωστάω. Δὲν άδραχνόμουν μ᾿ ὅλη μου τὴ φλόγα ἀπὸ τοῦτο τὸ ἐγχείρημα. Εἶχα περιπαίξει τὴν ἀνημποριά του. Ἀπὸ δικό μου λάθος, θὰ ξαναπέφταμε στὴν ἐξορία, στὴ σκλαβιά. Φανταζόταν ὅτι εἶχα μιὰ παράξενη ἀτυχία κα ἀθωότητα, καὶ πρόσθετε σ᾿ αὐτὰ λόγους ἀνησυχαστικούς.

Ἀποκρινόμουν σαρκάζοντας στὸν δαιμονικὸ αὐτὸν δόκτορα, κάτι τραβοῦσα, τέλος, κατὰ τὸ παράθυρο. Δημιουργοῦσα, πέρα ἀπὸ τὸν κάμπο, ποὺ τὸν διέσχιζαν παρέες σπάνιας μουσικῆς, τὰ φαντάσματα τῆς μέλλουσας νυχτερινῆς χλιδῆς.

Μετὰ ἀπὸ τούτη τὴν ἀσαφῶς ὑγιεινὴ ψυχαγωγία, πλάγιαζα πάνω σὲ μιὰ ψάθα. Καί, σχεδὸν κάθε νύχτα, μόλις ἀποκοιμιόμουν, τὸ ἄμοιρο τ᾿ δέλφι μου σηκωνόταν, μὲ σάπιο στόμα, βγαλμένα μάτια —ἔτσι ὀνειρευόταν τὸν ἑαυτό του!— καὶ μ᾿ ἔσερνε μέσ᾿ στὴν κάμαρα, οὐρλιάζοντας τὸ χαζὰ θλιβερὸ ὄνειρό του.

Κι λήθεια, εἶχα μὲ ὅλη τὴν εἰλικρίνεια τοῦ μυαλοῦ μου, ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωση νὰ τὸν φέρω ξανὰ στὴν πρωινὴ κατάστασή του, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἥλιου, — καὶ πλανιόμασταν, καὶ μᾶς ἔτρεφε τὸ κρασὶ τῶν σπηλαίων καὶ ὴ γαλέτα τοῦ ὁδοιπόρου, κι ἐγὼ μὲ βία ψάχνω νὰ βρῶ τὸν τόπο καὶ τόν τύπο





Μέτ. Γιῶργος Σπανός, Ἐκδόσεις Πλέθρον, Ἀθήνα 1984.

 Ἀφιέρωμα τοῦ blog στὸν Ἀρθούρο Ρεμπῶ: Κλὶκ ἐδῶ.


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου