Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

«Τοῦ καλοκαιριοῦ» (IIΙ), ἕνα ποίημα τῆς Ζωῆς Καρέλλη







Tοῦ Kαλοκαιριοῦ

[...]
IIΙ 
Ἄψογα καὶ προπάντων ζωντανά,
ὡραία σώματα νεανικά,
τούτη ζητῶ τή βεβαιότητα.
Mὴ μού θυμίσεις τήν ἀρετή,
ἔχει γεράσει, φόρεσε γυαλιά
μέ σκελετό χρυσό, φυλάγει
ἀπό τό φῶς τ' ἄχροα μάτια της.
Ἔχει ἀραιά μαλλιά, κοκκινωπά,
ἀσπριδερή ἐπιδερμίδα, ὄλο φακίδες
κιτρινωπές.

Πές, ἄν μπορεῖ
νά καταλάβει μιά τέτοια γυναῖκα
τήν ὑπερηφάνεια πού χαρίζει ὁ ἥλιος
στό λαμπρό σῶμα, ἐφηβικό,
ἐκεῖνου τοῦ ἐφήβου ἀκριβῶς,
ποῦ στάθηκε γυμνός καί ὄρθιος,
στήν πλῶρη τῆς ἄσπρης βάρκας.
Περνούσε τό βαποράκι
τῆς συγκοινωνίας γιά τά θαλάσσια λουτρά
καί οἱ παχιές γυναίκες μέ τά πολλά παιδιά,
χειροκροτούσαν ἄπ' τό πλοῖο ἔξαλλες.




Ζωή Καρέλλη, «Το καλοκαιριοῦ» (πόσπασμα), ἀπό τή συλλογή, Παραμύθια, (1955).



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου