Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

«Ἐπιτάφιος Θρῆνος» τοῦ Γιώργου Ἰωάννου


Τό ἐξώφυλλο τοῦ βιβλίου μέ χαρακτικό τοῦ Χρόνη Μπότσογλου
[…] Mά βγαίνοντας ἀπό τήν ἐκκλησία ὁ Ἐπιτάφιος, τράβηξε πρῶτα πλάγια, χώθηκε μές στίς γειτονιές μέ τά κλειστά, ὄπως εἴπαμε, ἰσόγεια, μέ τά χαμαιτυπεῖα τοῦ λιβανιοῦ, καί δέν τόν ε´ιδαμε σχεδόν καθόλου, ἄλλωστε στήν ἀρχή εἶναι μπουλούκι πάντοτε, ὥσπου νά συνταχθεῖ νά βρεῖ τόν ἦχο του καί τό ρυθμό του, νά πάρει ν' ἀναδίνει μυρωμένο θάνατο, φτάνοντας στό κορύφωμα στό τελευταῖο ἰδίως στάσιμο, ὅπου ὅλοι ἔχουνε πιάσει πιά τό ρόλο τους, τόν ἐκτελοῦνε στήν ἐντέλεια, τόσο πού θέλει χρόνο ὁλόκληρο γιά νά ἐξατμισθεῖ ἀργότερα. Πάντως, ἀκούσαμε τίς πρώτες νότες του ν' ἀπομακρύνονται καί ἦταν ἡ μοναδική ἴσως στιγμή πού νιώσαμε ἕνα σφίξιμο, πού μέναμε ἔτσι μακριά ἀπό τό πλῆθος καί τό συρφετό, ἐνῶ ἐκεί ἀνήκαμε, μπορούσαμε νά εἴμαστε ἐμεῖς κατόπι του, σηκώνοντας σκόνη τεφρή μέ τά ποδάρια μας, μά ὥσπου νά διαλογιστούμε αὐτά, πιάσαμε θέσεις στό παράθυρο νά δοῦμε τόν λαμπρό του γυρισμό στό λαξευτό μνημεῖο του.
Καί ὅταν πήρε ἡ κυκλοφορία νά παραλύει, νά προηγοῦνται τά μικρά παιδιά, ν’ ἀνάβουνε κεριά στά ὑψηλά πατώματα, ἑτοιμαστήκαμε κι ἐμεῖς νά άπολαύσουμε τό μέγα θέαμα, στό σκότος μέσα τῆς κρεβατοκάμαρας. Ἀπό μπροστά μας ὅταν διάβαιναν, ἔψελνε ἡ χορωδία τά ἐγκώμια, μαθήτριες μέ ἐπιπόλαιες φωνές, παρόμοιες μέ τόν γραφικό τους χαρακτήρα, βαδίζοντας στό ψευτοκουρασμένο βῆμα τῶν στρατιωτῶν, ἐκείνο μέ τό λύγισμα τό ἀδιόρατο, πού μέ ἐφ' ὄπλου λόγχη, ὡραῖοι καί σκοτεινοί, τραβοῦσαν φορτωμένοι νιάτα καί ἐξαψη, θαρρεῖς ἀπό τό πρόσφατο μαστίγωμά τους, κοιτάζοντας λοξά τά πεζοδρόμια, ὅπου κατ’ ἐπανάληψη εἴχανε παζαρέψει τό κορμί τους καί τό σπέρμα τους, δίπλα τους κατά στοῖχο οἱ μαθήτριες, μαύρη ποδιά ἀτλαζένια τσιτωτή, ἄσπρο γιακά, κι ἕνα πανέρι ροδοπέταλα στό στῆθος, θαρρεῖς γιά ν’ ἀκουμπάνε τά λαχταριστά βυζιά, πού τά πήγαιναν προσφορά σ’ αὐτόν πού εἶχε πεθάνει «τετρωμένος ὥσπερ πελεκάν», μέ τήν τεράστια μύτη, καί παραμέσα οἱ παπάδες, ὅλο στόλισμα, κρατώντας ἀδιόρατες μαβιές γιρλάντες, σέ ἀνταπόκριση μέ τούς πρασινοσκούφιδες, ὅπου ἀποκάτω ψέλναν ἀφηρημένα οἱ μαθήτριες – αὐτά, βέβαια, οἱ βολεμένοι τῆς ἀγάπης δέν τά βλέπουνε – καί ὕστερα τό ρεῦμα μέ τά πλήθη, μέ άνάμενα άα κεριά, κι ὅλοι οἱ γνωστοί κι οἱ συγγενεῖς, κι οἱ δάσκαλοι πού εἴχαμε κατά καιρούς, μετάρσιοι, ὡραιότατοι, μέ τό κεφάλι τους πού ἔχει σβήσει πιά, γερμένο πρός τά πίσω κάπως, παραδομένοι στά ἐγκώμια, παρόλο πού 'ναι ἔξω ἀπ’ τά έγκόσμια, νά ρέουν σάν βουβό ποτάμι, καί μυρωδιές ἀνάμικτες, ἀρβύλες καί χακί – χειμερινό ἀκόμα, παστωμένο μέ ὀσμές – μέ μοσχολίβανα λεπταίσθητα, φερμένα ἀπό πολιτεῖες τῆς μοναξιᾶς, ἀρώματα τῶν γυναικῶν, βιολέτες καί ἀκακίες τῆς πλατείας ὁλάνθιστες, τσαμπιά-τσαμπιά, καί νά 'χεις καί τόν ὑπαξιωματικό νά σοῦ φυσάει τό σβέρκο μέ τήν καυτή ἀνάσα του, πού μόνη της μιλοῦσε γιά τήν ψυχική ἁγνότητα, νά καίει ὁλόκληρος καί νά μοσχοβοᾶ, χωρίς ὡστόσο νά ‘χει αἴσθηση τῆς λάμψης του, καί εὐτυχῶς, γιατί ἄν τά 'νοιωθε αὐτά, θά ἦταν προπολλού ἀνάρπαστος, στόν Ἐπιτάφιο νά λάμπει μοναχός, πίσω ἀπό τό Χριστό καί τίς μαθήτριες, κι ἐκεῖνες σάν τόν ἔβλεπαν μοναχικό καί μάθαιναν τήν ἱστορία του, πολύ θά θέλαν νά προσφέρανε σ’ αὐτόν τά δῶρα πού στηρίζανε μές στά πανέρια μέ ταά ροδοπέταλα, νά τρίψει άπάνω τους τό ὀρφανεμένο μάγουλο, νά τά βυζάξει, μά εὐτυχῶς ἐτούτα τά παιδιά, ἔχουνε ταπεινή ψυχή, θέλουν πολλές φορές, νά κλείνονται, ὅπως κλεινόντουσαν στόν ἀχυρώνα τοῦ χωριοῦ καί παίζαν μέ τίς ὧρες ἤ χώνονταν στό δάσος μέσα στά κλαριά. Καί λάτρευαν ἐκεῖ ὅλοι οὶ συνομήλικοι μαζί τόν Πάνα μέ τή συνοδεία τῶν σατύρων του. Ἡ φύση εἶναι ὅσο κι ἡ νύχτα ἐρωτική. Κι ἀκόμα, κατά τόν Θεολόγο τόν Γρηγόριο: «Γλυκείς οἱ ἦλοι, καί εἰ λίαν ὀδυνηροί». […]
Πηγή:

Γιώργος Ιωάννου «Ἐπιτάφιος Θρῆνος», ἐκδόσεις Κέδρος, Ἀθήνα 1987

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου