Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Τρεις συλλογές διηγημάτων του Πρόδρομου Σαββίδη





Το σπέρμα, Δύο Σταγόνες βροχή, Η χαμένη
Τρεις συλλογές διηγημάτων του Πρόδρομου Σαββίδη
Πρόδρομος Σαββίδης είναι ψευδώνυμο του γνωστού ηθοποιού Μηνά Χατζησάββα, ο οποίος έχει εκδώσει τρεις συλλογές διηγημάτων με τους τίτλους: Σπέρμα (Κέδρος 1980), Η Χαμένη (Οδυσσέας 1983) και Δύο Σταγόνες βροχή (Οδυσσέας 1985). Στο συγγραφικό του έργο συγκαταλέγεται και το σενάριο της ταινίας Η Ζωή Ενάμισυ Χιλιάρικο το οποίο συνυπέγραψε (και πάλι με το ψευδώνυμο Πρόδρομος Σαββίδης) μαζί με την σκηνοθέτιδα της ταινίας Φωτεινή Σισκοπούλου. Το σενάριο τιμήθηκε μάλιστα με το Βραβείο Σεναρίου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1995.
Όπως εξήγησε ο ίδιος τόσο στην Εύη Κυριακοπούλου, στην εκπομπή της «Η ζωή είναι αλλού» (ET 1, 15 Δεκ. 2007) αλλά και σε συνέντευξή του στην Έλενα Σπανδωνή (Ελευθεροτυπία, 14 Δεκ. 2003), Πρόδρομος Σαββίδης ήταν το όνομα του πατέρα του ο οποίος το άλλαξε όταν ήρθε από την Μικρασία το '22. Έτσι παίρνοντας το όνομα του πατέρα του κυκλοφόρησε τις τρεις αυτές συλλογές διηγημάτων. Τα διηγήματα γράφτηκαν όπως ανέφερε πάντα ο ίδιος, την περίοδο του Εθνικού που ήταν μεγάλο σχολείο γι’ αυτόν.
 
Δύο Σταγόνες βροχή (Οδυσσέας 1985)
[…] Τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος όταν είσαι εσύ είκοσι ένα είναι μια διαφορά όσο και να φαίνεται μικρή, αρκετά μεγάλη, γιατί είναι η εποχή που γαμιέσαι αβέρτα προσπαθώντας να λυτρωθείς από τα εφηβικά κόμπλεξ, αμολιέσαι στην κυριολεξία να κερδίσεις τον χαμένο χρόνο, γίνεσαι έτσι πιο έμπειρος και γι’ αυτό εκείνος εικοσιπέντε χρονών, ίδρωνε να μου κάνει ό,τι μπορούσε παραπάνω, να σε χαίρεται περισσότερο. Τσιμπούκι πρώτη φορά αυτός σου ‘κανε, πέρα απ’ το γλείψιμο σ’ όλο μου το κορμί κι αυτό πρώτη φορά, που έλειωσες από κάβλα, πέθανες, να μην καταλάβω καν ότι μου’ χωσε και τον πούτσο του μέσα μου και να μ’ αρέσει πολύ. Έτσι αισθάνθηκα την ανάγκη να του γλείψω κι εγώ μια μέρα τον πούτσο, σίγουρος αφού εσύ ευχαριστήθηκες τόσο πολύ, να ευχαριστηθεί κι εκεινού. Μου άρεσε κιόλας, δε λέω, μύριζε περίπου σαν και σένα, περίπου, εσύ καλύτερα, αυτός αργούσε όμως. Φαίνεται δεν το ‘κανα καλά, τα δόντια μου ξέφευγαν και μπηγόντουσαν στο ερεθισμένο καυλί του και εν έχυνε. Εγώ εκεί όμως, έπρεπε να τελειώσει. Όταν επιτέλους με μπούκωσε στο σπέρμα, εσύ ήσουν πεσμένος απ’ την αγωνία και το χύσι του στο στόμα μου μ’ αηδίαζε φρικτά. Μου ‘ρθε να ξεράσω. Απ’ την πίεση του στομαχιού, το ζεστό υγρό με το σάλιο μου ταρακουνήθηκαν δυνατά, να διαπεράσουν τα δόντια μέσα έξω, όπως όταν ξεπλένεσαι από την οδοντόκρεμα έχοντας το στόμα κλειστό και προκειμένου να τα βγάλω όλα και να αισθανθώ άσκημα για κείνον, τα κατάπια με μια τυραννική εισπνοή, που η έντασή της μέχρι τώρα μου ‘χει μείνει αξέχαστη. Τώρα καταπίνω μόνο όταν είσαι όρθιος κι έχει νόημα το γαμημένο.
Πρόδρομος Σαββίδης, Δυο σταγόνες Βροχή, Οδυσσέας, Αθήνα 1985. (απόσπασμα από το διήγημα «Αυτός»)


 


Το σπέρμα (Κέδρος 1980)
Έτσι το ξέρουν όλοι οι φίλοι μου από τις περιγραφές μου. Κουκλί. Στο ύψος μου. Μόλις μετασχηματίζεται σε αντράκι κι αρχίζει να δένει το εφηβικό κορμάκι του, κατάμαυρα μαλλιά και δέρμα. Θεέ μου τι δέρμα, αλαβάστρινο, διαφανές, ν' αφήνει να φαίνονται από κάτω ολοκάθαρα οι φλέβες του με το ζεστό αίμα, κι όλα αυτά να σε βιάζουν να δεις ποιος είναι, το βλέμμα του, τα μάτια του, τι μάτια, υγρά, μαύρα, να στάζουν μέλι, και μην αντέχοντας πια άλλο αυτό το βιασμό σου από τη ματιά του γέρνεις τα δικά σου και, ω τυραννία, πέφτουν στο στήθος του για να δεις τις ίσιες κατάμαυρες, λες φρεσκοχτενισμένες τρίχες του ίσα στο μήκος μόνο του λευκού στέρνου, και μια λεπτή μαύρη γραμμή να χάνεται στην κοιλιά του κάτω από την άσπρη μπλούζα του κουμπωμένη με το τελευταίο της κουμπί μόνο, να οδηγεί ποιος ξέρει σε ποια κόλαση. Μ' αρέση η κόλαση....
Πρόδρομος Σαββίδης, Το σπέρμα, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1980, (απόσπασμα από το διήγημα «Ιλιάδα»).




Η Χαμένη (Οδυσσέας 1983)
[…] έλα πες μου αγόρι μου. Πονηρούλη, δεν γυρίζεις να με κοιτάξεις. Κάτι μου κρύβεις εσύ. Τόσα χρόνια σε ξέρω απ’ έξω εγώ. Τίποτα δεν ξεφεύγει από τη μάνα. Έλα. Πότε θα την φέρεις να την γνωρίσουμε; Πες μου. Όμορφη είναι; Κούκλα έτσι; Αχ Θε μου, αγγελούδια θα φτιάξετε να περνάω κι εγώ τις ώρες μου στα γερατειά μου.
-Μαμά μη συνεχίζεις.
-Ορίστε, πάλι τα ίδια. Γιατί βρε παιδάκι μου; Όχι πες μου Σ’ αρέσει να πλένεις πιάτα; Εγώ πόσα χρόνια θα ζήσω; Ποιος θα σε φροντίζει; Ποιος θα σε πλένει; Τι φοβάσαι; Η δικιά σου θα κάνει ζωή χαρισάμενη. Πια δεν θέλει να’ χει έναν άντρα σαν και σένα δίπλα της;
-Μάνα…
-Ξέρω τι θα μου πεις. Είναι νωρίς ακόμα, να δημιουργηθείς πρώτα, σωστά όλα αυτά, αλλά μπορείς να αρραβωνιαστείς. Τι κάνεις μόνος σουτ; Να την δούμε τέλος πάντων και μεις. Να μπαινοβγαίνει σπίτι μας, διαφορετικά είναι. Και να ‘σαι βέβαιος, αν σ’ αγαπάει θα περιμένει.
-Σώπα. Ξέρεις τι σημαίνει να είναι κανείς μόνος του; Τώρα δεν το καταλαβαίνεις. Σαν περάσουν όμως τα χρόνια θα νιώσεις τι σου λέω, όμως θα είναι αργά. Θα χτυπάς το κεφάλι σου. Θα μου πεις: εσύ τι κατάλαβες με το χαϊβάνι τον άντρα σου; Χαμογέλασες ποτέ στη ζωή σου; Μια δούλα είχε σπίτι του και με τις τσούλες έτρεχε. Τα έχουμε πει αυτά, τι να τα ξαναλέμε τώρα; Όμως ξέρεις τι θα σου απαντήσω; Κατάλαβα, Κωνσταντίνε μου, κατάλαβα. Γιατί έκανα εσένα, το παλληκάρι μου. Να γιατί πρέπει να παντρευτείς και συ. Άκουσε για να μην φωνάξω. Σήμερα μέρα που 'ναι θέλω να μου μιλήσεις... λέγε...μάνα, πες, θα σου την γνωρίσω... τι να πω πια; Εκτός αν είσαι ανώμαλος.
-Ναι.
-Τι ναι. Θα μου την γνωρίσεις;
-Δεν υπάρχει καμία και δεν είμαι ανώμαλος.
-Τότε; Λέγε. Πες μου αγόρι μου.
-Αφού θέλεις ν' ακούσεις, είμαι ομοφυλόφιλος.
Η κυρία Ελένη για μια στιγμή πάγωσε. Αργά-αργά κατεβάζει τα πόδια της από την καρέκλα. Το στόμα της αγωνιά να σχηματίσει μια φράση, τόσο ψιθυριστά, σαν να μην θέλει να ξυπνήσει το πραγματικό νόημα των λέξεων.
-Ομοφυλόφιλος, Κωνσταντίνε, σημαίνει εκείνη τη λέξη που ντρέπομαι και να την πω... Πούστης είσαι αγόρι μου; Πούστης είσαι λεβέντη μου; Γύρνα, σε παρακαλώ. Θέλω να δω τα μάτια σου. Τα μάτια σου, Κωνσταντίνε. Γύρνα και σφάξε με.
Ο Κωνσταντίνος γύρισε. Τα μάτια του ήταν σοβαρά. Το εννοούσε. Η κυρά Ελένη σηκώθηκε. Τα πόδια της τη βαστούσα. Ξυπόλητη τον πλησιάζει. Βάζει τα χέρια της στη μέση του να τον σηκώσει όπως παλιά στον αέρα, σαν να θέλει να ξαναρχίσουν όλα από την αρχή, όμως δεν μπορεί να τον κουνήσει ρούπι. Η πραγματικότητα είναι άλλη και η κυρά Ελένη δεν την καταλαβαίνει με τίποτα. Σαν να της πρωτομίλησαν για το άπειρο. […]
Πρόδρομος Σαββίδης, Η χαμένη, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1983, (απόσπασμα από το διήγημα «Η Κυρία Ελένη»)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου