Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

«Ἴσως νά 'ναι κι ἔτσι» τοῦ Γιάννη Ρίτσου, ἀφιέρωμα




Γιάννης Ρίτσος, Χωρὶς τίτλο, ἀκουαρέλα σὲ πακέτο τσιγάρων.



«Ἴσως νά 'ναι κι ἔτσι» τοῦ Γιάννη Ρίτσου, σκιαγραφώντας μιὰ διαμάχη
Εἶναι ἄνοιξη τοῦ 1985 καὶ οἱ ἐκδόσεις Κέδρος, ποὺ ἔχουν καὶ τὰ ποκλειστικὰ δικαιώματα, θέτουν σὲ κυκλοφορία ἕνα νέο ἔργο τοῦ Γιάννη Ρίτσου. Ὁ Ρίτσος ἔχει ξεκινήσει μιὰ σειρὰ μὲ πεζά, ὑπὸ τὸ γενικὸ τίτλο Εἰκονοστάσιο ἀνώνυμων ἁγίων. Τὰ τρία πρώτα ἔργα τῆς σειρᾶς ποὺ εχαν κυκλοφορήσει ἦταν:
1. Ἀρίοστος ὁ προσεχτικὸς ἀφηγεῖται στιγμὲς τοῦ βίου του καὶ τοῦ ὕπνου του.
2. Τί παράξενα πράγματα.
3. Μὲ τὸ σκούντημα τοῦ ἀγκώνα.
Καὶ ἔρχεται ὁ χρόνος καὶ ὁ καιρὸς νὰ κυκλοφορήσει ὁ τρίτος τόμος τῆς σειρᾶς ὑπὸ τὸν τίτλο Ἴσως νά 'ναι κι ἔτσι, τὸ ἐξώφυλλο μάλιστα κοσμεῖ μιὰ ἀκουαρέλα τοῦ Ρίτσου φτιαγμένη πάνω σὲ πακέτο τσιγάρων. Καὶ κυκλοφορεῖ ποὺ λέτε ὁ τόμος, τόμος ποὺ περιέχει δεκαωχτὼ πεζογραφήματα τὰ ὁποῖα μπορεῖ ὅλα τους κάλλιστα νὰ τὰ σκεπάσει ἡ ὀμπρέλα τοῦ ἐρωτικοῦ πεζογραφήματος. Μιλᾶμε δηλαδὴ γιὰ μιὰ συλλογὴ ἐρωτικῶν πεζογραφημάτων. Ὁ ἴδιος, ὁ καθ' ὅλα σπουδαῖος Ρίτσος, διαβλέπει τὶς ἀντιδράσεις ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν, ἔτσι μέσα στὰ πεζογραφήματα, γιὰ τὴν κρίβεια στὸ τελευταῖο πεζὸ τοῦ τόμου γράφει:
«Ποῦ θὰ πάει αὐτὸ τὸ πράγμα; γράφεις γράφεις καὶ τελειωμὸ δὲν ἔχεις. Καλὰ τὸ λένε κάποιοι κάποιοι, λογοδιάροια σ' ἔχει πιάσει. Καὶ τί 'ναι τοῦτα ποὺ μᾶς ξεφουρνίζεις; παιδιάστικα καμώματα. Γειὰ στὸ στόμα σου κυρ Κυπαρίσση, "ὁ παλιμπαιδισμὸς εἶναι σύνηθες φαινόμενον τῶν ἀρτηριοσκληρυντικῶν γερόντων". Λὲς νά 'ναι ἀλήθεια; Ἴσως νά 'ναι κι ἔτσι. Ἀφοῦ κι ὁ Πέτρος εἶπε «δὲν ἔχεις τίποτ' ἄλλο νὰ πεῖς; κατοχὴ, ἀντίσταση πείνα, θάνατοι, ἐκτελέσεις, θυσίες, ὁλοκαυτώματα, Καλάβρυτα, Μονοδέντρι, Κοκκινιά, Καισαριανή, Δίστομο, Καλογρέζα, ἐμφύλιος πόλεμος,, Ἄγγλοι, Ἀμερικάνοι, ἐξορίες φυλακὲς (τὶς ξέρεις δὰ κι ὁ ἴδιος), Μακρόνησος, Λῆμνος, Ἰκαρία, δικτατορίες, Γιάρος Λέρος, τὰ ξέχασες ρὲ Ἴων; καὶ πρέπει νὰ τά θυμόμαστε κάθε στιγμή, νὰ τὰ θυμίζουμε γιὰ νὰ μὴν ξαναγίνουν· ἀμ' ἐτούτη ἡ σημερινὴ πειλὴ πυρηνικοῦ παγκόσμιου ὀλέθρου; μποροῦμε νὰ σωπάσουμε γι' αὐτὰ καὶ νὰ σταυρώνουμε τὰ χέρια;». Κι εἶπε ὁ Ἀλέκος, κάπως δισταχτικά, ἀλλὰ μὲ συμπάθεια «θαρρῶ δὲν ἔχεις δίκιο Πέτρο· ἔχει μιλήσει ὁ Ἴων καὶ γι' αὐτά, στὴν Ἀγρύπνια, στὸν Πέτρινο χρόνο, στὶς Γειτονιὲς τοῦ κόσμου, στὰ Ἐπικαιρικά, στὰ Λιανοτράγουδα καὶ σὲ τόσα ἄλλα, κι ἂς μὴν ξεχνᾶμε τὰ Τρακτέρ, τὶς Πυραμίδες, ἄ, ναί, καὶ τὰ Συντροφικὰ τραγούδια ἀλλὰ προπάντων τὸν Ἐπιτάφιο· βέβαια τώρα τελευταία τό 'χει ρίξει κάπως στὰ ἀφηρημένα, τὰ ἐρωτικά, τὰ λυρικοφιλοσοφικά, τὶς παιδικὲς κι ἐφηβικὲς ἀναπολήσεις, μά, δὲν μπορεῖς νὰ πεῖς, ἔχουν κι αὐτὰ τὴ χάρη τους, καὶ μάλιστα μεγάλη χάρη, καὶ κατ' οὐσίαν εἶναι προοδευτικὰ καὶ στὸ περιεχόμενο καὶ στὴν ἔκφραση».
Αὐτά, μεταξὺ ἄλλων, ἔγραφε ὁ Ρίτσος στὸ τελευταο πεζογράφημα τῆς συλλογῆς μὲ τίτλο «Θύμησες, πράγματα, λόγια». Κάτι φαίνεται νὰ ἤξερε ὁ σπουδαῖος ποιητής μας. Γιατί;
Νά ποὺ φτάσαμε λοιπὸν καὶ στὸ γιατί. Γιατὶ μὲ τὴν κυκλοφορία τοῦ τόμου μὲ τὰ πεζὰ ὑπὸ τὸν τίτλο Ἴσως νά 'ναι κι ἔτσι, ξέσπασε μεγάλη διαμάχη, ταραχή, συζήτηση καὶ ἔγινε τοῦ... Ρίτσου μεταξὺ τῶν νθρώπων τῆς κουμουνιστικῆς Ἀριστερᾶς τῆς Ἑλλάδας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
Καὶ γιὰ νὰ άκριβολογοῦμε, τὸν Μάιο τοῦ ἴδιου χρόνου καὶ μόλις ποὺ ἔχουν κυκλοφορήσει τὰ πεζά, τὸ περιοδικό Πολιτιστική - Μηνιαία Ἐπιθεώρηση Τέχνης (1984-1987)· περιοδικὸ προσκείμενο στὸ ΚΚΕ, τὴν συντακτικὴ ὁμάδα τοῦ ὁποίου ἀπαρτίζουν ξιόλογοι νέοι κομμουνιστές, παρουσιάζει ἕνα ἀφιέρωμα στὸν Γιάννη Ρίτσο· καὶ μὲ άφορμὴ τὸ ἀφιέρωμα ἐπιτίθεται μὲ δριμύτητα ἐναντίον τοῦ ποιητῆ, ἂν καὶ θὰ περίμενε κανεὶς ἀπὸ νέα ἄτομα μιὰ διαφορετικὴ βέβαια, περισσότερο προοδευτικὴ στάση. Ἀκολουθεῖ ἡ ἐφημερίδα Αὐγὴ ποὺ πρόσκεινται στὸ ΚΚΕ Ἐσωτερικοῦ, ποὺ ἀντιδρώντας, χρεώνει τὴν ἐπίθεση στοὺς λεγόμενους "ἠθικολόγους τῆς παλιᾶς φρουρᾶς τοῦ δογματισμοῦ". Ἀκολουθεῖ ὅμως καὶ ὁ Ριζοσπάστης -ὄχι ποὺ δὲν θὰ ἀκολουθοῦσε- ποὺ ὀφείλουμε νά ποῦμε πὼς διαπερνᾶται ἀπὸ ἕνα κλίμα προοδευτισμοῦ τὴν ποχὴ ἐκείνη, καὶ ποὺ θέλοντας νὰ μαρτυρήσει ὑπέρ, καὶ νὰ πάρει τὸ μέρος τοΠοιητῆ τοῦ Λαοῦ ὑποστηρίζοντάς τον, παραθέτει μιὰ σειρὰ ἀπὸ δημοσιεύματα, καταδικάζοντας τὴν ἄστοχη ἐπίθεση τοῦ περιοδικοῦ καὶ τῶν συνακτῶν του, δηλώνοντας μάλιστα ὅτι "ἡ Πολιτιστικὴ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸ ΚΚΕ". Φτάνει μάλιστα στὸ σημεῖο, λίγες βδομάδες μετά, νὰ χαρακτηρίσει τὴν κριτικὴ τῆς Πολιτιστικς "προβοκάτσια". Ἀλλὰ εἶναι ἄλλες οἱ ποχές, μὴν λησμονοῦμε πὼς τὴν ἄνοιξη τοῦ ἴδιου ἕτους, τοῦ 1985 δηλαδή, μιλᾶμε γιὰ Περεστρόικα, Γκορμπατσόφ, Γενικὸς Γραματὲας τοῦ ΚΚΕ εἶναι ὁ Φλωράκης, ἔτσι γιὰ νὰ δώσω μὲ δυὸ λόγια τὸ στίγμα τῆς έποχῆς. Ὁπότε ἀντιλαμβάνεται κανεὶς τὴ στάση τοῦ Ριζοσπάστη.
Γιὰ τὴν ἱστορία, νὰ ναφέρω πὼς διευθυντὴς τῆς Πολιτιστικῆς ἀλλὰ καὶ γενικὰ ψυχὴ τοῦ περιοδικοῦ -ὁπότε καὶ ὑπεύθυνος γιὰ τὰ γραφόμενα- ἦταν ὁ Ἀντώνης Στεμνής. Θέλετε καὶ ἕνα μικρὸ πόσπασμα πὸ τὸ τί ἔγραψε; Ἰδοῦ: «Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ὅτι ἀπουσιάζει ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Ρίτσου ὁ διαλεκτικὸς καὶ ἱστορικὸς ὑλισμός, εἶναι ὅτι κήρυξε τὴ φιλοσοφία τῆς ὕπαρξης μὲ ὑλιστικὴ ἐπίφαση. Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ὅτι δὲν ἐξέφρασε τὴν ἐργατικὴ τάξη, δὲν πῆγε στὰ αἴτια καὶ δὲν ὑπαινίχθηκε λύσεις, εἶναι ὅτι μὲ τὸν ρομαντισμό, τὸν ἐρωτισμό, τὸν ἑλληνοχριστιανισμὸ καὶ τὴν μελέτη θανάτου ὕμνησε τὴν μιζέρια, τὴν "ρωμιοσύνη" καὶ ὅσα ἀρνητικὰ στοιχεῖα διευκόλυναν τὴν ἄρχουσα τάξη».

Στὸν Στεμνὴ ἀπάντησε ὁ ποιητής Κώστας Μύρης καὶ μάλιστα μὲ τὸ πραγματικό του ὄνομα, Κώστας Γεωργουσόπουλος, στὸ ἄρθρο του "Ἀγωγιάτες Δογμάτων", ποὺ μεταξὺ ἄλλων, ἔγραφε: «[...] Πρέπει νὰ αποδειχθεῖ ὁ Ρίτσος ρομαντικός, ἑλληνοχριστιανός, ἐρωτοληπτικός, ἀναχωρητικός ποιητής, (λέει τὸ ζντονοφάκι ποὺ γεννήθηκε μετὰ τὸν Ἐμφύλιο, ποὺ δὲν κατάλαβε τίποτα οὔτε ἀπὸ Κατοχή, οὔτε ἀπὸ τὰ βάσανα τῆς ἐργατιᾶς). Ὁ Ρίτσος, συμπεραίνει τὸ ζντανοφάκι εἶναι ένας βολεμένος μικροαστὸς ποιητής. Νὰ συνεχίσω:
Γνωστὴ ἡ μέθοδος. Σκοπὸς νὰ γίνει σούσουρο γιὰ τὸν τολμηρὸ νεανία ποὺ ξεγύμνωσε τὸ εἴδωλο καὶ ἄλλα ἠχηρά παρόμοια. Καὶ βέβαια, ὁ Ρίτσος, ὅπως ὁ καθένας δὲν εἶναι ταμποῦ. Ἀλλὰ τὰ ζντανοφάκια δὲν ξέρουν καὶ δὲν μποροῦν νὰ κρίνουν ποιητὲς γιατὶ δὲν τοὺς ἀφήνουν τὰ φάλαρα. Σκέψου νὰ κρίνεις ἕναν ποιητή
πὸ τὰ θέματά του. Ἐκεῖ εἶναι ἀκόμα τὰ μειράκια».
Ἀλλὰ τὶ ἦταν αὐτὸ ποὺ ἐνόχλησε; Δὲν πάει ὁ νοῦς σας; Ὅλο τὸ βιβλίο διαπερνάει ἕνας ὁμοφυλοφυλικὸς ἐρωτισμός. Ὁ Ρίτσος ἀφήνεται νὰ παρασυρθεῖ ἀπὸ ἀναμνήσεις· ἀναμνήσεις ποὺ ξεκάθαρα ἀφήνει νὰ χαρακτοῦν στὸ χαρτὶ ἀπὸ τὴν πένα του, χωρὶς κανένα προστατευτικὸ κέλυφος. Κάπου βάζει μέσα καὶ δυὸ ἐργάτες-συντρόφους, ἀλλὰ αὐτὸ ἀποτελεῖ λεπτομέρεια. Μᾶς περιγράφει στιγμές, ματιές, πύρινες ἀνταλλαγὲς βλεμμάτων, ἀγγίγματα, κοντινὲς ἀνάσες στὸ σκοτάδι, ὑγρὲς νύχτες ποὺ ἡ ἐπιθυμία φτάνει μέχρι τὰ χείλη, ἀλλὰ δὲν βγαίνει. Πραγματικὰ μιὰ ὑπέροχη γραφὴ ποὺ γκρεμίζει εἴδωλα καὶ παραδοσιακὰ σύμβολα καὶ ποὺ βγάζει βέβαια τὸν Ρίτσο ἀπὸ τὸ ἀπυρόβλητο ποὺ τὸν εἶχε θέσει τὸ κομματικὸ κατεστημένο, γι' αὐτὸ ἐξάλλου καὶ οἱ ντιδράσεις. Ὁ Ποιητῆς τοῦ Λαοῦ νὰ μιλάει γιὰ ἀμοιβαίες μαλακίες καὶ ὀρθωμένα καβλιά!! Ποῦ ἀκούστηκε αὐτό!!!
Κάπου ἐδῶ ὅμως δὲν ἔχει νόημα νὰ ποῦμε περισσότερα, λλὰ νὰ σᾶς φήσω στὴν ὑπέροχη γραφὴ τοῦ ποιητῆ, ἀντιγράφοντας ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ πρῶτο πεζὸ τῆς σειρᾶς ποὺ φέρει τὸν τίτλο, «Ἀνταλλαγὲς καὶ διασταυρώσεις».
«[...] Ὡστόσο οἱ δυὸ φαντάροι (σφαλῶς ἀδειοῦχοι) καπνίζουν ἀράδα φτηνὰ τσιγάρα στὸ παγκάκι τοῦ πάρκου, πλάι στὸ ἄγαλμα τοῦ Παιδιοῦ μὲ τὸ Ψάρι.Ἴσως γι' αὐτὸ μυρίζουν κι οἱ δυό τους ψαρίλα ἢ βαρβατίλα ἀπ' τὶς πολλὲς ὀνειρώξεις, καὶ τώρα κόμα βρίσκονται σὲ διέγερση, χωρὶς νὰ τὸ λένε οτε μεταξύ τους, καὶ τὸ ξέρουν κι οἱ δυό, κι ατὸ τοὺς κάνει νὰ καυλώνουν πιότερο, κι ἐνῶ κρατοῦν τὸ τσιγάρο μὲ τὸ δεξί τους χέρι, μὲ τ'λλο, τὸ ζερβί τους, πιέζουν τὸ πέος τους νὰ τὸ σπάσουν. Νὰ πάρει ὀργή, δὲν ξεμυτίζει καὶ καμιὰ σκρόφα, νὰ πᾶνε μαζί, ὁ ἕνας πὸ μπρός, ὁ ἄλλος πὸ πίσω, καὶ νὰ σκουντιοῦνται οἱ φαλλοί τους μέσ' ἀπ' τὸ σῶμα τῆς γυναίκας, -τό 'χεις δοκιμάσει; -ὄχι· ἐσύ; -οὔτε· τό 'χω φανταστεῖ· φίνα θά 'ναι· ἔχω δεῖ καὶ κάτι φωτογραφίες· μ' ἄρεσε· τὶς ἔχει ὁ Μιχάλης· ὀλάκερο πάκο· σ' τὶς ἔδειξε; - ναί· μ' ἀρέσανε καὶ μένα· δὲν κάνει νὰ τὶς βλέπεις· μαραζώνεις· δὲν εἶδες ὁ Μιχάλης; ἔχει λιώσει άπ' τὴν μαλακία· τὴ βρίσκει μονάχος του· καὶ νὰ μοῦ τὸ θυμηθεῖς, θά 'ρθει ἡ ὥρα καὶ δὲν θὰ μπορεῖ νὰ πάει μὲ γυναίκα· ἂ σιχτὶρ μὲ τοῦτο τὸ παλούκι ποὺ μᾶς φύτεψε ὁ θεὸς στὰ σκέλια μας· -τί λές, μωρέ, τὸ καμάρι μας. Ἡ λεβεντιά μας, τὸ μεράκι μας· πιὸ κι ἀπ' τὸ ψωμὶ κι ἀπ' τὸ κρασὶ κι άπ' τὸ τσιγάρο. Ξεκουμπώνει ὣς κάτου τὸ βρακί του, τὴ χουφτώνει, τὴ βγάζει, τεντωμένη σπαρταριστή. Τὸ ἴδιο κάνει κιν ὁ ἄλλος, μὴ καὶ φανεῖ δειλός, ἔτσι συντροφικάτα. Τὶς κοιτάζουν, καθένας τὴ δική του. Ὕστερα ὁ ἕνας τοῦ λλουνοῦ. -Μεγάλη ποὺ τὴν ἔχεις. -Ἀμ' ἡ δικιά σου· κι εἶναι καὶ πιὸ χοντρή· χωρὶς καθόλου χαλινό· νά· ὅπως κι ἡ δικιά μου· τὶς παίζουμε; ἐσὺ τὴ δικιά μου κι ἐγὼ τὴ δικιά σου· θά 'ναι πιὸ μερακλίδικα. - Ὄχι· δὲ μοῦ 'ρχεται· εἶναι ἁμαρτία· - Τί ἁματρία; δὲν τὴν παίζεις ποτέ σου; -Ναὶ λλὰ μονάχος, στὰ κρυφά. -Σαχλαμάρες. Τί μονάχος, τί μ' ἕναν ἄλλον; κι ἐμεῖς εἶμαστε φίλοι. Δὲ θὰ τὸ ποῦμε πουθενά.
Ἁπλώνει πρῶτος τὸ χέρι του, τοῦ τὴ χουφτώνει. Ξεθαρρεύεται κι ὁ ἄλλος. Τοῦ τὴν πιάνει κι αὐτός. Δὲ μιλᾶνε. Δὲν κοιτιοῦνται. Κοιτάει ὁ ἕνας τοῦ λλουνοῦ. Λαχανιάζουν. Θέλουν νὰ φωνάξουν, δὲν ξέρουν τί· κάτι δυνατά, πολὺ δυνατά· νὰ βουίξει τὸ πάρκο, νὰ μαζευτεῖ κόσμος, κι αὐτοὶ ν' ἀναληφθοῦν ἀπλησίαστοι, ἀσύλλιπτοι, οἱ δυό τους μόνοι, μόνοι, μόνοι, ὁλόκληροι, ἀθάνατοι, ὣς τὴ μεγίστη στιγμὴ τῆς ἔκρηξης, καὶ πιὰ δὲν ξέρεις τί θὰ ἐπακολουθήσει κι οὔτε ἔχει σημασία, γιατὶ αὐτὴ ὴ στιγμὴ εἶναι ὅλος ὁ χρόνος, ἔξω ἀπ' τὸ χρόνο, καὶ τὸ μόνο ποὺ θέλουν εἶναι νὰ φωνάξουν ὅλη τὴ συγκεντρωμένη σιωπὴ καὶ ν' ἀκουστοῦν πέρα, παντοῦ, οὔουου, οὔουου, λόγια συναγμένα ἀπ' τοὺς δρόμους, ἀπ' τὶς ταβέρνες, π' τὰ μπορδέλα, τὰ πιὸ αἰσχρά, τὰ πιὸ ἅγια, ποτὲς δὲ τ' ρθώσανε, κι εἶναι πετρωμένα μέσα τους, βράχια, ἔ, ὠρὲ ντουνιά, στὴν κορφὴ τοῦ καυλιοῦ μου σὲ σηκώνω, χύνω βαθιά σου, νόημα σοῦ δίνω, κόκκινο· μὰ κείνη ἀκριβῶς τὴ στιγμὴ μιὰ βαμμένη γυναίκα περνάει· σκεπάζει καθένας μὲ τὴν παλάμη του τὸ δικό του πέος· ντροπαλοσύνη· τοῦς πέφτει· μαλακώνει· -ἔ, κοπελιὰ δὲν ἔρχεσαι κατὰ δῶ; -δὲν πηδιόσαστε μόνοι σας, θὰ βολευτεῖτε καλύτερα. Καὶ φεύγει. Καὶ ξαφνικὰ βραδιάζει. Τὸ χρυσὸ λιόγερμα σβήστηκε. Μόνον τὸ γαλμα τοῦ Παιδιοῦ μὲ τὸ Ψάρι, κρατάει λίγο ρόδινο. Ἐλάχιστο. Κι αὐτοὶ ἀνάβουν τσιγάρο, καθένας μὲ τὸ δικό του σπίρτο. Ἐξαφανίζονται [...]».
Γιὰ τὴν Ἱστορία νὰ ἀναφέρουμε ὅτι στὴ σειρὰ μὲ τὸν γενικὸ τίτλο Εἰκονοστάσιο ἀνώνυμων ἁγίων, κυκλοφόρησαν συνολικὰ ἐννέα τόμοι μὲ πεζὰ τοῦ Γιάννη Ρίτσου. Οἱ ὑπόλοιποι ἦταν:
5. Ὁ γέροντας μὲ τοὺς χαρταετούς.
6. Ὄχι μονάχα γιὰ σένα.
7. Σφραγισμένα μ' ἕνα χαμόγελο.
8. Λιγοστεύουν οἱ ἐρωτήσεις.
9. Ὁ Ἀρίοστος ἀρνεῖται νὰ γίνει ἅγιος.




Στοιχεῖα τοῦ βιβλίου:
Συγγραφέας: Γιάννης Ρίτσος
Ἕτος ἔκδοσης: 1985
ISBN: 978-960-04-0391-6
Σελ.: 176
Σχῆμα: 14 x 20,6
Ἐξώφυλλο: Μαλακὸ
ξώφυλλο, μὲ μιὰ ἀκουαρέλα τοῦ Γιὰννη Ρίτσου
Σειρά: ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΟ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΑΓΙΩΝ






© κειμένου τοῦ Γιάννη Ρίτσου: Ἐκδόσεις Κέδρος καὶ κληρονόμοι.
© κειμένου τοῦ Ἀντώνη Στεμνή: Κληρονόμοι του.
© κειμένου τοῦ Κώστα Γεωργουσόπουλου: Κ. Γεωργουσόπουλος.
© ἀφιερώματος: gayekfansi.blogspot.gr μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε δικαιώματος.


2 σχόλια:

  1. Καλη χαρουμενη χρονια,κ ευχαριστουμε!!
    ;-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις

    1. Καλὴ Πολυχρωμαστισμένη Χρονιὰ καὶ ἀπὸ μένα!!
      ...καὶ σ' εὐχαριστῶ!

      Διαγραφή